Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ Θέματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (άρθρα 86-92)Σχόλιο του χρήστη Δρ ΕΔΙΠ | 3 Μαρτίου 2026, 13:56
|
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Αξιότιμε Κύριε Παπαιωαννου, Ένα χρόνιο αίτημα των διδακτόρων Ε.ΔΙ.Π. οφείλει άμεσα να ικανοποιηθεί, με αφορμή και τις γενικότερες αλλαγές στον χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Όπως έχουμε εκθέσει κατ’ επανάληψη, υπάρχουν άφθονοι λόγοι που συνηγορούν στην ικανοποίηση αυτού του δίκαιου αιτήματος. Κανένας ενάντιος λόγος δεν υφίσταται, ειδικά μάλιστα στην τρέχουσα συγκυρία. Στην παρούσα επιστολή διασαφηνίζουμε περαιτέρω συγκεκριμένες παραμέτρους. Ανεξάρτητα από τις παραφωνίες που ακούγονται από ορισμένους, οι οποίοι ομολογούν την αδικαιολόγητη προσήλωσή τους στην ιδέα της μόνιμης καθήλωσης των διδακτόρων ΕΔΙΠ σε διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό β΄ κατηγορίας χωρίς τη δυνατότητα εξέλιξης, είναι αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ότι εδώ και χρόνια, οι διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. προσφέρουν ό,τι οι παλαιοί μόνιμοι λέκτορες, χωρίς, όμως, να διαθέτουν έναν αντίστοιχο τίτλο που να τους παρέχει εσωτερική και διεθνή αναγνώριση, σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Όπως εκθέτουμε στη συνέχεια, η δυνατότητα εξέλιξης προσωπικού με ιδιαίτερα αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και η περαιτέρω αξιοποίησή του θα λειτουργήσει προς όφελος όχι μόνο των Ε.ΔΙ.Π. αλλά και των πανεπιστημίων εν γένει. Ουσιαστικά, μία κατηγορία ακαδημαϊκού προσωπικού, με διδακτορικά, μεταδιδακτορικές έρευνες, δημοσιεύσεις, αυτοδύναμο διδακτικό και ερευνητικό έργο, συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα, είναι εγκλωβισμένη στη στασιμότητα, χωρίς προοπτικές εξέλιξης. Ενώ, από τη μία, προσφέρει ακαδημαϊκό έργο αιχμής, από την άλλη δεν της παρέχεται το ηθικό κίνητρο προς τούτο. Με αφοσίωση και με παραμερισμό των προσωπικών στόχων έως τώρα, με τις καθημερινές και επίπονες θυσίες που η επίτευξη της ακαδημαϊκότητας προϋποθέτει, πολλοί διδάκτορες ΕΔΙΠ διαπρέπουν στη διεθνή έρευνα, παρέχοντας συγχρόνως σημαντικό σε ποιότητα και ποσότητα διδακτικό έργο στην ελληνική Τριτοβάθμια. Συνθήκη που αποβαίνει ανασταλτική σε κάθε περιθώριο προόδου των Πανεπιστημίων, εφόσον ένα εξαιρετικό σε ποιότητα επιστημονικό προσωπικό παραμένει εγκλωβισμένο σε θέσεις χωρίς εξέλιξη (δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα να προσφέρει ακόμα παραπάνω), ενόσω η διδασκαλία και έρευνα στην τριτοβάθμια συνεχίζονται απαιτητικά και σε διαρκώς αυξανομένους και υψηλούς ρυθμούς. Όπως όλοι γνωρίζουν, σε κανένα τομέα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δεν συμβαίνει αυτό, επομένως πρόκειται περί μιας σημαντικής ασυμμετρίας, μιας επώδυνης στρέβλωσης, που πλήττει τόσο ηθικά όσο και λειτουργικά τα πανεπιστημιακά μας ιδρύματα, καθόσον παροτρύνει, διόλου εμμέσως, έναν από τους άριστα καταρτισμένους κλάδους της χώρας μας στην «ακινητοποίησή» του (με όλα τα δεινά που ως συγκείμενο τούτο υποδηλώνει, δηλαδή την αδιαφορία και την παρακμή ενόψει της απουσίας κάθε πραγματιστικού όπως και ηθικού κινήτρου). Οι διδάκτορες ΕΔΙΠ άλλο δεν επιζητούν παρά τη θεσμική αναγνώριση στο έργο που ΗΔΗ ΕΠΙΤΕΛΟΥΝ. Οφείλουμε μάλιστα να παρατηρήσουμε πως θα ήταν αφελής και εκτός πραγματικότητας η άποψη ότι η δυνατότητα εξέλιξης των διδακτόρων ΕΔΙΠ σε θέσεις μελών ΔΕΠ, θα ανέκοπτε το δρόμο πρόσληψης άλλων επιστημόνων, οι οποίοι δεν εργάζονται στα πανεπιστήμια σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Τούτο διότι καμία νέα προκήρυξη μελών Δ.Ε.Π. στα πανεπιστήμια δεν επηρεάζεται, αφού αυτές είναι αυστηρά περιορισμένες, λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να αγνοείται μία πραγματικότητα η οποία καταδεικνύεται, διόλου φειδωλά, από τα στατιστικά στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση τόσο των Πανεπιστημίων όσο και του Υπουργείου: στις προκηρύξεις νέων θέσεων, και ενόψει της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, τα μέλη ΕΔΙΠ δεν προτιμώνται, παρά τα (συχνότατα) κατά πολύ επικρατέστερα βιογραφικά τους, διότι τα Τμήματα επιθυμούν να προσθέσουν ένα επιπλέον μέλος στους αφημαγμένους από επιστημονικό προσωπικό χώρους τους. Σημαντικό είναι επίσης να γίνει αντιληπτό πως όταν ένα τμήμα διαθέτει κάποιον Ε.ΔΙ.Π. ο οποίος καλύπτει ένα γνωστικό αντικείμενο, αναθέτοντάς του (εάν πρόκειται για Ε.ΔΙ.Π.) αυτοδύναμη διδασκαλία, δεν υπάρχει λόγος να προκηρύξει εκ νέου τη θέση σ’ αυτό, αλλά σε άλλο γνωστικό αντικείμενο που θα έχει ανάγκη το εκάστοτε τμήμα τη δεδομένη στιγμή. Κατά συνέπεια, πέραν της πρακτικά κλειστής προς τα μέλη ΕΔΙΠ πρόσβασης σε θέσεις που περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ακαδημαϊκής εξέλιξης (γεγονός που αποτελεί μια ούτε ηθική ούτε ακαδημαϊκά ορθή πρακτική) σε καμία περίπτωση η εξέλιξη των μελών ΕΔΙΠ δεν επιφέρει δυσχέρειες στην πρόσληψη άλλων, νέων μελών ΔΕΠ, τα οποία εισέρχονται στην Τριτοβάθμια με το άνοιγμα πιστώσεων. Έχουμε δώσει ιδιαίτερη έμφαση, και το πράττουμε ξανά, στο γεγονός πως η συγκεκριμένη πρακτική δεν συνιστά μόνο αήθη παγίδευση ενός άριστου επιστημονικού προσωπικού στη στασιμότητα αλλά και απόρριψη των ελπίδων, των προσδοκιών και των δυνατοτήτων του, με άλλα λόγια στην ηθική απαξίωση και στην επαγγελματική καταβαράθρωσή του. Μία ρύθμιση που θα επιτρέπει στους διδάκτορες Ε.ΔΙ.Π. να εξελιχθούν στη βαθμίδα του Λέκτορα, θα καλύψει κενά των μελών Δ.Ε.Π., που ούτως ή άλλως, λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων του κράτους, δεν μπορούν να καλυφθούν με νέες προσλήψεις. Όπως τονίσαμε, είναι ανυπόστατος ο «φόβος» κάποιων ότι με αυτή τη ρύθμιση θα στερηθεί το πανεπιστήμιο νέους επιστήμονες. Το αντίθετο θα συμβεί, αφού εφόσον δοθεί η δυνατότητα στα μέλη Ε.ΔΙ.Π. να εξελιχθούν σε λέκτορες, θα αποδεσμευτούν θέσεις μελών Δ.Ε.Π. και σε έτερα γνωστικά αντικείμενα που έχουν ανάγκη τα τμήματα. Οι νέες θέσεις μελών Δ.Ε.Π., με νέες πιστώσεις, δεν θα μειωθούν, με την έλευση αυτής της απαραίτητης ρύθμισης. Αντιθέτως, θα καταπολεμηθεί η διαβρωτική και εντελώς ανορθολογική απίσχναση των πανεπιστημίων μας, ιδιαίτερα από μέλη ΔΕΠ κατώτερων βαθμίδων (λέκτορες –επίκουροι), γεγονός που καταλογίζει στην τρέχουσα πραγματικότητα κάθε ορθόφρων ακαδημαϊκός νους. Όπως καθίσταται πρόδηλο, το αίτημα απέχει μακράν από το να είναι συντεχνιακό. Τουναντίον, αποτελεί αμιγώς ζήτημα ακαδημαϊκής τάξης και ορθής πανεπιστημιακής λειτουργίας, και μάλιστα με ιδιαίτερα σοβαρές νομικές παραμέτρους που άπτονται και των συνταγματικών επιταγών της ισότητας και της αναλογικότητας, ειδικότερα μάλιστα μετά τη «συλλήβδην τακτοποίηση» των διδασκόντων στα ΤΕΙ (για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση εκείνων, που δεν τοποθετούνται με την ίδια ευαισθησία στην απόφαση του Υπουργείου για την αυτόματη εξέλιξη -χωρίς κρίση- των πρώην καθηγητών εφαρμογών των Τ.Ε.Ι. σε λέκτορες εφαρμογών και, μόλις αποκτήσουν διδακτορικό, σε λέκτορες). Μία ρύθμιση, για τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που θα τους παρέχει τη δυνατότητα να κριθούν στα επόμενα στάδια, θα ενισχύσει τα υποστελεχωμένα ελληνικά πανεπιστήμια που θα έχουν αξιοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, το παρόν διδακτικό και επιστημονικό τους προσωπικό. Το ζήτημα αυτό αποτελεί τελικά άσκηση ρεαλισμού για όλους τους εμπλεκόμενους: τα Α.Ε.Ι. έχουν ανάγκη από νέα μέλη Δ.Ε.Π., των οποίων, όμως, οι θέσεις δεν είναι εύκολο να καλυφθούν, εξαιτίας της αναλογίας προσλήψεων/συνταξιοδοτήσεων. Η εξέλιξη των διδακτόρων Ε.ΔΙ.Π. στη βαθμίδα τουλάχιστον του λέκτορα (τα διδακτικά καθήκοντα του οποίου ήδη ασκούν, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία) και με ανοιχτή διαδικασία στις επόμενες βαθμίδες, θα λειτουργήσει προς όφελος όλων και προς ζημία ουδενός. Παροτρύνουμε σθεναρά την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου να μας δώσει το δικαίωμα, να ενταχθούμε, στις περιπτώσεις εκείνες όπου πληρούνται τα τυπικά από το νόμο προσόντα, στη βαθμίδα του λέκτορα, με δεδομένο ότι έχει υπάρξει ήδη νομοθετική ρύθμιση για την εξέλιξη των καθηγητών εφαρμογών των Τ.Ε.Ι. σε λέκτορες (με πολύ ευνοϊκότερους όρους μάλιστα, συγκριτικά με τη δυνατότητα εξέλιξης). Ελπίζουμε πως τα μέλη διδακτόρων ΕΔΙΠ δεν θα τύχουν καθυστέρησης ενός νομοθετήματος που θα πρέπει πλέον να έλθει με επείγουσα μορφή, αλλά ούτε θα καταστούν αντικείμενα πολιτικού εμπαιγμού. Κάτι τέτοιο δεν θα προσέθετε μόνο στον ανορθολογισμό της παρούσας κατάστασης αλλά θα αποτελούσε και μείζον ζήτημα ηθικής τάξης. Προσδοκούμε πως το Υπουργείο θα τείνει, τάχιστα, ευήκοα τα ώτα στις επί της ουσίας ομονοούσες πλέον διατυπώσεις και επισημάνσεις της ΠΟΣΔΕΠ και των ΕΔΙΠ οι οποίοι συναινούν αποφασιστικά στο ζήτημα της εξέλιξης. Είναι μια ιστορική στιγμή για τα Πανεπιστήμιά μας και η δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΕΔΙΠ αποτελεί αποκλειστικά θέμα πολιτικής βούλησης, χωρίς δημοσιονομική επιβάρυνση για το κράτος, χωρίς καταπάτηση δικαίου. Ο καιρός είναι παραπάνω από ώριμος. Και οι διδάκτορες ΕΔΙΠ είναι εδώ, για να δώσουν νέα ώθηση και πνοή στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, από τις θέσεις των λεκτόρων με δυνατότητα εξέλιξής τους. ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΔΑΚΤΟΡΩΝ ΕΔΙΠ