Άρθρο 86
Προϋποθέσεις κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών – Αντικατάσταση παρ. 1 και 2 άρθρου 79 ν. 4692/2020 – Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Στο άρθρο 79 του ν. 4692/2020 (Α΄ 111), περί της κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής/μετακίνησης φοιτητών, οι παρ. 1 και 2 αντικαθίστανται και το άρθρο 79 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 79
Κατ` εξαίρεση μετεγγραφή/μετακίνηση
- Αιτήσεις για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής στον τόπο μόνιμης κατοικίας ή στον τόπο θεραπείας των ιδίων ή των γονέων ή των αδελφών τους δύνανται να υποβάλλονται κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους αποκλειστικά για σοβαρές και τεκμηριωμένα εξαιρετικές περιπτώσεις ή επιγενόμενες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης φοιτητών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή περισσότερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των Γενικών Λυκείων (ΓΕ.Λ.) και των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.) της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
Ως περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου χαρακτηρίζονται ιδίως οι εξής:
α) σοβαρές παθήσεις φοιτητών ή μελών της οικογένειας του φοιτητή, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα της υπό στοιχεία Φ.151/17897/Β6/7.2.2014 (Β΄ 358) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Υγείας και οι οποίες διαπιστώνονται από τα όργανα και με τη διαδικασία που καθορίζονται στην ίδια απόφαση,
β) θάνατος συγγενούς α΄ βαθμού εξ αίματος σε ευθεία γραμμή ή β΄ βαθμού εξ αίματος σε πλάγια γραμμή, ο οποίος επήλθε εντός ενός (1) έτους πριν από την υποβολή της αίτησης για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής και εφόσον ο φοιτητής είναι άγαμος ή δεν έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης,
γ) κυοφορούσες φοιτήτριες μετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος και
δ) φοιτητές οι οποίοι έχουν υποστεί σωματική ή ψυχική βλάβη, προκληθείσα από εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας ή της προσωπικής ελευθερίας, η οποία τεκμηριώνεται με βάση τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης.
- Αν δεν υπάρχει αντίστοιχο Τμήμα Α.Ε.Ι. στην Περιφερειακή Ενότητα της μόνιμης κατοικίας του φοιτητή, με εκείνο του Τμήματος εισαγωγής ή φοίτησής τους, τότε οι φοιτητές αυτοί, δύνανται να υποβάλλουν αίτηση κατ’ εξαίρεση μετακίνησης σε Τμήμα του ίδιου επιστημονικού πεδίου. Προϋποθέσεις της αίτησης κατ’ εξαίρεση μετακίνησης αποτελούν:
α) η φοίτηση σε πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου για τη λήψη πρώτου πτυχίου και
β) ο φοιτητής να έχει συγκεντρώσει, κατά τις πανελλαδικές εξετάσεις, αριθμό μορίων που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετακίνηση, μεγαλύτερο από το διπλάσιο της βάσης μετεγγραφής της περ. δ) του άρθρου 72, και ο φοιτητής που έχει εισαχθεί με την κατηγορία των πασχόντων από ειδικές παθήσεις των ΓΕ.Λ. και ΕΠΑ.Λ. της ημεδαπής να έχει βαθμό απολυτηρίου που δεν απέχει από τη βάση εισαγωγής του Τμήματος στο οποίο αιτείται την κατ’ εξαίρεση μετεγγραφή, πλέον των πέντε (5) μονάδων.
- Αν ο αιτών την κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση εμπίπτει σε λόγους αποκλεισμού, όπως αυτοί της παρ. 1 του άρθρου 74,τότε η Επιτροπή της παρ. 5 δύναται να εισηγηθεί ομόφωνα στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος και κρίνει για την έκδοση απόφασης κατ` εξαίρεση μετεγγραφής ή μετακίνησης.
- Η αίτηση για κατ` εξαίρεση μετεγγραφή ή μετακίνηση δεν μπορεί να αφορά σε πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για την απόρριψη της αίτησης μετεγγραφής ή μετακίνησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζονται οι ημερομηνίες και η διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων για χορήγηση κατ’ εξαίρεση μετεγγραφής της παρ. 1.
- Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συγκροτείται για κάθε ακαδημαϊκό έτος πενταμελής Επιτροπή με αντικείμενο την εξέταση των κατ` εξαίρεση αιτήσεων μετεγγραφής ή μετακίνησης. Η Επιτροπή αποτελείται από ένα (1) μέλος, το οποίο υποδεικνύεται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και εκτελεί χρέη Προέδρου, δύο (2) μέλη, τα οποία υποδεικνύονται από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων των Α.Ε.Ι., έναν (1) εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Οργανωτικής και Ακαδημαϊκής Ανάπτυξης της Γενικής Διεύθυνσης Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και έναν (1) εκπρόσωπο κλάδου ή ειδικότητας ΠΕ Ιατρών, ο οποίος υποδεικνύεται από τον Υπουργό Υγείας. Η Επιτροπή είναι άμισθη και τα μέλη της δεν λαμβάνουν κανενός είδους αμοιβή ή αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε αυτή.
Η απόφαση ορισμού της Επιτροπής δεν δημοσιοποιείται πριν από την ολοκλήρωση του έργου της για το οικείο ακαδημαϊκό έτος.».
Άρθρο 87
Αποδοχές των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 7 και προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 17 του ν. 4957/2022
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 17 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των αποδοχών των Εκτελεστικών Διευθυντών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής:
«7. Οι Εκτελεστικοί Διευθυντές των Α.Ε.Ι., καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους, κατατάσσονται στο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) της κατηγορίας τους, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β’ του ν. 4354/2015 (Α’ 176), πολλαπλασιαζόμενου του αντίστοιχου βασικού μισθού με τον συντελεστή ένα κόμμα δύο (1,2). Ο Εκτελεστικός Διευθυντής λαμβάνει το επίδομα Προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης του άρθρου 16 του ως άνω νόμου.».
Άρθρο 88
Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου στα Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 78 του ν. 4957/2022
Μετά από την παρ. 4 του άρθρου 78 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί ενιαίου και αδιάσπαστου τίτλου σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:
«5. Το παρόν εφαρμόζεται και για τα προγράμματα σπουδών πρώτου κύκλου σε ξένη γλώσσα (Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Ξ.Π.Σ.) του άρθρου 101.».
Άρθρο 89
Δυνατότητα συμμετοχής των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 94 ν. 4957/2022
Στην περ. ε) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών επίβλεψης και υποστήριξης διδακτορικών διατριβών, μετά από τις λέξεις «ερευνητές κάθε βαθμίδας», προστίθενται οι λέξεις «και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος,» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) ορίζεται η τριμελής συμβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των οποίων ορίζεται και ο επιβλέπων. Στη συμβουλευτική επιτροπή δύνανται να συμμετέχουν ως μέλη: α) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) κάθε βαθμίδας του Τμήματος του Α.Ε.Ι., β) μέλη Δ.Ε.Π. άλλων Τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι., γ) ομότιμοι καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π., δ) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού σε Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, ε) ερευνητές κάθε βαθμίδας και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που υπηρετούν σε ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α` 258), συμπεριλαμβανομένων της Ακαδημίας Αθηνών και του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και το επιστημονικό προσωπικό της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε.) του άρθρου 25 του ν. 4602/2019 (Α` 45), εφόσον διαθέτει διδακτορικό δίπλωμα και ερευνητική δραστηριότητα συναφή με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής, καθώς και ομότιμοι και αφυπηρετήσαντες ερευνητές, με τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις, στ) καθηγητές ιδρυμάτων της αλλοδαπής και ερευνητές ερευνητικών οργανισμών της αλλοδαπής.».
Άρθρο 90
Απασχόληση των υπαλλήλων με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα ως εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Τροποποίηση παρ. 9 και προσθήκη παρ. 10 στο άρθρο 173 του ν. 4957/2022
- Η περ. ε) της παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022 (Α΄ 141), περί των εντεταλμένων διδασκόντων Τμημάτων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καταργείται και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:
«9. Δεν επιτρέπεται η απασχόληση ως εντεταλμένων διδασκόντων φυσικών προσώπων που έχουν μία (1) από τις ακόλουθες ιδιότητες:
α) Ομότιμοι Καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π. του οικείου ή άλλου Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή αλλοδαπής,
β) μέλη Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι.,
γ) ερευνητές και λειτουργικοί επιστήμονες ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258) και λοιπών ερευνητικών οργανισμών,
δ) συνταξιούχοι του ιδιωτικού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα,
ε) [Καταργείται],
στ) φυσικά πρόσωπα που έχουν υπερβεί το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας.».
- Μετά από την παρ. 9 του άρθρου 173 του ν. 4957/2022, προστίθεται παρ. 10 ως εξής:
«10. Υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας δύναται να απασχολούνται ως εντεταλμένοι διδάσκοντες αποκλειστικά με καθεστώς μερικής απασχόλησης.».
Άρθρο 91
Ανασύσταση και καθορισμός αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Αντικατάσταση παρ. 6 άρθρου 70 στον ν. 1566/1985
Η παρ. 6 του άρθρου 70 του ν. 1566/1985 (Α’ 167), περί της σύστασης της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. α) Στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού συστήνεται Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και αποτελείται από επτά (7) τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι άμισθα.
β) Στην Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων μετέχουν:
βα) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση, ως Πρόεδρος.
ββ) Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Α΄ Προγραμμάτων, Δράσεων Φυσικής Αγωγής και Σχολικών Αθλητικών Εγκαταστάσεων και Γυμναστηρίων της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του έναν (1) υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια Διεύθυνση.
βγ) Ένα (1) μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) με γνωστικό αντικείμενο τη Φυσική Αγωγή, ως εκπρόσωπο των Σχολών Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Σ.Ε.Φ.Α.Α.) και των Τμημάτων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχο αναπληρωτή του.
βδ) Τέσσερα (4) μέλη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχους αναπληρωτές τους.
γ) Αρμόδια για τη γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι η Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
δ) Στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκουν:
δα) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τον προγραμματισμό των πανελλήνιων και περιφερειακών αθλητικών δραστηριοτήτων και αγώνων που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., καθώς και για τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις.
δβ) Η υποβολή ετήσιας εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Διεύθυνσης Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, για τη διεξαγωγή διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και εποπτευόμενους από αυτή αθλητικούς φορείς, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εποπτευόμενους από αυτούς φορείς, καθώς και άλλους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, της ημεδαπής και της αλλοδαπής.
δγ) Η υποβολή ετήσιας απολογιστικής Έκθεσης Πεπραγμένων προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και τη Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής της Γενικής Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
ε) Το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ορίζεται ως το επίσημο μέλος εκπροσώπησης της Ελλάδος στη Διεθνή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού και στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού.
στ) Σε κάθε Α.Ε.Ι., με απόφαση του Πρύτανη, ορίζεται Συντονιστής Φυσικής Αγωγής με έργο τη διατύπωση εισηγήσεων προς την Επιτροπή Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για κάθε ζήτημα που αφορά διαπανεπιστημιακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες.
ζ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού εγκρίνονται το ετήσιο πρόγραμμα συμμετοχής σε πανελλήνιες και περιφερειακές αθλητικές δραστηριότητες και αγώνες που διεξάγονται μεταξύ Τμημάτων και Σχολών των Α.Ε.Ι., η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ή άλλες διοργανώσεις, καθώς και το πρόγραμμα διεξαγωγής διαπανεπιστημιακών αθλητικών εκδηλώσεων και δράσεων.
η) Η δαπάνη για την ετήσια εγγραφή συμμετοχής στις ομοσπονδίες της περ. ε), καθώς και για την ανάληψη διοργανώσεων βαρύνει τις πιστώσεις του Ε.Φ 1020-206-0000000 του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για κάθε οικονομικό έτος. Τα έξοδα συμμετοχής φοιτητών ή φοιτητικών αθλητικών ομάδων στις ως άνω δράσεις καλύπτονται:
ηα) από ιδίους πόρους του προϋπολογισμού των Α.Ε.Ι., στα οποία φοιτούν οι φοιτητές,
ηβ) μετά από επιχορήγηση των Α.Ε.Ι. από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για τον συγκεκριμένο σκοπό.
θ) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δύναται να ρυθμίζονται:
θα) Η σύσταση επιμέρους υποεπιτροπών για την υποβοήθηση της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στη διοργάνωση διαπανεπιστημιακών αθλητικών δράσεων και αγώνων, καθώς και κάθε θέμα σχετικά με τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των υποεπιτροπών της.
θβ) Η εγγραφή της χώρας στις ομοσπονδίες της περ. ε), η εκπροσώπηση της χώρας σε εργασίες και εκδηλώσεις των οργάνων και επιτροπών των ομοσπονδιών, καθώς και η ανάληψη διοργανώσεων σε αθλητικές φοιτητικές διοργανώσεις και αγώνες.».
Άρθρο 92
Ολοκλήρωση εκκρεμών προκηρύξεων μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού
Προκηρύξεις μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού. (Ε.Τ.Ε.Π.) που εκδίδονται σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 4521/2018 (Α΄ 38) και δεν έχει ολοκληρωθεί η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ως άνω άρθρου, δύνανται να δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως την 30ή.6.2026. Εάν δεν ολοκληρωθεί η δημοσίευση τους εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η κατανεμηθείσα θέση ακυρώνεται και δεν μπορεί να προκηρυχθεί.




Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού μέσω ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή, είναι μείζονος σημασίας για πολλαπλούς λόγους, όπως:
1. Αξιοποιείται στο μέγιστο το υφιστάμενο προσωπικό των ΑΕΙ. Πρόκειται για επιστήμονες που διαθέτουν διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό-ερευνητικό έργο, εργάζονται αδιάκοπα στα Ελληνικά Πανεπιστήμια κατά την τελευταία 20ετία και επιτελούν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.
2. Ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ, χωρίς δημοσιονομική δαπάνη και χωρίς να μεταβάλλεται ο προγραμματισμός των νέων θέσεων των ΑΕΙ. Η υποστελέχωση των Ελληνικών Πανεπιστήμιων δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα, καθώς λειτουργούν περίπου με το 60% του αριθμού των μελών ΔΕΠ προ κρίσης (σε κάποια Τμήματα/Σχολές τα κενά είναι σημαντικά μεγαλύτερα). Με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τα κενά είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθούν.
3. Αίρεται μία πολυετής προβληματική συνθήκη των Ελληνικών Πανεπιστημίων, όπου υπάρχουν διδάσκοντες δύο ταχυτήτων (μέλη ΔΕΠ και μέλη ΕΔΙΠ).
4. Ενισχύεται ο εθνικός δείκτης μελών ΔΕΠ/φοιτητών των ΑΕΙ που σήμερα είναι ο κατώτατος της Ευρώπης (1/47). Επισημαίνεται ότι ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 1/13, ενώ στην προτελευταία θέση βρίσκεται η Κύπρος με δείκτη 1/26 (Ετήσια Έκθεση ΕΘΑΑΕ, 2022).
5. Αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών Πανεπιστημίων, καθώς δίνεται η δυνατότητα άμεσης αξιοποίησης και ενίσχυσης του ερευνητικού και επιστημονικού έργου των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού, στη διεκδίκηση Ευρωπαϊκών και άλλων πόρων από ερευνητικά προγράμματα.
6. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αποτελεί κάποια ad hoc ανακάλυψη. Σχετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (ένταξη στην εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ), προκειμένου να καλυφθούν τρέχουσες διδακτικές ανάγκες των Πανεπιστημίων. Υπενθυμίζονται οι Νόμοι 1268/15-7-1982 (άρθρο 31), 2517/11-8-1997 (άρθρο 3), 3027/28-6-2002 (παρ. 23, άρθρο 3), των οποίων έκανε χρήση ένας μεγάλος αριθμός Καθηγητών (σήμερα τακτικών, Ομότιμων, συνταξιοδοτηθέντων), που προσέφεραν και προσφέρουν τα μέγιστα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Κύριε Υφυπουργέ κ.Παπαϊωάννου,
Η θεσμική ρύθμιση για τη δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ με διδακτορικό τίτλο στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή αποτελεί ένα δίκαιο και ώριμο αίτημα της πανεπιστημιακής κοινότητας. Στα ελληνικά ΑΕΙ υπηρετούν πολλά μέλη ΕΔΙΠ με σημαντική διδακτική εμπειρία και αξιόλογο ερευνητικό έργο, τα οποία συμβάλλουν ουσιαστικά στη λειτουργία των Τμημάτων, στην υποστήριξη των εργαστηρίων και στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Η προώθηση μιας σαφούς και δίκαιης ρύθμισης για την εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ θα αποτελέσει έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς τους και θα ενισχύσει ουσιαστικά τη στελέχωση και την ποιότητα των πανεπιστημίων. Η ακαδημαϊκή κοινότητα των μελών ΕΔΙΠ έχει αποδείξει διαχρονικά ότι στηρίζει όσους αναγνωρίζουν και ενισχύουν τον ρόλο της στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν είναι τυχαίο ότι και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τα μέλη ΕΔΙΠ είχαν σταθεί στο πλευρό σας και σας είχαν στηρίξει στην εκλογή σας ως Πρύτανη.
Είμαστε βέβαιοι ότι με την ίδια ευαισθησία θα προχωρήσετε και τώρα στη θεσμοθέτηση της συγκεκριμένης ρύθμισης. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα αναγνωριστεί από την πανεπιστημιακή κοινότητα και ιδιαίτερα από τα μέλη ΕΔΙΠ της Θεσσαλονίκης, τα οποία διαχρονικά στηρίζουν τις πρωτοβουλίες που ενισχύουν το δημόσιο πανεπιστήμιο και θα σταθούν δίπλα σας και στην επόμενη δημόσια και πολιτική σας διαδρομή, όπως έκαναν και όταν διεκδικήσατε την πρυτανική αρχή του ΑΠΘ.
Αναμένουμε τις ενέργειες σας.
Με εκτίμηση,
Δρ ΕΔΙΠ Θεσσαλονικης
Αξιοτιμε Κύριε Υφυπουργέ,
η πρόβλεψη δυνατότητας εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή αποτελεί μια αναγκαία και δίκαιη θεσμική ρύθμιση για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα υπηρετεί σήμερα σημαντικός αριθμός μελών ΕΔΙΠ με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα, ουσιαστική διδακτική εμπειρία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αξιόλογο ερευνητικό έργο, οι οποίοι συμβάλλουν καθημερινά στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην υποστήριξη των εργαστηρίων και στην ανάπτυξη της έρευνας.
Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας εξέλιξης, με πλήρη ακαδημαϊκή κρίση και με τα ίδια ποιοτικά κριτήρια που προβλέπονται για τις θέσεις ΔΕΠ από τον ν. 4957/2022, δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγνώριση της πραγματικής επιστημονικής συνεισφοράς ανθρώπων που ήδη υπηρετούν το δημόσιο πανεπιστήμιο και καλύπτουν διαρκείς ανάγκες των Τμημάτων. Παράλληλα, μια τέτοια ρύθμιση θα ενισχύσει ουσιαστικά τη στελέχωση των Ιδρυμάτων, ιδίως σε Τμήματα με αυξημένες διδακτικές και ερευνητικές ανάγκες.
Για τον λόγο αυτό, η προώθηση της συγκεκριμένης ρύθμισης αποτελεί μια σημαντική μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία που ενισχύει την αξιοκρατία, αξιοποιεί το ήδη υπάρχον επιστημονικό δυναμικό και συμβάλλει ουσιαστικά στην ποιότητα και τη βιωσιμότητα της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα. Ελπίζουμε ότι θα προχωρήσετε με αποφασιστικότητα στη θεσμοθέτηση της δυνατότητας εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ, προς όφελος των πανεπιστημίων και της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Ολοι μας θα σας ευγνωμονουμε για την επιλυση αυτου του χρόνιου προβλήματος στα πανεπιστήμια μας.
Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την υποστήριξη σας
Άρθρο 92.
Για να επιλυθεί το πραγματικό ζήτημα που αφορά μέλη ΕΔΙΠ που έχουν επιλεγεί μετά από προκήρυξη ΑΕΙ αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί εντός 12 μηνών η διαδικασία εκλογής τους όπως ορίζει ο νόμος διότι παρότι η Σύγκλητος του ΑΕΙ έχει αποστείλει εμπροθέσμως το πρακτικό εκλογής μέλους ΕΔΙΠ στο Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο δεν έχει προβεί σε καμία περαιτέρω ενέργεια για την ολοκλήρωση της εκλογής του νέου μέλους ΕΔΙΠ στο ΑΕΙ, με συνέπεια να έχει παρέλθει η προθεσμία των 12 μηνών που θέτει ο νόμος και ως εκ τούτου η προκήρυξη να παύει αυτοδικαίως να ισχύει και να καταργείται η θέση για την οποία έχουν επιλεγεί τα νέα μέλη ΕΔΙΠ, θα πρέπει να προστεθούν στο άρθρο τα κάτωθι:
Η προθεσμία 30.06.2026 του πρώτου εδαφίου ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 148 παρ.1 εδ.α’ του Ν.4957/2022 (κεφ.ΙΖ’ Διαδικασία εκλογής και εξέλιξης μελών διδακτικού ερευνητικού προσωπικού).
Αξιότιμε κ.Παπαιωαννου,
Θελουμε να πιστεύουμε οτι εσείς ως Υφυπουργός αρμοδιος για τα Πανεπιστήμια θα εισαστε εκεινος που θα λύσει τον γορδιο δεσμο για τον κλαδο μας που μας κρατάει στάσιμους χωρις καμια προοπτική εξέλιξης εδω και 15 χρόνια.
Η δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή αποτελεί κρίσιμη και αναγκαία θεσμική ρύθμιση για την αξιοποίηση του ήδη υπηρετούντος επιστημονικού δυναμικού των ΑΕΙ. Τα μέλη Δρ ΕΔΙΠ καλύπτουν ουσιαστικά πάγιες διδακτικές ανάγκες, υποστηρίζουν εργαστήρια και συμμετέχουν ενεργά σε ερευνητικά προγράμματα, παρέχοντας σημαντική συμβολή στη λειτουργία των Τμημάτων.
Η εξέλιξή τους, υπό την προϋπόθεση πλήρους τεκμηρίωσης του διδακτικού και επιστημονικού τους έργου και με την κρίση της Γενικής Συνέλευσης βάσει αντικειμενικών ακαδημαϊκών κριτηρίων και μεσω του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ, δεν συνιστά προνόμιο αλλά αναγνώριση της πραγματικής ακαδημαϊκής συνεισφοράς τους.
Μια τέτοια ρύθμιση ενισχύει την αξιοκρατία, διασφαλίζει τη διαφάνεια, καλύπτει πραγματικές ανάγκες των Τμημάτων και συμβάλλει στην ποιότητα και βιωσιμότητα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης.
Αξιότιμε κ.Παπαϊωάννου,
Βασιζόμαστε σε εσας που γνωρίζετε πολυ καλα το πρόβλημα και αναμένουμε να μας υποστηρίξετε στο δικαιο αιτημα μας και να φέρετε για ψηφιση στην Βουλη την τροπολογία για την εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ.
Ζητάμε την δυνατότητα εξέλιξης των διδακτόρων ΕΔΙΠ με ακαδημαϊκά κριτήρια,όπως αρμόζει στην ακαδημαϊκή κοινότητα, και τουλάχιστον 5ετές αυτοδυναμο διδακτικό έργο όπως προτείνεται από την ΠΟΣΕΔΙΠ. Η πολυετής παραμονή στη βαθμίδα χωρίς ουσιαστικό ακαδημαϊκό έργο δεν αποτελεί ακαδημαϊκό κριτήριο. Ευελπιστούμε πως ο αρμόδιος υπουργός θα αποκαταστήσει την αδικία αυτής της βαθμίδας αναγνωρίζοντας την προσφορά και το έργο της. Ζητάμε εξέλιξη με βάση τα προσόντα της βαθμίδας του μόνιμου επίκουρου, όπως αυτά περιγράφονται στον νέο νόμο. Ευελπιστούμε ότι ο υπουργός, που ήταν υπέρ της εξέλιξης των ΕΔΙΠ από το 2019, θα κρατήσει την ίδια θετική στάση και θα αποκαταστήσει επιτέλους αυτή την αδικία.
Κύριε Παπαϊωάννου παρακαλούμε για την έκδοση τροποποιητικής απόφασης, με την οποία δίνεται η δυνατότητα για εξέλιξη των ΕΔΙΠ σε προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή, διατηρώντας τη μονιμότητα που ήδη υπάρχει, τα καθήκοντα κ τις αρμοδιότητες, που ήδη υπάρχουν. Μόνο στο μισθολογικό θα επιβαρυνθεί το κράτος μια αύξηση αλλά δεν είναι τόσο μεγάλο κ υπερβολικό το κόστος. Το όφελος θα είναι μεγαλύτερο για όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα, ιδιαίτερα για τους φοιτητές.
Άρθρο 92.
Για να επιλυθεί το πραγματικό ζήτημα που αφορά μέλη ΕΔΙΠ που έχουν επιλεγεί μετά από προκήρυξη ΑΕΙ αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί εντός 12 μηνών η διαδικασία εκλογής τους όπως ορίζει ο νόμος διότι παρότι η Σύγκλητος του ΑΕΙ έχει αποστείλει εμπροθέσμως το πρακτικό εκλογής μέλους ΕΔΙΠ στο Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο δεν έχει προβεί σε καμία περαιτέρω ενέργεια για την ολοκλήρωση της εκλογής του νέου μέλους ΕΔΙΠ στο ΑΕΙ, με συνέπεια να έχει παρέλθει η προθεσμία των 12 μηνών που θέτει ο νόμος και ως εκ τούτου η προκήρυξη να παύει αυτοδικαίως να ισχύει και να καταργείται η θέση για την οποία έχουν επιλεγεί τα νέα μέλη ΕΔΙΠ, θα πρέπει να προστεθούν στο άρθρο τα κάτωθι:
Η προθεσμία 30.06.2026 του πρώτου εδαφίου ισχύει και για τη διάταξη του άρθρου 148 παρ.1 εδ.α’ του Ν.4957/2022 (κεφ.ΙΖ’ Διαδικασία εκλογής και εξέλιξης μελών διδακτικού ερευνητικού προσωπικού).
Αξιότιμοι/ες, Κύριοι/Κυρίες
Υποστηρίζουμε σθεναρά μια νομοθετική ρύθμιση για την μετατροπή θέσεων ΕΔΙΠ σε θέσεις ΔΕΠ μετά από κρίση και βάσει του σκεπτικού που έχει ήδη τεθεί στη διαβούλευση από πολλούς συναδέλφους ΕΔΙΠ καθώς και βάσει της απόφασης Συνεδρίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΕΔΙΠ (ΠΟΣΕΕΔΙΠ) σχετικά με το ζήτημα αυτό:
«Τα υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, δύνανται να ενταχθούν, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση εισαγωγικής βαθμίδας Δ.Ε.Π. (λέκτορα ή μόνιμου επίκουρου), μετά από κρίση. Σε περίπτωση θετικής κρίσης το υπηρεσιακό καθεστώς και οι δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης των ενταχθέντων καθορίζονται από τα ισχύοντα για τα υπηρετούντα μόνιμα με προσωποπαγή θέση μέλη Δ.Ε.Π εισαγωγικής βαθμίδας (Λέκτορες ή Επίκουροι). Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης, η/ο υποψήφια/ος διατηρεί τη θέση την οποία κατείχε, δύναται δε να υποβάλλει εκ νέου αίτηση σε προσωποπαγή θέση ως άνω μετά την παρέλευση τουλάχιστον 2 ετών από την προηγούμενη αρνητική κρίση.»
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα επιπρόσθετων κριτηρίων όμως, έχει εκφραστεί έντονος προβληματισμός από μεγάλη μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας και συναδέλφων σχετικά με την πιθανότητα θέσπισης κριτηρίου δεκαετούς παραμονής στη βαθμίδα Α ή άλλου συναφούς χρονικού κριτηρίου/περιορισμού. Ένα τέτοιο κριτήριο θα λειτουργούσε ως τυπικό και αποκλειστικό χρονικό φίλτρο, το οποίο δεν αποτιμά ορθά την επιστημονική παραγωγή, τη διδακτική επάρκεια ή τη συμμετοχή στην ερευνητική και ακαδημαϊκή λειτουργία των Ιδρυμάτων. Η αρχή της αξιοκρατίας, ως θεμελιώδης αρχή της πανεπιστημιακής οργάνωσης, επιβάλλει η δυνατότητα εξέλιξης να βασίζεται σε ουσιαστικά και μετρήσιμα ακαδημαϊκά κριτήρια και όχι αποκλειστικά στην πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Το ακαδημαϊκό σύστημα χρειάζεται επίσης τη δυναμική, την προοπτική και τη δημιουργικότητα και των έμπειρων μεν, νεότερων δε συναδέλφων, οι οποίοι έχουν μπροστά τους χρονικό ορίζοντα προσφοράς στην έρευνα και τη διδασκαλία.
Επιπλέον, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η διαδικασία που προτείνεται δεν συνιστά αυτοδίκαιη μετατροπή θέσεων, αλλά διαδικασία ακαδημαϊκής κρίσης. Η ενδεχόμενη εκλογή σε θέση ΔΕΠ πραγματοποιείται μέσω των συνήθων διαδικασιών εκλεκτορικού σώματος, στο οποίο απαιτείται θετική ψήφος σημαντικού αριθμού μελών ΔΕΠ για την εκλογή. Κατά συνέπεια, η ποιότητα και η καταλληλότητα των υποψηφίων διασφαλίζονται ήδη μέσω των υφιστάμενων ακαδημαϊκών μηχανισμών αξιολόγησης. Εξάλλου αξίζει να σημειωθεί ότι και στο παρελθόν όταν η ελληνική νομοθεσία είχε προβλέψει διαδικασίες ένταξης εργαστηριακού προσωπικού σε θέσεις ΔΕΠ (νόμοι 1268/1982 (άρθρο 31), 2517/1997 (άρθρο 3) και 3027/2002 (άρθρο 3, παρ. 23) οι νόμοι αυτοί προέβλεπαν τη δυνατότητα ένταξης βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων που απαιτούνταν για τα μέλη ΔΕΠ κατά τον χρόνο εφαρμογής τους, χωρίς την εισαγωγή διοικητικού τύπου χρονικών περιορισμών ως προληπτικών φίλτρων συμμετοχής στη διαδικασία.
Συμπερασματικά, υπό το πρίσμα αυτό, η εισαγωγή μιας αυθαίρετης διοικητικού ή χρονικού χαρακτήρα πρόσθετης προϋπόθεσης θα δημιουργούσε εκ των πραγμάτων εκτεταμένο αίσθημα άνισης μεταχείρισης σε σημαντικό τμήμα της ακαδημαϊκής κοινότητας, χωρίς να προκύπτει σαφές θεσμικό ή λειτουργικό όφελος για το πανεπιστημιακό σύστημα. Αντίθετα, η υιοθέτηση ουσιαστικών ακαδημαϊκών κριτηρίων αξιολόγησης θα μπορούσε να διασφαλίσει τόσο την ποιότητα όσο και τη θεσμική ισονομία στο πλαίσιο μιας τέτοιας ρύθμισης.
Αξιότιμε κ.Παπαιωαννου,
Η πρόβλεψη δυνατότητας εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο αποτελεί μια αναγκαία θεσμική ρύθμιση για την αξιοποίηση του ήδη υπηρετούντος επιστημονικού δυναμικού των ελληνικών ΑΕΙ.
Στα πανεπιστήμια υπηρετούν σήμερα πολλά μέλη Δρ ΕΔΙΠ με σημαντική διδακτική εμπειρία, αξιόλογο ερευνητικό έργο και ενεργή συμμετοχή στην ακαδημαϊκή λειτουργία των Τμημάτων, τα οποία ουσιαστικά καλύπτουν πάγιες εκπαιδευτικές και ερευνητικές ανάγκες. Η δυνατότητα εξελιξης των Δρ ΕΔΙΠ σε θεση ΔΕΠ, υπό τις ίδιες ακαδημαϊκές προϋποθέσεις και τα ίδια κριτήρια που ισχύουν σύμφωνα με τον ν. 4957/2022, δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αλλά θεσμική αναγνώριση της πραγματικής συνεισφοράς τους στο ακαδημαϊκό έργο των Ιδρυμάτων.
Για τον λόγο αυτό είναι κρίσιμο η διαδικασία να χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, αντικειμενικά επιστημονικά κριτήρια και ειδικά αιτιολογημένες αποφάσεις των οργάνων των Τμημάτων, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοκρατία και να αποφεύγονται αυθαίρετες ή αόριστες απορρίψεις. Με τον τρόπο αυτό τα ΑΕΙ θα μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά το ανθρώπινο δυναμικό τους, να καλύψουν πραγματικές διδακτικές και ερευνητικές ανάγκες και να αξιοποιήσουν επιστήμονες που ήδη υπηρετούν με συνέπεια το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η ρύθμιση αυτή, εφόσον εφαρμοστεί με σαφή και δίκαιο τρόπο, μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική μεταρρύθμιση για την ενίσχυση της ακαδημαϊκής λειτουργίας, της αριστείας και της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα.
Για να διασφαλιστεί ότι η εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ δεν περιορίζεται σε τυπική δυνατότητα αλλά λειτουργεί ως πραγματική ακαδημαϊκή προοπτική, η αίτηση του υποψηφίου πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη τεκμηρίωση του ακαδημαϊκού του έργου και να εξετάζεται από τη Γενική Συνέλευση με καθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια. Οποιαδήποτε απόρριψη πρέπει να συνοδεύεται από σαφή και συγκεκριμένη αιτιολόγηση, περιορίζοντας τον κίνδυνο αυθαίρετων αποφάσεων και ενισχύοντας την αξιοπιστία της διαδικασίας. Παράλληλα, η διαδικασία θα πρέπει να τηρεί συγκεκριμένες προθεσμίες, ώστε η εξέλιξη να μην καθυστερεί και να ενισχύει ουσιαστικά τη στελέχωση των Τμημάτων.
Η δυνατότητα εξέλιξης των Δρ ΕΔΙΠ στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αξιοποίησης του ήδη υπηρετούντος επιστημονικού δυναμικού των ΑΕΙ, ιδίως σε περιφερειακά ή νεοϊδρυμένα Τμήματα με αυξημένες διδακτικές και ερευνητικές ανάγκες. Η διαδικασία πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά και πλήρως τεκμηριωμένα κριτήρια, όπως η διδακτική εμπειρία, η συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα, η δημοσίευση σε αναγνωρισμένα περιοδικά και η συνάφεια του επιστημονικού έργου με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης. Η αξιολόγηση από τη Γενική Συνέλευση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια, η αξιοκρατία και η ακαδημαϊκή ποιότητα, αποφεύγοντας αυθαίρετες ή γενικές απορρίψεις.
Κυριε Παπαιωαννου,
Συμφωνώ με τη θέση της ΠΟΣΕΕΔΙΠ όπως εκφράστηκε στην διαβούλευση διαβούλευση, παλαιότερη απόφαση της ΠΟΣΔΕΠ, και πληθώρας φορέων για τη δυνατότητα ένταξης μελών Δρ. ΕΔΙΠ με τυπικά προσόντα Επίκουρου στο ΔΕΠ μετά από κρίση.
Πρόκειται για διδακτικό προσωπικό το οποίο εδώ και μια δεκαετία ήδη ασκεί καθήκοντα μέλους ΔΕΠ (εκτός από την επίβλεψη διδακτορικής διατριβής) και αυτό όχι μόνο δεν του αναγνωρίζεται, αλλά αντιθέτως σχεδόν πάντα στις διαδικασίες κρίσεις παραγνωνίζονται από εξωτερικούς υποψηφίους επειδή τα Εργαστήρια διψούν για νέο προσωπικό. Δηλαδή έχει δημιουργηθεί η στρεβλή κατάσταση να μην μπορούν να εξελιχθούν όσοι επί μια δεκαετία σε περίοδο κρίσης ενώ δεν έβγαιναν νέες θέσεις στήριξαν τα ΑΕΙ και τώρα που άρχισαν να βγαίνουν νέες θέσεις ακριβώς λόγω των αποτελεσμάτων αυτής της κρίσης να μην τους προτιμούν τα ΑΕΙ στις κρίσεις επειδή τους έχουν ήδη! Μάλιστα, με την πρόταση της ΠΟΣΕΕΔΙΠ δεν πρόκειται να μειωθούν οι νέες προκηρύξεις για θέσεις ΔΕΠ, κάτι που είναι κατανοητό ως φόβος των εξωτερικών υποψηφίων.
Τέλος, η στρέβλωση αυτή, αντανακλά πολύ αρνητικά και στις διεθνείς αξιολογήσεις και κατατάξεις των Ελληνικών ΑΕΙ, αφού ο δείκτης διδασκόντων / φοιτητών είναι 1/47, ο χειρότερος στην ΕΕ και σχεδόν διπλάσιος από το δεύτερο χειρότερο (μέσος όρος 1/13). Με άλλα λόγια, υπάρχει διδακτικό προσωπικό που εδώ και μια δεκαετία κάνει αυτή τη δουλειά αλλά λόγω της ελληνικής ιδιαιτερότητας δεν φαίνεται στις αξιολογήσεις!
Κυριε Παπαιωαννου,
Το πρόβλημα αυτο έχει επισωρεύσει μεγάλη οργή, ιδιαίτερα τώρα πλέον που άρχουν αρχίσει να βγαίνουν καποιες νέες θέσεις ΔΕΠ και τα μέλη ΕΔΙΠ που κάνουν τα χαρτιά τους βλέπουν να παραγκωνίζονται από εξωτερικούς υποψηφιους παρόλο που έχουν πολλά περισσότερα προσόντα, ακριβώς επειδή τα Εργαστήρια διψούν για νέο προσωπικό αφού τα μέλη ΕΔΙΠ τα έχουν ήδη. Πρόκειται για μια βόμβα στα Ελληνικά ΑΕΙ έτοιμη να σκάσει εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.
Άρθρο 91
Ανασύσταση και καθορισμός αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Αθλητισμού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Αντικατάσταση παρ. 6 άρθρου 70 στον ν. 1566/1985
Για την καλύτερη κατανόηση του προτεινομένου σχεδίου νόμου για την ανασύσταση της επιτροπής αθλητισμού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα γίνει αρχικά μια καταγραφή και σύγκριση των δεδομένων όπως καταγράφονται με το ισχύον νομικό πλαίσιο και του προτεινομένου σχεδίου νόμου. Έπειτα θα παρουσιαστεί μια αξιολόγηση του προτεινόμενου σχεδίου νόμου και οι προτεινόμενες παρεμβάσεις.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
1. ΔΟΜΗ – ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ
1.1 Πανεπιστημιακού Αθλητισμού σε κάθε Α.Ε.Ι
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Υπεύθυνος συντονιστής Πανεπιστημιακού Αθλητισμού στην πλειοψηφία των Ιδρυμάτων
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Υπεύθυνος συντονιστής Πανεπιστημιακού αθλητισμού σε κάθε Ίδρυμα
1.2 Επιτροπής Αθλητισμού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Ε.Α.Τ..Ε)
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Ορισμός της Ε.Α.Τ.Ε από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας με εισήγηση έπειτα από εκλογική διαδικασία της Γενικής Συνέλευσής των εκπροσώπων των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων για τον Πανεπιστημιακό Αθλητισμό
5 μέλη Ε.Ε.Π Φυσικής Αγωγής των Πανεπιστημιακών γυμναστηρίων 1 μέλος Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Τ.Ε.Φ.Α..Α)
1 εκπρόσωπος Διεύθυνσης υπουργείου Παιδείας
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ:
4 μέλη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.), με αντίστοιχους αναπληρωτές τους.
1 μέλος Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού
2 εκπρόσωποι Διεύθυνσης υπουργείου Παιδείας
2. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
2.1 Σχεδιασμός, οργάνωση και υλοποίηση Πανελληνίων Πανεπιστημιακών πρωταθλημάτων
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Επιτροπή Αθλητισμού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευση σε συνεργασία με τα Ιδρύματα έπειτα από έγκριση του υπουργού Παιδείας
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Έγκριση του υπουργού Παιδείας έπειτα από εισήγηση της Επιτροπής Αθλητισμού για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση.
2.2 Συμμέτοχή σε διεθνείς διοργανώσεις
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Επιτροπή Αθλητισμού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευση σε συνεργασία με τα Ιδρύματα έπειτα από έγκριση του υπουργού Παιδείας.
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Έγκριση του υπουργού Παιδείας έπειτα από εισήγηση της Επιτροπής Αθλητισμού για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση.
3. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
3.1 Πανελληνίων διοργανώσεων
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου (διαμονή, διατροφή, έπαθλα, διαιτητική κάλυψη αγώνων)
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Χρηματοδότηση μέσω των ιδρυμάτων
3.2 Διεθνών διοργανώσεων
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου έξοδα μετακίνησης, διαμονής, διατροφής, ποσού συμμετοχής αθλητών και συνοδών)
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Χρηματοδότηση μέσω των ιδρυμάτων
3.3 Συμμετοχής σε εργασίες της Ευρωπαϊκής και Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Πανεπιστημιακού Αθλητισμού
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ:-
3.4 Ετήσιας συνδρομής στην Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια Ομοσπονδία Πανεπιστημιακού Αθλητισμού
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου
3.5 Ανάληψης διοργανώσεων
ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου
ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ: Χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού του υπουργείου
Συνοπτικά οι κυριότερες διαφορές αφορούν την προτεινόμενη δομή της Επιτροπής Αθλητισμού για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και την χρηματοδότηση των δράσεων για τον Πανεπιστημιακό Αθλητισμό.
Στην δομή υπάρχει αντικατάσταση της διάταξης για την στελέχωση της επιτροπής με 5 μέλη Ε.Ε.Π Φυσικής Αγωγής μελών των Πανεπιστημιακών γυμναστηρίων από 4 μέλη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.). Επίσης με το προτεινόμενο σχέδιο συμμετέχουν 2 εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας αντί για 1 ενώ παραμένει 1 εκπρόσωπος μέλος Δ.Ε.Π από τις Σχολές Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού.
Επίσης δεν υφίσταται η Γενική Συνέλευση των μελών των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για τον Πανεπιστημιακό αθλητισμό και της σχετικής εισήγησης για τη συγκρότηση της Επιτροπής δηλ. των 5 μελών της.
Σε ότι αφορά τη χρηματοδότηση σχεδόν μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα εκτός της ετήσιας συνδρομής της Ευρωπαϊκής και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Πανεπιστημιακού Αθλητισμού και ανάληψης διεθνών διοργανώσεων.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
• Η συμμετοχή στην Επιτροπή Αθλητισμού 1 εκπροσώπου Φοιτητών/Αθλητών, για διασφάλιση της συμπεριληπτικότητας και συμμετοχής στις αποφάσεις.
• Ακριβής καθορισμός των αρμοδιοτήτων των μελών της επιτροπής
• Καθορισμός του ποσού χρηματοδότησης των δράσεων του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα μέσω του τακτικού προϋπολογισμού με απόφαση του υπουργού Παιδείας
• Ο ορισμός των 4 μελών της επιτροπής για τον Αθλητισμό της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης να αφορά όπως προτείνεται στελέχη που είναι κάτοχοι πτυχίου ή ισότιμου τίτλου Φυσικής Αγωγής που απασχολούνται στα Πανεπιστημιακά Γυμναστήρια των Α.Ε.Ι. (πλην Σ.Ε.Φ.Α.Α.-Τ.Ε.Φ.Α.Α.) ως διδάσκοντες και όχι διοικητικά στελέχη των Πανεπιστημιακών γυμναστηρίων
• Ο ορισμός των 4 μελών της επιτροπής για τον Αθλητισμό της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης από τον υπουργό Παιδείας να γίνεται με εισήγηση (προτεινόμενου αριθμού 6 ατόμων) των συντονιστών των Ιδρυμάτων έπειτα από θεσμοθετημένη Γενική Συνέλευση και εκλογική διαδικασία.
• Να οριστεί η χρονική διάρκεια της θητείας των μελών της Επιτροπής με ανώτατο όριο 2 θητειών.
Κυριε Παπαιωαννου,
Ζητάμε ρύθμιση ωστε τα υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, δύνανται να ενταχθούν, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση εισαγωγικής βαθμίδας ΔΕΠ, μετά από κρίση.
Παρακαλουμε για τις άμεσες ενέργειες σας οπως περιμένουμε μονο απο εσας
Άρθρο 88 Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου στα Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 78 του ν. 4957/2022.Πότε επιτέλους θα προστεθεί νομοθετική ρύθμιση ώστε αναγνωριστεί ο Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου integrated master και για τα πτυχία των πανεπιστημίων του εξωτερικού με πενταετή προγράμματα σπουδών και EQF 7 που περιλαμβάνονται και στο μητρώο των αναγνωρισμένων τίτλων σπουδών του ΔΟΑΤΑΠ;
Παρακαλούμε να προβείτε στην αποκατάσταση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας για τους κατόχους Πτυχίων Εξωτερικού:
Αναγνώριση Ενιαίου και αδιάσπαστου τίτλου σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master), σε τίτλους σπουδών πενταετούς φοίτησης, μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master), επιπέδου 7 του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων (EQF 7),που περιλαμβάνονται στο Εθνικό Μητρώο αναγνωρισμένων τύπων τίτλων σπουδών του ΔΟΑΤΑΠ και τα Πανεπιστήμια, περιλαμβάνονται στο Εθνικό Μητρώο αναγνωρισμένων Ιδρυμάτων του ΔΟΑΤΑΠ.
Προτάσεις επί του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Δ’ Θέματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (άρθρα 86-92)
Α. Συνοπτικά, αιτούμαστε να δοθεί η δυνατότητα συμμετοχής μελών Ε.ΔΙ.Π. που είναι κάτοχοι διδακτορικού στην τριμελή συμβουλευτική και την επταμελή εξεταστική επιτροπή διδακτορικών διατριβών υποψηφίων διδακτόρων. Μια τέτοια ρύθμιση ουσιαστικά θα αναγνωρίσει θεσμικά το έργο που ήδη προσφέρουν στα ΑΕΙ πολλά μέλη των ως άνω κλάδων, καθώς από τη φύση των καθηκόντων τους καθοδηγούν και συν-επιβλέπουν σε συνεργασία με τα μέλη ΔΕΠ την εκπόνηση διδακτορικών διατριβών.
Προτείνουμε σχετική τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 94 και της παρ. 1 του άρθρου 95 του Ν. 4957/2022, αντιστοίχως, ως εξής:
Παρ.1. Άρθρο 94 «….Στη συμβουλευτική επιτροπή δύνανται να συμμετέχουν ως μέλη: …ζ) μέλη Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος του οικείου Τμήματος ή άλλων Τμημάτων.
Παρ.1 Άρθρο 95 «….Ως μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής ορίζονται υποχρεωτικά τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής και τα λοιπά μέλη ανήκουν στις κατηγορίες των περ. α) έως ζ) της παρ. 1 του άρθρου 94….»
Β. Προτεινόμενη ρύθμιση που αφορά στο άρθρο 164 του ν.4957/2022 σχετικά με την επίβλεψη πτυχιακών ή άλλων εργασιών από μέλη ΕΔΙΠ της καταληκτικής βαθμίδας.
Σύμφωνα με το εδ. 2 της παρ. 1 του άρθρου 164 του ν.4957/2022 στα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που είναι κάτοχοι διδακτορικού μπορεί να ανατίθεται αυτοδύναμο διδακτικό έργο, καθώς και επίβλεψη πτυχιακών ή άλλων εργασιών. Μέχρι την ψήφιση του νόμου αυτού, τα μέλη ΕΔΙΠ της καταληκτικής βαθμίδας, πλέον των κατόχων διδακτορικού διπλώματος, μπορούσαν να προσφέρουν το ίδιο έργο βάσει του ν.4186/2013, άρθρο 39, παρ. 27, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4485/2017 και του ν.4009/2011, άρθρο 29, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4386/2016, άρθρο 27.
Παρακαλούμε για τη διόρθωση της διάταξης αυτής ώστε τα μέλη ΕΔΙΠ της καταληκτικής Βαθμίδας να μπορούν να συμμετέχουν στις τριμελείς επιτροπές επίβλεψης και αξιολόγησης των πτυχιακών ή άλλων εργασιών, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα.
Γ. Προτεινόμενη ρύθμιση που αφορά στο άρθρο 164 του ν.4957/2022 σχετικά με την ανάθεση αυτοδύναμου διδακτικού έργου στα μέλη ΕΔΙΠ της καταληκτικής βαθμίδας.
Σύμφωνα με το εδ. 2 της παρ. 1 του άρθρου 164 του ν.4957/2022 στα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που είναι κάτοχοι διδακτορικού μπορεί να ανατίθεται αυτοδύναμο διδακτικό έργο, καθώς και επίβλεψη πτυχιακών ή άλλων εργασιών. Μέχρι την ψήφιση του νόμου αυτού, τα μέλη ΕΔΙΠ της καταληκτικής βαθμίδας, πλέον των κατόχων διδακτορικού διπλώματος, μπορούσαν να προσφέρουν το ίδιο έργο βάσει του ν.4186/2013, άρθρο 39, παρ. 27, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4485/2017 και του ν.4009/2011, άρθρο 29, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4386/2016, άρθρο 27.
Παρακαλούμε για τη διόρθωση της διάταξης αυτής ώστε στα μέλη ΕΔΙΠ της καταληκτικής Βαθμίδας να μπορεί να ανατίθεται αυτοδύναμο διδακτικό έργο, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα.
Δ. Προτεινόμενη ρύθμιση ως συνέχεια του διαλόγου με τον Υφυπουργό κο Παπαιωάνου: «Τα υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Ε.Π., που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, δύνανται να ενταχθούν, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση εισαγωγικής βαθμίδας ΔΕΠ, μετά από κρίση».
Ε. Προτεινόμενη ρύθμιση για την αναλογία στην 1:1 προκήρυξη νέας θέσης ΕΔΙΠ μετά από συνταξιοδότηση.
Κυριε Παπαιωαννου,
Με το παρόν κείμενο θα ήθελα να εκφράσω την πλήρη υποστήριξή μου για νομοθετική ρύθμιση για την ένταξη των μελών ΕΔΙΠ σε μόνιμες προσωποπαγείς θέσεις Επίκουρων Καθηγητών, μετά από κρίση. Πρόκειται για μια δίκαιη και αναγκαία μεταρρύθμιση που θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη στα ελληνικά πανεπιστήμια και στη χώρα συνολικά.
Συγκεκριμένα:
1. Αξιοποίηση υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού: Στα ελληνικά πανεπιστήμια υπηρετούν σήμερα πολλά μέλη ΕΔΙΠ με διδακτορικό δίπλωμα και διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό έργο. Αυτοί οι επιστήμονες ήδη ασκούν καθήκοντα αντίστοιχα με αυτά των Επίκουρων Καθηγητών, χωρίς όμως την ανάλογη θεσμική αναγνώριση. Η ρύθμιση θα αποτελέσει μια ηθική ανταμοιβή για την πολυετή ακαδημαϊκή προσφορά τους και θα αξιοποιήσει στο μέγιστο το υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό των πανεπιστημίων.
2. Άρση ανισοτήτων και βελτίωση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος: Η ρύθμιση θα εξαλείψει την ύπαρξη διδασκόντων δύο ταχυτήτων. Αυτό θα εξισορροπήσει τις σχέσεις εξουσίας στα ΑΕΙ, θα περιορίσει την οργανωσιακή σιωπή και θα ενισχύσει την τήρηση του δεοντολογικού κώδικα. Η εξάλειψη των ιεραρχικών στεγανών θα ενθαρρύνει την ανοιχτή επικοινωνία, τη συνεργασία και την ανταλλαγή ιδεών μεταξύ όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας.
3. Ενίσχυση έρευνας, διεθνούς ανταγωνιστικότητας και ΑΕΠ: Η ένταξη των μελών ΕΔΙΠ σε θέσεις ΔΕΠ θα τους επιτρέψει να αναλάβουν την εποπτεία διδακτορικών διατριβών, και συνεπώς θα μπορούν να διεκδικήσουν ακόμη περισσότερα ευρωπαϊκά κονδύλια με τη χρήση των οποίων θα μπορούν να λαμβάνουν αμοιβή οι Υποψήφιοι Διδάκτορες. Αυτό θα ενισχύσει σημαντικά την ερευνητική δραστηριότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών πανεπιστημίων. Η δυνατότητα των νέων μελών ΔΕΠ να διεκδικήσουν και να διαχειριστούν περισσότερα ερευνητικά κονδύλια, ιδιαίτερα από διεθνείς πηγές, θα οδηγήσει σε σημαντική εισροή πόρων εκτός κρατικού προϋπολογισμού. Αυτό θα έχει άμεσο θετικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ της χώρας, καθώς θα αυξήσει την ερευνητική δραστηριότητα, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας για ερευνητές και θα ενισχύσει την καινοτομία. Επιπλέον, θα συμβάλλει στη μείωση της ανεργίας στους νέους επιστήμονες. Σημειώνεται, ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πτυχιούχων ανέργων (NEETS).
4. Βελτίωση διεθνούς εικόνας και ενίσχυση συνεργασιών: Η τρέχουσα κατάσταση δημιουργεί σύγχυση στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, καθώς δεν υπάρχει αντιστοιχία του τίτλου ΕΔΙΠ στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αυτό δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα σε περιπτώσεις όπου μέλη ΕΔΙΠ συντονίζουν ευρωπαϊκά ερευνητικά έργα. Οι εταίροι από άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια είναι επίκουροι καθηγητές έως και πρυτάνεις, ενώ ο Έλληνας συντονιστής έχει τον τίτλο του ΕΔΙΠ. Αυτή η ασυμβατότητα υπονομεύει το κύρος των Ελλήνων ερευνητών και των ελληνικών πανεπιστημίων, δυσχεραίνοντας τις διεθνείς συνεργασίες. Η ένταξη σε θέσεις ΔΕΠ θα εξαλείψει αυτά τα εμπόδια, βελτιώνοντας την εικόνα των ελληνικών πανεπιστημίων διεθνώς και διευκολύνοντας τις συνεργασίες με ιδρύματα του εξωτερικού.
5. Αντιμετώπιση υποστελέχωσης: Τα ελληνικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα υποστελέχωσης, με τον χειρότερο δείκτη διδασκόντων/φοιτητών στην ΕΕ (1/47). Η ρύθμιση θα βελτιώσει άμεσα αυτόν τον δείκτη, χωρίς επιπλέον δημοσιονομική επιβάρυνση.
6. Ενίσχυση εξωστρέφειας, διεπιστημονικότητας, καινοτομίας και ανάδειξη των ελληνικών ΑΕΙ σε διεθνή hubs: Η ένταξη των μελών ΕΔΙΠ σε θέσεις ΔΕΠ θα ενισχύσει την εξωστρέφεια των πανεπιστημίων, θα διευκολύνει την προσέλκυση διεθνών ερευνητικών κονδυλίων εκτός κρατικού προϋπολογισμού και θα συμβάλει στην παραγωγή καινοτομίας, με απτά οφέλη για την οικονομία της χώρας. Με την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού των μελών ΕΔΙΠ ως μέλη ΔΕΠ, τα ελληνικά πανεπιστήμια θα έχουν τη δυνατότητα να αναδειχθούν σε διεθνή hubs έρευνας και καινοτομίας. Η αυξημένη ερευνητική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με την ενισχυμένη δυνατότητα διεθνών συνεργασιών, θα καταστήσει τα ελληνικά ΑΕΙ πόλους έλξης για κορυφαίους επιστήμονες και φοιτητές από όλο τον κόσμο. Αυτό θα ενισχύσει περαιτέρω την εξωστρέφεια, θα προωθήσει την ανταλλαγή γνώσεων και θα συμβάλει στην παραγωγή καινοτόμων λύσεων σε παγκόσμια προβλήματα.
7. Αποτροπή διαρροής εγκεφάλων: Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ θα συμβάλει στην αποτροπή της διαρροής επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό, διατηρώντας πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο στη χώρα.
8. Απλοποίηση διαδικασιών των ΕΛΚΕ: Η ένταξη σε θέσεις ΔΕΠ θα απλοποιήσει τις διαδικασίες των ΕΛΚΕ σχετικά με τις αμοιβές από ερευνητικά έργα, διευκολύνοντας τη διαχείριση και υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων.
Κύριε Παπαιωαννου,
η ρύθμιση θα είναι μια ευκαιρία να δείξουμε ότι η λογική και το δίκαιο υπερισχύουν, δίνοντας τη δυνατότητα σε αξιόλογους επιστήμονες να προσφέρουν τα μέγιστα στην ακαδημαϊκή κοινότητα και τη χώρα. Είναι μια κίνηση που θα ενισχύσει την αξιοκρατία, την αριστεία και την καινοτομία στα ελληνικά πανεπιστήμια, χωρίς δημοσιονομική επιβάρυνση.
Έχετε μια ευκαιρία να στηρίξετε το όραμα ενός σύγχρονου και δίκαιου ακαδημαϊκού συστήματος που σέβεται και αξιοποιεί στο έπακρο το ανθρώπινο δυναμικό του.
Αναμένουμε τις ενεργειες σας
Ζητούμε την επαναφορά της δυνατότητας μετάταξης ή μετακίνησης εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών στελεχών κατόχων διδακτορικού διπλώματος με διδακτική εμπειρία στο Πανεπιστήμιο 4 εξαμήνων και άνω, σε θέσεις ΔΕΠ ή ΕΔΙΠ ή ΕΕΠ ή ΕΤΕΠ, που να στελεχώνουν τα πανεπιστημιακά τμήματα ή/και τις λοιπές πανεπιστημιακές υπηρεσίες, όπως ερευνητικά εργαστήρια, ΚΕΔΙΜΑ, ΚΕΔΙΒΙΜ, ΜΟΔΥΠ κλπ.
Σχόλιο επί του άρθρου 90
Το άρθρο 90 του νομοσχεδίου αίρει την απαγόρευση που είχε τεθεί το 2022 στους δημοσίους υπαλλήλους περί αυτοδύναμης διδασκαλίας στα ΑΕΙ και είναι επιδοκιμαστέα. Πολλά (περιφερειακά ιδίως) Τμήματα έχασαν προσωπικό (Διδάκτορες με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου που αναλάμβαναν 1-2 μαθήματα το εξάμηνο) και υπέστησαν μεγάλο πλήγμα. Ωστόσο, και οι ίδιοι οι δημόσιοι υπάλληλοι βίωναν μία κατάφωρη αδικία, αφού αποκλείστηκαν από τη διδασκαλία χωρίς συνήθως να έχουν συνηποψηφίους (ανταγωνιστές), αφήνοντας πολλές φορές κενές τις θέσεις του ΕΣΠΑ.
Την αδικία αυτή τη βίωσα και εγώ προσωπικά, ούσα δικαστικός υπάλληλος (Διδάκτωρ Νομικής) και έχοντας παράλληλη απασχόληση τη διδασκαλία νομικών μαθημάτων στο Τμήμα Λογιστικής Καβάλας. Χωρίς καμία αιτιολογία μετά από 7 συναπτά έτη επιτυχούς διδασκαλίας μού απαγορεύθηκε να διδάσκω (και να συνεισφέρω με τις γνώσεις μου στο Τμήμα Λογιστικής της πόλης μου) και γι’ αυτό, μέσα από το παρόν σχόλιο, εκφράζω τις ευχαριστίες μου για την πρωτοβουλία σας να άρετε αυτή την αδικία.
Κυριε Παπαιωαννου,
Παρακαλώ να διερευνήσετε ποιοι στελεχώνουν τον κλάδο ΕΔΙΠ και είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος. Τα βιογραφικά τους αλλά και την διεθνή τους επιρροή. Επιπλέον, να αναλογιστείτε το είδος (ποιοτικά και ποσοτικά) του έργου που καθημερινά παρέχουμε στα Τμήματα που υπηρετούμε. Το γνωρίζετε, έχετε τα δεδομένα, παρακαλώ να τα εξετάσετε για να ληφθεί επιτέλους μια δίκαιη απόφαση. Είναι θλιβερό που ένας συμβασιούχος Dr. θεωρείται μέλος ΔΕΠ (προσωρινό έστω), ενώ ένα μέλος ΕΔΙΠ θεωρείται «λοιπό προσωπικό»…
Είναι θλιβερό να μην μπορούμε να συνεργαστούμε περαιτέρω για διδακτορική διατριβή με αξιόλογους φοιτητές που μας επιλέγουν για την επίβλεψη των διπλωματικών τους εργασιών…
Είναι θλιβερό το ότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ακριβώς στους ξένους συνεργάτες μας τι ακριβώς είμαστε στο Πανεπιστήμιο…
Είναι θλιβερό να βιώνουμε την αδικία της οριζόντιας δημιουργίας μελών ΔΕΠ χωρίς διδακτορικό διπλωμα στα ΤΕΙ και εμείς να παραμένουμε παγιδευμένοι ή να εξετάζουμε εναλλακτικές διεξόδους έξω από το Πανεπιστήμιο που υπηρετούμε.
Είναι θλιβερό στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο του 2026 να σου λένε μέλη ΔΕΠ του Τμήματός σου ότι «λυπούνται που είσαι ΕΔΙΠ», ενώ τα λόγια πάλι μελών ΔΕΠ, όταν προκηρύσσεται μια θέση ΔΕΠ και η υποψηφιότητά σου δεν προτείνεται, είναι «εσένα σε έχουμε στο Τμήμα», παρ’ όλο που το βιογραφικό σου είναι ανώτερο από εκείνο μέλους ΔΕΠ…Αυτό που υφιστάμεθα καθημερινά αποτελεί συνέπεια ενός ακαδημαϊκού λάθους, μιας στρέβλωσης που καταλύει την αξιοκρατία και την ισονομία. Παρακαλώ να αξιοποιήσετε την ευκαιρία που σας δίνεται ως Υφυπουργός για να θεραπεύσετε αυτή την άθλια κατάσταση.
Εκφράζω κι εγώ την πλήρη υποστήριξή μου σε μια νομοθετική ρύθμιση για την ένταξη των Dr. ΕΔΙΠ σε μόνιμες προσωποπαγείς θέσεις Μέλους ΔΕΠ, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, κατόπιν κρίσης και πιατευω ακραδαντα ότι όσα προκύψουν από αυτή τη ρύθμιση μόνο ωφέλιμα θα είναι για τα Πανεπιστήμιά μας.
Με τιμή και προσμονή…
κ. Υφυπουργε κ.Παπαϊωάννου,
Πρεπει αμεσα να αποκαταστήσετε μια χρόνια κατάφορη αδικία, δίνοντας το δικαίωμα στους διδάκτορες ΕΔΙΠ να εξελιχθούν σε θέσεις ΔΕΠ, κατόπιν κρίσης. Ειναι απαραδεκτο να εχουν γινει μελη ΔΕΠ ως λεκτορες εφαρμογων στα ΤΕΙ ατομα που δεν εχουν ακόμη αποκτήσει διδακτορικό και εμεις να παλεύουμε για ισότιμη αντιμετώπιση.
Θα σας ευγνωμονούμε γιαυτο και ολοι στην Θεσσαλονίκη θα σας ψηφίσουμε για να μπειτε με το σπαθι της αξιοκρατίας στην Βουλη των Ελλήνων Αξιοκρατία με κριση τώρα στους Δρ ΕΔΙΠ!
Η τριτοβάθμια εκπαιδευση στελεχωνεται απο ΕΔΙΠ που εχουν αρκετοι προσοντα πρωτοβαθμιου καθηγητη ΑΕΙ, διεθνη αναγνωριση, υψηλο h-index μερικοι ανω των 180 διεθνων δημοσιευσεων, ειναι editor in chief σε διεθνη περιοδικα, επιβλεπουν πτυχιακες και διπλωματικες, διδασκουν σε μεταπτυχιακα, και δυστυχως δεν εχουν επι χρονια την δυνατοτητα εξέλιξης σε μονιμη θεση ΔΕΠ. Αυτο αποτελει αντι-κινητρο στην παραγωγικοτητα των συναδελφων και αποτελει τροχοπεδη στην ομαλη τους εξελιξη ως επιστημονων. Θα ηθελα να ταχθω σθεναρα υπερ της ψηφισμενης προτασης του συνέδριου της Π.Ο.Σ.Ε.Ε.ΔΙ.Π. Α.Ε.Ι.:
«Τα υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, δύνανται να ενταχθούν, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση εισαγωγικής βαθμίδας Δ.Ε.Π. (μονιμου Επίκουρου), μετά από κρίση. Σε περίπτωση θετικής κρίσης το υπηρεσιακό καθεστώς και οι δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης των ενταχθέντων καθορίζονται από τα ισχύοντα για τα υπηρετούντα μόνιμα με προσωποπαγή θέση μέλη Δ.Ε.Π εισαγωγικής βαθμίδας (μονιμος Επίκουρος). Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης, η/ο υποψήφια/ος διατηρεί τη θέση την οποία κατείχε, δύναται δε να υποβάλλει εκ νέου αίτηση σε προσωποπαγή θέση ως άνω μετά την παρέλευση τουλάχιστον 2 ετών από την προηγούμενη αρνητική κρίση.»
Αναμενουμε με αγωνια απο τον κ.Παπαϊωάννου να φερει αμεσα την τροπολογία για την εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ με υψηλα ακαδημαϊκά κριτήρια.
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού, μέσω της δυνατότητας ένταξής τους σε θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν αυστηρής κρίσης, είναι υψίστης σημασίας καθώς τα μέλη ΕΔΙΠ που διαθέτουν διδακτορικό αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ακαδημαϊκού δυναμικού των ελληνικών ΑΕΙ. Η πλειοψηφία διαθέτει αξιόλογο και διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και ερευνητικό έργο καθώς και ουσιαστική και πολύτιμη προσφορά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Παράλληλα, καλύπτουν πάγιες και διαρκείς διδακτικές και εργαστηριακές ανάγκες, ασκώντας αυτοδύναμο διδακτικό έργο σε γνωστικά αντικείμενα κρίσιμα για την εύρυθμη λειτουργία των Τμημάτων (τα οποία γνωστικά αντικείμενα ποτέ δεν βγαίνουν για ανοιχτή θέση Επίκουρου αφού καλύπτονται).
Τα μέλη ΕΔΙΠ που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο αποτελούν αναπόσπαστο και ιδιαιτέρως πολύτιμο τμήμα του ακαδημαϊκού δυναμικού των ελληνικών ΑΕΙ. Σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων διαθέτουν αξιόλογο και διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και ερευνητικό έργο, πολυετή παρουσία στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, καθώς και ουσιαστική και συστηματική προσφορά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Παράλληλα, καλύπτουν επί μακρόν πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες, ασκώντας αυτοδύναμο διδακτικό έργο σε γνωστικά αντικείμενα κρίσιμα για την εύρυθμη λειτουργία Τμημάτων και Σχολών.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η πρόβλεψη δυνατότητας εξέλιξής τους δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε απόκλιση από τη θεσμική τάξη, αλλά αναγκαία πράξη ορθολογικής αξιοποίησης του ήδη υπηρετούντος ανθρώπινου δυναμικού των ΑΕΙ. Η σχετική ρύθμιση θα ενίσχυε άμεσα τον αριθμό των διδασκόντων χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση και χωρίς μεταβολή στον προγραμματισμό νέων θέσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά Πανεπιστήμια εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα υποστελέχωσης. Στο πλαίσιο αυτό, θα συνέβαλλε και στη βελτίωση του ιδιαίτερα δυσμενούς δείκτη αναλογίας μελών ΔΕΠ προς φοιτητές, με άμεσες θετικές συνέπειες στην ποιότητα σπουδών, στην ακαδημαϊκή υποστήριξη των φοιτητών και στη συνολική λειτουργία των Ιδρυμάτων.
Περαιτέρω, μια τέτοια θεσμική παρέμβαση θα συνέβαλλε στην άρση μιας διαχρονικής δυσλειτουργίας του ελληνικού πανεπιστημίου, δηλαδή της ύπαρξης διδασκόντων δύο ταχυτήτων. Δεν είναι θεσμικά εύλογο προσωπικό με υψηλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με αποδεδειγμένο διδακτικό και ερευνητικό έργο, και με πραγματική συμβολή στην ακαδημαϊκή αποστολή των Ιδρυμάτων, να παραμένει χωρίς ουσιαστική δυνατότητα εξέλιξης. Η διατήρηση αυτής της κατάστασης δεν συνάδει ούτε με την αρχή της αξιοκρατίας ούτε με την αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε με τις απαιτήσεις της χρηστής διοίκησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάσταση της επαγγελματικής προοπτικής. Η πλήρης απουσία δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης για επιστήμονες που βρίσκονται σε μια εξαιρετικά παραγωγική φάση της διαδρομής τους, έχοντας μάλιστα συχνά δεκαετίες ενεργού υπηρεσίας ακόμη μπροστά τους, λειτουργεί αποθαρρυντικά, αποδυναμώνει τα κίνητρα αριστείας και δύναται είτε να οδηγήσει στην αναζήτηση επαγγελματικής αναγνώρισης εκτός δημόσιου πανεπιστημίου, είτε να εντείνει συνθήκες στασιμότητας. Η εξέλιξη αυτή είναι προφανώς επιζήμια όχι μόνο για τα ίδια τα πρόσωπα, αλλά και για το πανεπιστημιακό σύστημα συνολικά, καθώς στερεί από τα ΑΕΙ τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν στο μέγιστο βαθμό ένα ήδη διαθέσιμο, έμπειρο και αποδεδειγμένα παραγωγικό επιστημονικό δυναμικό.
Είναι αυτονόητο ότι η όποια δυνατότητα ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή δεν μπορεί να είναι αυτοδίκαιη, αλλά οφείλει να στηρίζεται σε αυστηρή και ουσιαστική κρίση, με εφαρμογή ακαδημαϊκών κριτηρίων αντίστοιχων προς εκείνα που ισχύουν για την εκλογή στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Το επιστημονικό έργο, η διδακτική εμπειρία, η συνάφεια του γνωστικού αντικειμένου, η ερευνητική δραστηριότητα και η συνολική πανεπιστημιακή προσφορά πρέπει να αξιολογούνται από τα αρμόδια όργανα των Ιδρυμάτων κατά τρόπο πλήρως αξιοκρατικό. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, το ήδη υπηρετούν προσωπικό διαθέτει προσόντα που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της εισαγωγικής βαθμίδας, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη θεσμικής πρόβλεψης οδού εξέλιξης.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν στερείται νομοθετικού προηγουμένου. Αντιθέτως, αντίστοιχες ρυθμίσεις έχουν εφαρμοστεί και στο παρελθόν, επιτρέποντας την ένταξη υπηρετούντων διδασκόντων στην εισαγωγική βαθμίδα των μελών ΔΕΠ, με σκοπό την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών των Πανεπιστημίων. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι Ν. 1268/1982, Ν. 2517/1997 και Ν. 3027/2002, διατάξεις που αξιοποιήθηκαν από σημαντικό αριθμό πανεπιστημιακών διδασκόντων, οι οποίοι προσέφεραν και προσφέρουν ουσιωδώς στην ανάπτυξη της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Κατά συνέπεια, η θεσμοθέτηση αντίστοιχης δυνατότητας για τα μέλη ΕΕΠ και ΕΔΙΠ κατόχους διδακτορικού δεν συνιστά αποσπασματική παρέμβαση, αλλά εύλογη συνέχεια μιας ήδη διαμορφωμένης νομοθετικής πρακτικής.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, καθίσταται αναγκαία η θεσμική πρόβλεψη δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των μελών ΕΕΠ και ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν κρίσης, με όρους αξιοκρατίας, ακαδημαϊκής επάρκειας και θεσμικής διαφάνειας. Μια τέτοια ρύθμιση θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες των Πανεπιστημίων, θα ενίσχυε την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης, θα απέδιδε θεσμική αναγνώριση στο ήδη παραγόμενο έργο και θα υπηρετούσε, εν τέλει, το δημόσιο συμφέρον.
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ κατόχων διδακτορικού διπλώματος, μέσω της δυνατότητας ένταξής τους σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν διαδικασίας αξιολόγησης, αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για τη λειτουργία και την αναπτυξιακή προοπτική των Ελληνικών Πανεπιστημίων.
Τα μέλη ΕΔΙΠ και ΕΕΠ με διδακτορικό τίτλο σπουδών αποτελούν μια κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού με υψηλά επιστημονικά προσόντα και αποδεδειγμένο διδακτικό και ερευνητικό έργο. Στην πράξη επιτελούν σημαντικό μέρος του ακαδημαϊκού έργου των ιδρυμάτων, καθώς συμμετέχουν ενεργά στην εκπαιδευτική διαδικασία, αναπτύσσουν ερευνητική δραστηριότητα, δημοσιεύουν σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα και συμβάλλουν στην επίβλεψη προπτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών.
Παρά τα αυξημένα ακαδημαϊκά τους προσόντα και την ουσιαστική συμβολή τους στην εκπαιδευτική και ερευνητική λειτουργία των ΑΕΙ, τα μέλη αυτά στερούνται θεσμικής δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης και δεν διαθέτουν τίτλο που να αντανακλά το εύρος και το επίπεδο του έργου που ήδη επιτελούν. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη κατάσταση ακαδημαϊκής στασιμότητας και περιορίζει την αναγνώριση της επιστημονικής τους δραστηριότητας τόσο στο εσωτερικό των ιδρυμάτων όσο και στο διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον.
Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα αξιολόγησης των κατόχων διδακτορικού τίτλου μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ για ένταξη σε βαθμίδα Επίκουρου Καθηγητή, με τα αντίστοιχα κριτήρια (3ετή διδακτική προυπηρεσίαεδράζεται σε σαφή ακαδημαϊκά και θεσμικά κριτήρια και εξυπηρετεί ουσιαστικές ανάγκες των ελληνικών Πανεπιστημίων.
Ειδικότερα, η θέσπιση της δυνατότητας αυτής τεκμηριώνεται από τους ακόλουθους λόγους:
1. Αναγνώριση υφιστάμενου ακαδημαϊκού έργου
Τα μέλη ΕΔΙΠ και ΕΕΠ με διδακτορικό τίτλο διαθέτουν σημαντικό επιστημονικό και διδακτικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει αυτοδύναμη διδασκαλία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα και σε κάποιες περιπτώσεις μεταδιδακτορική ερευνητική δραστηριότητα. Η θεσμική αναγνώριση του έργου αυτού αποτελεί εύλογη και αναγκαία εξέλιξη.
2. Αντιμετώπιση της θεσμικής στασιμότητας
Οι διδάκτορες ΕΔΙΠ και ΕΕΠ αποτελούν ουσιαστικά τη μόνη κατηγορία προσωπικού στο ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης που, παρά τα υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα και το σημαντικό ερευνητικό αποτύπωμα, παραμένει χωρίς θεσμοθετημένη προοπτική ακαδημαϊκής εξέλιξης.
3. Ενίσχυση του διδακτικού δυναμικού των Πανεπιστημίων
Η αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού των μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ θα ενισχύσει τον αριθμό των διδασκόντων στα ΑΕΙ χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση και χωρίς μεταβολή στον προγραμματισμό νέων θέσεων, σε μια περίοδο όπου τα Πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν έντονη υποστελέχωση.
4. Βελτίωση της αναλογίας μελών ΔΕΠ προς φοιτητές
Η Ελλάδα παρουσιάζει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες αναλογίας μελών ΔΕΠ προς φοιτητές στην Ευρώπη. Η δυνατότητα ένταξης επιστημόνων που ήδη διδάσκουν στα Πανεπιστήμια θα συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της αναλογίας αυτής και κατ’ επέκταση στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.
5. Ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας των ΑΕΙ
Η θεσμική αναβάθμιση των μελών ΕΔΙΠ και ΕΕΠ θα επιτρέψει την πληρέστερη αξιοποίηση του επιστημονικού τους δυναμικού, ιδίως στη διεκδίκηση και υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων και στη διεθνή επιστημονική συνεργασία, ενισχύοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών Πανεπιστημίων.
6. Αποκατάσταση συνθηκών ακαδημαϊκής ισότητας
Η προτεινόμενη ρύθμιση εναρμονίζεται με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, καθώς επιστήμονες με αντίστοιχα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα θα έχουν τη δυνατότητα να αξιολογηθούν για αντίστοιχες ακαδημαϊκές βαθμίδες.
7. Η δυνατότητα εξέλιξης κατόπιν αξιολόγησης δημιουργεί ουσιαστικά κίνητρα για περαιτέρω ερευνητική και διδακτική δραστηριότητα, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση της ποιότητας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγνώριση ενός ήδη υφιστάμενου ακαδημαϊκού έργου και ταυτόχρονα επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό των ελληνικών Πανεπιστημίων.
Η ολοκλήρωση της σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας θα συμβάλει ουσιαστικά στην άρση μιας μακροχρόνιας θεσμικής εκκρεμότητας και στην ενίσχυση της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα.
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού μέσω ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή μετά από κρίση, είναι μείζονος σημασίας για πολλαπλούς λόγους, όπως:
1. Αξιοποιείται στο μέγιστο το υφιστάμενο προσωπικό των ΑΕΙ. Πρόκειται για επιστήμονες που διαθέτουν διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό-ερευνητικό έργο, εργάζονται αδιάκοπα στα Ελληνικά Πανεπιστήμια κατά την τελευταία 20ετία και επιτελούν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.2. Ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ, χωρίς δημοσιονομική δαπάνη και χωρίς να μεταβάλλεται ο προγραμματισμός των νέων θέσεων των ΑΕΙ. Η υποστελέχωση των Ελληνικών Πανεπιστήμιων δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα, καθώς λειτουργούν περίπου με το 60% του αριθμού των μελών ΔΕΠ προ κρίσης (σε κάποια Τμήματα/Σχολές τα κενά είναι σημαντικά μεγαλύτερα). Με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τα κενά είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθούν.3. Αίρεται μία πολυετής προβληματική συνθήκη των Ελληνικών Πανεπιστημίων, όπου υπάρχουν διδάσκοντες δύο ταχυτήτων (μέλη ΔΕΠ και μέλη ΕΔΙΠ).
4. Ενισχύεται ο εθνικός δείκτης μελών ΔΕΠ/φοιτητών των ΑΕΙ που σήμερα είναι ο κατώτατος της Ευρώπης (1/47). Επισημαίνεται ότι ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 1/13, ενώ στην προτελευταία θέση βρίσκεται η Κύπρος με δείκτη 1/26 (Ετήσια Έκθεση ΕΘΑΑΕ, 2022).5. Αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών Πανεπιστημίων, καθώς δίνεται η δυνατότητα άμεσης αξιοποίησης και ενίσχυσης του ερευνητικού και επιστημονικού έργου των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού, στη διεκδίκηση Ευρωπαϊκών και άλλων πόρων από ερευνητικά προγράμματα.6. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αποτελεί κάποια ad hoc ανακάλυψη. Σχετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (ένταξη στην εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ), προκειμένου να καλυφθούν τρέχουσες διδακτικές ανάγκες των Πανεπιστημίων. Υπενθυμίζονται οι Νόμοι 1268/15-7-1982 (άρθρο 31), 2517/11-8-1997 (άρθρο 3), 3027/28-6-2002 (παρ. 23, άρθρο 3), των οποίων έκανε χρήση ένας μεγάλος αριθμός Καθηγητών (σήμερα τακτικών, Ομότιμων, συνταξιοδοτηθέντων), που προσέφεραν και προσφέρουν τα μέγιστα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Κύριε Παπαιωαννου,
Η πρόβλεψη «κόφτη» δεκαετούς παραμονής στη βαθμίδα Α οπως φημολογείται για την εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ είναι σαφώς προβληματική και δεν πρέπει να υιοθετηθεί.
Πρόκειται για διοικητικό και όχι ακαδημαϊκό κριτήριο, το οποίο δεν αξιολογεί την επιστημονική επάρκεια, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού επιστημόνων με υψηλά προσόντα.
Ιδίως για όσους εντάχθηκαν στον κλάδο μέσω μετατάξεων, μια τέτοια ρύθμιση θα αναιρούσε την αρχή της αξιοκρατίας και της ισότιμης ακαδημαϊκής εξέλιξης.
Προσοχη μην κανετε το λαθος να υιοθετήσετε ενα τετοιο κριτηριο που αποκαλυπτει οτι απλα το μονο που θελετε να πετυχετε ειναι να αποκλείσετε και να κοψετε αυθαίρετα Δρ ΕΔΙΠ με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα.Κατι τετοιο θα σας εκθέσει ανεπανόρθωτα ως συντεχνιακό και ασυνεπή με την ακαδημαϊκή σας ιδιότητα.
Θελετε ως νέος πολιτικός να στιγματιστείτε; Ακαδημαϊκά υψηλά κριτήρια για την εξέλιξη των Δρ ΕΔΙΠ και μονο. Τιποτε αλλο.Ολα τα αλλα κριτήρια ως κοφτες θα σας εκθέσουν ανεπανόρθωτα.
Είναι σημαντική η συγκυρία όπου ομονοούν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς στην εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ με διδακτορικό.
Θα πρέπει κύριοι υπουργοί να νομοθετήσετε την εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ ώστε να αρθεί μία αδικία που υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
Τα σχόλια που υπάρχουν δίνουν όλη τη διάσταση του θέματος, νομική, ακαδημαϊκή αλλά και λειτουργική στα ΑΕΙ της χώρας μας.
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού μέσω ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή μετά από κρίση, είναι μείζονος σημασίας για πολλαπλούς λόγους, όπως:
1. Αξιοποιείται στο μέγιστο το υφιστάμενο προσωπικό των ΑΕΙ. Πρόκειται για επιστήμονες που διαθέτουν διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό-ερευνητικό έργο, εργάζονται αδιάκοπα στα Ελληνικά Πανεπιστήμια κατά την τελευταία 20ετία και επιτελούν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.2. Ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ, χωρίς δημοσιονομική δαπάνη και χωρίς να μεταβάλλεται ο προγραμματισμός των νέων θέσεων των ΑΕΙ. Η υποστελέχωση των Ελληνικών Πανεπιστήμιων δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα, καθώς λειτουργούν περίπου με το 60% του αριθμού των μελών ΔΕΠ προ κρίσης (σε κάποια Τμήματα/Σχολές τα κενά είναι σημαντικά μεγαλύτερα). Με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τα κενά είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθούν.3. Αίρεται μία πολυετής προβληματική συνθήκη των Ελληνικών Πανεπιστημίων, όπου υπάρχουν διδάσκοντες δύο ταχυτήτων (μέλη ΔΕΠ και μέλη ΕΔΙΠ).
4. Ενισχύεται ο εθνικός δείκτης μελών ΔΕΠ/φοιτητών των ΑΕΙ που σήμερα είναι ο κατώτατος της Ευρώπης (1/47). Επισημαίνεται ότι ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 1/13, ενώ στην προτελευταία θέση βρίσκεται η Κύπρος με δείκτη 1/26 (Ετήσια Έκθεση ΕΘΑΑΕ, 2022).5. Αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών Πανεπιστημίων, καθώς δίνεται η δυνατότητα άμεσης αξιοποίησης και ενίσχυσης του ερευνητικού και επιστημονικού έργου των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού, στη διεκδίκηση Ευρωπαϊκών και άλλων πόρων από ερευνητικά προγράμματα.6. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αποτελεί κάποια ad hoc ανακάλυψη. Σχετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (ένταξη στην εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ), προκειμένου να καλυφθούν τρέχουσες διδακτικές ανάγκες των Πανεπιστημίων. Υπενθυμίζονται οι Νόμοι 1268/15-7-1982 (άρθρο 31), 2517/11-8-1997 (άρθρο 3), 3027/28-6-2002 (παρ. 23, άρθρο 3), των οποίων έκανε χρήση ένας μεγάλος αριθμός Καθηγητών (σήμερα τακτικών, Ομότιμων, συνταξιοδοτηθέντων), που προσέφεραν και προσφέρουν τα μέγιστα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
1. Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΕΠ και ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού, μέσω ένταξής τους σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν κρίσης, είναι μείζονος σημασίας για τα ΑΕΙ, καθώς αφορά προσωπικό με υψηλά επιστημονικά προσόντα και αποδεδειγμένο διδακτικό και ερευνητικό έργο.
2. Με τη ρύθμιση αυτή ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική δαπάνη και χωρίς μεταβολή στον προγραμματισμό νέων θέσεων, σε μια περίοδο έντονης υποστελέχωσης, όπου πολλά Πανεπιστήμια λειτουργούν με σημαντικά μειωμένο αριθμό μελών ΔΕΠ σε σχέση με την προ κρίσης κατάσταση.
3. Αντιμετωπίζεται η παγιωμένη προβληματική συνθήκη ύπαρξης «διδασκόντων δύο ταχυτήτων», καθώς μέλη ΕΕΠ και ΕΔΙΠ με υψηλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, συγκρίσιμα με εκείνα των μελών ΔΕΠ, αποκτούν θεσμική προοπτική εξέλιξης και αναγνώριση του έργου που ήδη επιτελούν.
4. Βελτιώνεται ο ιδιαίτερα δυσμενής εθνικός δείκτης μελών ΔΕΠ προς φοιτητές, που καταγράφεται ως ένας από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, με σαφή απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με άμεση θετική επίπτωση στην ποιότητα σπουδών και στη λειτουργία των ΑΕΙ.
5. Ενισχύεται η ερευνητική ικανότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ελληνικών Πανεπιστημίων, καθώς η θεσμική αναβάθμιση μελών ΕΕΠ και ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού επιτρέπει την πληρέστερη αξιοποίηση του επιστημονικού τους έργου στη διεκδίκηση και υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων και πόρων.
6. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν είναι αποσπασματική, αλλά εντάσσεται σε ήδη διαμορφωμένη νομοθετική πρακτική που επέτρεψε και στο παρελθόν την ένταξη υπηρετούντων διδασκόντων σε βαθμίδες μελών ΔΕΠ για την κάλυψη διαρκών διδακτικών αναγκών των Πανεπιστημίων.
Η ακαδημαϊκή εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού μέσω ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή μετά από κρίση, είναι μείζονος σημασίας για πολλαπλούς λόγους, οι οποίοι έχουν πολλάκις αναφερθεί στην παρούσα διαβούλευση. Αναφέρω ενδεικτικά τους ακόλουθους:
– Αξιοποιoύνται συγκεκριμένα επιστήμονες που διαθέτουν αναγνωρισμένο επιστημονικό-ερευνητικό έργο οι οποίοι εργάζονται αδιάκοπα στα Ελληνικά Πανεπιστήμια κατά την τελευταία 20ετία, επιτελούν αυτοδύναμο διδακτικό έργο, επιβλέπουν διπλωματικές εργασίες και γενικά καλύπτουν πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.
– Ενισχύεται ο αριθμός των διδασκόντων των ΑΕΙ, χωρίς δημοσιονομική δαπάνη (Οι υπάρχουσες πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού των Ε.Ε.Π. και Ε.ΔΙ.Π., μεταφέρονται για την κάλυψη μισθολογικής δαπάνης των νέων θέσεων ΔΕΠ με ελάχιστες διαφορές, το υπουργείο οικονομικών μπορεί να δώσει τα σχετικά στοιχεία) και επιπλέον βελτιώνεται η προβληματική αναλογία ΔΕΠ/φοιτητή που σήμερα είναι ο κατώτατος της Ευρώπης (1/47) , κάτι που δεν πρόκειται να γίνει με τον ισχύοντα ρυθμό προκηρύξεων θέσεων ΔΕΠ διαφόρων γνωστικών αντικειμένων.Ανεξαρτήτως των παραπάνω όμως πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για ένα υπάλληλο είτε δημόσιου, είτε ιδιωτικού τομέα και ειδικά εκπαιδευτικού, από την κατάργηση προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης ήδη από μια άκρως παραγωγική ηλικία 40+ κατά την οποία τα μέλη ΕΔΙΠ φτάνουν στις περισσότερες περιπτώσεις στην Α’ και καταληκτική βαθμίδα. Απουσία κινήτρων και επιβράβευσης, προωθούνται είτε στο να αναζητήσουν αλλού την επαγγελματική καταξίωση που δικαιούνται (π.χ. ιδιωτικά Πανεπιστήμια ή καταστάσεις brain drain, είτε να «βαλτώσουν» (γεγονός καταστροφικό για την τη χώρα και την γενιά αυτή όταν μιλάμε για εκπαίδευση και μάλιστα τριτοβάθμια) υιοθετώντας κατώτερα παραγωγικά στάνταρ και έχοντας σε πολλές περιπτώσεις 20 και πλέον έτη ακαδημαϊκής υπηρεσίας ακόμη μπροστά τους, μιας και η εργασία τους η οποία είναι πανομοιότυπη με ενός μέλους ΔΕΠ θεσμικά δεν ανταμείβεται.
Σχετικά με την «ανοικτή» διαδικασία που πολλές φορές ακούγεται για το συγκεκριμένο θέμα, είναι προφανές ότι αν σε μια τέτοια περίπτωση προκηρυχθεί η θέση ανοιχτά, τότε δε μιλάμε για εξέλιξη ενός μέλους ΕΔΙΠ αλλά για ανεξάρτητη προκήρυξη στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο με επιπρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού σε περίπτωση που η θέση καλυφθεί τελικά από άλλον επιστήμονα μιας και πλέον θα αμείβονται από τον κρατικό προϋπολογισμό δύο υπάλληλοι και όχι μόνο ο ένας που ήδη θεραπεύει το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.Είναι προφανές ότι θα θεσπιστεί μια σειρά κριτηρίων τα οποία θα πρέπει να πληρούνται ώστε ένα μέλος ΕΔΙΠ να μετατραπεί σε επίκουρο καθηγητή και τα οποία δεν είναι άλλα από αυτά που εξετάζονται κατά της προκηρύξεις στη βαθμίδα του επίκουρου. Είναι βέβαιο ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη ΕΔΙΠ θα βρεθούν να έχουν πλεονάζοντα προσόντα που μπορεί να αγγίζουν και τη βαθμίδα του αναπληρωτή, ειδικά αν αυτά ήδη υπηρετούν στα πανεπιστήμια για πάνω από μια δεκαετία. Τα τμήματα και εν γένει τα πανεπιστήμια προφανώς θα εξετάζουν κατά περίπτωση τα στοιχεία αυτά και τελικά θα αποφαίνονται για την αίτηση μετακίνησης του μέλους ΕΔΙΠ στην κατηγορία των ΔΕΠ. Δε θα πρέπει να παραληφθεί να αναφερθεί ότι η υφιστάμενη αδικία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν για συγκεκριμένη κατηγορία εκπαιδευτικών των ΤΕΙ βρέθηκε τρόπος να μετατραπούν σε μέλη ΔΕΠ τάχιστα ενώ ταυτόχρονα, για λόγους ακατανόητους δεν μπορεί να βρεθεί μια φόρμουλα που να αξιολογεί αξιοκρατικά τα μέλη ΕΔΙΠ καταδικάζοντας τα να παραμένουν επαγγελματικά και ακαδημαϊκά στάσιμα και εγκλωβισμένα. Είναι άλλωστε γνωστό ότι σχετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (ένταξη στην εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ) όπως π.χ. οι Νόμοι 1268/15-7-1982 (άρθρο 31), 2517/11-8-1997 (άρθρο 3), 3027/28-6-2002 (παρ. 23, άρθρο 3), των οποίων έκανε χρήση ένας μεγάλος αριθμός Καθηγητών (σήμερα τακτικών, Ομότιμων, συνταξιοδοτηθέντων), που προσέφεραν και προσφέρουν τα μέγιστα στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Ειναι ύψιστη η σοβαρότητα του θέματος και για το λόγο αυτό ο κ. Υφυπουργός παιδείας πρέπει να το εξετάσει και να το ολοκληρώσει με τον δέοντα τρόπο, με μεγάλη ελπίδα και προσδοκία, αναμένουμε την αποκατάσταση αυτής της αδικίας. Ένα απλό αλλά συνάμα σοβαρό εκπαιδευτικό αλλά και εργασιακό θέμα είναι η ώρα να επιλυθεί αξιοκρατικά και ορθολογικά.