• Σχόλιο του χρήστη 'Πέτσας Καλοψημένος' | 23 Μαΐου 2026, 21:51

    Στο άρθρο 689 παρ. 1α αναφέρεται ότι στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας εμπίπτουν οι προϋπολογισμοί των ΟΤΑ και οι αναμορφώσεις τους. Μέχρι πρότινος οι προϋπολογισμοί επικυρωνόντουσαν. Τώρα φαίνεται ότι το κεντρικό κράτος θέλει να ελέγχει τη νομιμότητά τους, ενώ κατά τα άλλα ισχύει η συνταγματική οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ (102 παρ. 2 του Συντάγματος). Η διαφορά μεταξύ «επικύρωσης» και «ελέγχου νομιμότητας» ενός προϋπολογισμού δεν είναι απλώς τεχνική ή μία απλή διαφορά στον διοικητικό ορισμό/όρο. Είναι βαθιά θεσμική, διοικητική και πολιτική. Στην πραγματικότητα αντανακλά δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για τη σχέση κράτους και αυτοδιοίκησης. Αυτή η μεταβολή που επιχειρεί το νέο νομοσχέδιο είναι πολύ σημαντικότερη απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Η επικύρωση του προϋπολογισμού, όπως λειτουργούσε μέχρι σήμερα, είχε περισσότερο χαρακτήρα διοικητικής επιβεβαίωσης, εποπτικής διαπίστωσης και ελέγχου τυπικής συμμόρφωσης. Ουσιαστικά το εποπτεύον όργανο εξέταζε αν τηρήθηκαν οι βασικοί κανόνες κατάρτισης, αν τηρήθηκαν οι οδηγίες του Παρατηρητηρίου, αν υπήρχε ισοσκέλιση, αν είχαν εγγραφεί υποχρεωτικές δαπάνες, αν τηρήθηκαν οι δημοσιονομικές οδηγίες του Υπουργείου και αν ο προϋπολογισμός είναι γενικά συμβατός με το θεσμικό πλαίσιο. Η «επικύρωση» λοιπόν είχε περισσότερο διαπιστωτικό και λογιστικό χαρακτήρα κοιτώντας τις χοντρές δημοσιονομικές παρεκτροπές. Δεν αντιμετωπιζόταν πλήρως ως διοικητική πράξη υποκείμενη σε κλασικό ακυρωτικό έλεγχο νομιμότητας. Με απλά λόγια ο προϋπολογισμός θεωρούνταν περισσότερο εργαλείο δημοσιονομικής διαχείρισης παρά διοικητική πράξη αυξημένης κανονιστικής σημασίας. Ο έλεγχος νομιμότητας όμως είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Πλέον ο προϋπολογισμός θα αντιμετωπίζεται ως μία κλασική διοικητική πράξη με κανονιστικό χαρακτήρα η οποία υπόκειται σε ακυρωτικό διοικητικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ο Επόπτης δεν θα εξετάζει πλέον απλώς αν «βγαίνουν τα νούμερα», αλλά θα εξετάζει αν η πράξη είναι νομικά ορθή, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο, αν τηρήθηκε η διαδικασία, αν υπάρχει νόμιμη αιτιολογία, αν τηρούνται οι αρχές δημοσιονομικού δικαίου, αν παραβιάζονται ειδικές διατάξεις, αν υπάρχουν μη νόμιμες εγγραφές, αν παραβιάζονται κανόνες κατανομής πιστώσεων κλπ. Άρα πλέον ο προϋπολογισμός δεν «επικυρώνεται» απλώς, θα κρίνεται διοικητικά ως προς τη νομιμότητά του. Η επικύρωση βασίζεται στη λογική «ο δήμος καταρτίζει, το κράτος επιβεβαιώνει» ενώ ο έλεγχος νομιμότητας βασίζεται στη λογική «ο δήμος αποφασίζει, το κράτος μπορεί να ακυρώσει». Αυτό αλλάζει πλήρως τη φύση της εποπτείας, τη σχέση κράτους και αυτοδιοίκησης και τον βαθμό παρέμβασης του κεντρικού κράτους. Η πρακτική συνέπεια είναι τεράστια καθώς πλέον ο προϋπολογισμός μπορεί να ακυρωθεί, να επιστραφεί, να παγώσει ή να δημιουργήσει καθυστερήσεις στην εκτέλεση δαπανών. Επειδή ο προϋπολογισμός είναι η θεμελιώδης πράξη λειτουργίας ενός ΟΤΑ, ο έλεγχός του σημαίνει έμμεσο έλεγχο όλης της διοικητικής δράσης, των έργων, των προμηθειών, των κοινωνικών πολιτικών και των αναπτυξιακών επιλογών. Με άλλα λόγια, όποιος ελέγχει ουσιαστικά τον προϋπολογισμό, ελέγχει σε μεγάλο βαθμό και τη δυνατότητα διοίκησης του ίδιου του δήμου ή της περιφέρειας. Εδώ εμφανίζεται μία πολύ σοβαρή αντίφαση του νέου συστήματος. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ όμως όσο επεκτείνεται ο ακυρωτικός έλεγχος, ο προληπτικός έλεγχος και ο διοικητικός παρεμβατισμός στους προϋπολογισμούς, τόσο περισσότερο περιορίζεται πρακτικά η πραγματική αυτοτέλεια, διότι μία αυτοδιοίκηση της οποίας ο προϋπολογισμός, οι αναμορφώσεις, οι βασικές οικονομικές αποφάσεις και οι κανονιστικές επιλογές τελούν υπό εκτεταμένο κρατικό έλεγχο παύει σταδιακά να λειτουργεί ως ουσιαστικά αυτοδιοικούμενος οργανισμός και κινδυνεύει να λειτουργεί ως διοικητικά αποκεντρωμένη μονάδα του κεντρικού κράτους. Θα ήταν όμως άδικο να μην αναγνωριστεί ότι ο έλεγχος νομιμότητας στους προϋπολογισμούς μπορεί να αντιμετωπίσει πραγματικές παθογένειες όπως πλασματικές εγγραφές, υπερεκτιμημένα έσοδα, δημοσιονομικά τεχνάσματα, αδιαφανείς μεταφορές πιστώσεων, πελατειακές δαπάνες και πολιτικά ανεύθυνες οικονομικές πρακτικές, ιδίως σε μικρούς ή αδύναμους διοικητικά δήμους με τον έλεγχο να μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά. Άρα η λογική του ελέγχου δεν είναι από μόνη της λανθασμένη. Το πρόβλημα είναι αλλού. Ποιος θα ασκεί αυτόν τον έλεγχο, με ποια επάρκεια, με ποια ταχύτητα, με ποια τεχνογνωσία και με ποια όρια παρέμβασης; Διότι όταν ο έλεγχος γίνεται υπερβολικά παρεμβατικός, οι υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες, οι ερμηνείες διαφέρουν και οι προθεσμίες καθυστερούν, τότε ο έλεγχος νομιμότητας μπορεί να μετατραπεί από μηχανισμό προστασίας της νομιμότητας σε μηχανισμό διοικητικής παράλυσης. Στην πραγματικότητα, η μετάβαση από την «επικύρωση» στον «έλεγχο νομιμότητας» σηματοδοτεί τη μετάβαση από μία ήπια εποπτεία οικονομικής συμμόρφωσης σε μία πολύ πιο έντονη κρατική εποπτεία επί της ίδιας της οικονομικής διακυβέρνησης των ΟΤΑ και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι μία βαθιά πολιτική και διοικητική επιλογή για το πόσο πραγματικά αυτόνομη θέλει το κράτος να είναι η τοπική αυτοδιοίκηση.