• Σχόλιο του χρήστη 'Μένιος Ιππουργός' | 23 Μαΐου 2026, 12:04

    Η βαθύτερη αδυναμία του Βιβλίου Πέμπτου δεν βρίσκεται τόσο στη θεσμική του αρχιτεκτονική, όσο στην πλήρη υποεκτίμηση του ανθρώπινου παράγοντα που καλείται να τη στηρίξει. Ο νομοθέτης φαίνεται να οικοδομεί ένα εξαιρετικά σύνθετο και υψηλής κανονιστικής πυκνότητας σύστημα εποπτείας επί των ΟΤΑ, χωρίς όμως να απαντά στο θεμελιώδες διοικητικό ερώτημα: «ποιοι ακριβώς θα το λειτουργήσουν;». Εδώ εντοπίζεται μία από τις πιο κρίσιμες αντιφάσεις του σχεδίου νόμου. Από τη μία πλευρά, η Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας ΟΤΑ (ΥΓΕΝΟΤΑ) και οι Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας ΟΤΑ (ΑΥΕ ΟΤΑ) αποκτούν εξαιρετικά εκτεταμένες και θεσμικά βαρύνουσες αρμοδιότητες όπως 1) να ελέγχουν τη νομιμότητα πράξεων των δήμων, των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο (άρα να επηρεάζουν άμεσα τα έννομα αποτελέσματα των διοικητικών τους πράξεων και δη τις αποφάσεις τους) και 2) να ενεργοποιούν πειθαρχικές διαδικασίες και έτσι να δύνανται, εμμέσως ή αμέσως, να οδηγήσουν ακόμη και σε αργία, παύση ή έκπτωση (απομάκρυνση) αιρετών οργάνων που φέρουν άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση. Πρόκειται δηλαδή για έναν μηχανισμό με εξαιρετικά υψηλή θεσμική ισχύ, ο οποίος στην πραγματικότητα θα λειτουργεί ως ο τελικός εγγυητής της νομιμότητας της τοπικής εξουσίας σε όλη τη χώρα. Κι όμως, παρά τη βαρύτητα αυτών των αρμοδιοτήτων, το σχέδιο νόμου εμφανίζει εντυπωσιακή αοριστία ως προς το σημαντικότερο διοικητικό κεφάλαιο κάθε θεσμού, το ανθρώπινο δυναμικό. Ο νομοθέτης χρησιμοποιεί διατυπώσεις περί «υψηλού επιπέδου επιστημονικής κατάρτισης», «εξειδικευμένης γνώσης», «ικανότητας ανταπόκρισης στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης», χωρίς όμως να θεσπίζει ένα συνεκτικό και δεσμευτικό πλαίσιο προσέλκυσης, επιλογής, αξιολόγησης και διατήρησης τέτοιου προσωπικού. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί είναι μία τεχνική έλλειψη. Είναι δομικό πρόβλημα δημόσιας διοίκησης. Διότι δεν μπορεί να οικοδομείται ένας θεσμός με χαρακτηριστικά ανεξάρτητης ελεγκτικής αρχής, διοικητικού δικαιοδοτικού μηχανισμού και πειθαρχικού οργάνου υψηλής ευθύνης, χωρίς να προβλέπεται τουλάχιστον αντίστοιχο καθεστώς στελέχωσης και υπηρεσιακής προστασίας αντίστοιχο εκείνων των υπηρεσιών που ασκούν συναφείς ελεγκτικές λειτουργίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν προβλέπεται ειδικό μισθολογικό καθεστώς, δεν θεσπίζονται επιδόματα ελέγχου ή θεσμικής ευθύνης, δεν προβλέπονται ουσιαστικά κίνητρα παραγωγικότητας, δεν εισάγονται αυξημένες εγγυήσεις υπηρεσιακής ανεξαρτησίας, ούτε ειδικά φίλτρα επιλογής προσωπικού με αυξημένες απαιτήσεις εμπειρίας στην αυτοδιοίκηση, στο διοικητικό δίκαιο ή στον δημοσιονομικό έλεγχο. Αντιθέτως, η εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι ο νομοθέτης θεωρεί περίπου αυτονόητο ότι ένα τόσο απαιτητικό σύστημα θα στελεχωθεί επαρκώς απλώς και μόνο λόγω της θεσμικής του αποστολής. Αυτό όμως αντιβαίνει σε κάθε βασική αρχή σύγχρονης διοικητικής επιστήμης. Οι θεσμοί δεν λειτουργούν επειδή έχουν ισχυρές αρμοδιότητες. Λειτουργούν όταν μπορούν να προσελκύσουν, να διατηρήσουν και να προστατεύσουν ανθρώπους υψηλής επαγγελματικής επάρκειας. Διαφορετικά, δημιουργείται ένα φαινόμενο που η διοικητική θεωρία περιγράφει ως «θεσμική ασυμμετρία μεταξύ κανονιστικής ισχύος και διοικητικής ικανότητας». Με μία γρήγορη ματιά στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς (ΕΣΣΚΔ) 2026 – 2030 (https://aead.gr/images/esskd/2026-2030/ΕΣΣΚΔ_2026-2030_Final_Draft_Διαβούλευση.pdf , ιδίως στις σελίδες 22-25, 29, 31, 38, 39, 91-92) είναι φανερό ότι η αυτοδιοίκηση έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε φαινόμενα διασπάθισης πόρων και διαφθοράς. Ποια στελέχη θα ελέγξουν αυτά τα φαινόμενα τα οποία απαιτούν αυξημένα προσόντα, κατάρτιση και εχέγγυα; Στελέχη με βασικό μισθό; Με απλά λόγια ο νόμος εμφανίζεται ισχυρός, αλλά ο μηχανισμός εφαρμογής του παραμένει αδύναμος και αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο στην περίπτωση της ΥΓΕΝΟΤΑ, διότι οι αρμοδιότητές της δεν είναι απλώς τεχνικές ή διεκπεραιωτικές. Είναι αρμοδιότητες που επηρεάζουν δημοκρατικά εκλεγμένες διοικήσεις, παρεμβαίνουν στην άσκηση τοπικής εξουσίας, επηρεάζουν αναπτυξιακές αποφάσεις, καθυστερούν ή επιταχύνουν έργα, επηρεάζουν την απορρόφηση πόρων και τελικά αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό σημαίνει ότι το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών θα βρίσκεται υπό τεράστια διοικητική πίεση, υπό πολιτική έκθεση, υπό αυξημένο νομικό κίνδυνο και υπό διαρκή φόρτο κρίσιμων αποφάσεων, χωρίς όμως να του παρέχεται αντίστοιχη θεσμική θωράκιση. Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι το σύστημα φαίνεται να υποτιμά τη γεωγραφική και χωρική διάσταση της διοικητικής πραγματικότητας της χώρας. Η εποπτεία 332 δήμων, 13 περιφερειών, εκατοντάδων νομικών προσώπων, χιλιάδων διοικητικών πράξεων και πολύπλοκων δημοσιονομικών και πειθαρχικών υποθέσεων απαιτεί τεράστια διοικητική ικανότητα και αντοχή. Ειδικά σε νησιωτικές, ορεινές, υποστελεχωμένες ή διοικητικά αδύναμες περιοχές, το σύστημα κινδυνεύει να δημιουργήσει καθυστερήσεις, υπερσυγκέντρωση φακέλων, άνιση εφαρμογή δικαίου και τελικά διοικητική ασφυξία με αποτέλεσμα το εξής παράδοξο. Ο νομοθέτης να επιδιώκει ενίσχυση της νομιμότητας, αλλά να παράγει στην πράξη αυξημένο διοικητικό μπλοκάρισμα. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι το νομοσχέδιο φαίνεται να αντιμετωπίζει τη στελέχωση ως δευτερεύον οργανωτικό ζήτημα και όχι ως πυρήνα της μεταρρύθμισης και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη θεωρητική του αδυναμία διότι η πραγματική μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση δεν είναι η παραγωγή νέων κανόνων. Είναι η παραγωγή διοικητικής ικανότητας. Εν τέλει, το Βιβλίο Πέμπτο περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια πώς θα ελέγχεται η αυτοδιοίκηση, ποιος θα έχει την αρμοδιότητα, ποιες θα είναι οι διαδικασίες, ποια θα είναι τα πειθαρχικά εργαλεία και ποιο θα είναι το ψηφιακό σύστημα εποπτείας. Δεν απαντά όμως με την ίδια σαφήνεια ποιοι άνθρωποι θα σηκώσουν αυτό το βάρος, με ποια κίνητρα, με ποια εργασιακή και επιστημονική υποστήριξη, με ποια θεσμική προστασία και με ποια διοικητική βιωσιμότητα. Αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό κενό ολόκληρης της μεταρρύθμισης διότι τελικά το νομοσχέδιο δείχνει πολύ καθαρά πώς «θα έπρεπε» να λειτουργεί το σύστημα αλλά πολύ λιγότερο πώς μπορεί πραγματικά να λειτουργήσει μέσα στις πραγματικές συνθήκες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.