Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ Θέματα φοιτητικής μέριμνας (άρθρα 32-35)Σχόλιο του χρήστη Αναστασία Μούζουλα | 9 Μαρτίου 2026, 09:33
|
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Στο υπό εξέταση σχέδιο νόμου και στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του άρθρου 10 επισημαίνεται ότι “η Σχολή δεν λειτουργεί ως κλειστό σύστημα καλλιτεχνικών σπουδών με στεγανά, αλλά ως ανώτατο ίδρυμα που επιτρέπει θεσμικές διαδρομές πρόσβασης και ακαδημαϊκής κινητικότητας για ήδη πτυχιούχους.” Σε αντίφαση της ανωτέρω αρχής, η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόσβασης σε ανώτατο επίπεδο (6 ΕΠΠ) που περιγράφεται στο αρ. 35 του σχεδίου νόμου, φαίνεται να εξαρτάται από έμμεσες διαδικασίες κατάταξης ή επανεισαγωγής, δημιουργώντας έναν αβέβαιο και συχνά δυσανάλογο δρόμο ακαδημαϊκής συνέχειας, χωρίς να διασφαλίζεται στην πράξη και με ισοδύναμο τρόπο η απαιτούμενη καλλιτεχνική επάρκεια για την οποία γίνεται λόγος. Η προσέγγιση αυτή αποκλίνει από τις αρχές που διέπουν τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης (European Higher Education Area), στον οποίο συμμετέχει η Ελλάδα μέσω της διαδικασίας της Μπολόνια (Bologna Process) από το 1999, και ο οποίος βασίζεται στη διαδοχική διάρθρωση κύκλων σπουδών και στη διασφάλιση της ακαδημαϊκής κινητικότητας. Ειδικότερα, τα συμμετέχοντα κράτη, μεταξύ των οποίων είναι η Ελλάδα, κλήθηκαν να προχωρήσουν (α) σε μια καινοτόμο και χωρίς αποκλεισμούς προσέγγιση της μάθησης και της διδασκαλίας, (β) σε ολοκληρωμένη και διακρατική συνεργασία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην έρευνα και στην καινοτομία, (γ) στην εξασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος μέσω της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αντίθετα, παρατηρείται το εξής: Επιβεβαιώνεται και από την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του άρθρου 23 ότι αναγνωρίζεται η διάκριση που απορρέει από το άρθρο 16 παρ. 7 του Συντάγματος μεταξύ των αποφοίτων των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και εκείνων της δευτεροβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η διάκριση αυτή, συμπληρώνεται στην ανάλυση, δεν είναι νέα, καθώς ήδη με το θεσμικό πλαίσιο του ν. 1158/1981 (Α’ 127) οι καλλιτεχνικές σχολές χαρακτηρίστηκαν ως «ανώτερες» και εντάχθηκαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υπό κρατική εποπτεία. Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο νόμου θέτει ως τυπικό προσόν διορισμού ή πρόσληψης την κατοχή πτυχίου ή διπλώματος Ανώτερης Σχολής Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης. Επισημαίνεται ότι οι τίτλοι αυτοί παρέχουν ανώτερη τριτοβάθμια καλλιτεχνική εκπαίδευση και προβλέπεται έτσι η ενιαία υπηρεσιακή και μισθολογική μεταχείριση του προσωπικού της νέας κατηγορίας θέσεων Κ.Ε., με αναλογική εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για την κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζονται μετέπειτα ακαδημαϊκά δικαιώματα που αναγνωρίζονται στην αντίστοιχη κατηγορία: στο άρθρο 5 παρ. 13 όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 2916/2001 (ΦΕΚ 114/Α/11-6-2001) ορίζεται ότι το πτυχίο που χορηγείται από Τμήματα Τ.Ε.Ι. αποτελεί βασικό τίτλο σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών σε ελληνικά και αλλοδαπά πανεπιστήμια. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως διαμορφώθηκε με τον ίδιο νόμο, όρισε ρητά ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: τον πανεπιστημιακό τομέα, στον οποίο ανήκουν τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, και τον τεχνολογικό τομέα, στον οποίο ανήκαν τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδεικνύεται ένα θεσμικό κενό ως προς τη θέση των αποφοίτων των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης στο σύστημα ακαδημαϊκής εξέλιξης. Η κατηγορία ΚΕ, όπως προτείνεται, προσεγγίζει λειτουργικά την κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, χωρίς να συνοδεύεται ούτε από τα ήδη κεκτημένα και συνακόλουθα δικαιώματα της ίδιας κατηγορίας (επίπεδο 5). Η παρουσίαση της κατάταξης των ΚΕ στο επίπεδο αυτό ως ουσιαστική θεσμική αναβάθμιση δεν αντανακλά την πραγματική φύση και ένταση των καλλιτεχνικών σπουδών, αλλά απλώς μεριμνά για τη θέση των καλλιτεχνικών σπουδών που λησμονήθηκε στον ν. 2916/2001. Με την ίδρυση της ΑΣΠΤ, όπως αναφέρεται στο εν λόγω σχέδιο νόμου, δημιουργείται ένα μονοπάτι προς την αναγνώριση των ΚΕ σε ανώτατο επίπεδο (επίπεδο 6), χωρίς όμως να διασφαλίζεται η καθολική πρόσβαση όλων των αποφοίτων στα επόμενα ακαδημαϊκά επίπεδα και στα αντίστοιχα δικαιώματα. Αντίθετα, μόνο όσοι καταφέρουν μέσω των -υπό αδιευκρίνιστη διαδικασία- κατατακτήριων εξετάσεων να εισαχθούν στην ΑΣΠΤ θα εξασφαλίσουν τη δυνατότητα υποβολή αίτησης σε προγράμματα κατάρτισης, δικαίωμα που, αν τηρούνταν η ευρωπαϊκή συμφωνία, θα είχαν με μόνη την χορήγηση του τίτλου σπουδών από οποιαδήποτε ΑΣΚΕ. Με τις αποφάσεις 1941-1942/2025 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η παράλειψη πρόβλεψης στο Προσοντολόγιο (ΠΔ 85/2022) ειδικής κατηγορίας για τους κατόχους τίτλων σπουδών των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, μεταξύ της κατηγορίας ΔΕ και ΤΕ ή ΠΕ, όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης αυτών στο Δημόσιο, παραβιάζει τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η διαπίστωση αυτή της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι τυπική ή αποσπασματική, αλλά συνδέεται άμεσα με την πραγματική φύση και το επίπεδο των σπουδών που παρέχονται από τις Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και κατοχυρώνεται με σαφήνεια στο σχέδιο του νέου νόμου με τίτλο «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις». Οι σχολές αυτές παρέχουν οργανωμένο και εντατικό πρόγραμμα τριετούς διάρκειας, το οποίο περιλαμβάνει από πέντε έως έντεκα ώρες ημερησίως και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα γνωστικών και πρακτικών αντικειμένων και συνδυάζει τη βασική εκπαίδευση στην υποκριτική και τον αυτοσχεδιασμό με την καλλιέργεια του προφορικού λόγου (ορθοφωνία), την κίνηση και τον χορό, καθώς και ευρύτερες μορφές σωματικής και φωνητικής εκπαίδευσης. Παρά το εύρος και την ένταση αυτής της εκπαίδευσης, η θεσμική μεταχείριση των τίτλων αυτών ΔΕΝ παρέχει όμως, ούτε μέσω του νέου νόμου, σαφή και άμεση δυνατότητα συνέχισης σπουδών σε επίπεδο περαιτέρω εξειδίκευσης. Αναλυτικά, ιδρύεται η Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών προκειμένου οι επιτυχόντες να υπάγονται στην κατηγορία επιπέδου 6, και, επί της ουσίας, να αναγνωρίζονται ως πτυχιούχοι μόνο αν κατορθώσουν να ανωτατοποιηθούν. Ωστόσο, βάσει της ιδιαίτερης φύσης των καλλιτεχνικών σπουδών, το δικαίωμα αυτό θα άρμοζε να το έχουν όλοι οι σπουδαστές από μόνη την ανώτερη -ολοκληρωμένη και πιστοποιημένη από το κράτος- τριετή τους φοίτηση.