• Σχόλιο του χρήστη 'ΕΔΙΠ' | 6 Μαρτίου 2026, 23:50

    Τα μέλη ΕΔΙΠ που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο αποτελούν αναπόσπαστο και ιδιαιτέρως πολύτιμο τμήμα του ακαδημαϊκού δυναμικού των ελληνικών ΑΕΙ. Σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων διαθέτουν αξιόλογο και διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και ερευνητικό έργο, πολυετή παρουσία στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, καθώς και ουσιαστική και συστηματική προσφορά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Παράλληλα, καλύπτουν επί μακρόν πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες, ασκώντας αυτοδύναμο διδακτικό έργο σε γνωστικά αντικείμενα κρίσιμα για την εύρυθμη λειτουργία Τμημάτων και Σχολών. Υπό τα δεδομένα αυτά, η πρόβλεψη δυνατότητας εξέλιξής τους δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε απόκλιση από τη θεσμική τάξη, αλλά αναγκαία πράξη ορθολογικής αξιοποίησης του ήδη υπηρετούντος ανθρώπινου δυναμικού των ΑΕΙ. Η σχετική ρύθμιση θα ενίσχυε άμεσα τον αριθμό των διδασκόντων χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση και χωρίς μεταβολή στον προγραμματισμό νέων θέσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά Πανεπιστήμια εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα υποστελέχωσης. Στο πλαίσιο αυτό, θα συνέβαλλε και στη βελτίωση του ιδιαίτερα δυσμενούς δείκτη αναλογίας μελών ΔΕΠ προς φοιτητές, με άμεσες θετικές συνέπειες στην ποιότητα σπουδών, στην ακαδημαϊκή υποστήριξη των φοιτητών και στη συνολική λειτουργία των Ιδρυμάτων. Περαιτέρω, μια τέτοια θεσμική παρέμβαση θα συνέβαλλε στην άρση μιας διαχρονικής δυσλειτουργίας του ελληνικού πανεπιστημίου, δηλαδή της ύπαρξης διδασκόντων δύο ταχυτήτων. Δεν είναι θεσμικά εύλογο προσωπικό με υψηλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με αποδεδειγμένο διδακτικό και ερευνητικό έργο, και με πραγματική συμβολή στην ακαδημαϊκή αποστολή των Ιδρυμάτων, να παραμένει χωρίς ουσιαστική δυνατότητα εξέλιξης. Η διατήρηση αυτής της κατάστασης δεν συνάδει ούτε με την αρχή της αξιοκρατίας ούτε με την αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε με τις απαιτήσεις της χρηστής διοίκησης. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάσταση της επαγγελματικής προοπτικής. Η πλήρης απουσία δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης για επιστήμονες που βρίσκονται σε μια εξαιρετικά παραγωγική φάση της διαδρομής τους, έχοντας μάλιστα συχνά δεκαετίες ενεργού υπηρεσίας ακόμη μπροστά τους, λειτουργεί αποθαρρυντικά, αποδυναμώνει τα κίνητρα αριστείας και δύναται είτε να οδηγήσει στην αναζήτηση επαγγελματικής αναγνώρισης εκτός δημόσιου πανεπιστημίου, είτε να εντείνει συνθήκες στασιμότητας. Η εξέλιξη αυτή είναι προφανώς επιζήμια όχι μόνο για τα ίδια τα πρόσωπα, αλλά και για το πανεπιστημιακό σύστημα συνολικά, καθώς στερεί από τα ΑΕΙ τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν στο μέγιστο βαθμό ένα ήδη διαθέσιμο, έμπειρο και αποδεδειγμένα παραγωγικό επιστημονικό δυναμικό. Είναι αυτονόητο ότι η όποια δυνατότητα ένταξης σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή δεν μπορεί να είναι αυτοδίκαιη, αλλά οφείλει να στηρίζεται σε αυστηρή και ουσιαστική κρίση, με εφαρμογή ακαδημαϊκών κριτηρίων αντίστοιχων προς εκείνα που ισχύουν για την εκλογή στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Το επιστημονικό έργο, η διδακτική εμπειρία, η συνάφεια του γνωστικού αντικειμένου, η ερευνητική δραστηριότητα και η συνολική πανεπιστημιακή προσφορά πρέπει να αξιολογούνται από τα αρμόδια όργανα των Ιδρυμάτων κατά τρόπο πλήρως αξιοκρατικό. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, το ήδη υπηρετούν προσωπικό διαθέτει προσόντα που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της εισαγωγικής βαθμίδας, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη θεσμικής πρόβλεψης οδού εξέλιξης. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν στερείται νομοθετικού προηγουμένου. Αντιθέτως, αντίστοιχες ρυθμίσεις έχουν εφαρμοστεί και στο παρελθόν, επιτρέποντας την ένταξη υπηρετούντων διδασκόντων στην εισαγωγική βαθμίδα των μελών ΔΕΠ, με σκοπό την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών των Πανεπιστημίων. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι Ν. 1268/1982, Ν. 2517/1997 και Ν. 3027/2002, διατάξεις που αξιοποιήθηκαν από σημαντικό αριθμό πανεπιστημιακών διδασκόντων, οι οποίοι προσέφεραν και προσφέρουν ουσιωδώς στην ανάπτυξη της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Κατά συνέπεια, η θεσμοθέτηση αντίστοιχης δυνατότητας για τα μέλη ΕΕΠ και ΕΔΙΠ κατόχους διδακτορικού δεν συνιστά αποσπασματική παρέμβαση, αλλά εύλογη συνέχεια μιας ήδη διαμορφωμένης νομοθετικής πρακτικής. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, καθίσταται αναγκαία η θεσμική πρόβλεψη δυνατότητας ακαδημαϊκής εξέλιξης των μελών ΕΕΠ και ΕΔΙΠ κατόχων διδακτορικού σε μόνιμη προσωποπαγή θέση Επίκουρου Καθηγητή κατόπιν κρίσης, με όρους αξιοκρατίας, ακαδημαϊκής επάρκειας και θεσμικής διαφάνειας. Μια τέτοια ρύθμιση θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες των Πανεπιστημίων, θα ενίσχυε την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης, θα απέδιδε θεσμική αναγνώριση στο ήδη παραγόμενο έργο και θα υπηρετούσε, εν τέλει, το δημόσιο συμφέρον.