• Σχόλιο του χρήστη 'Ανθή' | 23 Φεβρουαρίου 2026, 09:36

    Άρθρο 90 Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση κινείται αναμφίβολα προς θετική κατεύθυνση, καθώς αίρει έναν περιορισμό που για χρόνια απέκλειε αδικαιολόγητα κατόχους διδακτορικού τίτλου, εργαζόμενους στο Δημόσιο, από τη δυνατότητα διδασκαλίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η αποκατάσταση αυτού του δικαιώματος αποτελεί ζήτημα θεσμικής συνέπειας και σεβασμού της επιστημονικής εξέλιξης. Ωστόσο, η άρση της απαγόρευσης δεν αρκεί από μόνη της, εάν δεν συνοδευτεί από πρόνοιες που θα διασφαλίζουν πραγματικά ίσους και δίκαιους όρους συμμετοχής. Πρώτον, ένας εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που έχει επενδύσει σε υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκά προσόντα δεν μπορεί να παραμένει επαγγελματικά «εγκλωβισμένος» αποκλειστικά στη σχολική τάξη, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης. Η κατοχή διδακτορικού τίτλου δεν αποτελεί τυπικό προσόν, αλλά τεκμήριο ερευνητικής επάρκειας και επιστημονικής ωρίμανσης. Η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώνει διαδρομές κινητικότητας, ώστε να είναι εφικτή η μετάβαση –έστω παράλληλη– προς τη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο, χωρίς τιμωρητικούς ή αποτρεπτικούς περιορισμούς. Δεύτερον, απαιτείται ειδική μέριμνα για όσους απέκτησαν διδακτορικό τίτλο κατά το διάστημα που ίσχυε η απαγόρευση συμμετοχής σε προκηρύξεις (π.χ. αυτοδύναμης διδασκαλίας μέσω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων). Η χρονική αυτή «απώλεια ευκαιριών» δεν μπορεί να αγνοηθεί. Προσωπικά, έχοντας αποκτήσει το διδακτορικό μου πριν από δύο έτη, θεωρώ άδικο να εξομοιώνομαι πλήρως –χωρίς καμία μεταβατική πρόβλεψη ή μοριοδοτική αναλογία– με όσους αποκτούν τον τίτλο τώρα το 2026 και θα εισέλθουν ταυτόχρονα στη διαδικασία επιλογής για πανεπιστημιακή διδασκαλία. Θα πρέπει να προβλεφθεί μια εύλογη αναλογικότητα, που να λαμβάνει υπόψη τον χρόνο κατοχής του τίτλου και τη συναφή ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Τρίτον, η πρόβλεψη αποκλειστικά για μερική απασχόληση δημιουργεί ερωτήματα τόσο ως προς τη βάση υπολογισμού της όσο και ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Γιατί να τίθεται ως προεπιλογή η μερική απασχόληση; Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις και εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα πλήρους απασχόλησης ή, τουλάχιστον, ένα σαφές και ενιαίο πλαίσιο εφαρμογής που να μην αφήνει περιθώρια άνισης ερμηνείας μεταξύ φορέων. Τέλος, για τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς είναι κρίσιμο να προβλεφθεί ρεαλιστική δυνατότητα διδασκαλίας σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα γεωγραφικά εγγύτερα στον τόπο υπηρεσίας τους. Διαφορετικά, η άσκηση του δικαιώματος θα καθίσταται πρακτικά ανέφικτη, ιδίως ως προς τη λήψη αδειών και τη συνδυαστική άσκηση των καθηκόντων. Η ρύθμιση πρέπει να είναι λειτουργική και εφαρμόσιμη στην πράξη, όχι απλώς θεωρητικά επιτρεπτή. Παράλληλα, θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι η αρμόδια Διεύθυνση Εκπαίδευσης οφείλει να διευκολύνει και όχι να παρεμποδίζει την ακαδημαϊκή δραστηριότητα των κατόχων διδακτορικού τίτλου. Η χορήγηση άδειας άσκησης διδακτικού έργου σε Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να επαφίεται σε ασαφείς ή αποσπασματικές ερμηνείες, αλλά πρέπει να αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένη διαδικασία, με σαφές πλαίσιο και εύλογες προθεσμίες. Η Διοίκηση οφείλει να στηρίζει ενεργά την επιστημονική εξέλιξη των εκπαιδευτικών της, αναγνωρίζοντας ότι η ακαδημαϊκή τους δραστηριότητα επιστρέφει προστιθέμενη αξία και στη σχολική εκπαίδευση. Μόνον εάν διασφαλιστεί η ουσιαστική συνεργασία των υπηρεσιών και η έμπρακτη υποστήριξη των κατόχων διδακτορικού, η νέα ρύθμιση θα μπορέσει να λειτουργήσει ως πραγματικό εργαλείο ακαδημαϊκής κινητικότητας και όχι ως μια τυπική, αλλά δυσχερώς εφαρμόσιμη πρόβλεψη. Καλείται, επομένως, το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να ενισχύσει τη θετική αυτή πρωτοβουλία με σαφείς μεταβατικές διατάξεις, πρόβλεψη εύλογης αναλογικότητας για τους ήδη κατόχους διδακτορικού τίτλου, ουσιαστική δυνατότητα πλήρους απασχόλησης και συγκεκριμένη μέριμνα για τη γεωγραφική διευκόλυνση και διοικητική υποστήριξη των εν ενεργεία εκπαιδευτικών. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις η ρύθμιση θα συνιστά πραγματική άρση ενός διαχρονικού περιορισμού και όχι μια τυπική αποκατάσταση χωρίς πρακτικό αντίκρισμα, διασφαλίζοντας στην πράξη την ακαδημαϊκή εξέλιξη, την επαγγελματική ισότητα και την αξιοκρατία.