• Σχόλιο του χρήστη 'ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ' | 6 Ιανουαρίου 2026, 19:56

    Η συζήτηση για την κατάργηση των σχολικών επιτροπών και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους στους δήμους παρουσιάζεται ως μια διοικητική μεταρρύθμιση που θα απλοποιήσει διαδικασίες και θα εξορθολογήσει τη λειτουργία των σχολείων. Ωστόσο, πίσω από τους γενικούς όρους και τις καλές προθέσεις, υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος που αξίζει να ακουστεί, ιδιαίτερα από όσους εργάζονται καθημερινά μέσα στις σχολικές μονάδες και γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις ανάγκες τους. Το σχολείο δεν είναι μια αφηρημένη δομή. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο. Κάθε μέρα προκύπτουν ανάγκες μικρές και μεγάλες, τεχνικές, παιδαγωγικές, λειτουργικές. Η ύπαρξη των σχολικών επιτροπών, με όλα τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους, εξασφάλιζε μέχρι σήμερα ένα βασικό πλεονέκτημα: την εγγύτητα στη σχολική πραγματικότητα και τη σχετική ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων. Ιδιαίτερα για τα ειδικά σχολεία, ο κίνδυνος είναι πολλαπλάσιος. Οι ανάγκες τους δεν μπορούν να περιμένουν. Δεν πρόκειται μόνο για χαρτί, μελάνια ή θέρμανση, αλλά για εξοπλισμό απολύτως απαραίτητο για την καθαριότητα, την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την εκπαίδευση των μαθητών. Όταν ένα βοήθημα λείπει, όταν ένας χώρος δεν είναι κατάλληλος, όταν ένα πρόβλημα καθυστερεί να λυθεί, η συνέπεια δεν είναι απλώς διοικητική· είναι παιδαγωγική και ανθρώπινη. Η πλήρης εξάρτηση των σχολείων από τον κεντρικό μηχανισμό του δήμου ενέχει τον κίνδυνο της γραφειοκρατίας και των καθυστερήσεων. Οι δήμοι καλούνται να διαχειριστούν δεκάδες υπηρεσίες και ανάγκες, με περιορισμένο προσωπικό και συχνά χωρίς εξειδίκευση στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της εκπαίδευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το σχολείο κινδυνεύει να χάσει τη φωνή του και να μετατραπεί σε έναν ακόμα φάκελο σε μια μακρά λίστα προτεραιοτήτων. Υπάρχει επίσης ο φόβος της άνισης μεταχείρισης. Όταν η άμεση διαχείριση απομακρύνεται από το σχολείο, η καθημερινή λειτουργία του μπορεί να εξαρτάται από τις διαθέσεις, τις προτεραιότητες ή ακόμη και τις πολιτικές ισορροπίες της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Κανένα σχολείο, και πολύ περισσότερο κανένα ειδικό σχολείο, δεν θα έπρεπε να αισθάνεται όμηρος ενός τέτοιου συστήματος. Η συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν χρειάζονται αλλαγές. Χρειάζονται. Το ερώτημα είναι πώς γίνονται αυτές οι αλλαγές και με ποιες ασφαλιστικές δικλίδες. Αν δεν διασφαλιστεί θεσμικά η άμεση κάλυψη των αναγκών των σχολείων, αν δεν προβλεφθούν μηχανισμοί ταχύτητας, αυτονομίας και ουσιαστικής συμμετοχής της σχολικής κοινότητας, τότε ο κίνδυνος είναι να πληρώσουν το τίμημα οι πιο ευάλωτοι. Τα σχολεία δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν να μπορούν να λειτουργούν. Και αυτό, ειδικά στην εκπαίδευση, δεν μπορεί να περιμένει.