Αρχική Εκσυγχρονισμός και αναβάθμιση μεταφορών: Τεχνικός έλεγχος - Εγκαταστάσεις Εξυπηρέτησης Οχημάτων, συγκοινωνιακοί φορείς, επιβατικές - οδικές - εμπορευματικές μεταφορές, ηλεκτροκίνηση...ΜΕΡΟΣ Γ’ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ (άρθρα 85-108)Σχόλιο του χρήστη ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ | 19 Φεβρουαρίου 2026, 11:18




Σχόλια επί του Άρθρου 91: Αναφορικά με τη νομοθέτηση της άρσης της επί πολλές δεκαετίες αδικίας, του αποκλεισμού των Διπλωματούχων Μηχανικών του σιδηροδρόμου από τον διαμοιρασμό του πόρου 6‰ επί των πιστοποιήσεων δημοσίων έργων, οφείλουμε να επισημαίνουμε τα παρακάτω όσον αφορά την ιδιαίτερα προβληματική προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία η διανομή του εν λόγω πόρου θα πραγματοποιείται μόνο εφόσον «έκαστο έργο ολοκληρώθηκε εντός του αρχικώς προβλεπομένου συμβατικού χρόνου εκτέλεσης». Ο ως άνω όρος, πέραν του ότι δημιουργεί έντονο αίσθημα αδικίας στους Διπλωματούχους Μηχανικούς που αμείβονται βάσει του ενιαίου μισθολογίου του δημοσίου χωρίς να έχουν ως δευτεροβάθμιο σωματείο τους την ΕΜΔΥΔΑΣ, κρίνεται ότι χρήζει άμεσης επανεξέτασης, καθώς εμφανίζει ουσιώδεις αδυναμίες: α) από νομική, β) από τεχνική και γ) από ηθική και επαγγελματική άποψη. Ειδικότερα: α) Νομικό μέρος: Η χορήγηση παρατάσεων στις συμβάσεις δημοσίων έργων συνιστά απολύτως νόμιμη, προβλεπόμενη και συνήθη διαδικασία στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4412/2016 και της αρχής της χρηστής διοίκησης και διαχείρισης των δημοσίων έργων. Η εκτέλεση σύνθετων τεχνικών έργων, όπως τα σιδηροδρομικά, ενδέχεται να επιφέρει αντικειμενικούς και απρόβλεπτους παράγοντες, οι οποίοι δεν δύνανται να εκτιμηθούν εκ των προτέρων. Οι λόγοι αυτοί περιγράφονται αναλυτικά στα άρθρα 147, 148, 132, 200, 203, 161, 156 και 185 του νόμου. Η αξιολόγηση της σκοπιμότητας και η λήψη απόφασης για παράταση ανήκει αποκλειστικά στην Προϊσταμένη Αρχή, η οποία ενεργεί εντός του θεσμικού πλαισίου και του προβλεπόμενου διοικητικού ελέγχου, λαμβάνοντας, όπου απαιτείται, υπόψη τη γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου, το οποίο για τα σιδηροδρομικά έργα είναι το Τεχνικό Συμβούλιο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Οι καθυστερήσεις συχνά οφείλονται σε παράγοντες πλήρως ανεξάρτητους από κάθε δυνατότητα πρόβλεψης ή καθορισμού κατά το στάδιο του σχεδιασμού, όπως, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά: • Καθυστερήσεις από εύρεση αρχαιοτήτων. • Ενστάσεις και προσφυγές τρίτων για θέματα απαλλοτριώσεων, περιβαλλοντικούς λόγους κ.λπ. • Πολύμηνα διοικητικά κενά στη διοίκηση και την ομαλή λειτουργία του φορέα εκτέλεσης των έργων, συνεπεία κυβερνητικών αλλαγών, μετά από εθνικές εκλογές ή ανασχηματισμούς Υπουργείων. • Καθυστερήσεις στην έκδοση αναγκαίων αποφάσεων/εγκρίσεων από τρίτους εμπλεκόμενους φορείς (παραχωρήσεις δουλειών και προσβάσεων, ανανεώσεις ή αναθεωρήσεις Περιβαλλοντικών Όρων, Πολεοδομίες κ.ά.). • Καθυστερήσεις ή ασυνέχειες στη ροή χρηματοδότησης έργων, είτε από τον Τακτικό Προϋπολογισμό της Εταιρείας είτε από λοιπούς εθνικούς ή συγχρηματοδοτούμενους πόρους, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν την έγκαιρη καταβολή των εκτελεσθεισών εργασιών και να οδηγήσουν τον ανάδοχο σε προσωρινή διακοπή ή επιβράδυνση των εργασιών, στο πλαίσιο της νόμιμης άσκησης των δικαιωμάτων του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4412/2016. • Απρόβλεπτα γεγονότα ανωτέρας βίας, όπως θεομηνίες, πανδημίες, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις μεταφορές. • Καθυστερήσεις με υπαιτιότητα των εκάστοτε αναδόχων. Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση που ορίζεται στη διάταξη κακώς συνδέεται με το ποσοστό 6‰ που αφορά όλους τους Διπλωματούχους Μηχανικούς ανεξαιρέτως, καθώς οποιαδήποτε τέτοια σύνδεση δημιουργεί ασάφειες και δυσλειτουργίες, και την αποκόπτει από τον σκοπό για τον οποίο θεσπίζεται. β) Τεχνικό μέρος: Ο υπόψη όρος δεν πάσχει μόνο από έλλειψη στοιχειώδους νομικού και διαχειριστικού ορθολογισμού, αλλά είναι και τεχνικά δύσκολο έως αδύνατο να εφαρμοστεί ουσιαστικά στην πράξη. Εφόσον ο πόρος εισπράττεται ήδη σταδιακά από κάθε πιστοποίηση και συγκεντρώνεται σε ειδικό λογαριασμό του αρμόδιου θεματοφύλακα (εν προκειμένω του ΤΕΕ), προκύπτουν κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο, τον χρόνο και τους δικαιούχους της διανομής: • Ποιος και με ποιόν τρόπο θα διενεργεί τον καθημερινό έλεγχο επιλεξιμότητας των δικαιούχων, εξετάζοντας για κάθε σύμβαση (από δεκάδες ή και εκατοντάδες) πότε ξεκίνησε, πότε ολοκληρώθηκε, υπό ποιες συνθήκες εκτελέστηκε; • Πότε θεωρείται ένα έργο ολοκληρωμένο για σκοπούς επιλεξιμότητας των δικαιούχων: κατά τη φάση της Βεβαίωσης Περαίωσης Εργασιών, της Προσωρινής Παραλαβής, της Οριστικής Παραλαβής ή κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής συντήρησης; Τι ισχύει για τις επιμέρους Διοικητικές Παραλαβές προς χρήση, όπου ένα μεγάλο τμήμα του έργου καθίσταται λειτουργικό πριν από την τυπική ολοκλήρωσή του; • Τι θα γίνεται με τους ήδη παρακρατηθέντες πόρους στην περίπτωση έργων που η προθεσμία τους παρατείνεται νομίμως και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη νόμου θα αποτρέπει την διάθεση του πόρου; Θα επιστρέφονται στους αναδόχους ή θα διατίθενται σε άλλους μηχανικούς που δεν έχουν άμεση σχέση με τα σιδηροδρομικά έργα, όπως γίνεται μέχρι και σήμερα; Ποια είναι η στοιχειώδης λογική και δικαιοσύνη σε κάτι τέτοιο; Επιπλέον, η διάταξη δημιουργεί ουσιαστική διαφοροποίηση σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους μηχανικούς του Δημοσίου, οι οποίοι λαμβάνουν τον πόρο κανονικά κάθε δύο ή τρεις μήνες, χωρίς όρους ή περιορισμούς και χωρίς καν αυτός να συνδέεται με τις συνθήκες διαχείρισης οποιουδήποτε δημόσιου έργου. Η εφαρμογή αυτής της διάταξης εγείρει, επομένως, σοβαρά ζητήματα διαχείρισης, διαφάνειας και λειτουργικότητας, καθιστώντας πρακτικά προβληματική την υλοποίησή της και δυσχεραίνοντας την αποτελεσματική κατανομή του πόρου στους πραγματικούς συντελεστές των έργων. γ) Ηθικό μέρος: Η πλέον ανησυχητική διάσταση του εν λόγω όρου είναι η ηθική. Δεδομένου ότι ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται στους μηχανικούς του στενού Δημοσίου τομέα που λαμβάνουν τον πόρο, προκύπτει η εντύπωση επιλεκτικής διαφοροποίησης, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση μομφή προς τους υπολοίπους Μηχανικούς του ευρύτερου Δημοσίου. Με άλλα λόγια, η διάταξη παρουσιάζει δημόσια τους τελευταίους – και μάλιστα σε επίσημο κείμενο νόμου – ως υπαλλήλους με περιορισμένη αξιοπιστία ή δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους, ανεξαρτήτως του πραγματικού εύρους των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους και των αντικειμενικών συνθηκών εκτέλεσης των έργων. Η εν λόγω ρύθμιση δημιουργεί αδικαιολόγητη διάκριση ως προς τα δικαιώματα και την αναγνώριση της προσφοράς τους, καθώς οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν να τυγχάνουν των προβλεπόμενων πόρων χωρίς επιπλέον προϋποθέσεις. Παράλληλα, παραβλέπει μια κοινώς γνωστή πραγματικότητα: οι αρχικές προθεσμίες εκτέλεσης των συμβάσεων δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τους χειριστές μηχανικούς με βάση τεχνικά και ρεαλιστικά κριτήρια, αλλά συχνά διαμορφώνονται από τις διοικήσεις με γνώμονα τις απαιτήσεις χρηματοδότησης, ιδιαίτερα από ευρωπαϊκά προγράμματα. Ως αποτέλεσμα, η χορήγηση παρατάσεων αποτελεί στην πράξη τον κανόνα και όχι την εξαίρεση στις περισσότερες συμβάσεις δημοσίων έργων. Οι Διπλωματούχοι Μηχανικοί του σιδηροδρόμου έχουν, μόνο την προηγούμενη 30ετία, παραγάγει και ολοκληρώσει έργα συνολικής αξίας άνω των 8 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται το κόστος των έργων συντήρησης, τα οποία έχουν αναμορφώσει και εκσυγχρονίσει περισσότερα από 700 χλμ. σιδηροδρομικού δικτύου, φέρνοντάς το από την εποχή του Χ. Τρικούπη στον 21ο αιώνα. Αυτό όντας ταυτόχρονα αποκλεισμένοι από την πρόσβαση στον πόρο 6‰, που παρακρατείτο όλα αυτά τα χρόνια υπέρ άσχετων με τον σιδηρόδρομο μηχανικών, αποκλειστικά βάσει ενός εντελώς άδικου και παράλογου «συνδικαλιστικού ρατσισμού». Ελλείψει σχετικής σαφούς και πρακτικά εφαρμόσιμης διάταξης που να ορίζει ως δικαιούχους του πόρου 6‰ για τα σιδηροδρομικά έργα, είναι προφανής η εξόφθαλμα προνομιακή αντιμετώπιση συναδέλφων Μηχανικών του Δημοσίου που απολαμβάνουν το προνόμιο της χορήγησης του πόρου χωρίς να έχουν καμία εμπλοκή, αρμοδιότητα και ιδίως ευθύνη ή άλλη υποχρέωση επί των σιδηροδρομικών έργων. Το γεγονός ότι συζητείται σήμερα η συγκεκριμένη διάταξη υποδηλώνει ότι το Υπουργείο, έστω με καθυστέρηση, αναγνωρίζει την αδικία που, μεταξύ άλλων, έχουν υποστεί οι Μηχανικοί του σιδηροδρόμου και προτίθεται να αναλάβει πρωτοβουλία για την αποκατάστασή της. Ωστόσο, η εισαγωγή της προϋπόθεσης ότι η κατανομή του πόρου συνδέεται με την εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων κατά τον αρχικό συμβατικό χρόνο, πρακτικά ακυρώνει τον σκοπό της πρόβλεψής της. Για τους παραπάνω λόγους ζητούμε: ΖΗΤΟΥΜΕ την πλήρη απαλοιφή της συγκεκριμένης προϋπόθεσης από τη διάταξη, η οποία φαίνεται όχι μόνο αντιπαραγωγική και αδικαιολόγητη, αλλά και τεχνικά δυσεφάρμοστη.