• Σχόλιο του χρήστη 'Γεώργιος Μεντής- Ειρήνη Μεντή' | 19 Απριλίου 2026, 20:56

    Άρθρα 1838- 1843 Σχεδίου Σύμβαση εκ των προτέρων παραίτησης από δικαιώματα στην κληρονομία 1. Κεφάλαιο 7ο: Εφόσον η σύμβαση παραίτησης παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μετά την επαγωγή της κληρονομίας, τότε πρόκειται για κληρονομική σύμβαση, γι’ αυτό θα ήταν ορθότερη η ένταξη των σχετικών άρθρων στο κεφάλαιο των κληρονομικών συμβάσεων. 2. Άρθρο 1839 Σχεδίου: Σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης παραίτησης λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής τίθεται το ζήτημα αν τρέχει σε βάρος του παραιτηθέντος η προθεσμία για την αποποίηση. Σκόπιμο θα ήταν να διευκρινισθεί το ζήτημα αυτό με ρητή διάταξη. 3. Άρθρο 1841 Σχεδίου: α. Προφανώς για την εξισορρόπηση των εις βάρος του παραιτούμενου μειονεκτημάτων ορίζεται στο άρθρο 1841 παρ. 1 του Σχεδίου ότι η παραίτηση δεν αναπτύσσει τα αποτελέσματά της, εφόσον δεν καταβληθεί το (τυχόν συμφωνηθέν) αντάλλαγμα εντός 6 μηνών από την κατάρτισή της ή στην περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλομένους αποβιώσει πριν από την καταβολή του ανταλλάγματος. Η εν λόγω διάταξη δεν επιτυγχάνει πλήρως τον στόχο της, δεδομένου ότι επιτρέπει στον κληρονομούμενο, μονομερώς, να την καταστήσει ανενεργό (μη καταβάλλοντας το πιστωθέν αντάλλαγμα). Ορθότερο θα ήταν να έχει ο παραιτούμενος δικαίωμα υπαναχώρησης σε περίπτωση μη καταβολής- εντός εξαμήνου- του πιστωθέντος ανταλλάγματος (κατ’ αντιδιαστολή προς την ΑΚ 531), ελλείψει δε υπαναχώρησης να διατηρεί την αξίωσή του κατά του μέλλοντος κληρονομούμενου για την καταβολή του ανταλλάγματος β. Κατά την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1841 η συμφωνία ως προς το αντάλλαγμα θεωρείται δωρεά, υποκείμενη σε ανάκληση κατά τις περί δωρεών διατάξεις. Πρόκειται για ρύθμιση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της συναλλαγής, γι’ αυτό (μεταξύ άλλων) προκαλεί αρκετούς ερμηνευτικούς τριγμούς. Στην πραγματικότητα κάποιος απεμπολεί περιουσιακά δικαιώματά του (συγχρόνως απαλλάσσοντας τον μέλλοντα κληρονομούμενο από την υποχρέωση να σεβασθεί ή να λάβει υπόψιν του τα κληρονομικά δικαιώματα του παραιτούμενου αλλά και ευνοώντας κάποιους άλλους που θα κληθούν ως κληρονόμοι) έναντι ανταλλάγματος. Η σύμβαση παραίτησης είναι στην περίπτωση αυτήν αναιτιώδης μεν (όπως πχ η εκχώρηση), όμως με επαχθή (όχι χαριστική) αιτία. Δεν είναι τίποτε άλλοτε παρά πώληση μελλοντικού δικαιώματος. Ο κατά νόμον χαρακτηρισμός της συναλλαγής ως δωρεάς (κατ’ αποδοχή μιας από τις απόψεις που υποστηρίζεται στο γερμανικό δίκαιο) γίνεται μόνο και μόνο για να μπορεί ο αντισυμβαλλόμενος του παραιτούμενου να ασκήσει προκαταβολικά (μέσω της ανακλήσεως) τα δικά του μελλοντικά «δικαιώματα» (αποκλήρωσης κλπ) σε περίπτωση αχαριστίας εκ μέρους του παραιτούμενου. Εν ολίγοις, εκείνος που εξαγοράζει με χρήματα τα μελλοντικά δικαιώματα του μελλοντικού κληρονόμου του, διατηρεί συγχρόνως, κατά κάποιον τρόπο, έναν έλεγχο «καλής μελλοντικής συμπεριφοράς» του παραιτούμενου. Είναι ισοζυγισμένη η διάταξη αυτή; Από τα διάφορα ζητήματα που μπορεί να τεθούν εδώ, ας αναφερθούν ενδεικτικά τα εξής: 1β. Ποια η σχέση της νέας διάταξης με την ΑΚ 497; 2β. Οι δανειστές του μέλλοντος κληρονομούμενου μπορούν να διαρρήξουν την συναλλαγή (ΑΚ 939 επ.); 3β. Για τους δανειστές του παραιτούμενου ισχύει ό,τι προβλέπει η ΑΚ 940, δηλαδή ο παραιτούμενος από τα κληρονομικά δικαιώματά του οφειλέτης αντιμετωπίζεται ως αποποιούμενος την κληρονομία; 4β. Ποια θα είναι η φορολογική αντιμετώπιση της συναλλαγής; Δεν θα ήταν ενδεχομένως ορθή η αναβολή της φορολόγησης μέχρι τον θάνατο του μέλλοντος κληρονομουμένου; Τα οφέλη των μελλοντικών συγκληρονόμων από την παραίτηση θα είναι αφορολόγητα;