• Σχόλιο του χρήστη 'Ομοσπονδία Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος (ΟΜ.Σ.Ι.Ε.) - Πρόεδρος Χάρης Συμεωνίδης' | 4 Μαρτίου 2026, 21:22

    Η Ομοσπονδία Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος (ΟΜ.Σ.Ι.Ε.), στο πλαίσιο της θεσμικής της αποστολής ως αντιπροσωπευτικού οργάνου του κλάδου των ιεροψαλτών, συμμετέχει στη δημόσια διαβούλευση επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού με αίσθημα ευθύνης και με γνώμονα την προάσπιση της ιεροψαλτικής τέχνης και παιδείας. Η Ομοσπονδία είχε επανειλημμένως και αρμοδίως επισημάνει, με παρεμβάσεις και τεκμηριωμένες προτάσεις της, την απολύτως αναγκαία διαβάθμιση των μουσικών σπουδών και, ιδίως, της βυζαντινής μουσικής – ψαλτικής τέχνης, ως βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της θεσμικής κατοχύρωσης του ιεροψαλτικού λειτουργήματος. Η ιεροψαλτική τέχνη συνιστά θεμελιώδη πυλώνα της ελληνικής μουσικής παραδόσεως και έχει αναγνωρισθεί ως στοιχείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (UNESCO ICH 2019), γεγονός που επιβάλλει την ουσιαστική της θωράκιση μέσω ενός σαφούς και αναβαθμισμένου εκπαιδευτικού και επαγγελματικού πλαισίου. Ήδη κατά την περίοδο 2022–2023, στο πλαίσιο της ψήφισης των νόμων περί Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και του Κλαδολογίου/Προσοντολογίου των Δημοσίων Υπαλλήλων, η Ομοσπονδία μας είχε εκθέσει αναλυτικά τους προβληματισμούς και τα διαχρονικά αιτήματα του κλάδου για δίκαιη και ισότιμη επαγγελματική αναγνώριση των τίτλων σπουδών και για τη θεσμοθέτηση αντικειμενικών και σαφώς προσδιορισμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν πλήρως κατοχυρωθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, με την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, καθώς και την οριστική ρύθμιση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των ιδιωτικών μουσικών ιδρυμάτων, με τη μετονομασία των Μουσικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Μ.Ε.Ι.) σε Ανώτερες Σχολές Μουσικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.Μ.Ε.) και την υπαγωγή της εποπτείας τους στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, με την κατάταξή τους των τίτλων σπουδών των αποφοίτων τους στο επίπεδο πέντε (5) του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, καθώς και τη σύνδεση της ανώτερης μουσικής εκπαίδευσης με την ανώτατη εκπαίδευση μέσω της θεσμοθέτησης ακαδημαϊκών διαδρόμων για τους αποφοίτους των Α.Σ.Μ.Ε., ικανοποιούνται πάγια και θεμελιώδη αιτήματα της Ομοσπονδίας, αποκαθίσταται μια διαχρονική εκκρεμότητα της Πολιτείας έναντι της μουσικής και ιδίως της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και διαμορφώνεται ένα σαφές και αναβαθμισμένο θεσμικό πλαίσιο. Η Ομοσπονδία Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος εκφράζει την ιδιαίτερη ικανοποίηση και ευαρέσκειά της για τις ανωτέρω ρυθμίσεις, οι οποίες ενισχύουν ουσιωδώς την ιεροψαλτική παιδεία και διασφαλίζουν τη θεσμική και ακαδημαϊκή της προοπτική. Ωστόσο, υπάρχουν σημεία του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου που χρήζουν αποσαφηνίσεων, τροποποιήσεων και συμπληρώσεων. Αναγράφεται: «α) σε Τμήματα ή Μονοτμηματικές Σχολές Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) του ίδιου καλλιτεχνικού αντικειμένου με τον τίτλο αποφοίτησής τους μετά από αίτησή τους, σε ποσοστό έως δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του αριθμού των εισακτέων: αα) στο πέμπτο (5ο) εξάμηνο, εφόσον είναι κάτοχοι Πτυχίου και αβ) στο έβδομο (7ο) εξάμηνο εφόσον είναι κάτοχοι Διπλώματος» Βάσει των ανωτέρω προβλέψεων του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, δεν καθορίζονται με σαφήνεια τα αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια βάσει των οποίων οι κάτοχοι Πτυχίου θα εισάγονται στο πέμπτο (5ο) εξάμηνο και οι κάτοχοι Διπλώματος στο έβδομο (7ο) εξάμηνο Τμημάτων ή Μονοτμηματικών Σχολών Α.Ε.Ι. του ιδίου καλλιτεχνικού αντικειμένου. Η έλλειψη ρητής πρόβλεψης ως προς τη διαδικασία επιλογής δημιουργεί ερμηνευτική ασάφεια και δυνητικές ανισότητες κατά την εφαρμογή της ρύθμισης. Περαιτέρω, το προβλεπόμενο ποσοστό έως δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του αριθμού των εισακτέων κρίνεται ιδιαιτέρως περιορισμένο, ιδίως κατά την αρχική περίοδο εφαρμογής του μέτρου, κατά την οποία αναμένεται αυξημένο ενδιαφέρον από σημαντικό αριθμό ήδη κατόχων Πτυχίων και Διπλωμάτων για ένταξη στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ως εκ τούτου, το ποσοστό αυτό θα πρέπει να επανεξετασθεί και να αυξηθεί, τουλάχιστον μεταβατικά, ώστε να καταστεί ουσιαστικά λειτουργική η διάταξη και να μη ματαιωθεί ο σκοπός της θεσμοθέτησης ακαδημαϊκών διαδρόμων. Είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν ρητώς τα κριτήρια προτεραιότητας μεταξύ των υποψηφίων: θα προβλέπεται σύστημα μοριοδότησης βάσει τίτλων, βαθμολογίας, προϋπηρεσίας και καλλιτεχνικής δραστηριότητας ή άλλη διαδικασία αξιολόγησης (π.χ. κατατακτήριες εξετάσεις ή ειδική δοκιμασία); Η απουσία συγκεκριμένου και διαφανούς μηχανισμού επιλογής υπονομεύει την αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας, η οποία οφείλει να διέπει κάθε διαδικασία πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Κρίνεται επίσης, απολύτως αναγκαίο να προβλεφθεί ρητή και σαφής μεταβατική διάταξη για το ήδη υπηρετούν προσωπικό των υφισταμένων Ωδείων, τα οποία με το νέο θεσμικό πλαίσιο θα μετονομασθούν σε Ανώτερες Σχολές Μουσικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.Μ.Ε.). Ειδικότερα, πρέπει να διασφαλισθεί ότι η προϋπηρεσία του διδακτικού προσωπικού θα ληφθεί πλήρως υπόψη, τόσο ως προς τη συνέχιση της υπηρεσιακής του σχέσης όσο και ως προς τη μισθολογική και βαθμολογική του εξέλιξη. Παράλληλα, οφείλει να αναγνωρισθεί θεσμικά και η καλλιτεχνική τους διαδρομή, ιδίως η πολυετής παρουσία στα ιερά αναλόγια των Ιερών Ναών, καθώς και η χοραρχική και σολιστική τους δράση στο πλαίσιο βυζαντινών χορωδιών, ως ουσιώδες και αντικειμενικά αποτιμητό στοιχείο επαγγελματικής επάρκειας και προσφοράς. Περαιτέρω, πρέπει να διασφαλισθεί ότι η μετάβαση στο νέο καθεστώς δεν θα επιφέρει απομείωση δικαιωμάτων, αβεβαιότητα ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση ή αποκλεισμό έμπειρων και καταξιωμένων λειτουργών της βυζαντινής μουσικής από το αναβαθμισμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Αντιθέτως, η μεταρρύθμιση οφείλει να εδράζεται στην αρχή της συνέχειας της διοίκησης, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της αξιοκρατικής αναγνώρισης της πραγματικής διδακτικής και καλλιτεχνικής εμπειρίας. Μόνον υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις θα διασφαλισθεί ότι η αναβάθμιση της ανώτερης μουσικής εκπαίδευσης θα αποτελέσει πράγματι πράξη θεσμικής ενίσχυσης της ιεροψαλτικής τέχνης και όχι αιτία απορρύθμισης ή αδικίας εις βάρος των ήδη υπηρετούντων λειτουργών της.