Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (άρθρα 686-726)Σχόλιο του χρήστη Παρασκευή Μεσημέρη | 23 Μαΐου 2026, 18:34




Το πραγματικό εύρος του μηχανισμού ελέγχου νομιμότητας που εγκαθιδρύει το Βιβλίο 5 δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο από μία επιφανειακή ανάγνωση των άρθρων 689 και 690. Αντιθέτως, μόνο μέσα από τη συστηματική διασύνδεση των επιμέρους παραπομπών του Κώδικα αποκαλύπτεται η πραγματική θεσμική βαρύτητα και η διοικητική έκταση του νέου συστήματος εποπτείας. Τότε καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης δεν θεσπίζει έναν απλό ή περιορισμένο έλεγχο νομιμότητας, αλλά έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό συνεχούς διοικητικής επιτήρησης σχεδόν ολόκληρης της λειτουργίας των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων. Ο έλεγχος αυτός δεν περιορίζεται πλέον στις κλασικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, όπως συνέβαινε παραδοσιακά. Επεκτείνεται από διαπιστωτικές πράξεις έκπτωσης [άρ. 718, άρ. 42 παρ. 8, 10 & 11 (η οποία παρ. 11 απ’ ότι βλέπω ξεχάστηκε να αναφερθεί στο άρ. 718), άρ. 43 παρ. 6 & 7, άρ. 73 παρ. 3 & 7 (η οποία παρ. 7 απ’ ότι βλέπω ξεχάστηκε να αναφερθεί στο άρ. 43), άρ. 101 παρ. 3 (η οποία δεν βλέπω να αναφέρεται κάπου στο Μέρος Β), άρ. 281 παρ. 2], σε προ-ελέγχους (νομιμότητας) σε Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων (σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3584/2007), των περιφερειών (σύμφωνα με το άρθρο 241 του ν. 3852/2010) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του άρθρου 187 (εδώ ξεχάστηκε πιστεύω ο ΟΕΥ των ΔΕΥΑ, βλ. άρ. 257 παρ. 2, που είναι στα νομικά πρόσωπα του άρ. 188) και από τον έλεγχο νομιμότητας σε προϋπολογισμούς αναμορφώσεις (για πρώτη φορά γίνεται έλεγχος νομιμότητας σε αυτούς, ενώ μέχρι τώρα απλώς επικυρώνονταν) μέχρι τον ας τον πούμε κλασικό έλεγχο νομιμότητας όπως προβλέπεται σε ΟΛΕΣ τις υπόλοιπες διοικητικές πράξεις του άρθρου 689 [που δεν είναι και λίγες, έχει από συμβάσεις του ν. 4412/2016 και του ν. 4413/2016, πάρα πολλές κανονιστικές όπως αυτές απαριθμούνται στις περιπτώσεις β και γ του άρ. 689 παρ. 1, μέχρι για δάνεια και επιχορηγήσεις (εδώ νομίζω ξεχάστηκε να μπει και η απόφαση του άρ. 537 παρ. 4). Η ίδια η δομή των παραπομπών και των διασταυρούμενων αναφορών αποκαλύπτει μία ιδιαίτερα σύνθετη και όχι πάντοτε συνεκτική νομοτεχνική κατασκευή. Οι παραλείψεις που ήδη εντοπίζονται και μερικές αναφέρθηκαν δεν είναι αμελητέες τεχνικές λεπτομέρειες. Αντιθέτως, αποτελούν ενδείξεις της εξαιρετικής πολυπλοκότητας του οικοδομήματος που επιχειρεί να δημιουργήσει ο νομοθέτης. Άρα, ανακύπτει ένα κρίσιμο διοικητικό και πολιτειακό ερώτημα: Ποιοι ακριβώς θα ασκήσουν αυτόν τον έλεγχο; Διότι ο εκάστοτε ελεγκτής του νέου συστήματος δεν θα είναι ένας απλός διοικητικός υπάλληλος που διενεργεί τυπικούς ελέγχους νομιμότητας. Θα καλείται καθημερινά να ερμηνεύει σύνθετες διατάξεις διοικητικού δικαίου, να αξιολογεί δημοσιονομικές συνέπειες, να εξετάζει συμβάσεις υψηλής οικονομικής αξίας, να ‘παρεμβαίνει’ σε οργανωτικά ζητήματα δήμων και περιφερειών, να χειρίζεται κανονιστικές πράξεις αυξημένης πολυπλοκότητας, να αποφαίνεται επί ζητημάτων που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε έκπτωση ή αργία αιρετών οργάνων, και να λειτουργεί υπό ασφυκτικές προθεσμίες (και ενδεχομένως διαρκή πολιτική πίεση). Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης φαίνεται να απαιτεί από τον μηχανισμό εποπτείας ένα επίπεδο νομικής κατάρτισης, διοικητικής εμπειρίας, τεχνοκρατικής επάρκειας, θεσμικής ακεραιότητας, προσωπικής ανεξαρτησίας και δημοσιονομικής αντίληψης, που προσιδιάζει όχι σε μία κοινή διοικητική υπηρεσία, αλλά σε ανώτατο ελεγκτικό σώμα, εξειδικευμένη διοικητική αρχή ή ακόμη και σε θεσμό με χαρακτηριστικά διοικητικής δικαιοδοσίας. Και όμως, παρά αυτή την τεράστια θεσμική απαίτηση, το νομοσχέδιο δεν φαίνεται να οικοδομεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να υπάρξει αντίστοιχη διοικητική ικανότητα. Δεν προβλέπονται ειδικά φίλτρα επιλογής προσωπικού, αυξημένα κριτήρια εμπειρίας, ειδική πιστοποίηση γνώσεων, ουσιαστικά κίνητρα προσέλκυσης, ενισχυμένη υπηρεσιακή ανεξαρτησία, ούτε ένα θεσμικά κατοχυρωμένο καθεστώς υψηλής ευθύνης αντίστοιχο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται. Αυτό συνιστά μία τεράστια αδυναμία της μεταρρύθμισης διότι η ποιότητα ενός συστήματος εποπτείας δεν κρίνεται από το εύρος των αρμοδιοτήτων που περιγράφει ο νόμος, αλλά από την ποιότητα των ανθρώπων που θα κληθούν να τις ασκήσουν. Η ελληνική διοικητική ιστορία είναι γεμάτη από θεσμούς που απέτυχαν (όπως και η μεταρρύθμιση του ν. 3852/2010 και αυτή του ν. 4555/20 αναφορικά με τον Ελεγκτή νομιμότητας ή τον Επόπτη) όχι επειδή δεν είχαν αρμοδιότητες, αλλά επειδή δεν διέθεταν επαρκή στελέχωση, θεσμική προστασία, εξειδικευμένη γνώση, επιχειρησιακή υποστήριξη και πραγματική διοικητική αυτονομία. Υπό αυτή την έννοια, ο κίνδυνος που αναδύεται είναι ιδιαίτερα σοβαρός. Να δημιουργηθεί ένας υπερτροφικός μηχανισμός ελέγχου με εξαιρετικά διευρυμένες αρμοδιότητες αλλά χωρίς την αντίστοιχη διοικητική υποδομή για να λειτουργήσει με ποιότητα, ταχύτητα και αξιοπιστία. Τότε το σύστημα δεν θα παράγει ασφάλεια δικαίου αλλά καθυστερήσεις, συγκέντρωση φακέλων, αντιφατικές κρίσεις, διοικητική αβεβαιότητα και τελικά έναν αμυντικό και φοβικό τρόπο λειτουργίας τόσο των ελεγκτών όσο και των ίδιων των ΟΤΑ. Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι το νομοσχέδιο δείχνει να αντιμετωπίζει την υποστελέχωση ως ένα τεχνικό ή δευτερεύον ζήτημα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί τον πυρήνα της επιτυχίας ή της αποτυχίας ολόκληρης της μεταρρύθμισης. Διότι όταν ένα κράτος αυξάνει θεαματικά το εύρος του ελέγχου, πολλαπλασιάζει τα αντικείμενα εποπτείας, επεκτείνει τις ακυρωτικές και πειθαρχικές εξουσίες και ενισχύει τον ‘επιτήρηση’ της αυτοδιοίκησης, χωρίς να επενδύει αναλόγως στη στελέχωση, στην υπηρεσιακή θωράκιση και στην ποιοτική επιλογή προσωπικού, τότε δεν πραγματοποιεί ουσιαστική διοικητική μεταρρύθμιση αλλά απλώς μεταφέρει ένα ήδη προβληματικό και υπολειτουργικό μοντέλο σε ένα νέο οργανωτικό περίβλημα. Αυτό ακριβώς είναι ο μεγάλος κίνδυνος του Βιβλίου 5. Να παρουσιαστεί ως μεταρρύθμιση διοικητικής νομιμότητας, ενώ στην πράξη θα καταλήξει να αποτελεί μία απλή αλλαγή θεσμικής ταμπέλας σε έναν μηχανισμό που παραμένει υποστελεχωμένος, υπερφορτωμένος και διοικητικά εύθραυστος. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι η απαρίθμηση ή/και η αύξηση των ελέγχων. Είναι η δημιουργία ενός κράτους ικανού να ασκεί αυτούς τους ελέγχους με επάρκεια, συνέπεια, ανεξαρτησία, ταχύτητα και κυρίως με ανθρώπους που διαθέτουν το κύρος, τη γνώση και την ακεραιότητα που απαιτεί ένα τόσο κρίσιμο πεδίο δημόσιας εξουσίας.