• Σχόλιο του χρήστη 'Τάσος Αθανασόπουλος' | 17 Απριλίου 2026, 12:04

    Το ισχύον άρθρο 1921 ΑΚ ορίζει: Οι δανειστές της κληρονομίας που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 1917 ικανοποιούνται μόνο αν μετά την εξόφληση όσων αναγγέλθηκαν απομείνει κληρονομική περιουσία», ενώ κατά το προτεινόμενο αντίστοιχα 1903 παρ. 3 ορίζεται ότι: «Οι δανειστές της κληρονομίας που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα ικανοποιούνται από το τυχόν απομένον ενεργητικό της κληρονομίας μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Εάν δεν υφίσταται υπόλοιπο, δύνανται να στραφούν κατά του κληρονόμου μόνο εφόσον αποδείξουν ότι η μη αναγγελία οφείλεται σε σπουδαίο λόγο και χωρίς υπαιτιότητά τους, αλλά μόνο για τις απαιτήσεις τους που προέκυψαν στο χρόνο που υπήρξε σύγχυση των κληρονομιών.» Κατά την ταπεινή μου άποψη με το ισχύον καθεστώς οι δανειστές που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα δεν αποκλείονταν πλήρως. Έχουν δικαίωμα ικανοποίησης εφόσον περισσεύει κληρονομική περιουσία μετά την εξόφληση των εμπροθέσμως αναγγελθέντων και επομένως υπάρχει μια “δεύτερη ευκαιρία”, χωρίς να θίγεται η σειρά κατάταξης. Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο οι μη αναγγελθέντες δανειστές ικανοποιούνται μόνο μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο αν ο κληρονόμος ευθύνεται με την ατομική του περιουσία. Ασφαλώς, καταρχήν, η προτεινόμενη ρύθμιση ενισχύει την ασφάλεια της εκκαθάρισης και προστατεύει τον κληρονόμο από απρόβλεπτες απαιτήσεις. Και βέβαια αποτελεί κίνητρο για τους δανειστές να είναι επιμελείς, δηλ. να αναγγέλλονται έγκαιρα. Ωστόσο, η ίδια ρύθμιση είναι υπερβολικά αυστηρή για δανειστές που δεν γνώριζαν το θάνατο ή την διαδικασία της εκκαθάρισης, είτε είχαν αντικειμενική αδυναμία να προβούν σε εμπρόθεσμη αναγγελία. Έτσι όμως καταργείται η αρχή της ικανοποίησης από την περιουσία του οφειλέτη (κληρονομιαία), δημιουργείται ανισότητα μεταξύ των εν δυνάμει και σε ίδια τάξη κατά τα ισχύοντα στα άρθρ. 975 επ. ΚΠολΔ συρρεόντων προς κατάταξη δανειστών, ώστε να αντιμετωπίζονται άνισα λόγω απώλειας της προς αναγγελία προθεσμίας. Μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί δυσανάλογη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Στον ισχύοντα ΚΠολΔ, κατ’άρθρ. 972 παρ. 1 περ. β’ εδ. β’, η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας αναγγελίας της απαίτησης επάγεται την έκπτωση του δανει­στή κατ’άρθρ. 151 ΚΠολΔ, από το δικαίωμα να καταθέσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού[1], όχι δε και έκπτωση από το δικαίωμα προσαγωγής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικα­λούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης[2]. Μπορεί όμως να ζητηθεί και η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με τα άρθρ. 152 επ. ΚΠολΔ[3]. Όμως κάτι αντίστοιχο προς τα ανωτέρω δεν φαίνεται να υπάρχει στο προτεινόμενο νομοσχέδιο. Συγκεκριμένα στο προτεινόμενο άρθρο 1902 παρ. 2 εδ. β’ ορίζεται ότι: «Μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας, κάθε δανειστής, ο οποίος είχε αναγγείλει τις απαιτήσεις του, μπορεί να ανακόψει τον πίνακα ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου. [1] Μπρίνιας, άρθρ. 972 & 382 ΙΙ, σ. 984· [2] ΑΠ 1640/2002. – Βλ. και Τάσου Αθανασόπουλου «Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ & ΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ (μετά τους ν. 5221/2025, 5193/2025 & 5134/2024), άρθρ. 970-977, σ. 367. [3] Φαλτσή, ένθ.αν. & 57 ΙΙ 4, αριθ. 14 και 5, αριθ. 15, σ. 337.