Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΥΤΩΝ – ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (άρθρα 106-183)Σχόλιο του χρήστη Μάιος Ιούνιος | 23 Μαΐου 2026, 19:11




Αναφορικά με το άρθρο 138: 1) Στο δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης αε της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του άρθρο 138 προτείνεται συμπληρωθεί και ο Περιφερειάρχης. 2) Η ρύθμιση του τρίτου εδαφίου της υποπερίπτωσης αε της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του άρθρο 138 είναι ίσως μία από τις πιο πολιτικά αποκαλυπτικές και νομικά προβληματικές (μικρο)διατάξεις του σχεδίου νόμου, γιατί μέσα σε λίγες γραμμές συμπυκνώνει μια ολόκληρη παθολογία της ελληνικής διοικητικής και πολιτικής κουλτούρας. Την επιλεκτική αποδυνάμωση της αρχής της θεσμικής ισότητας υπό την πίεση κοινωνικών, πολιτικών και εργασιακών συσχετισμών. Η διάταξη δημιουργεί μία ειδική και προνομιακή μεταχείριση υπέρ μίας συγκεκριμένης κατηγορίας προσωπικού εξαιρώντας τους από την υποχρεωτική άσκηση ένδικων μέσων στις υποθέσεις μετατροπής ή αναγνώρισης της εργασιακής τους σχέσης. Εδώ προκύπτει αμέσως το κρίσιμο ερώτημα. Γιατί μόνο αυτοί; Διότι αν η ρύθμιση αποσκοπεί στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, στην προστασία ευάλωτων κοινωνικών δομών, στην ανάγκη λειτουργικής συνέχειας ή στην αναγνώριση της κοινωνικής σημασίας της φροντίδας παιδιών, τότε αντίστοιχα επιχειρήματα θα μπορούσαν να προβληθούν και για τους εργαζομένους στην καθαριότητα, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τα προγράμματα «Βοήθεια στο Σπίτι», τις δομές ΑμεΑ, τα δημοτικά ιατρεία, τις υπηρεσίες πολιτικής προστασίας, ακόμη και για τις τεχνικές υπηρεσίες μικρών δήμων. Και εν τέλει όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι μέχρι τώρα που είτε μπήκαν στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ είτε μέσω της σχολής δημόσιας διοίκησης είτε ακόμα και αυτοί που πριν από αυτή τη διάταξη δεν έτυχαν της ευνοϊκής ρύθμισης αυτής και ήταν ίδιας ειδικότητας, τι ήταν; Κορόιδα; Άλλης ταχύτητας υπάλληλοι; Η επιλογή αυτής και μόνο της κατηγορίας προσωπικού δεν προκύπτει από κάποια συνεκτική θεωρία διοικητικού δικαίου ή αρχή δημοσιοϋπαλληλικής πολιτικής. Προκύπτει μάλλον από πολιτική σκοπιμότητα και κοινωνική πίεση. Η διάταξη ουσιαστικά εισάγει μία νομοθετική «νησίδα εξαίρεσης» μέσα σε ένα κατά τα άλλα αυστηρό και οριζόντιο πλαίσιο υποχρεωτικής δικαστικής υπεράσπισης των ΟΤΑ. Δηλαδή, ενώ ο νομοθέτης στο δεύτερο εδάφιο υιοθετεί μία σκληρή και υποχρεωτική γραμμή, ήτοι την υποχρεωτική άσκηση ένδικων μέσων για να αποτρέπεται η δικαστική μονιμοποίηση προσωπικού το οποίο πρέπει κατά τα άλλα να προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που επιβλέπει ο ΑΣΕΠ, αμέσως μετά δημιουργεί μία ειδική κατηγορία εργαζομένων που εξαιρείται από αυτό το καθεστώς!!! Αυτό εγείρει σοβαρά ζητήματα ισότητας, ίσης μεταχείρισης, αντικειμενικότητας της διοίκησης και συνοχής της νομοθετικής πολιτικής. Από πλευράς συνταγματικής θεωρίας, η διάταξη δύσκολα θα χαρακτηριστεί ευθέως αντισυνταγματική, διότι ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια διαφοροποιήσεων όταν επικαλείται λόγους δημοσίου συμφέροντος. Όμως, η συνταγματικότητα μιας διάκρισης δεν εξαντλεί το ζήτημα της θεσμικής ορθότητας, διότι μία διάκριση μπορεί να είναι τυπικά ανεκτή αλλά διοικητικά προβληματική, πολιτικά αποσπασματική και θεσμικά ασυνεπής. Η ρύθμιση μοιάζει να μην εντάσσεται σε ένα συνολικό μοντέλο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού της αυτοδιοίκησης. Μοιάζει περισσότερο με ειδική νομοθετική παρέμβαση ad hoc χαρακτήρα. Το στοιχείο μάλιστα της πενταετούς απαγόρευσης μετακίνησης εκτός δομών παιδικής φροντίδας αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τη λογική της διάταξης. Ο νομοθέτης ουσιαστικά επιχειρεί να διασφαλίσει ότι όσοι δικαιωθούν ή σταθεροποιηθούν εργασιακά, δεν θα χρησιμοποιηθούν ως «δεξαμενή» μετακινήσεων σε άλλες υπηρεσίες των δήμων αλλά θα παραμείνουν στις συγκεκριμένες κοινωνικές δομές. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική επιδίωξη της διάταξης δεν είναι μόνο εργασιακή. Είναι βαθιά λειτουργική και πολιτική. Το κράτος αναγνωρίζει σιωπηρά ότι οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί έχουν μετατραπεί σε κρίσιμη κοινωνική υποδομή χωρίς την οποία διαλύεται η καθημερινότητα χιλιάδων οικογενειών, επηρεάζεται η γυναικεία απασχόληση, αυξάνονται κοινωνικές πιέσεις και προκαλείται πολιτικό κόστος στους δήμους και στην κεντρική διοίκηση. Με άλλα λόγια η διάταξη αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι το σύστημα λειτουργεί ήδη επί χρόνια με προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες και αντί ο νομοθέτης να αντιμετωπίσει ευθέως το πρόβλημα μέσω σοβαρού προγραμματισμού προσλήψεων, θεσμικής αναγνώρισης των πραγματικών αναγκών, ανασχεδιασμού του προσωπικού των ΟΤΑ και σταθερής πολιτικής ανθρώπινου δυναμικού επιλέγει μία αποσπασματική εξαίρεση. Αυτό όμως δημιουργεί σοβαρές παρενέργειες διότι όταν το κράτος αρχίζει να νομοθετεί κατά κατηγορία προσωπικού, με ειδικά καθεστώτα εξαιρέσεων και υπό κοινωνική ή πολιτική πίεση, τότε υπονομεύεται σταδιακά η ενότητα του δημοσιοϋπαλληλικού καθεστώτος, η αρχή της ισότητας και η προβλεψιμότητα της διοίκησης και εν τέλει δημιουργείται αίσθηση επιλεκτικής εύνοιας. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μία «κατακερματισμένη εργασιακή πολιτική». Αντί το κράτος να θεσμοθετήσει ένα ενιαίο στρατηγικό μοντέλο ανθρώπινου δυναμικού, παράγει εξαιρέσεις ανά πεδίο πίεσης. Το θεσμικά ορθότερο και η ορθότερη λύση θα ήταν είτε να καταργηθεί συνολικά η υποχρεωτική άσκηση ένδικων μέσων και να επανέλθει η διακριτική ευχέρεια των ΟΤΑ, υπό αυστηρή αιτιολόγηση και υπαγωγή στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας (συμβατό με την αυτοδιοικητική αυτοτέλεια, με την αρχή της διοικητικής ευθύνης και με μία ώριμη αντίληψη τοπικής διακυβέρνησης) είτε να θεσπιστούν αντικειμενικά και οριζόντια κριτήρια εξαίρεσης, όχι ανά κατηγορία προσωπικού, αλλά βάσει κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών, κοινωνικής αναγκαιότητας της υπηρεσίας, χρονικής διάρκειας απασχόλησης και λειτουργικής αδυναμίας αντικατάστασης προσωπικού Έτσι η διοίκηση θα λειτουργούσε με διαφάνεια, με γενικά κριτήρια, και χωρίς φωτογραφικές εξαιρέσεις. Τελικά η συγκεκριμένη διάταξη δεν λύνει πραγματικά το πρόβλημα. Απλώς αναγνωρίζει επιλεκτικά μία πραγματικότητα που υπάρχει σε πολύ μεγαλύτερο τμήμα της αυτοδιοίκησης. Ότι δηλαδή πολλοί ΟΤΑ λειτουργούν διαχρονικά με συμβασιούχους που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, τις οποίες το ίδιο το κράτος αποφεύγει να καλύψει με σταθερό και θεσμικά καθαρό τρόπο. 3) Στο τέλος της φράσης στο τελευταίο εδάφιο της υποπερίπτωσης αε της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του άρθρο 138 υπάρχουν δύο τελικά ‘ς’ στη λέξη «Κυβερνήσεωςς». 4) Στο σημείο iii της υποπερίπτωσης αη της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του άρθρο 138 το «αναθέτουσας» να γίνει «προϊσταμένης». Αφού έχει ήδη ανατεθεί, ποιας αναθέτουσας; Εξάλλου, παρακάτω στο σημείο iv, γράφει ορθά (αντίστοιχα) «προϊσταμένης αρχής».