• Σχόλιο του χρήστη 'ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ' | 27 Ιανουαρίου 2026, 09:54

    Με την παρούσα παρέμβαση, κατατίθενται με σεβασμό, απόψεις, σχετικά με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ως ελάχιστη συμβολή στον διάλογο για το νέο πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων. Θεωρώ επιβεβλημένο το νέο πλαίσιο να μην λειτουργήσει ως εργαλείο περαιτέρω απορρύθμισης, αλλά ως εγγυητής της εργασιακής ειρήνης, της κοινωνικής ισορροπίας, της ποιότητας ζωής, της προστασίας της ελληνικής οικογένειας και της δημογραφικής ανάκαμψης της χώρας. Η εργασία οφείλει να συνοδεύεται από αξιοπρέπεια, σεβασμό στον ελεύθερο χρόνο και δίκαιες αμοιβές που επιτρέπουν τη διαβίωση και όχι απλώς την επιβίωση, νομιμοποιώντας την εξαθλίωση. Η δημόσια διαβούλευση για το νέο πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας δεν αποτελεί μια τυπική τεχνοκρατική άσκηση επί χάρτου, ούτε μια ψυχρή διαπραγμάτευση ποσοστών. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική και ηθική αναμέτρηση, ένα ιστορικό «πεδίο μάχης» για την ταυτότητα και τη διεκδικητική ισχύ του συνδικαλιστικού κινήματος. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται ενώπιόν μας είναι σαφές: θα προχωρήσει η ελληνική κοινωνία με τον άνθρωπο στο επίκεντρο ή θα διολισθήσει οριστικά σε μια κρίση αξιών και επιβίωσης; Η συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία δεν μπορεί να γίνει ερήμην της ιστορικής μνήμης. Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν γεννήθηκε ως ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός, αλλά ως το τέκνο σκληρών αγώνων που μετέτρεψαν τον εργαζόμενο από «αναλώσιμο μέγεθος» σε πολίτη με δικαιώματα. Σήμερα, η ηθική υποχρέωση για τη διατήρηση της κοινωνικής ισορροπίας πέφτει ξανά στις πλάτες των συνδικάτων. Γιατί αν το συνδικαλιστικό κίνημα δεν προστατεύσει τους εργαζόμενους, ποιος θα το κάνει; Αν η φωνή των εργαζομένων σιγήσει, η κοινωνική ειρήνη θα δώσει τη θέση της στην αυθαιρεσία. Ο συνδικαλισμός αποτελεί τον σημαντικότερο ίσως παράγοντα των κοινωνικών εξελίξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή. Πέρα από μικροαντιλήψεις, μικροπολιτικές και συντεχνιακές λογικές, το συνδικαλιστικό κίνημα καλείται σήμερα να αποφασίσει αν θα αποτελέσει το ανάχωμα για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή αν θα αρκεστεί σε «ψίχουλα», νομιμοποιώντας την περαιτέρω υποβάθμιση της ζωής μας. Η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων έχει άμεσο και οδυνηρό αντίκτυπο στον πιο ευαίσθητο ιστό της κοινωνίας, την οικογένεια. Όταν ο εργαζόμενος στερείται τη μισθολογική ασφάλεια και την πρόνοια μιας ισχυρής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η συγκρότηση και η συντήρηση της οικογένειας μετατρέπεται από θεμελιώδες δικαίωμα σε «πολυτέλεια» για ελάχιστους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σταδιακή αλλά συστηματική συρρίκνωση της μεσαίας τάξης συνιστά έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων δεν πλήττει μόνο τους χαμηλόμισθους, αλλά συμπιέζει ολόκληρο το παραγωγικό και κοινωνικό φάσμα, οδηγώντας τη μεσαία τάξη, τον ιστορικό πυλώνα κοινωνικής συνοχής, κατανάλωσης και δημοκρατικής σταθερότητας, σε οικονομική ασφυξία και κοινωνική καθίζηση (καταλαμβάνουμε τις τελευταίες θέσεις στην Ε.Ε.). Όταν η εργασία παύει να αποτελεί μοχλό κοινωνικής ανόδου και μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής της φτώχειας, τότε η μεσαία τάξη παύει να λειτουργεί ως «γέφυρα» και τείνει να εξαφανιστεί, διευρύνοντας επικίνδυνα τις κοινωνικές ανισότητες. Ας γίνει κατανοητό πως η εργασία δεν είναι εμπόρευμα. Ο άνθρωπος δεν είναι αριθμός. Τα δικαιώματα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά θεμέλιο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτή ακριβώς η εργασιακή ανασφάλεια αποτελεί τη βασική γενεσιουργό αιτία της υπογεννητικότητας. Νέοι άνθρωποι, εγκλωβισμένοι σε μισθούς που δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά και σε ωράρια που εξαντλούν κάθε δυναμικότητα, αναβάλλουν επ’ αόριστον τη δημιουργία οικογένειας. Το δημογραφικό πρόβλημα δεν λύνεται με ευχολόγια, αλλά με σταθερές εργασιακές σχέσεις που επιτρέπουν στον άνθρωπο να ονειρευτεί και να σχεδιάσει το αύριο. Ταυτόχρονα, η απορρύθμιση της εργασίας και η διαρκής αύξηση των ορίων ηλικίας συνθέτουν ένα ακόμη δομικό αδιέξοδο: τη μείωση και αποδυνάμωση του ενεργού εργατικού δυναμικού. Η παρατεταμένη παραμονή στην εργασία, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για την υγεία, την αντοχή και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων, δεν ενισχύει την παραγωγικότητα, αντιθέτως, φθείρει το ανθρώπινο κεφάλαιο, παγώνει την ανανέωση της αγοράς εργασίας και αποκλείει τους νέους από την απασχόληση. Μια κοινωνία που εξαντλεί τους εργαζόμενους μέχρι τα όρια της αντοχής τους και ταυτόχρονα αδυνατεί να εντάξει τη νέα γενιά στην παραγωγή, υπονομεύει το ίδιο της το μέλλον. Παράλληλα, η υποβάθμιση των ΣΣΕ πλήττει ανεπανόρθωτα την ποιότητα ζωής. Η επιβολή μιας δήθεν «ευέλικτης» καθημερινότητας, χωρίς σαφή όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου, διαλύει τον προσωπικό χρόνο και την ψυχική υγεία. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε ένα «αναλώσιμο εργαλείο» παραγωγής, αποξενωμένος από τα παιδιά του, τους φίλους του και τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν η εργασία παύει να συνοδεύεται από σεβασμό, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δέχεται καίριο πλήγμα, γεννώντας μια κοινωνία οργής, παραίτησης και μειωμένων προσδοκιών. Για να αποφευχθεί αυτή η πορεία, το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να προτάξει την ουσιαστική διεκδίκηση γύρω από τρεις βασικούς άξονες: την αξιοπρεπή διαβίωση με βάση το πραγματικό κόστος ζωής, την ουσιαστική προστασία του ελεύθερου χρόνου και την καθολική, χωρίς εξαιρέσεις, προστασία όλων των εργαζομένων. Ο κίνδυνος της παθητικότητας είναι ορατός. Αν το κίνημα παραμείνει «αρκεσμένο στα ψίχουλα», θα οδηγηθούμε σε αποδυνάμωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, αποξένωση των εργαζομένων από τα σωματεία και τελικά, σε μια βαθιά και γενικευμένη εργασιακή φτωχοποίηση. Είναι η ώρα να κρατηθεί όρθιο το φρόνημα με τις κοινωνικές αξίες, απέναντι στον κανιβαλισμό των ελίτ και τις διάφορες τεχνητές αφορμές, όπως της ύφεσης, τις κρίσεις χρέους, της πανδημίας, την λυσσαλέα επίθεση στις εργατικές κατακτήσεις δεκαετιών, τις πολεμικές συρράξεις κτλ. Το διακύβευμα της δημόσιας διαβούλευσης είναι τελικά η σύγκρουση ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση. Ελπίδα είναι η εργασία με δικαιώματα, με προοπτική και με σεβασμό στον άνθρωπο. Απόγνωση είναι η κανονικοποίηση της επισφάλειας, της σιωπής και της αποδοχής ότι «δεν γίνεται αλλιώς». Η ελπίδα όμως δεν χαρίζεται. Κατακτάται. Κατακτάται μέσα από συλλογική διεκδίκηση, θεσμική θωράκιση με ξεκάθαρες θέσεις και επιλογές. Σήμερα καλούμαστε να αποφασίσουμε αν θα σταθούμε με τον ΑΝΘΡΩΠΟ και το μέλλον του ή αν θα επιτρέψουμε στην απόγνωση να μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς της εργασιακής ζωής. Η ώρα της ευθύνης είναι τώρα. Δεν φτάνει να λέμε «δεν πάει άλλο». Οφείλουμε να πούμε συλλογικά και ξεκάθαρα ως εδώ.