Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ Θέματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (άρθρα 86-92)Σχόλιο του χρήστη Γιάννης Ι. Δικηγόρος | 5 Μαρτίου 2026, 17:12
|
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
ΜΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΩΝ Δρ ΕΔΙΠ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Επί προτεινόμενης νομοθετικής διάταξης για την ακαδημαϊκή εξέλιξη του προσωπικού Ε.ΔΙ.Π. Α. Προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση : «1. Τα μόνιμα μέλη Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. τα οποία πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις εκλογής στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή δύνανται να ζητήσουν την ένταξή τους σε μόνιμη θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν κρίσης τους από το αρμόδιο Εκλεκτορικό Σώμα, το οποίο επιλαμβάνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 6 του άρθρου 19 του ν. 4009/2011 κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη. Για την κρίση τους λαμβάνονται υπόψη οι προϋποθέσεις που τίθενται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου. 2. Η αίτηση δύναται να υποβληθεί είτε στο Τμήμα ή τη Σχολή που υπηρετούν είτε σε άλλο Τμήμα ή Σχολή του ίδιου Α.Ε.Ι. Μετά την ένταξή τους στη βαθμίδα του μονίμου Επικούρου Καθηγητή, η περαιτέρω εξέλιξή τους γίνεται με βάση την κείμενη νομοθεσία. 3. Σε περίπτωση θετικής κρίσης τους, η ένταξή τους στη βαθμίδα του μονίμου Επικούρου Καθηγητή γίνεται είτε σε κενές οργανικές θέσεις, είτε με μεταφορά των οργανικών τους θέσεων». Προτεινόμενη Εισηγητική Έκθεση : «Με την προτεινόμενη διάταξη νόμου παρέχεται το δικαίωμα στα υπηρετούντα μόνιμα μέλη Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. που συγκεντρώνουν αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά ακαδημαϊκά προσόντα, να κριθούν για την ένταξή τους σε θέσεις μονίμων Επικούρων Καθηγητών στο Τμήμα ή Σχολή που υπηρετούν είτε σε άλλο Τμήμα ή Σχολή του ίδιου Α.Ε.Ι. Με τον τρόπο αυτόν δίνεται η προοπτική ακαδημαϊκής εξέλιξης σε μόνιμο προσωπικό του πανεπιστημίου, εγνωσμένου κύρους και εμβέλειας σε διεθνές επίπεδο, με αναγνωρισμένες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και αυτοδύναμο διδακτικό έργο παρασχεθέν σε πανεπιστημιακά Ιδρύματα, το οποίο στήριξε όλα αυτά τα χρόνια και στηρίζει το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα, δίνεται η δυνατότητα στα Α.Ε.Ι. να προσθέσουν στο ήδη υφιστάμενο διδακτικό τους προσωπικό μόνιμα μέλη Δ.Ε.Π. μέσα από σύντομη διαδικασία, δίχως να απαιτείται η προκήρυξη σχετικής θέσης ενώ με την κρίση από το αρμόδιο Εκλεκτορικό Σώμα επί τη βάση των αυστηρών κριτηρίων που έχουν ήδη τεθεί από την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του νόμου 4009/2011, όπως ισχύει, διασφαλίζεται το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο των εξελισσομένων στη θέση του Επικούρου.» Κατόπιν των ανωτέρω, τίθεται το ζήτημα της συμβατότητας της εν λόγω ρύθμισης με το Σύνταγμα και συγκεκριμένα με το άρθρο 16 αυτού. Β.Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο: Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος : «1. H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. H ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα. 2. H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. Ειδικός νόμος ορίζει όσα αφορούν τους φοιτητικούς συλλόγους και τη συμμετοχή των σπουδαστών σ` αυτούς. 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. 7. H επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Κράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές. 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ` αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται. [...]». Ακόμη, με το άρθρο 4, παρ. 2 και 3 του ν. 4485/2017 ορίστηκε πως: «2. Στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής αποστολής τους, τα Α.Ε.Ι. παρέχουν ποιοτική και ολοκληρωμένη εκπαίδευση, σύμφωνα με τις τάσεις της σύγχρονης επιστήμης, της τεχνολογίας και των τεχνών, καθώς και της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής. Στο πλαίσιο αυτό, τα Τ.Ε.Ι. εστιάζουν στις εφαρμογές των σύγχρονων επιστημών, της τεχνολογίας και των τεχνών συνδυάζοντας την ανάπτυξη του κατάλληλου θεωρητικού υποβάθρου σπουδών με την υψηλού επιπέδου εργαστηριακή και πρακτική άσκηση. 3. Για την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα Ιδρύματα οργανώνονται και λειτουργούν με κανόνες και πρακτικές που διασφαλίζουν την τήρηση και προάσπιση ιδίως των αρχών: α) της ελευθερίας στην έρευνα και τη διδασκαλία, β) της ερευνητικής και επιστημονικής δεοντολογίας, γ) της ποιότητας της εκπαίδευσης, δ) της ποιότητας των υπηρεσιών τους, της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας στη διαχείριση του προσωπικού, των πόρων και των υποδομών τους, ε) της διαφάνειας στο σύνολο των δραστηριοτήτων τους, στ) της αμεροληψίας των οργάνων τους κατά την άσκηση του έργου τους και κατά τη λήψη ατομικών και συλλογικών αποφάσεων, ζ) της αξιοκρατίας στην επιλογή και εξέλιξη του προσωπικού τους, η) της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των φύλων και του σεβασμού κάθε διαφορετικότητας.». Όπως ορίζεται στο άρθρο 2, περίπτ. ια του ν. 4485/2017: «Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, νοούνται ως: ια) «μέλη Δ.Ε.Π.»: το Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό των Α.Ε.Ι. το οποίο αποτελείται από καθηγητές πρώτης βαθμίδας, αναπληρωτές καθηγητές, επίκουρους καθηγητές και υπηρετούντες λέκτορες. Ως υπηρετούντες λέκτορες νοούνται οι υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου λέκτορες Πανεπιστημίων και καθηγητές εφαρμογών Τ.Ε.Ι.. Η αρχαιότητα μέλους Δ.Ε.Π. ανά βαθμίδα προσδιορίζεται με βάση την ημερομηνία δημοσίευσης της πράξης διορισμού στην οικεία βαθμίδα μέλους Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι.». Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 29, παρ. 1 έως και 6 του ν. 4009/2011: «1. α) Τα μέλη της κατηγορίας του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) επιτελούν εργαστηριακό -εφαρμοσμένο Διδακτικό έργο στα Α.Ε.Ι., το οποίο συνίσταται κατά κύριο λόγο στη διεξαγωγή εργαστηριακών και κλινικών ασκήσεων, καθώς επίσης και στη διεξαγωγή πρακτικών ασκήσεων στα πεδία εφαρμογής των οικείων επιστημών. Στους κατόχους διδακτορικού διπλώματος, είτε στα μέλη της καταληκτικής Βαθμίδας μπορεί να ανατίθεται διδακτικό έργο, διδασκαλία μαθημάτων εμβάθυνσης σε μικρές ομάδες φοιτητών υπό την εποπτεία των Καθηγητών της σχολής και δύνανται να συμμετέχουν στην επίβλεψη πτυχιακών ή άλλων εργασιών. β) Οι θέσεις του προσωπικού αυτού ανήκουν στο Ίδρυμα και κατανέμονται με απόφαση της Συγκλήτου στα Τμήματα, στις Σχολές ή στο Ίδρυμα, ύστερα από εισήγηση του Πρύτανη ή των Κοσμητόρων ή των Προέδρων Τμημάτων. Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος, οι θέσεις των μελών Ε.ΔΙ.Π. μπορούν να κατανέμονται στους Τομείς σύμφωνα με το γνωστικό τους αντικείμενο. γ) Τυπικά προσόντα για το διορισμό σε θέσεις αυτής της κατηγορίας προσωπικού Α.Ε.Ι. είναι πτυχίο Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι., σχετικό με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης και συναφής μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών. δ) Τα μέλη του Ε.ΔΙ.Π. μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια, ή μονάδες εγκατεστημένες σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ή των Α.Ε.Ι., και να αμείβονται από την εκτέλεση του κλινικού αυτού έργου το οποίο δεν παρεμποδίζει τα διδακτικά τους καθήκοντα. […] 3Α. Με απόφαση της Συνέλευσης του οικείου Τμήματος μπορεί να ανατίθεται στα μέλη της κατηγορίας Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. αυτοδύναμο διδακτικό έργο. Αν οι θέσεις του προσωπικού αυτού ανήκουν στη Σχολή ή στο Ίδρυμα, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής ή τη Σύγκλητο, αντίστοιχα. 4. Ο διορισμός σε θέσεις των κατηγοριών των προηγουμένων παραγράφων γίνεται με προκήρυξη των θέσεων και επιλογή των υποψηφίων από τη Συνέλευση του Τμήματος ή της Σχολής ή τη Σύγκλητο, ανάλογα με την ακαδημαϊκή μονάδα στην οποία ανήκει η θέση. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την προκήρυξη των θέσεων αυτών, καθώς και η διαδικασία επιλογής και περιοδικής αξιολόγησης του ανωτέρω προσωπικού ρυθμίζονται από τον Οργανισμό του ιδρύματος και μέχρι τη δημοσίευσή του με κανονιστική απόφαση της Συγκλήτου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για την έκδοση της απόφασης και τη διαδικασία επιλογής λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 147/2009 (Α` 189). […]. 5. Ο Διορισμός σε θέσεις προσωπικού των ανωτέρω κατηγοριών γίνεται με πράξη του πρύτανη, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Οργανισμό του ιδρύματος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθορίζονται η βαθμολογική και μισθολογική κατάσταση και εξέλιξη των μελών των ανωτέρω κατηγοριών προσωπικού και ρυθμίζονται τα σχετικά με την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση αυτών, όπως μονιμοποίηση, μετατάξεις, αποσπάσεις, η χορήγηση εκπαιδευτικών και λοιπών αδειών, και κάθε άλλο θέμα που αφορά τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτών.» Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 76, παρ. 2 του ν.4485/2017 : «Με απόφαση της Συνέλευσης του οικείου Τμήματος μπορεί να ανατίθεται στα μέλη της κατηγορίας Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. αυτοδύναμο διδακτικό έργο. Αν οι θέσεις του προσωπικού αυτού ανήκουν στη Σχολή ή στο Ίδρυμα, η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής ή τη Σύγκλητο, αντίστοιχα.». Επίσης, με το άρθρο 31 του ν. 4009/2011 ορίστηκε πως : «Το Διδακτικό έργο κατανέμεται σε εξαμηνιαία μαθήματα. Ως Διδακτικό έργο θεωρείται: α) η αυτοτελής διδασκαλία ενός μαθήματος, β) η αυτοτελής διδασκαλία μαθημάτων εμβάθυνσης σε μικρές ομάδες φοιτητών, γ) οι εργαστηριακές και κλινικές ασκήσεις και η εν γένει πρακτική εξάσκηση των φοιτητών, δ) η επίβλεψη εργασιών ή διπλωματικών εργασιών και ε) η οργάνωση σεμιναρίων ή άλλων ανάλογων δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην εμπέδωση των γνώσεων των φοιτητών.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 4009/2011 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4521/2018 και ισχύει: «1.α) Προϋπόθεση για εκλογή σε θέση καθηγητή όλων των βαθμίδων είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος, καθώς και η συνάφεια αυτού του εν γένει ερευνητικού, επιστημονικού, διδακτικού, κλινικού ή καλλιτεχνικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης. Η προϋπόθεση κατοχής διδακτορικού διπλώματος για κατάληψη θέσης καθηγητή δεν ισχύει προκειμένου περί γνωστικού αντικειμένου εξαιρετικής και αδιαμφισβήτητης ιδιαιτερότητας, για τα οποία δεν είναι δυνατή ή συνήθης η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής κατά τους κανόνες της οικείας τέχνης ή επιστήμης (de lege artis). […] β) Για τα προσόντα εκλογής των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ισχύουν, επιπλέον της περίπτωσης α τα εξής: αα) Για την εκλογή σε θέση Επίκουρου Καθηγητή απαιτούνται: i) Τρία (3) έτη τουλάχιστον: ή αυτοδύναμης διδασκαλίας μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο γνωστικό αντικείμενο του Τομέα σε Α.Ε.Ι. ή ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού ή αναγνωρισμένου επαγγελματικού έργου ανάλογου επιπέδου σε σχετικό επιστημονικό πεδίο ή εργασίας σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της χώρας ή της αλλοδαπής ή συμμετοχής με αμοιβή σε οργανωμένα ερευνητικά προγράμματα. Το χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών μπορεί να κατανέμεται συνδυαστικά στις ανωτέρω δραστηριότητες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι αντίστοιχες με το επιστημονικό επίπεδο και συναφείς με το γνωστικό πεδίο της θέσης που προκηρύσσεται. ii) Πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά αναγνωρισμένου κύρους, αυτοδύναμες ή σε συνεργασία με άλλους ερευνητές ή πρωτότυπη επιστημονική μονογραφία, εξαιρουμένων των αυτοεκδόσεων ή συνδυασμός των παραπάνω. Για την εκλογή θα συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό έργο του υποψηφίου θεμελιώνει προοπτικές ακαδημαϊκής εξέλιξής του. […] δδ) Όπου προβλέπονται αυτοδύναμες δημοσιεύσεις, νοούνται και οι δημοσιεύσεις στις οποίες ο υποψήφιος είναι ο κύριος ερευνητής ή ερευνητής σε δημοσίευση όπου δεν συμμετέχει ο επιβλέπων της διδακτορικής του διατριβής. γ) Οι Καθηγητές και οι υπηρετούντες Λέκτορες δύνανται να υποβάλλουν αίτηση εξέλιξης στην επόμενη βαθμίδα με τη συμπλήρωση τριετούς υπηρεσίας από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης του Πρύτανη για το διορισμό τους στη βαθμίδα που υπηρετούν κατά το χρόνο της αίτησής τους. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη μονιμοποίηση των επί θητεία υπηρετούντων Λεκτόρων και Επίκουρων Καθηγητών. Οι μόνιμοι Λέκτορες και οι μόνιμοι Επίκουροι Καθηγητές μπορούν να υποβάλουν αίτηση εξέλιξης στην επόμενη βαθμίδα οποτεδήποτε μετά τη δημοσίευση της πράξης μονιμοποίησής τους, διατηρώντας τη μονιμότητά τους και υπό την προϋπόθεση της συμπλήρωσης τριετούς υπηρεσίας στη βαθμίδα στην οποία υπηρετούν κατά το χρόνο της αίτησης. Το γνωστικό αντικείμενο της θέσης καθορίζεται στην προκήρυξη, σύμφωνα με την αίτηση του υποψηφίου που ζητά την εξέλιξη, σε συνδυασμό με το γνωστικό του αντικείμενο και το συνολικό επιστημονικό και ερευνητικό του έργο και τις ανάγκες του Τμήματος. δ) Η κρίση για εξέλιξη ή εκλογή μελών Δ.Ε.Π. βασίζεται στο συνολικό διδακτικό έργο των κρινομένων, στη συνολική τους επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα, με έμφαση στη διεθνή τους παρουσία, ικανό μέρος των οποίων πρέπει να έχει συντελεστεί τα τελευταία πέντε (5) έτη από την υποβολή της αίτησης για εξέλιξη ή εκλογή. Επίσης, συνεκτιμώνται ιδιαίτερα κατά την κρίση για κατάληψη θέσης Δ.Ε.Π. το ήθος, η προσωπικότητα του υποψηφίου και η κοινωνική του προσφορά.[…]». Στις παραγράφους 2 – 7 του ίδιου άρθρου περιγράφεται αναλυτικά η ακολουθητέα διαδικασία, το όργανο και η συγκρότηση αυτού για την εκλογή, εξέλιξη και μονιμοποίηση μέλους Δ.Ε.Π. Γ. Όπως γίνεται δεκτό, ο πυρήνας του οργανωτικού σχήματος των Α.Ε.Ι. κωδικοποιείται στο ελληνικό Σύνταγμα ως «νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση», έννοια διάφορη αυτής της αυτονομίας. Ως εκ τούτου, οι οργανισμοί λειτουργίας των Α.Ε.Ι. δεν θεσπίζονται από τα ίδια, αλλά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της νομοθετικής λειτουργίας ενόψει και των εκάστοτε ισχυουσών στα πανεπιστήμια συνθηκών, ώστε να μπορούν αυτά να ανταποκριθούν στις εξελισσόμενες επιστημονικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, με σκοπό την ικανοποίηση των σύγχρονων και πολυεπίπεδων στόχων του Πανεπιστημίου (βλ. ΣτΕ 519-24/2015). Έτσι, τα Πανεπιστήμια μπορούν να διαχειρίζονται αυτοτελώς τις υποθέσεις τους, στα πλαίσια, όμως, των νομοθετικών κανόνων δικαίου. Περαιτέρω, πλήρης αυτοδιοίκηση σημαίνει ότι τα Α.Ε.Ι. έχουν δικαίωμα να διαχειρίζονται αυτοτελώς τις υποθέσεις τους, όπως είναι η εκλογή των νέων μελών Δ.Ε.Π. και η προαγωγή των παλαιότερων, καθώς και τις οικονομικές, επιστημονικές, πειθαρχικές υποθέσεις των μελών Δ.Ε.Π. και του λοιπού προσωπικού τους. Άλλωστε έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 1747/2019, 1812/1983), ότι στην έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης περιλαμβάνεται και το δικαίωμα διορισμού και πρόσληψης του ιδίου προσωπικού. Τέλος, η έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης έχει ως περιεχόμενό τον αποκλεισμό κάθε μορφής κρατική παρέμβαση σε θέματα εκλογής νέων μελών. Ακόμη, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία (βλ. ενδ.137/2020 και ΣτΕ 96/2013) η κατά το άρθρο 16 παράγραφο 5 του Συντάγματος θέσπιση της πλήρους αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι. εξυπηρετεί το επιτελούμενο σ’ αυτά και κατοχυρωμένο στο άρθρο 16 του Συντάγματος έργο της προαγωγής και μετάδοσης της επιστήμης και της έρευνας. Για το λόγο αυτό στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου περιέχονται ειδικές διατάξεις για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. οι οποίοι είναι δημόσιοι λειτουργοί, απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας και δεν μπορούν να παυθούν παρά μόνον ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, ενώ προβλέπεται ρητώς ότι κατά το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό ασκεί δημόσιο λειτούργημα. Εξάλλου, στα Α.Ε.Ι. υπηρετούν, πλην των μελών του διδακτικού προσωπικού που είναι δημόσιοι λειτουργοί και διοικητικοί υπάλληλοι, των οποίων το υπηρεσιακό καθεστώς δεν ρυθμίζεται από το άρθρο 16 του Συντάγματος αλλά από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως και των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Από τα ανωτέρω παρέπεται πως τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του διδακτικού προσωπικού πρέπει να είναι πρόσφορα και κατάλληλα για να διασφαλίσουν το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο που τα ίδια τα Πανεπιστήμια οφείλουν να διαθέτουν κατ’ άρθρο 16 του Συντάγματος. Από τη συνδυαστική εξέταση των κανόνων δικαίου που αναπτύχθηκαν, όπως αυτοί έχουν τύχει ερμηνείας από τη θεωρία και τη νομολογία, προκύπτει ότι βασικές παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της συμφωνίας της προτεινόμενης ρύθμισης με το Σύνταγμα είναι αφενός η πλήρης αυτοδιοίκηση των Α.Ε.Ι. και η διασφάλιση υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου του διδακτικού τους προσωπικού. Ι. Ως προς την αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων. Με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται ουσιαστικά μία εσωτερική - κλειστή διαδικασία εξέλιξης ήδη μονίμου προσωπικού των Πανεπιστημίων (των μελών Ε.ΔΙ.Π.), οι οποίοι κατά την είσοδό τους είχαν ελεγχθεί για τα ουσιαστικά τους προσόντα μέσα από ανοικτές, διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 103 του Συντάγματος. Κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν καθιερώνει οριζόντια την εξέλιξη όλων των μελών Ε.ΔΙ.Π., αλλά προβλέπεται ειδική διαδικασία αξιολόγησής τους από το αρμόδιο όργανο του εκάστοτε Πανεπιστημίου, επί τη βάση αυστηρών κριτηρίων, ίδιων με τις προϋποθέσεις που ήδη έχει θέσει ο κοινός Νομοθέτης για την εκλογή νέου μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Συνεπώς, δεν επιβάλλεται με τη διαδικασία αυτή στο Πανεπιστήμιο να προσλάβει νέο μέλος Δ.Ε.Π., απλά δίνεται η δυνατότητα σε ήδη υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. να εκκινήσουν κατόπιν αιτήσεώς τους τη διαδικασία εξέλιξής τους, η οποία σε κάθε περίπτωση θα υλοποιηθεί εξολοκλήρου από το Πανεπιστήμιο εφόσον υφίσταται η σχετική ανάγκη και μόνο εάν ο υποψήφιος κριθεί θετικά από το αρμόδιο όργανο αυτού. Άλλωστε, δεν πρόκειται για εκλογή νέου μέλους Δ.Ε.Π., ώστε να απαιτείται προκήρυξη θέσης και κάλυψής της με ανοικτή διαδικασία, αλλά για εξέλιξη ήδη υπηρετούντος προσωπικού του Πανεπιστημίου, στο οποίο είχε ήδη ανατεθεί αυτοδύναμο διδακτικό έργο και το οποίο ήδη καλύπτει μία υφιστάμενη ανάγκη σε διδακτικό προσωπικό. Το γεγονός, δε, ότι προβλέπεται η δυνατότητα μεταφοράς της οργανικής θέσης και μετατροπής αυτής στην αντίστοιχη θέση Επίκουρου Καθηγητή συνεπάγεται και απαλλαγή από την υποχρέωση για τυχόν έγκριση της Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ. 33/2006. ΙΙ. Ως προς την ανάγκη διασφάλισης υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου του διδακτικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση η εξέλιξη των Ε.ΔΙ.Π. θα λάβει χώρα μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις (κατοχή διδακτορικού τίτλου σπουδών και συνάφεια αυτού του εν γένει ερευνητικού, επιστημονικού και διδακτικού έργου με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης) και επί τη βάση των κριτηρίων που ήδη έχουν τεθεί για την εκλογή μέλους Δ.Ε.Π. στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του νόμου 4009/2011, γεγονός που διασφαλίζει το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο των εξελισσόμενων. ΙΙΙ. Άλλωστε αντίστοιχες διαδικασίες εξέλιξης μονίμων μελών Ε.Ε.ΔΙ.Π. σε μέλη Δ.Ε.Π. (στη βαθμίδα του Λέκτορα) είχαν προβλεφθεί και με παλαιότερα νομοθετήματα. Ειδικότερα, με το άρθρο 3, παρ. 1 του ν. 2517/1997 ορίστηκε πως : «1. Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υπηρετούντες μόνιμοι Βοηθοί, Επιστημονικοί Συνεργάτες, Επιμελητές οι οποίοι έχουν ή θα αποκτήσουν διδακτορικό, υπηρετούν τουλάχιστον επί επταετία στο Α.Ε.Ι., καλύπτουν γνωστικά αντικείμενα που ανήκουν σε τομείς Τμημάτων και πληρούν τις προϋποθέσεις εκλογής στη βαθμίδα του Λέκτορα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1268/1982, όπως τροποποιήθηκε με το εδάφιο α` της παρ. 6 του άρθρου 79 του ν. 1566/1985, έχουν δικαίωμα εντός αποκλειστικής προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, να ζητήσουν μία φορά την ένταξή τους μετά από κρίση στη βαθμίδα του Λέκτορα […]. Σε περίπτωση θετικής κρίσης ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του παρόντος περί Λεκτόρων, διατηρώντας τη μονιμότητά του. Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης ο ενδιαφερόμενος παραμένει στη θέση που κατέχει και δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει εκ νέου την ένταξή του στη βαθμίδα του Λέκτορα.» Αντίστοιχη πρόβλεψη περιλαμβανόταν και στο άρθρο 3 παρ. 23 ν. 3027/2002, σύμφωνα με το οποίο : «23. Οι μόνιμοι Βοηθοί, Επιστημονικοί Συνεργάτες και Επιμελητές, καθώς και τα μόνιμα μέλη Ε.Ε.ΔΙ.Π. Πανεπιστημίων, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2517/1997 και υπηρετούν, και στις δύο περιπτώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν μία φορά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, την ένταξή τους, μετά από κρίση, στη βαθμίδα του Λέκτορα. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2517/1997.». Πρόσφατα μάλιστα, προβλέφθηκε με το άρθρο 78 παρ. 6 του ν. 4009/2011, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει, πως : «Οι μόνιμοι Καθηγητές Εφαρμογών που έχουν διδακτορικό δίπλωμα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την εξέλιξη τους στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή, με τις προϋποθέσεις και τις προθεσμίες που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, διατηρώντας τη μονιμότητα τους στη βαθμίδα αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3. Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης για την εξέλιξη τους, οι θέσεις τους μετατρέπονται αυτοδικαίως σε προσωποπαγείς θέσεις μόνιμων καθηγητών εφαρμογών, τις οποίες και καταλαμβάνουν. β) Οι θέσεις των μόνιμων καθηγητών εφαρμογών χωρίς διδακτορικό δίπλωμα που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μετατρέπονται αυτοδικαίως σε προσωποπαγείς θέσεις μόνιμων καθηγητών εφαρμογών τις οποίες και καταλαμβάνουν.Οι κάτοχοι τους μπορούν, εφόσον αποκτήσουν διδακτορικό δίπλωμα μέχρι «31.12.2022» , να ζητήσουν την εξέλιξη τους στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή μέχρι δύο φορές, διατηρώντας τη μονιμότητα τους στη βαθμίδα αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3. Για τη διευκόλυνση στην απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος μπορεί να τους χορηγείται, ύστερα από αίτηση τους, ειδική επιστημονική άδεια, διάρκειας έως δύο ετών.». Δ.Ενόψει των όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, δεν προκύπτει πρόδηλη αντίθεση της προτεινόμενης διάταξης στο Σύνταγμα.