• Σχόλιο του χρήστη 'ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΛΙΑΔΑΚΗΣ' | 17 Απριλίου 2026, 12:18

    Στο φύλλο της 10ης Οκτωβρίου 2021 της Εφημερίδος «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» δημοσιεύθηκε άρθρο του κ. Απόστολου Σ. Γεωργιάδη σχετικό με τους λόγους για τους οποίους πρέπει να εκσυγχρονιστεί το Κληρονομικό Δίκαιο. Μεταξύ αυτών που αναφέρει είναι και ένα παράδειγμα που αφορά την νόμιμη μοίρα της συζύγου, η οποία έχει τέκνα από προηγούμενο γάμο της και η οποία αποκτά το ¼ της περιουσίας του Α, το οποίο ¼ στη συνέχεια θα περιέλθει στα δικά της παιδιά, τα οποία όμως δεν είχαν καμία συγγένεια με τον κληρονομούμενο Α. Συνεχίζει το άρθρο «Η ρύθμιση αυτή είναι όμως αμφίβολο αν ανταποκρίνεται στο σκοπό και στην δικαιολογία του θεσμού της νόμιμης μοίρας. Στην περίπτωση μάλιστα που η περιουσία του Α δεν δημιουργήθηκε από τον ίδιο, αλλά από τους γονείς του, θα είναι γι’ αυτούς ιδιαίτερα δυσάρεστο να βλέπουν, αν τύχει και ζουν, ότι οι καρποί των κόπων τους θα περιέλθουν – έστω εν μέρει- σε ανθρώπους εντελώς ξένους προς αυτούς και προς το παιδί τους, τον Α. Το ίδιο ισχύει και για την σύζυγο όταν δεν υπάρχουν τέκνα, τότε ο επιζών σύζυγος κληρονομεί το ½ της περιουσίας ή το ¼ αυτής αν πρόκειται για νόμιμη μοίρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν ο τρόπος κτήσεως αυτής της περιουσίας, καθόσον ο κληρονομούμενος μπορεί να είχε περιουσία πριν από τον γάμο ή μετά από τον γάμο από παροχές των γονέων του, κληρονομιές κλπ ή να απέκτησε περιουσία από εισοδήματα που του απέδωσε η περιουσία που του δόθηκε από τους γονείς του, χωρίς συνδρομή του/της συζύγου. Είναι άδικο το ½ ή έστω το ¼ της περιουσίας των γονέων να καταλήξει στα ανήψια του επιζώντος συζύγου. Το δίκαιο είναι η περιουσία των γονέων και αποκτήματα που προέρχονται από τους καρπούς της να επιστρέψει στην οικογένεια που δημιούργησε την περιουσία αυτή, δηλαδή στους γονείς, εφόσον ζουν και στα παιδιά και στα εγγόνια τους, δηλαδή αδέλφια και ανήψια του κληρονομουμένου. Το σχέδιο νόμου που βρίσκεται σε διαβούλευση προβλέπει: α) κληρονομικές συμβάσεις και β) ότι η νόμιμη μοίρα είναι χρηματική Η κληρονομική σύμβαση απαιτεί την συμφωνία των συζύγων. Προφανώς, οι κληρονομικές συμβάσεις θεσμοθετούνται για να διασφαλίσουν τον σύζυγο που έχει αξιόλογη περιουσία. Για τους υφιστάμενους, όμως, γάμους χωρίς παιδιά, είναι τελείως αδύνατον να συμφωνήσει ο/η σύζυγος σε περιορισμό μεριδίου μικρότερο της εξ αδιαθέτου μερίδος του ή έστω της νομίμου μοίρας, δηλαδή του ¼. Άρα δεν υπάρχει περίπτωση υπογραφής κληρονομικής συμφωνίας. Η χρηματική πληρωμή της νομίμου μοίρας προϋποθέτει την ύπαρξη μετρητών και αν μεν υπάρχουν χρήματα στην κληρονομία καλύπτονται από αυτά, αν όμως δεν υπάρχουν χρήματα, το ποσό της νομίμου μοίρας, το δικαστήριο, αν επιβάλλουν οι περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την αυτούσια απόδοση ή περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας που αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα, οπότε το περιουσιακό στοιχείο αυτό μέσω του επιζώντος συζύγου θα περιέλθει στους συγγενείς αυτού, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με την περιουσία αυτή. Θα πρέπει επομένως να υπάρξει πρόβλεψη στο Νόμο για την διευκόλυνση καταβολής των απαιτούμενων χρημάτων με δόσεις εντός ορισμένου χρόνου. Αν το σύνολο της περιουσίας προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την οικογένεια του κληρονομουμένου και τα εισοδήματα αυτής πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου χωρίς ο επιζών σύζυγος να έχει καταβάλει ούτε ένα ευρώ, γιατί πρέπει να λάβει το ¼ της περιουσίας; Αυτή η περιουσία λόγω του επιζώντος συζύγου θα καταλήξει στα ανήψια του επιζώντος τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς που την δημιούργησαν. Εδώ επικαλούμαι το δημοσίευμα του κ. Απ. Γεωργιάδη «η ρύθμιση αυτή είναι αμφίβολο αν ανταποκρίνεται στην δικαιολογία και τον θεσμό της νόμιμης μοίρας..» Θα πει κάποιος αν ο επιζών σύζυγος δεν προσέφερε ούτε ένα ευρώ για την δημιουργία της περιουσίας, μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου θα μείνει στον δρόμο; Φυσικά και όχι. Ο επιζών σύζυγος που χάριν της περιουσίας του κληρονομουμένου συζύγου του έζησε άνετη ζωή χωρίς οικονομικά προβλήματα έτσι θα πρέπει να ζήσει και κατά το υπόλοιπο της ζωής του, δηλαδή θα πρέπει να εξακολουθήσει να βρίσκεται στην ίδια κοινωνική και οικονομική θέση, αποκτώντας την ισόβιο επικαρπία της κοινής κατοικίας, αλλά όχι την κυριότητα. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου όπως προβλέπεται από το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου. Ο γάμος είναι ο κύριος και βασικός θεσμός της Ελληνικής οικογένειας. Ο γάμος λύεται με δύο τρόπους: α) με διαζύγιο και β) με τον θάνατο του ενός εκ των δύο συζύγων. Το διαζύγιο και οι σχέσεις των συζύγων, προσωπικές, περιουσιακές κλπ ρυθμίζονται από το οικογενειακό δίκαιο, ενώ οι κληρονομικές σχέσεις κληρονόμων και επιζώντος συζύγου ρυθμίζονται από το κληρονομικό δίκαιο. Το παλαιό οικογενειακό δίκαιο έχει εκσυγχρονιστεί σύμφωνα με τις σημερινές κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες. Στο νέο αυτό οικογενειακό δίκαιο η περιουσία κάθε συζύγου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την περιουσία του άλλου και μόνο η περιουσία που δημιουργήθηκε και από τους δύο συζύγους κατά την διάρκεια του γάμου λογίζεται κοινή και των δύο συζύγων και κατά μαχητό τεκμήριο ορίζεται το ποσοστό του καθενός σ’ αυτήν. Στην δημιουργούμενη αυτή κοινή περιουσία των συζύγων δεν περιλαμβάνεται ρητά η περιουσία που προέρχεται από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία προς τον ένα σύζυγο ή που προέρχεται από διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν από την ως άνω περιουσία. Με άλλα λόγια, μετά την λύση του γάμου με διαζύγιο, ο κάθε σύζυγος διατηρεί την ατομική περιουσία του που απέκτησε πριν τον γάμο και ρυθμίζεται η τύχη της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου σύμφωνα με την συμβολή εκάστου συζύγου στην δημιουργία αυτής (1399 και 1400 ΑΚ). Αν ο γάμος λυθεί με το θάνατο του ενός συζύγου ερχόμαστε στο κληρονομικό δίκαιο και επομένως στις διατάξεις του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου. Στο άρθρο 1827 ΑΚ προσδιορίζεται η κληρονομική περιουσία. Σ’ αυτήν περιλαμβάνεται ό,τι είχε ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο του θανάτου του, ό,τι είχε δωρίσει την τελευταία προ του θανάτου του 5ετία κλπ χωρίς καμία διάκριση στον τρόπο και στην αιτία κτήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του. Θεωρώ ότι δεν επιτρέπεται στον ίδιο κώδικα να υπάρχει διαφορά μεταξύ οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου και στο μεν οικογενειακό αναγνωρίζεται η αυτοτέλεια της περιουσίας των συζύγων, ενώ στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο αγνοείται. Θα πρέπει όπως ορίζεται στο οικογενειακό δίκαιο, έτσι να ορίζεται και στο κληρονομικό, δηλαδή: Α) Στην περιουσία που δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου με την συνδρομή και των δυο συζύγων, ο επιζών σύζυγος όταν συντρέχει με κληρονόμους Β΄ τάξης να λάβει ως κληρονομική μερίδα το ½ (=50%) αυτής. Β) Στην περιουσία που είχε ο κληρονομούμενος πριν τον γάμο, χωρίς να περιλαμβάνονται σ’ αυτήν τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο κληρονομούμενος από γονική παροχή, δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία, ή την απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου χωρίς την συμβολή του επιζώντος, ο επιζών σύζυγος όταν συντρέχει με κληρονόμους Β΄ τάξης να λάβει ως κληρονομική μερίδα το ¼ (=25%) αυτής. 1.- Η παραπάνω εξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων, που απέκτησε ο κληρονομούμενος από γονική παροχή, δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία, ισχύει και στην περίπτωση της λύσεως με διαζύγιο. 2.- Το ποσοστό του ½ που αναφέρεται στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο είναι πάρα πολύ υψηλό λόγω της μη συμβολής του επιζώντος στα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Προτάσεις: Όσον αφορά στην νόμιμη μοίρα, προτείνω στην παρ. 1 του άρθρου 1827 ΑΚ, μετά τις λέξεις «κηδείας του», να προστεθούν τα εξής: «και αφού αφαιρεθούν οι αξίες των γονικών παροχών, δωρεών, κληρονομιών και κληροδοσιών», ώστε να μην υπάρχει διαφορά και αντίθεση μεταξύ διατάξεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Στις διατάξεις περί νομίμου μοίρας να προστεθεί η εξής διάταξη: Ο επιζών σύζυγος και οι κληρονόμοι της Β΄ τάξης, εντός έξι μηνών από τον θάνατο του κληρονομουμένου ή από την δημοσίευση της διαθήκης του, μπορούν να καταρτίσουν συμφωνία με την οποία θα καθορίζουν ποιο χρηματικό ποσό αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου και τον τρόπο καταβολής του. Αν δεν συμφωνήσουν μπορούν να καταφύγουν στο δικαστήριο της κληρονομίας και να ζητήσουν ό,τι θεωρούν δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα καθορίσει ποιο χρηματικό ποσό αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα του επιζώντος συζύγου και τον τρόπο καταβολής του. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο αυτού που απαιτείται, ώστε ο επιζών να ζει άνετα όσο ζούσε και κατά την διάρκεια του γάμου και να διατηρεί την κοινωνική θέση στην οποία βρισκόταν, όταν ζούσε ο κληρονομούμενος. Εμμανουήλ Ν. Λιαδάκης Συνταξιούχος Συμβολαιογράφος τέως αντιπρόεδρος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Θεσσαλονίκης