Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ Θέματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (άρθρα 86-92)Σχόλιο του χρήστη Πρωτοβουλία διδακτόρων ΕΔΙΠ | 9 Μαρτίου 2026, 21:58
|
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Αξιότιμοι/ες, Κύριοι/Κυρίες Υποστηρίζουμε σθεναρά μια νομοθετική ρύθμιση για την μετατροπή θέσεων ΕΔΙΠ σε θέσεις ΔΕΠ μετά από κρίση και βάσει του σκεπτικού που έχει ήδη τεθεί στη διαβούλευση από πολλούς συναδέλφους ΕΔΙΠ καθώς και βάσει της απόφασης Συνεδρίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΕΔΙΠ (ΠΟΣΕΕΔΙΠ) σχετικά με το ζήτημα αυτό: «Τα υπηρετούντα μέλη Ε.ΔΙ.Π. που διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, δύνανται να ενταχθούν, με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση εισαγωγικής βαθμίδας Δ.Ε.Π. (λέκτορα ή μόνιμου επίκουρου), μετά από κρίση. Σε περίπτωση θετικής κρίσης το υπηρεσιακό καθεστώς και οι δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης των ενταχθέντων καθορίζονται από τα ισχύοντα για τα υπηρετούντα μόνιμα με προσωποπαγή θέση μέλη Δ.Ε.Π εισαγωγικής βαθμίδας (Λέκτορες ή Επίκουροι). Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης, η/ο υποψήφια/ος διατηρεί τη θέση την οποία κατείχε, δύναται δε να υποβάλλει εκ νέου αίτηση σε προσωποπαγή θέση ως άνω μετά την παρέλευση τουλάχιστον 2 ετών από την προηγούμενη αρνητική κρίση.» Σε ό,τι αφορά το ζήτημα επιπρόσθετων κριτηρίων όμως, έχει εκφραστεί έντονος προβληματισμός από μεγάλη μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας και συναδέλφων σχετικά με την πιθανότητα θέσπισης κριτηρίου δεκαετούς παραμονής στη βαθμίδα Α ή άλλου συναφούς χρονικού κριτηρίου/περιορισμού. Ένα τέτοιο κριτήριο θα λειτουργούσε ως τυπικό και αποκλειστικό χρονικό φίλτρο, το οποίο δεν αποτιμά ορθά την επιστημονική παραγωγή, τη διδακτική επάρκεια ή τη συμμετοχή στην ερευνητική και ακαδημαϊκή λειτουργία των Ιδρυμάτων. Η αρχή της αξιοκρατίας, ως θεμελιώδης αρχή της πανεπιστημιακής οργάνωσης, επιβάλλει η δυνατότητα εξέλιξης να βασίζεται σε ουσιαστικά και μετρήσιμα ακαδημαϊκά κριτήρια και όχι αποκλειστικά στην πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Το ακαδημαϊκό σύστημα χρειάζεται επίσης τη δυναμική, την προοπτική και τη δημιουργικότητα και των έμπειρων μεν, νεότερων δε συναδέλφων, οι οποίοι έχουν μπροστά τους χρονικό ορίζοντα προσφοράς στην έρευνα και τη διδασκαλία. Επιπλέον, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η διαδικασία που προτείνεται δεν συνιστά αυτοδίκαιη μετατροπή θέσεων, αλλά διαδικασία ακαδημαϊκής κρίσης. Η ενδεχόμενη εκλογή σε θέση ΔΕΠ πραγματοποιείται μέσω των συνήθων διαδικασιών εκλεκτορικού σώματος, στο οποίο απαιτείται θετική ψήφος σημαντικού αριθμού μελών ΔΕΠ για την εκλογή. Κατά συνέπεια, η ποιότητα και η καταλληλότητα των υποψηφίων διασφαλίζονται ήδη μέσω των υφιστάμενων ακαδημαϊκών μηχανισμών αξιολόγησης. Εξάλλου αξίζει να σημειωθεί ότι και στο παρελθόν όταν η ελληνική νομοθεσία είχε προβλέψει διαδικασίες ένταξης εργαστηριακού προσωπικού σε θέσεις ΔΕΠ (νόμοι 1268/1982 (άρθρο 31), 2517/1997 (άρθρο 3) και 3027/2002 (άρθρο 3, παρ. 23) οι νόμοι αυτοί προέβλεπαν τη δυνατότητα ένταξης βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων που απαιτούνταν για τα μέλη ΔΕΠ κατά τον χρόνο εφαρμογής τους, χωρίς την εισαγωγή διοικητικού τύπου χρονικών περιορισμών ως προληπτικών φίλτρων συμμετοχής στη διαδικασία. Συμπερασματικά, υπό το πρίσμα αυτό, η εισαγωγή μιας αυθαίρετης διοικητικού ή χρονικού χαρακτήρα πρόσθετης προϋπόθεσης θα δημιουργούσε εκ των πραγμάτων εκτεταμένο αίσθημα άνισης μεταχείρισης σε σημαντικό τμήμα της ακαδημαϊκής κοινότητας, χωρίς να προκύπτει σαφές θεσμικό ή λειτουργικό όφελος για το πανεπιστημιακό σύστημα. Αντίθετα, η υιοθέτηση ουσιαστικών ακαδημαϊκών κριτηρίων αξιολόγησης θα μπορούσε να διασφαλίσει τόσο την ποιότητα όσο και τη θεσμική ισονομία στο πλαίσιο μιας τέτοιας ρύθμισης.