ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  ΜΕΡΟΣ Β’ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  (άρθρα 686-726)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Β΄

 

Άρθρο 686

Σκοπός

Σκοπός του Μέρους Β’ του Βιβλίου Πέμπτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου άσκησης εποπτείας των δήμων και των περιφερειών, καθώς και των νομικών προσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., στις πράξεις και στα όργανα διοίκησής τους. Το πλαίσιο αυτό έχει ταυτόχρονα πολλαπλούς αποδέκτες, καθώς παρέχει όχι μόνο ένα απαραίτητο εργαλείο στα αιρετά όργανα διοίκησης για την νόμιμη άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, καθώς περιγράφει διεξοδικά το περιεχόμενο του ελέγχου νομιμότητας και τις διαδικασίες άσκησης του ελέγχου, αλλά παράλληλα αποτελεί οδηγό στα ελεγκτικά όργανα για την ορθή άσκηση του ελέγχου νομιμότητας και μέσο ενημέρωσης του διοικουμένου για τις δυνατότητες που έχει προς προάσπιση των συμφερόντων του. Το παρόν Μέρος επιπλέον, εξειδικεύοντας την επιταγή του Συντάγματος για την αμερόληπτη επιβολή πειθαρχικών ποινών και διοικητικών μέτρων στα αιρετά όργανα διοίκησης, διαμορφώνει ένα πλήρες πειθαρχικό δίκαιο και θεσμοθετεί ένα πειθαρχικό συμβούλιο που εξασφαλίζουν ορθή, δίκαιη και αντικειμενική εφαρμογή του νόμου.

 

Άρθρο 687

Αντικείμενο

Αντικείμενο του Μέρους Β’ του Βιβλίου Πέμπτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι η οριοθέτηση:

α) του περιεχομένου του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί η Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και των κατηγοριών πράξεων που υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας,

β) των προϋποθέσεων και της διαδικασίας άσκησης της ειδικής διοικητικής προσφυγής για τον έλεγχο νομιμότητας,

γ) των προϋποθέσεων της κατ’ εξαίρεση άσκησης αυτεπάγγελτου ελέγχου νομιμότητας για λόγους δημοσίου συμφέροντος,

δ) του θεσμικού πλαισίου αναζήτησης πειθαρχικής ευθύνης και επιβολής πειθαρχικών ποινών στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης,

ε) των περιπτώσεων και της διαδικασίας επιβολής των διοικητικών μέτρων της αργίας και της έκπτωσης και

στ) των περιπτώσεων και της διαδικασίας επιβολής της ποινής της παύσης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Άρθρο 688

Περιεχόμενο ελέγχου νομιμότητας

  1. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται σε εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των δήμων, των περιφερειών και των νομικών προσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επιφύλαξη των πράξεων του άρθρου 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο, οι οποίες ελέγχονται υποχρεωτικά ανεξαρτήτως της εκτελεστότητας των πράξεων.
  2. Κατά την άσκηση του ελέγχου νομιμότητας των πράξεων εξετάζονται:

α) Οι όροι της εξωτερικής νομιμότητας της πράξης, ως προς την αρμοδιότητα του οργάνου και τη διαδικασία έκδοσης της πράξης,

β) η εσωτερική νομιμότητα της πράξης, ως προς:

βα) τη συμμόρφωση με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, την ορθή νομική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε το όργανο για να εκδώσει την πράξη,

ββ) την πλήρη αιτιολογία, εφόσον απαιτείται,

βγ) την υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου, και

γ) την κατάχρηση εξουσίας.

  1. Ο έλεγχος νομιμότητας δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση του οργάνου, ούτε να υπεισέρχεται σε κρίσεις για τη σκοπιμότητά της ή να θίγει τη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των δήμων, των περιφερειών και των νομικών προσώπων αυτών.

 

Άρθρο 689

Κατηγορίες πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας

  1. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν αποκλειστικά οι ακόλουθες κατηγορίες πράξεων των δήμων και των περιφερειών, καθώς και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου του άρθρου 187, εφόσον αφορούν:

α) Στον προϋπολογισμό τους και τις αναμορφώσεις αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 370, περί ελέγχου του προϋπολογισμού, καθώς και την ισοσκέλιση των ανταποδοτικών υπηρεσιών των άρθρων 376, περί ισοσκέλισης των ανταποδοτικών υπηρεσιών και 377, περί ισοσκέλισης ανταποδοτικών υπηρεσιών μικρών δήμων,

β) σε κανονιστικές πράξεις για την επιβολή τελών και εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 385, περί επιβολής τελών και εισφορών,

γ) στις κανονιστικές πράξεις για:

γα) την προστασία του φυσικού, αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος των θαλασσών από πηγές ξηράς και των υπόγειων και επίγειων υδάτινων αποθεμάτων από τη ρύπανση,

γβ) την αναβάθμιση της αισθητικής των πόλεων και των οικισμών, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τη διατήρηση και την ανάδειξη των παραδοσιακών, ιστορικών και τουριστικών περιοχών,

γγ) την προστασία της υγείας των κατοίκων από οχλούσες δραστηριότητες,

γδ) τους όρους λειτουργίας επιχειρήσεων σχετικά με την προσωρινή αποθήκευση και τη διάθεση των απορριμμάτων τους, με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας αποκομιδής τους,

γε) τον τρόπο εφαρμογής των αναγκαίων, κατά περίπτωση, μέτρων για την πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών σε κοινόχρηστους χώρους και ιδιαίτερα στους χώρους διάθεσης των απορριμμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πυροσβεστικές και πολεοδομικές διατάξεις,

γστ) τον προσδιορισμό, στο πλαίσιο της Αστυνομικής Διάταξης υπ’ αρ. 3/8.1.1996 (Β΄ 15, διορθ. σφαλμ. Β’ 109/22.2.1996), περί μέτρων για την τήρηση της κοινής ησυχίας, των όρων και των ωρών λειτουργίας μουσικής σε καταστήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και την προστασία των κατοίκων από την ηχορύπανση,

γζ) τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων για τη χρήση αλσών, κήπων, πλατειών, παιδικών χαρών και των λοιπών κοινόχρηστων χώρων,

γη) τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων για τη χρήση και λειτουργία των συστημάτων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης,

γθ) τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων για τη λειτουργία των δημοτικών κατοικιών, θερέτρων, κατασκηνώσεων και τουριστικών εγκαταστάσεων,

γι) την ίδρυση, κατάργηση, μετακίνηση, επέκταση και χωροθέτηση των λαϊκών αγορών, καθώς και την έκδοση του κανονισμού λειτουργίας τους,

για) τον προσδιορισμό θέσεων άσκησης στάσιμου υπαίθριου εμπορίου,

γιβ) τον καθορισμό κοινόχρηστων χώρων, στους οποίους επιτρέπεται να τοποθετούνται ειδικά διαμορφωμένα πλαίσια για την προβολή των διαφημίσεων,

γιγ) την ίδρυση και λειτουργία των νεκροταφείων,

γιδ) τη λειτουργία δομών αστέγων,

γιε) τη λειτουργία – χρήση και διάθεση αθλητικών εγκαταστάσεων,

γιστ) την καθαριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 4819/2021 (Α΄129), περί του κανονισμού καθαριότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ βαθμού,

γιζ) το Τοπικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 56 του ν. 4819/2021,

γιη) τη διαχείριση ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με τις παρ. 3, 5 και 14 του άρθρου 45 του ν. 4830/2021 (Α’ 169),

γκ) το Δημοτικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών (ΔηΣΜΕ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 4936/2022 (Α’ 105), περί των Δημοτικών Σχεδίων Μείωσης Εκπομπών,

γκα) την ύδρευση και άρδευση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3199/2003 (Α’ 280), περί της ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος,

γκβ) το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος (Γ.Σ.Υ.Υ.), σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 5037/2023 (Α’ 78), περί των υποχρεώσεων παρόχων υπηρεσιών ύδατος,

γκγ) την ειδικότερη ρύθμιση συμπληρωματικών θεμάτων τοπικής σημασίας, σε περίπτωση μεταβίβασης νέας αρμοδιότητας στους δήμους ή τις περιφέρειες σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 316, περί αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους,

γκδ) την ανάληψη και τον ειδικότερο τρόπο άσκησής τους από τους δήμους αρμοδιοτήτων οι οποίες εντάσσονται λειτουργικά στο πλαίσιο της κατηγορίας «τεκμήριο καθημερινότητας των κατοίκων των Δήμων» του άρθρου 317, περί αρμοδιοτήτων που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας,

δ) στην κήρυξη αναγκαστικών απαλλοτριώσεων,

ε) στην αγορά και εκποίηση, λόγω πώλησης ή δωρεάς κατά κυριότητα, ακινήτων,

στ) στη μίσθωση ακινήτων από τρίτους,

ζ) στη σύναψη δανείων, συμπεριλαμβανομένων των δανείων που συνομολογούνται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,

η) στη συμμετοχή ή αποχώρηση από σύνδεσμο,

θ) στη σύσταση ή συμμετοχή, ή λύση και θέση σε εκκαθάριση των νομικών προσώπων του άρθρου 186 και της παρ. 3 του άρθρου 189,

ι) στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α’ 143), των περιφερειών, σύμφωνα με το άρθρο 241 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), περί οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας, και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του άρθρου 187, ο οποίος στη συνέχεια εγκρίνεται από τον Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης,

ια) στα πρακτικά εκλογής του προεδρείου του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου και της δημοτικής ή περιφερειακής επιτροπής,

ιβ) στη διεξαγωγή συμβουλευτικού δημοψηφίσματος της παρ. 2 του άρθρου 173, περί αντικειμένου δημοτικού δημοψηφίσματος και πρωτοβουλίας για τη διεξαγωγή του, και

ιγ) στην επιχορήγηση συλλόγων και φορέων.

  1. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν, επίσης, οι πράξεις των οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου τοπικής αυτοδιοίκησης του άρθρου 188, εφόσον αφορούν:

α) Στον προϋπολογισμό, καθώς και κάθε τροποποίησή του, συμπεριλαμβανομένων των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων.

β) στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου,

γ) στην εκποίηση παγίων περιουσιακών στοιχείων,

δ) στην αγορά και εκποίηση, λόγω πώλησης ή δωρεάς κατά κυριότητα, ακινήτων,

ε) στη σύναψη δανείων, συμπεριλαμβανομένων των δανείων που συνομολογούνται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

  1. Ειδικά για τις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας υπόκεινται, επιπλέον των πράξεων της παρ. 2, πράξεις:

α) καθορισμού των όρων και των προϋποθέσεων για τη χρήση και λειτουργία συστημάτων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης,

β) που αφορούν σύσταση, λύση, θέση σε εκκαθάριση ή διεύρυνση του σκοπού ή της εδαφικής αρμοδιότητάς τους, καθώς και τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας.

  1. Στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν, επίσης, οι ακόλουθες κατηγορίες εκτελεστών διοικητικών πράξεων των φορέων των παρ. 1 και 2, οι οποίοι αποτελούν αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια των περ. 1, 3 και 4 της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), περί ορισμών, εφόσον αφορούν:

α) Στην ανάθεση συμβάσεων μελετών, παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, παροχής γενικών και κοινωνικών υπηρεσιών και προμήθειας αγαθών, η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, χωρίς Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και μέχρι το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.,

β) στην ανάθεση συμβάσεων έργων, καθώς και παροχής κοινωνικών και άλλων ειδικών υπηρεσιών του άρθρου 107 του ν. 4412/2016, περί ανάθεσης συμβάσεων για κοινωνικές και άλλες υπηρεσίες, η εκτιμώμενη αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., και μέχρι το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.,

γ) στην ανάθεση πάσης φύσεως προγραμματικών συμβάσεων του άρθρου 645, περί συμβαλλόμενων φορέων προγραμματικών συμβάσεων, και του άρθρου 44 του ν. 4412/2016, περί τεχνικής επάρκειας αναθετουσών αρχών στις δημόσιες συμβάσεις έργων και μελετών, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη, των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., και

δ) στην ανάθεση συμβάσεων, ανεξαρτήτως είδους αυτών, συμπεριλαμβανομένων των προγραμματικών συμβάσεων του άρθρου 645 και του άρθρου 44 του ν. 4412/2016, εφόσον χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από ενωσιακούς πόρους ή πόρους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και αυτών που συνάπτονται στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η εκτιμώμενη αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.

Στις περ. α) έως δ), ο υποχρεωτικός έλεγχος νομιμότητας αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη πιστώσεων, την τήρηση των προβλεπόμενων στις οικείες διατάξεις κανόνων δημοσιότητας, τη νόμιμη λήψη απόφασης της πράξης ανάθεσης, της κατακύρωσης και της τήρησης των όρων της προκήρυξης, διακήρυξης ή πρόσκλησης από το αρμόδιο όργανο, καθώς και κάθε πρόδηλη ουσιώδη παράβαση των βασικών αρχών ανάθεσης της διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τον ν. 4412/2016 και τον ν. 4413/2016 (Α’ 148).

  1. Κατ’ εξαίρεση, σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν και οι μη εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες αφορούν στην άσκηση κρατικών αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβαστεί στους δήμους και τις περιφέρειες και υπόκεινται σε έγκριση από το αρμόδιο κρατικό όργανο. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος νομιμότητας προηγείται της έγκρισης από το αρμόδιο κρατικό όργανο.
  2. Όπου σε διατάξεις νόμου προβλέπεται ο όρος «έγκριση» σχετικά με πράξεις δήμων και περιφερειών, οι οποίες δεν αφορούν στην άσκηση κρατικού χαρακτήρα μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων σε αυτούς, νοείται ο έλεγχος νομιμότητας του παρόντος Κεφαλαίου.

 

Άρθρο 690

Διαδικασία υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας

  1. Οι πράξεις του άρθρου 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας αναρτώνται, εκτός από τον ιστότοπο του προγράμματος «Διαύγεια», και στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συνεδρίαση του κατά περίπτωση αρμόδιου συλλογικού οργάνου, με την επιφύλαξη ειδικότερης διάταξης που προβλέπει συντομότερη προθεσμία, προκειμένου να διενεργηθεί ο υποχρεωτικός έλεγχος νομιμότητας. H αναγραφή σε κάθε πράξη του μοναδικού αριθμού που χορηγεί το πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671 αποτελεί προϋπόθεση για την ισχύ της.
  2. Οι δήμοι, οι περιφέρειες και τα νομικά πρόσωπα της τοπικής αυτοδιοίκησης, του άρθρου 186 υποχρεούνται να εισάγουν στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, αμελλητί, κάθε συμπληρωματικό στοιχείο που ζητεί η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), στην οποία ανατέθηκε ο έλεγχος νομιμότητας κάθε πράξης, με τη χρήση του μοναδικού αριθμού ανάρτησης και ταυτόχρονης ανάθεσης ελέγχου νομιμότητας.
  3. Η επιλεγείσα Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α ελέγχει τη νομιμότητα της πράξης και ο Επόπτης εκδίδει απόφαση περί της νομιμότητάς της ή την ακυρώνει, αν αυτή είναι παράνομη, ή την αναπέμπει, εφόσον αφορά στον προϋπολογισμό, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ανάρτησή της και ταυτόχρονη ανάθεσή της στην Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, εάν ο Επόπτης δεν εκδώσει απόφαση, η ελεγχόμενη πράξη θεωρείται νόμιμη, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας ελέγχου, με εξαίρεση τις πράξεις των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 689, οι οποίες θεωρούνται σιωπηρά απορριφθείσες και επανυποβάλλονται για έλεγχο στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671.
  4. Εάν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών ασκηθεί κατά της ίδιας πράξης ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής, η αποκλειστική προθεσμία του υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας παρατείνεται κατά δεκαπέντε (15) ημέρες. Στην περίπτωση αυτή η Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α., στην οποία έχει ανατεθεί η άσκηση του υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας, εξετάζει και την ειδική διοικητική προσφυγή, εκδίδοντας μία (1) απόφαση.

 

Άρθρο 691

Δικαίωμα άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον δύναται να προσβάλλει για λόγους νομιμότητας κανονιστική ή ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των προσώπων και οργάνων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α.
  2. Δικαίωμα για την άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής της παρ. 1 έχουν όλοι οι αιρετοί του οικείου δήμου ή περιφέρειας, ανεξάρτητα από το αν έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση του οργάνου της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, κατά την οποία ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν την υπερψήφισαν. Δικαίωμα έχουν, ομοίως, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων στην τοπική αυτοδιοίκηση α’ ή β’ βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που επιδιώκουν σύμφωνα με το καταστατικό τους περιβαλλοντικούς, πολιτιστικούς και εν γένει κοινωνικούς σκοπούς.
  3. Για την υποβολή ειδικής διοικητικής προσφυγής είναι απαραίτητη από τον προσφεύγοντα η καταβολή ηλεκτρονικού παράβολου (e-paravolo) ύψους πενήντα (50) ευρώ, ανά προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, υπέρ της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), άλλως η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν γίνει δεκτή η ειδική διοικητική προσφυγή, το καθ’ ου νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδώσει στον προσφεύγοντα ποσό ίσο με το ύψος του παράβολου που καταβλήθηκε.
  4. Η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της παρ. 1, με εξαίρεση την περ. α) της παρ. 5.
  5. α) Κατά πράξεων της παρ. 1 από τις οποίες δημιουργούνται διαφορές ουσίας, η άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής αφορά στην εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης μόνο για έλεγχο νομιμότητας.

β) Πράξεις της παρ. 1 από τις οποίες δημιουργούνται υπαλληλικές διαφορές δεν προσβάλλονται με την ειδική διοικητική προσφυγή του παρόντος, αλλά με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος στο αρμόδιο δικαστήριο.

γ) Δεν ασκείται η ειδική διοικητική προσφυγή:

γα) κατά πράξεων επιβολής προστίμου, για τις οποίες προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις νόμων η άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου,

γβ) κατά πράξεων για τις οποίες προβλέπεται ειδικότερο πλαίσιο κρατικής εποπτείας και εποπτικού οργάνου,

γγ) από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς της παρ. 1 του άρθρου 360 του ν. 4412/2016 (Α΄147), περί του δικαιώματος άσκησης προσφυγής.

 

Άρθρο 692

Προθεσμία άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Η ειδική διοικητική προσφυγή ασκείται αποκλειστικά εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της πράξης, σύμφωνα με τα άρθρα 133, περί δημοσίευσης αποφάσεων δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου και 134, περί δημοσίευσης αποφάσεων δήμων και περιφερειών σε εφημερίδα. Ατομικές πράξεις κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 133 και αναφέρουν υποχρεωτικά ότι κατ’ αυτών χωρεί ειδική διοικητική προσφυγή για λόγους νομιμότητας ενώπιον του Επόπτη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και ότι η ειδική διοικητική προσφυγή αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού του ένδικου βοηθήματος, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
  2. Σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, η προθεσμία για την άσκηση της ειδικής διοικητικής προσφυγής είναι δεκαπέντε (15) ημέρες από την παρέλευση άπρακτης της ειδικής προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για την έκδοση της οικείας πράξης, διαφορετικά από την παρέλευση τριών (3) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου.

 

Άρθρο 693

Διαδικασία άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Η ειδική διοικητική προσφυγή υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω του πληροφοριακού συστήματος του άρθρου 671, υπογεγραμμένη με εγκεκριμένη ψηφιακή υπογραφή ή με θεωρημένο γνήσιο υπογραφής μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «Ψηφιακή Βεβαίωση εγγράφου» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης του δημοσίου (gov.gr) ή από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, εκτός από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας.
  2. Ο προσφεύγων επιλέγει στο πληροφοριακό σύστημα το νομικό πρόσωπο και το όργανο του οποίου εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή προέβη στην προσβαλλόμενη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, υποβάλλοντας την προσφυγή του. Με την υποβολή της ειδικής διοικητικής προσφυγής, ο προσφεύγων παραλαμβάνει έναν μοναδικό αριθμό υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής του στην τυχαία επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), σύμφωνα με το άρθρο 671. Με τον μοναδικό αυτό κωδικό, ο προσφεύγων δύναται να παρακολουθεί την εξέλιξη της υπόθεσής του. Τον ίδιο μοναδικό αριθμό λαμβάνει και το νομικό πρόσωπο, η πράξη ή η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του οποίου προσβάλλεται.
  3. Αν παρουσιαστεί τεχνική αδυναμία ηλεκτρονικής υποβολής της προσφυγής στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, η οποία πιστοποιείται στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, η προσφυγή καθώς και τυχόν αίτημα αναστολής εκτέλεσης και έκδοσης προσωρινής διαταγής υποβάλλονται στην επίσημη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. και ο προσφεύγων ενημερώνεται, με κάθε πρόσφορο μέσο, για την εξέταση της προσωρινής διαταγής.

 

Άρθρο 694

Παραίτηση από την ειδική διοικητική προσφυγή

  1. Παραίτηση από υποβληθείσα ειδική διοικητική προσφυγή επιτρέπεται μέχρι την καταληκτική προθεσμία έκδοσης απόφασης από τον Επόπτη σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 698, περί διαδικασίας λήψης απόφασης Επόπτη επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής.
  2. Η παραίτηση υποβάλλεται με δήλωση στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, με τη χρήση του μοναδικού αριθμού υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής στην επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), υπογεγραμμένη με εγκεκριμένη ψηφιακή υπογραφή ή με θεωρημένο γνήσιο υπογραφής μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής «Ψηφιακή Βεβαίωση εγγράφου» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr) ή από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, εκτός από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας.
  3. Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται.
  4. Η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα τη θέση της προσφυγής στο αρχείο της επιλεγείσας Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.

 

Άρθρο 695

Αναστολή εκτέλεσης

  1. Ο Επόπτης δύναται, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα ταυτόχρονα με την υποβολή της ειδικής διοικητικής προσφυγής, να αναστείλει με απόφασή του την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής με την επιφύλαξη του άρθρου 374, περί της διάρκειας ισχύος του προϋπολογισμού. Το νομικό πρόσωπο καλείται από τον Επόπτη να υποβάλει απόψεις μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής στην επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.). Η απόφαση επί της αίτησης αναστολής εκδίδεται εντός δέκα (10) ημερών από την παρέλευση της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας υποβολής απόψεων από το νομικό πρόσωπο.
  2. Το αίτημα αναστολής γίνεται δεκτό, αν ο Επόπτης κρίνει ότι η προσφυγή είναι προδήλως παραδεκτή και απειλείται, μέχρι την εξέτασή της, ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη για τον προσφεύγοντα. Το αίτημα, όμως, δύναται να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αναστολή της εκτέλεσης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.
  3. Ανάκληση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή επιτρέπεται μόνο αν γίνει επίκληση νεότερων κρίσιμων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Επόπτη κατά την έκδοση της απόφασής του ή αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα, με βάση τα οποία χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης.

 

Άρθρο 696

Προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης

Με την υποβολή της αίτησης αναστολής και της ειδικής διοικητικής προσφυγής ο προσφεύγων δύναται να αιτηθεί την έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. Ο Επόπτης, μέχρι την εξέταση της αίτησης αναστολής, δύναται να εκδώσει προσωρινή διαταγή, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της βλάβης από την προσβαλλόμενη πράξη μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και του συμφέροντος του προσφεύγοντα.

 

Άρθρο 697

Διαδικασία εξέτασης της ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ηλεκτρονικής υποβολής και ταυτόχρονης ανάθεσης της προσφυγής στην επιλεγείσα Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.), το νομικό πρόσωπο, κατά του οποίου έχει υποβληθεί η προσφυγή, οφείλει, να αναρτήσει στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, περί πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Ο.Τ.Α., το αποδεικτικό κοινοποίησης ή δημοσίευσης της προσβαλλόμενης πράξης, τον φάκελο της υπόθεσης και τυχόν απόψεις. Αντίστοιχα, εντός της ίδιας προθεσμίας, η επιλεγείσα Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. οφείλει να αναζητήσει τα αναγκαία στοιχεία για την εξέταση της προσφυγής από τυχόν άλλους αρμόδιους φορείς.
  2. Η προθεσμία εξέτασης της προσφυγής αρχίζει μετά από την πάροδο της προθεσμίας δέκα (10) ημερών της παρ. 1.
  3. Άρνηση ή αδικαιολόγητη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων για συνεργασία και συνδρομή προς την Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. και τον Επόπτη, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σοβαρής παράβασης καθήκοντος. Ως αδικαιολόγητη θεωρείται η παράλειψη της ανάρτησης ή η εκπρόθεσμη ανάρτηση των στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, αν δεν παρέχονται επαρκείς εξηγήσεις.

 

Άρθρο 698

Διαδικασία λήψης απόφασης Επόπτη επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής

  1. Ο Επόπτης, μετά από τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας, αποφασίζει αιτιολογημένα, με την έκδοση σχετικής απόφασης, για την αποδοχή, εν όλω ή εν μέρει, ή την απόρριψη της ειδικής διοικητικής προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα πέντε (35) ημερών από την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας εξέτασης, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 671, περί πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 690, περί διαδικασίας υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας.
  2. Σε περίπτωση μη έκδοσης απόφασης, εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, η προσφυγή θεωρείται σιωπηρώς απορριφθείσα.
  3. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής, η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται ολικώς ή μερικώς. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ακυρώνεται η παράλειψη και η υπόθεση αναπέμπεται στον αρμόδιο φορέα για να προβεί στην οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια.
  4. Η απόφαση ή η σιωπηρή απόρριψη επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής προσβάλλεται αποκλειστικά ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.

 

Άρθρο 699

Συνεργασία των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης με άλλες δημόσιες αρχές

  1. Οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες οφείλουν να συνεργάζονται με τις Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.) και να παρέχουν σε αυτές κάθε αναγκαία σχετική πληροφορία και έγγραφα. Ο Επόπτης, όταν αυτό επιβάλλεται για λόγους επείγοντος, δύναται, με αίτημά του, να ζητεί κατά προτεραιότητα την παροχή πληροφοριών και τη χορήγηση εγγράφων που σχετίζονται με την εξέταση των ειδικών διοικητικών προσφυγών στις οποίες αφορούν, τάσσοντας σχετική προθεσμία. Άρνηση λειτουργού ή υπαλλήλου ή μέλους διοίκησης να συνεργασθεί και να συνδράμει την Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. ή τον Γενικό Επόπτη ή τον Επόπτη, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σοβαρής παράβασης καθήκοντος.
  2. Στις συμβάσεις που εμπίπτουν, λόγω αντικειμένου, στην αρμοδιότητα της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, ο Επόπτης την ενημερώνει για την άσκηση της προσφυγής κατά πράξεων αναθέτουσας αρχής των δήμων, των περιφερειών καθώς και των νομικών τους προσώπων, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 659, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α, και μετέπειτα για την έκδοση σχετικής απόφασης.

Άρθρο 700

Αρχειοθέτηση διοικητικής προσφυγής πριν από την έκδοση απόφασης Επόπτη

Η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης θέτει την ειδική διοικητική προσφυγή κατά προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στο αρχείο, εάν η εκδούσα αρχή ή όργανο, ανακαλέσει την προσβαλλόμενη πράξη ή προβεί στην εκτέλεση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας πριν από την έκδοση απόφασης του Επόπτη ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η προσφυγή.

 

Άρθρο 701

Κατ’ εξαίρεση άσκηση αυτεπάγγελτου ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου

  1. Κατ’ εξαίρεση, για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου, ο Γενικός Επόπτης δύναται αυτεπαγγέλτως να ακυρώσει για λόγους νομιμότητας παράνομη εκτελεστή διοικητική πράξη των οργάνων ή προσώπων της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών αφότου η πράξη έχει δημοσιευτεί ή εκδοθεί εφόσον:

α) Δεν εμπίπτει στις κατηγορίες πράξεων που ελέγχονται υποχρεωτικά σύμφωνα με το άρθρο 689, περί των κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας.

β) Δεν έχει ασκηθεί ειδική διοικητική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής και έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησής της.

γ) Δεν έχει ελεγχθεί ή δεν ελέγχεται κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αυτεπάγγελτα από άλλο αρμόδιο δημόσιο φορέα ή Ανεξάρτητη Αρχή, ο έλεγχος των οποίων δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση της ελεγχόμενης πράξης.

  1. Η αρμοδιότητα του Γενικού Επόπτη της παρ. 1 δεν θίγει την αρμοδιότητα άλλων ελεγκτικών αρχών του κράτους.

 

Άρθρο 702

Δικαστική προστασία κατά αποφάσεων ελέγχου νομιμότητας Γενικού Επόπτη και Επόπτη

Οι αποφάσεις του Γενικού Επόπτη και του Επόπτη προσβάλλονται αποκλειστικά ενώπιον του καθ’ ύλη αρμόδιου δικαστηρίου, στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δήμος ή η περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο αυτών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψε να προβεί στην οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, παρίσταται ως διάδικος, πλην του Υπουργού Εσωτερικών, και ο κατά περίπτωση καθ’ ύλη αρμόδιος Υπουργός.

 

Άρθρο 703

Υποχρέωση συμμόρφωσης στις αποφάσεις Γενικού Επόπτη και Επόπτη

  1. Τα όργανα και τα πρόσωπα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης, χωρίς καθυστέρηση, στις αποφάσεις του Επόπτη που εκδίδονται κατά την άσκηση υποχρεωτικού ελέγχου και κατά την εξέταση της ειδικής διοικητικής προσφυγής, καθώς και στις αποφάσεις του Γενικού Επόπτη κατά την άσκηση του αυτεπάγγελτου ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 701.
  2. Η μη τήρηση της υποχρέωσης της παρ. 1 συνιστά σοβαρή παράβαση καθήκοντος, το οποίο ελέγχεται πειθαρχικά κατ’ εφαρμογή της περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης.

 

Άρθρο 704

Αρχείο της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

  1. Στο πληροφοριακό σύστημα ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 671, τηρείται αρχείο, στο οποίο περιλαμβάνεται το σύνολο των στοιχείων του φακέλου:

α) κάθε υποχρεωτικά ή αυτεπαγγέλτως ελεγχόμενης πράξης ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και κάθε ειδικής διοικητικής προσφυγής του παρόντος Κεφαλαίου και

β) κάθε πειθαρχικής υπόθεσης του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος Βιβλίου ή επιβολής των διοικητικών μέτρων της έκπτωσης και της αργίας, καθώς και της παύσης του Κεφαλαίου Δ’ του παρόντος Βιβλίου, οι οποίες εξετάζονται από την Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας των Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137). Τα δεδομένα του πρώτου εδαφίου δύναται να υπόκεινται σε ομαδοποιημένη και ανωνυμοποιημένη επεξεργασία για την εξαγωγή σχετικών αναφορών και συγκριτικών στοιχείων, καθώς και τη δημοσίευση πληροφοριών, υπό μορφή μηχανογραφικά επεξεργάσιμων δεδομένων.

  1. Στο αρχείο της παρ. 1 τηρούνται και οι εκθέσεις και τα πορίσματα ελέγχου που έχουν διενεργηθεί από άλλους δημόσιους φορείς, ανεξάρτητες ή ελεγκτικές αρχές στους δήμους ή τις περιφέρειες ή στα νομικά τους πρόσωπα, που διαβιβάζονται υποχρεωτικά στον Γενικό Επόπτη.

 

Άρθρο 705

Κοινοποίηση και δημοσίευση αποφάσεων Γενικού Επόπτη και Επόπτη

  1. Μέσω του πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 671, οι αποφάσεις του Γενικού Επόπτη, επί του κατ’ εξαίρεση αυτεπάγγελτου ελέγχου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου του άρθρου 701, και του Επόπτη, επί του υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας του άρθρου 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας, κοινοποιούνται στο οικείο νομικό πρόσωπο. Ομοίως, οι αποφάσεις του Επόπτη, επί της ειδικής διοικητικής προσφυγής του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής, κοινοποιούνται, μέσω του πληροφοριακού συστήματος του άρθρου 671, στον προσφεύγοντα και στο καθ’ ου νομικό πρόσωπο.
  2. Οι αποφάσεις της παρ. 1 αναρτώνται ανωνυμοποιημένες σε πλήρες κείμενο στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671 και σε περίληψη στην ιστοσελίδα της επιλεγείσας Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. που διενέργησε τον έλεγχο.

 

Άρθρο 706

Ετήσια έκθεση Γενικού Επόπτη

  1. Ο Γενικός Επόπτης συντάσσει στο τέλος κάθε έτους έκθεση, με στατιστικά στοιχεία που αντλούνται από το αρχείο της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του άρθρου 704, στην οποία καταγράφεται:

α) το έργο της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Ο.Τ.Α., ανά Αυτοτελή Υπηρεσία Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.),

β) ο αριθμός των πράξεων που ελέγχθηκαν

γ) ο αριθμός των πράξεων που ακυρώθηκαν,

δ) ο αριθμός:

δα) των ειδικών διοικητικών προσφυγών που υποβλήθηκαν,

δβ) των αιτήσεων αναστολής,

δγ) των προσφυγών που εξετάστηκαν,

δδ) των προσφυγών που έγιναν αποδεκτές και

δε) των προσφυγών που απορρίφθηκαν,

ε) ο αριθμός των αυτεπάγγελτων ελέγχων που διενεργήθηκαν, κατ’ εξαίρεση, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πρόδηλης παράβασης νόμου και

στ) ο αριθμός των πειθαρχικών ποινών ή διοικητικών μέτρων ή παύσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με τα Κεφάλαια Γ΄ και Δ του παρόντος Βιβλίου.

Στην ίδια έκθεση δύναται να προτείνονται νομοθετικά και άλλα μέτρα, τα οποία αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη διενέργεια του ελέγχου νομιμότητας.

  1. Η έκθεση υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών, τον Πρόεδρο της Βουλής και την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, καθώς και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, εντός ενός (1) μηνός από το τέλος του έτους στο οποίο αφορά.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

 

Άρθρο 707

Αστική ευθύνη

  1. Τα πρόσωπα της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οφείλουν να αποζημιώσουν τον δήμο, την περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο, για κάθε θετική ζημία που προξένησαν σε βάρος της περιουσίας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια. Οι ανωτέρω δεν υπέχουν ευθύνη αποζημίωσης έναντι τρίτων.
  2. Η ζημία καταλογίζεται στα πρόσωπα αυτά ύστερα από αίτηση καταλογισμού, η οποία ασκείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με την περ. β) του άρθρου 118 του ν. 4700/2020 (Α’ 127), περί της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης.
  3. Εάν επιβληθεί καταλογισμός στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου σε ένα από τα πρόσωπα της παρ. 1, αποκλείεται η αστική ευθύνη έναντι του οικείου δήμου ή περιφέρειας ή νομικού τους προσώπου για τυχόν προκληθείσα ζημία, εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική αιτία. Σε περίπτωση επιγενόμενου καταλογισμού στο πλαίσιο δημοσιονομικού ελέγχου, μετά από ανόρθωση της ζημίας από τον υπαίτιο κατά τη διαδικασία του παρόντος, συμψηφίζεται το ήδη καταβληθέν ποσό με το καταλογιζόμενο, εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική αιτία.

Άρθρο 708

Πειθαρχική ευθύνη

  1. Ο Επόπτης και το πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 710, περί της σύνθεσης και συγκρότησης πειθαρχικού συμβουλίου, ασκούν πειθαρχικό έλεγχο στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
  2. Στα πρόσωπα της παρ. 1 επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές της αργίας έως έξι (6) μήνες και της έκπτωσης, καθώς και της έγγραφης επίπληξης ή της αργίας έως έναν (1) μήνα ειδικά στην περ. γ) της παρ. 3.
  3. Ο Επόπτης, με απόφασή του, υποχρεούται να επιβάλλει τις πειθαρχικές ποινές της παρ. 2, όταν διαπιστώνει, μετά από σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, ότι τα πρόσωπα της παρ. 1:

α) έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους ή υπέρβαση της αρμοδιότητάς τους από δόλο ή βαριά αμέλεια,

β) έχουν διαπράξει παραβάσεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί σύμφωνα με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις,

γ) έχουν αναξιοπρεπή ή ανάρμοστη ή ανάξια για το αξίωμα συμπεριφορά στον δημόσιο βίο τους. Ειδικά για την περίπτωση αυτή, η μέγιστη ποινή που δύναται να επιβληθεί είναι είτε η ποινή της έγγραφης επίπληξης, είτε η ποινή της αργίας έως έναν (1) μήνα. Σε περίπτωση που επιβληθεί στο πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο μία (1) φορά η ποινή της έγγραφης επίπληξης, σε κάθε νέα παράβαση επιβάλλεται ποινή αργίας ενός (1) μήνα, αν τελείται εντός της ίδιας αυτοδιοικητικής περιόδου.

 

Άρθρο 709

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

  1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ. 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα που διαπράχθηκαν.
  2. Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.
  3. Η παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο διακόπτει την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.
  4. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται και από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο πειθαρχικό παράπτωμα παραγράφεται, όταν παραγραφεί το δεύτερο πειθαρχικό παράπτωμα, αν η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

 

Άρθρο 710

Σύνθεση και συγκρότηση πειθαρχικού συμβουλίου

  1. Συγκροτείται πειθαρχικό συμβούλιο στο Υπουργείο Εσωτερικών, με απόφαση του Γενικού Επόπτη, το οποίο αποτελείται:

α) Από έναν (1) πρόεδρο εφετών του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του,

β) τρεις (3) εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων που υπηρετούν στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με τους αναπληρωτές τους,

γ) δύο (2) εφέτες Πολιτικών Δικαστηρίων που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, με τους αναπληρωτές τους,

δ) τρεις (3) νομικούς συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τους αναπληρωτές τους, εκ των οποίων ο ένας (1) Νομικός Σύμβουλος υπηρετεί ως προϊστάμενος του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Εσωτερικών.

Στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται, ύστερα από αίτηση του πειθαρχικά ελεγχόμενου προσώπου, να παρίσταται, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκπρόσωπος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ή της Ένωσης Περιφερειών, προκειμένου να τοποθετηθεί, είτε εγγράφως είτε προφορικά, ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η μη παράσταση του ανωτέρω εκπροσώπου δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας.

  1. Τα μέλη του συμβουλίου των περ. α) έως γ) της παρ. 1, τακτικά και αναπληρωματικά, ορίζονται από το όργανο που διευθύνει το οικείο δικαστήριο. Οι Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους και τα αναπληρωματικά τους μέλη, ορίζονται από τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
  2. Καθήκοντα γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) του κλάδου ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού, οποιασδήποτε ειδικότητας, με βαθμό Α’, που ορίζεται από τον Γενικό Επόπτη μαζί με τον αναπληρωτή του.
  3. Το πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται για θητεία τριών (3) ετών και το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της θητείας του προηγούμενου. Τα αρμόδια όργανα για τον ορισμό μελών στο πειθαρχικό συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 2, οφείλουν να ορίσουν αυτά εντός ενός (1) μήνα από την υποβολή του αιτήματος του Γενικού Επόπτη. Δεν επιτρέπεται ορισμός μέλους, το οποίο αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία του εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία ορισμού του.
  4. Με απόφαση του Προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου συγκροτούνται, εκ των μελών του, τρία (3) τριμελή Κλιμάκια, κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, και κατανέμονται σε αυτούς οι πειθαρχικές υποθέσεις. Ένας (1) δικαστικός λειτουργός ορίζεται ως πρόεδρος ανά τριμελές Κλιμάκιο. Τα τριμελή Κλιμάκια εκδικάζουν υποθέσεις για τις οποίες ο Επόπτης έχει εισηγηθεί την ποινή της επίπληξης ή της αργίας. Στις περιπτώσεις που ο Επόπτης εισηγείται ποινή έκπτωσης, το πειθαρχικό συμβούλιο συνεδριάζει σε ολομέλεια.

 

Άρθρο 711

Προκαταρκτική εξέταση και κλήση σε απολογία

  1. Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος, καθώς και οι συνθήκες τέλεσής του.
  2. Προκαταρκτική εξέταση δύναται να ενεργεί ο Επόπτης της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α.) στην οποία ανατίθεται η υπόθεση σύμφωνα με την υποπερ. εα) της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 662, περί αρμοδιοτήτων Γενικού Επόπτη Νομιμότητας Ο.Τ.Α. Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται το αργότερο εντός ενός (1) μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία ανατέθηκε στην Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. η υπόθεση από το πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671. Αν ο Επόπτης κρίνει, είτε με βάση τα στοιχεία που έχουν προκύψει από την προκαταρκτική εξέταση, είτε χωρίς τη διενέργεια αυτής, εφόσον εκτιμά ότι αυτή δεν απαιτείται, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεσή του προς τον Γενικό Επόπτη, χωρίς κλήση του ελεγχόμενου σε απολογία.
  3. Αν ο Επόπτης κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος, είτε μετά από προκαταρκτική εξέταση είτε χωρίς τη διενέργεια αυτής, εφόσον εκτιμά ότι αυτή δεν απαιτείται, καλεί το ελεγχόμενο πρόσωπο σε απολογία και αποφασίζει για την έκδοση παραπεμπτικού εγγράφου προς το πειθαρχικό συμβούλιο, με σχετική εισήγηση επί της ποινής. Αν ο Επόπτης κρίνει, με βάση την απολογία του ελεγχόμενου προσώπου, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την πειθαρχική διαδικασία, με αιτιολογημένη έκθεσή του προς τον Γενικό Επόπτη.

 

Άρθρο 712

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

  1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την έκδοση από τον Επόπτη παραπεμπτικού εγγράφου σε βάρος του πειθαρχικά ελεγχόμενου προσώπου, ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου και λήγει με την έκδοση απόφασης του Επόπτη.
  2. Στο παραπεμπτικό έγγραφο του Επόπτη προς το πειθαρχικό συμβούλιο προσδιορίζονται επακριβώς, κατά τόπο και χρόνο, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα του ελεγχόμενου προσώπου και διαλαμβάνεται εισήγηση επί της ποινής, αφού έχει ληφθεί υπόψη προηγουμένως η απολογία του. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.
  3. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον ελεγχόμενο και αποστέλλεται με τον φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο.

 

Άρθρο 713

Πειθαρχική διαδικασία

  1. Οι πειθαρχικές ποινές της παρ. 2 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση του Επόπτη, αφού προηγηθεί απολογία του πειθαρχικά ελεγχόμενου ενώπιόν του, ή παρέλθει η προθεσμία που έχει τάξει ο Επόπτης με γραπτή κλήση στον ελεγχόμενο, χωρίς ο τελευταίος να έχει απολογηθεί. Η προθεσμία αυτή δεν δύναται να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες και μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες.
  2. Για την επιβολή των πειθαρχικών ποινών της παρ. 2 του άρθρου 708 απαιτείται σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, ύστερα από ακρόαση του πειθαρχικά ελεγχόμενου προσώπου.
  3. Ο πειθαρχικά ελεγχόμενος δύναται να εμφανίζεται στο πειθαρχικό συμβούλιο αυτοπροσώπως ή με τηλεδιάσκεψη, καθώς και με πληρεξούσιο δικηγόρο ή να εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Το πειθαρχικό συμβούλιο συνεδριάζει σε δημόσια συνεδρίαση για την οποία συντάσσονται πρακτικά, δύναται να εξετάζει μάρτυρες και να εκτιμά οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Η σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου παρέχεται ύστερα από μυστική διάσκεψη, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία, που το πειθαρχικό συμβούλιο έλαβε το σχετικό παραπεμπτικό έγγραφο του Επόπτη. Η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, στο οποίο έχει υποπέσει ο ελεγχόμενος.
  4. Το πειθαρχικό συμβούλιο:

α) παρέχει σύμφωνη γνώμη ως προς την εισήγηση του Επόπτη, ή

β) δεν παρέχει σύμφωνη γνώμη, αν κρίνει ότι δεν συντρέχει πειθαρχική ευθύνη του ελεγχόμενου, ή

γ) προτείνει στον Επόπτη την επιβολή ηπιότερης ή αυστηρότερης ποινής.

Στην περ. γ) η πρόταση του πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική για τον Επόπτη.

  1. Η απόφαση που εκδίδει ο Επόπτης για την επιβολή πειθαρχικής ποινής κοινοποιείται στον πειθαρχικά ελεγχόμενο, καθώς και στον πρόεδρο του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, ή στο διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου, αντίστοιχα, προκειμένου να παρακολουθήσει την εφαρμογής της ποινής.
  2. Ο πειθαρχικά ελεγχόμενος δύναται, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Επόπτη, να προσφύγει κατά αυτής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο κρίνει την υπόθεση και κατ’ ουσία, εντός προθεσμίας ενός (1) μήνα. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει την ποινή. Αν ασκηθεί η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η επιτροπή αναστολών του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, κρίνει για τη χορήγηση ή μη αναστολής εκτέλεσης της ποινής, σταθμίζοντας και τη συνδρομή λόγων δημόσιου συμφέροντος. Αν κατατεθεί αίτηση αναστολής, η ποινή που έχει επιβληθεί δεν εκτελείται έως ότου επιδοθεί στον Επόπτη η απόφαση της επιτροπής αναστολών.

 

Άρθρο 714

Επανάληψη πειθαρχικής διαδικασίας

  1. Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, με την οποία απαλλάσσεται το πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη της αργίας ενός (1) μήνα, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος της παρ. 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης, η οποία δύναται να οδηγήσει σε πειθαρχική ποινή αργίας μεγαλύτερη του ενός (1) μήνα ή έκπτωση, ο Γενικός Επόπτης υποχρεούται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης, να παραπέμψει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτή που είχε αρχικά επιβληθεί.
  2. Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά το ελεγχόμενο πρόσωπο, αυτό δύναται να ζητήσει την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης ή του βουλεύματος. Η αίτηση απευθύνεται στον Γενικό Επόπτη, και αν γίνει δεκτή, η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δύναται να επιβληθεί ελαφρύτερη ποινή ή να απαλλαγεί το πειθαρχικά ελεγχόμενο πρόσωπο. Αντίστοιχα, αν το ελεγχόμενο πρόσωπο είχε τιμωρηθεί με την πειθαρχική ποινή της παύσης του άρθρου 722, περί παύσης αιρετών οργάνων δήμων και περιφερειών, δύναται να απαλλαγεί από την παύση.
  3. Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται, και όταν έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή της αργίας, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.

 

Άρθρο 715

Εφαρμογή αρχών του ποινικού δικαίου στην πειθαρχική διαδικασία

Στο πειθαρχικό δίκαιο του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές που ισχύουν στην ποινική δίκη:

α) το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του πειθαρχικά διωκομένου,

β) το τεκμήριο της αθωότητας του πειθαρχικά διωκομένου και

γ) το μη επιτρεπτό δεύτερης πειθαρχικής δίωξης για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο 716

Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη

  1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.
  2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία.
  3. Το πειθαρχικό συμβούλιο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος.
  4. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει υποχρέωση να ενημερώνει αμέσως τον Γενικό Επόπτη για κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατά των προσώπων της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει στον Γενικό Επόπτη αμέσως τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά των ανωτέρω προσώπων. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στον Γενικό Επόπτη.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΡΓΙΑΣ – ΠΑΥΣΗ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Άρθρο 717

Διοικητικό μέτρο έκπτωσης λόγω καταδίκης

  1. Τα πρόσωπα της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους:

α) Aν τεθούν σε δικαστική συμπαράσταση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση,

β) αν τους επιβληθεί αποστέρηση δημόσιας θέσης ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος ως παρεπόμενη ποινή με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση,

γ) αν καταδικαστούν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για την τέλεση ή απόπειρα τέλεσης για παραχάραξη νομίσματος ή άλλων μέσων πληρωμής, πλαστογραφία, ψευδή βεβαίωση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, δωροδοκία, εκβίαση, κλοπή, υπεξαίρεση, απιστία, απάτη, παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του δημοσίου, οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εμπορία ανθρώπων, παράνομη διακίνηση αλλοδαπών, παράβαση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, λαθρεμπορία, βία κατά εκλογέων, δωροδοκία εκλογέα, διατάραξη εκλογικής διαδικασίας, βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων, αθέμιτη επιρροή σε δικαστικούς λειτουργούς, διέγερση σε διάπραξη εγκλημάτων, εγκληματική οργάνωση, τρομοκρατικές πράξεις – τρομοκρατική οργάνωση, τοκογλυφία, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και για παράβαση καθήκοντος, που εμπεριέχει οικονομικό όφελος του ιδίου του καταδικασθέντος ή τρίτου ή πρόκληση οικονομικής ζημίας του δημοσίου, του δήμου, της περιφέρειας ή των νομικών τοπικής αυτοδιοίκησης.

  1. Για την έκπτωση, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της παρ. 1, στον Γενικό Επόπτη και στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια ή στο οικείο νομικό πρόσωπο.
  2. Με την επιμέλεια της αρμόδιας Εισαγγελίας κοινοποιείται στον Γενικό Επόπτη κάθε απόφαση σε βάρος των προσώπων της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658 σχετικά με τις περ. α), β) και γ) της παρ. 1, προκειμένου ο τελευταίος να τις καταχωρήσει στο πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 671, περί του πληροφοριακού συστήματος ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και να αναθέσει σε Επόπτη την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Ο Γενικός Επόπτης δύναται να λαμβάνει από την Εισαγγελία κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με την πορεία της υπόθεσης, όπως η τελεσιδικία ή το αμετάκλητο αυτής, καθώς και αντίγραφα των αποφάσεων και των πρακτικών.
  3. Η διαπιστωτική πράξη του Επόπτη με την οποία επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της έκπτωσης προσβάλλεται μόνο δικαστικά, με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Άρθρο 718

Λοιπές περιπτώσεις επιβολής διοικητικού μέτρου έκπτωσης αιρετών οργάνων

  1. Περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, εκπρόσωποι δημοτικών κοινοτήτων και μέλη συμβουλίων δημοτικής κοινότητα εκπίπτουν αυτοδίκαια από το αξίωμά τους λόγω:

α) απώλειας δημοτικότητας, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 42, περί κωλυμάτων εκλογιμότητας και ασυμβιβάστων του Βιβλίου Πρώτου ή σύμπτωσης στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας αιρετού και στους δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή δύο άμεσα αιρετών αυτοδιοικητικών αξιωμάτων, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 42,

β) οφειλών, σύμφωνα με το άρθρο 43, περί ασυμβιβάστου λόγω οφειλών,

γ) μη ορκωμοσίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 73, περί ορκωμοσίας αιρετών και εγκατάστασης και ανάληψης καθηκόντων.

  1. Περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι εκπίπτουν από το αξίωμά τους λόγω παραβίασης των διατάξεων περί των εκλογικών δαπανών, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 102, περί έκπτωσης από τα αιρετά αξιώματα.
  2. Για την έκπτωση σύμφωνα με την παρ. 1, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της παρ. 1, στον Γενικό Επόπτη και στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια ή στο οικείο νομικό πρόσωπο. Η πράξη της παρούσας προσβάλλεται μόνο δικαστικά, με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
  3. Για την έκπτωση σύμφωνα με την παρ. 2 εκδίδεται απόφαση του Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της παρ. 2, στον Γενικό Επόπτη και στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια. Η απόφαση της παρούσας προσβάλλεται μόνο δικαστικά με προσφυγή ουσίας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής του δεύτερου εδαφίου αναστέλλουν την εκτέλεση.

 

Άρθρο 719

Διοικητικό μέτρο αργίας

  1. Στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, περί σύστασης και αποστολής Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της αργίας:

α) Εάν εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου για πλημμελήματα της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 717, περί διοικητικού μέτρου έκπτωσης λόγω καταδίκης ή εάν εκδοθεί καταδικαστική απόφαση σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα ή

β) σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα, εφόσον έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση. Μεταγενέστερη αντικατάσταση ή άρση της προσωρινής κράτησης, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, αίρει αυτοδικαίως την αργία του αιρετού που παραπέμφθηκε για κακούργημα.

  1. Σε περίπτωση επιβολής αργίας, κατόπιν έκδοσης πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για κακούργημα, η αργία αίρεται, εάν εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση. Σε περίπτωση επιβολής αργίας κατόπιν τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για τα συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 717 η αργία αίρεται εάν εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Σε περίπτωση επιβολής αργίας κατόπιν αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα εφόσον έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση, η αργία αίρεται εάν εκδοθεί πρωτόδικη αθωωτική απόφαση. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, κατ΄ αντιστοιχία, εάν εκδοθεί αθωωτική απόφαση, αίρεται αυτοδικαίως η αργία και το διοικητικό μέτρο θεωρείται ως ουδέποτε επιβληθέν. Στην περίπτωση του τέταρτου εδαφίου, καταβάλλεται αναδρομικά η αντιμισθία του αποκατασταθέντος από τον χρόνο έκδοσης της διαπιστωτικής σε βάρος του πράξης.
  2. Για την αργία και την άρση αυτής εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Επόπτη, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στα πρόσωπα της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658, στον Γενικό Επόπτη, στον οικείο δήμο και την οικεία περιφέρεια ή στο οικείο νομικό πρόσωπο.
  3. Με την επιμέλεια της αρμόδιας Εισαγγελίας κοινοποιείται στον Γενικό Επόπτη κάθε καταδικαστική απόφαση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 σε βάρος των προσώπων της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 658 ή αμετάκλητη παραπομπή σε κακούργημα, εφόσον έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1.
  4. Ο Γενικός Επόπτης εισάγει τις αποφάσεις ή το βούλευμα της παρ. 4 στο πληροφοριακό σύστημα ελέγχου νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του άρθρου 671, προκειμένου να ανατεθεί η έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Ο Γενικός Επόπτης λαμβάνει από την αρμόδια Εισαγγελία κάθε αναγκαία πληροφορία σχετικά με την πορεία της υπόθεσης, όπως η τελεσιδικία ή το αμετάκλητο αυτής, καθώς και αντίγραφα των αποφάσεων και των πρακτικών.
  5. Η διαπιστωτική πράξη του Επόπτη με την οποία επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της αργίας προσβάλλεται μόνο δικαστικά, με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Άρθρο 720

Ιδιάζουσα δωσιδικία, εξαίρεση από συνοπτική διαδικασία και ειδικές προβλέψεις για την προστασία των ζώων

  1. Οι δήμαρχοι και οι περιφερειάρχες υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία της περ. δ) του άρθρου 110 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96).
  2. Για τα πλημμελήματα των αιρετών της παρ. 1 καθώς και των αντιδημάρχων, αναπληρωτών περιφερειαρχών και αντιπεριφερειαρχών, τα οποία διαπράττονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 275 και 417 έως 426 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
  3. Τα πρόσωπα του άρθρου 40 του ν. 4830/2021 (Α’ 169), δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την περισυλλογή ζώων του άρθρου 10 του ν. 4830/2021.

 

Άρθρο 721

Κατά προτεραιότητα εκδίκαση υποθέσεων αιρετών οργάνων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Οι υποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 719, περί του διοικητικού μέτρου αργίας, που αφορούν ειδικά σε δημάρχους και περιφερειάρχες εκδικάζονται από το δικαστήριο, κατά απόλυτη προτεραιότητα, και δεν χορηγείται αναβολή παρά μόνο για εξαιρετικούς λόγους. Αν χορηγηθεί αναβολή, τότε ορίζεται δικάσιμος κατά απόλυτη προτεραιότητα.

 

Άρθρο 722

Παύση αιρετών οργάνων δήμων και περιφερειών

  1. Περιφερειάρχες, αναπληρωτές περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες, δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, εκπρόσωποι δημοτικών κοινοτήτων και μέλη συμβουλίων δημοτικής κοινότητας δύναται να παυθούν για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος ή σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους για λόγους υγείας, μετά από απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη έκθεση του Γενικού Επόπτη και σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 710, περί σύνθεσης και συγκρότησης πειθαρχικού συμβουλίου μετά από συνεδρίαση της ολομέλειας αυτού.
  2. Για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και με τη διαδικασία της παρ. 1, δύναται να διαλυθεί ένα δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο. Η διάλυση αυτή επιφέρει και τη διάλυση των συμβουλίων των δημοτικών κοινοτήτων, καθώς και την παύση των εκπροσώπων των δημοτικών κοινοτήτων. Στην περίπτωση αυτή γίνεται νέα εκλογή σύμφωνα με το άρθρο 78, περί εκλογής εξαιτίας διάλυσης συμβουλίων.
  3. Κατά της απόφασης της παρ. 1 που διατάσσει την παύση, ο παυθείς δύναται να ασκήσει προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή της σε αυτόν.

 

Άρθρο 723

Κοινοποιήσεις Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄

Για τη διενέργεια των κοινοποιήσεων των Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄ από την Υπηρεσία Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 138 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΜΕΡΟΥΣ Β΄

 

Άρθρο 724

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία ενημέρωσης των υπόχρεων δήμων, περιφερειών και των νομικών τους προσώπων για την απόδοση του παράβολου στον προσφεύγοντα και κάθε αναγκαίο τεχνικό ζήτημα για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής. Με όμοια απόφαση ορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διάθεσης των εσόδων από το παράβολο για την εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του ως άνω άρθρου.
  2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο τεχνικό ή διαδικαστικό ζήτημα για την τήρηση του αρχείου του άρθρου 704.

 

Άρθρο 725

Μεταβατικές διατάξεις

  1. α) Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων συνεχίζει να ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 225, 226, των παρ. 1 έως 5 του άρθρου 227 καθώς και των άρθρων 230 και 231 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), από τον Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, τις Ειδικές Επιτροπές του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114), καθώς και τις Επιτροπές Ελέγχου των Πράξεων του άρθρου 68 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ. 30/1996, Α΄ 21), με παράταση της θητείας των μελών τους, μέχρι την κατάργησή τους, με την απόφαση της περ. β)..

β) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., τα ανωτέρω όργανα συνεχίζουν να λειτουργούν, εφαρμόζοντας τις ίδιες διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της ελεγχόμενης πράξης, μέχρι την εκκαθάριση των εκκρεμών σε αυτών υποθέσεων, οπότε και διαπιστώνεται η κατάργησή τους, με απόφαση του οικείου Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης.

  1. α) Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684 για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., ο πειθαρχικός έλεγχος συνεχίζει να ασκείται σύμφωνα με τα άρθρα 233, 234 και 238 του ν. 3852/2010 από τον Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης και τα πειθαρχικά συμβούλια, με παράταση της θητείας των μελών τους, μέχρι την κατάργησή τους με την απόφαση της περ. β).

β) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι πειθαρχικές υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων, συνεχίζουν να εξετάζονται από αυτά, σύμφωνα με τα άρθρα 233 και 234 του ν. 3852/2010. Τα πειθαρχικά συμβούλια συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι την εκκαθάριση των εκκρεμών σε αυτών υποθέσεων, οπότε και διαπιστώνεται η κατάργησή τους, με απόφαση του οικείου Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης.

γ) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι πειθαρχικές υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης και για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί παραπεμπτήριο έγγραφο, διαβιβάζονται στον Γενικό Επόπτη και εξετάζονται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 233 του ν. 3852/2010 και τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ’ του Μέρους Β’ του παρόντος Βιβλίου, περί πειθαρχικής ευθύνης, με εξαίρεση τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 708, περί πειθαρχικής ευθύνης.

  1. α) Μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684, για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., εξακολουθούν να ισχύουν τα άρθρα 236, 236Α και 237 του ν. 3852/2010. Οι διαπιστωτικές πράξεις του Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης για την επιβολή των διοικητικών μέτρων της αργίας και της έκπτωσης προσβάλλονται μόνο δικαστικά, με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

β) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., τα άρθρα 236 και 236Α του ν. 3852/2010, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον οι σχετικές αποφάσεις και πράξεις του αρμόδιου δικαστηρίου και δικαστικού συμβουλίου, αντίστοιχα, οι οποίες επιφέρουν το διοικητικό μέτρο της έκπτωσης και της αργίας, δημοσιεύτηκαν σε προγενέστερο χρόνο της έναρξης λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. Η διαπιστωτική πράξη της έκπτωσης και της αργίας εκδίδεται από τον Επόπτη σύμφωνα με τα άρθρα 717, περί διοικητικού μέτρου έκπτωσης, λόγω καταδίκης και 718, περί λοιπών περιπτώσεων επιβολής διοικητικού μέτρου έκπτωσης αιρετών οργάνων, αντίστοιχα.

γ) Μετά την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 237 του ν. 3852/2010 διαβιβάζονται από τον Γενικό Επόπτη στο πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 710 και εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 237 του ν. 3852/2010.

  1. Από την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 684 για την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. έως την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 4 του άρθρου 684 για την έναρξη λειτουργίας του Πληροφοριακού Συστήματος Νομιμότητας Ο.Τ.Α., οι διατάξεις του παρόντος Βιβλίου, μεταξύ των οποίων και η διαχείριση και διακίνηση όλων των σχετικών με την πειθαρχική διαδικασία μη διαβαθμισμένων, περιορισμένης χρήσης και εμπιστευτικών εισερχόμενων και εξερχόμενων εγγράφων, εφαρμόζονται με τη χρήση του εν λειτουργία Συστήματος Ηλεκτρονικής Διακίνησης Εγγράφων (Σ.Η.Δ.Ε.) ΙΡΙΔΑ 2.0 (Σ.Η.Δ.Ε. ΙΡΙΔΑ 2.0) του Υπουργείου Εσωτερικών. Κάθε ειδική διοικητική προσφυγή του άρθρου 691, περί δικαιώματος άσκησης ειδικής διοικητικής προσφυγής, και κάθε αναφορά του άρθρου 665, περί αρμοδιοτήτων τμήματος αυτεπάγγελτου ελέγχου, υποβάλλεται στην επίσημη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α.

Κάθε Α.Υ.Ε. Ο.Τ.Α. εξετάζει τις υποθέσεις που εμπίπτουν στα χωρικά της όρια, οι οποίες ανατίθενται σε αυτήν από τον Γενικό Επόπτη.

  1. Εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα, οι οποίες σχετίζονται με πειθαρχικά παραπτώματα δημάρχων ή περιφερειαρχών για τα οποία τους έχουν επιβληθεί πειθαρχικές ποινές ή το διοικητικό μέτρο της αργίας, εκδικάζονται κατά απόλυτη προτεραιότητα εντός ενενήντα (90) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα.

 

Άρθρο 726

Τελική διάταξη

Για την κάλυψη των αναγκών της Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Ο.Τ.Α. σε ζητήματα διοικητικής, τεχνικής και οικονομικής φύσης, όπως η διενέργεια προμηθειών, η διαχείριση της υπηρεσιακής κατάστασης και μισθοδοσίας του προσωπικού, καθώς και η λειτουργία του Πληροφοριακού Συστήματος του άρθρου 671, οι οργανικές θέσεις του Υπουργείου Εσωτερικών αυξάνονται κατά επτά (7) προκειμένου να κατανεμηθούν ως εξής:

α) Στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης:

αα) Τέσσερις (4) θέσεις κλάδου και ειδικότητας ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού,

αβ) δύο (2) θέσεις κλάδου και ειδικότητας ΤΕ Διοικητικού – Λογιστικού.

β) Στη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: Μία (1) θέση κλάδου ΠΕ Πληροφορικής και ειδικότητας ΠΕ Πληροφορικής (SOFTWARE).

Σχολιάστε

Πριν υποβάλλετε το σχόλιο σας παρακαλούμε να συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Όροι Συμμετοχής

  1. Φροντίστε να διατυπώνετε προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που σχετίζονται άμεσα με το υπό διαβούλευση ζήτημα. Προφανώς κάθε ζήτημα εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο αλλά ο δημόσιος διάλογος διευκολύνεται με στοχευμένες και συγκεκριμένες προτάσεις και παρεμβάσεις.
  2. Φροντίστε να διατυπώνετε τις προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις με τρόπο σύντομο και περιεκτικό.
  3. Προσπαθήστε να τεκμηριώνετε αυτά που γράφετε με αναφορές, παραπομπές σε άλλα κείμενα, υλικό ή συνδέσμους με αντίστοιχο περιεχόμενο, εκτός αν η χρήση τους είναι καταχρηστική και στην περίπτωση αυτή θα αφαιρούνται.
  4. Βεβαιωθείτε ότι το περιεχόμενο που υποβάλετε δεν προσβάλλει δικαιώματα άλλων προσώπων.
  5. Είναι γόνιμο να υπάρχει ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά είναι σημαντικό για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διαλόγου να αποφεύγονται οι προσωπικές αντιπαραθέσεις με άλλους συμμετέχοντες.
  6. Προτάσεις, σχόλια, υπερσύνδεσμοι ή οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο, τα οποία διατυπώνονται σε γλώσσα και με τρόπο υβριστικό, χυδαίο ή περιέχουν ή υποκινούν μισαλλοδοξία και διακρίσεις που βασίζονται σε φύλο, ηλικία, σεξουαλικό προσανατολισμό, φυλετική ή εθνική καταγωγή ή θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν θα δημοσιεύονται στο OpenGov.gr. Επίσης δε θα δημοσιεύονται σχόλια τα οποία παραπέμπουν σε άλλους δικτυακούς τόπους για λόγους διαφήμισης, δημοσιότητας ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό που κρίνεται από το OpenGov.gr ως καταχρηστικός.
  7. Οι προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που υποβάλετε υπόκεινται σε έλεγχο ως προς την τήρηση των παρόντων όρων χρήσης και συμμετοχής.
  8. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη χρήση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου για ενημερωτικούς λόγους σχετικούς με τους στόχους του OpenGov.gr.
  9. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη διάθεση των προτάσεων, σχολίων ή ερωτήσεων που υποβάλετε με την άδεια «Creative Commons».