Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕΡΟΣ Α΄ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ (άρθρα 308-321)Σχόλιο του χρήστη ΠΠ | 3 Ιουνίου 2026, 19:32




ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Η παρούσα παρατήρηση υποβάλλεται επί του συνόλου του σχεδίου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ιδίως επί των διατάξεων που αφορούν την οργάνωση και άσκηση των αρμοδιοτήτων των Δήμων, τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών και την αποτελεσματική εφαρμογή των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας. Η κωδικοποίηση της νομοθεσίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση, καθώς συμβάλλει στη σαφήνεια, στη χρηστή διοίκηση, στην ασφάλεια δικαίου και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Πολιτική Προστασία, διαπιστώνεται ότι ενώ το σχέδιο Κώδικα καταγράφει κρίσιμες αρμοδιότητες των Δήμων, δεν αποτυπώνει πάντοτε με την ίδια σαφήνεια τις αναγκαίες διοικητικές, επιχειρησιακές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική άσκησή τους. Η Πολιτική Προστασία δεν αποτελεί μία απλή διοικητική αρμοδιότητα ούτε μία απομονωμένη λειτουργία ενός γραφείου. Αποτελεί οριζόντια και διαλειτουργική ευθύνη του Δήμου, η οποία συνδέεται με το σύνολο σχεδόν των δημοτικών υπηρεσιών και απαιτεί συντονισμό, συνεργασία, επιχειρησιακή ετοιμότητα και σαφή κατανομή ρόλων. Η εμπειρία από δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμούς, ακραία καιρικά φαινόμενα, κατολισθήσεις και λοιπές έκτακτες ανάγκες έχει καταδείξει ότι η επιτυχής άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη σχεδίων ή από την προσπάθεια ενός μεμονωμένου υπαλλήλου. Εξαρτάται από την πραγματική δυνατότητα του Δήμου να κινητοποιεί εγκαίρως όλες τις υπηρεσίες του, να διαθέτει προσωπικό, μέσα, εξοπλισμό, εκπαίδευση, οχήματα και σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ενίσχυση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, ιδίως των άρθρων 311, 314, 319 και των διατάξεων που αφορούν τη Δημοτική Αστυνομία, ώστε να αποτυπωθεί με σαφήνεια ότι η Πολιτική Προστασία αποτελεί οριζόντια λειτουργία του Δήμου και απαιτεί τη θεσμοθετημένη συνδρομή όλων των συναρμόδιων υπηρεσιών. Οι Τεχνικές Υπηρεσίες πρέπει να αναγνωριστούν ως βασικός επιχειρησιακός και επιστημονικός εταίρος της Πολιτικής Προστασίας. Η σύνταξη τεχνικών μελετών, τεχνικών εκθέσεων, αυτοψιών, προμετρήσεων, τεχνικών παρεμβάσεων, αντιπλημμυρικών έργων, αντιδιαβρωτικών έργων, έργων πρόληψης πυρκαγιών και έργων αποκατάστασης καταστροφών αποτελεί αντικείμενο που απαιτεί τεχνική γνώση, υπηρεσιακή αρμοδιότητα και επιστημονική τεκμηρίωση. Η Πολιτική Προστασία μπορεί να εισηγείται, να συντονίζει και να εντοπίζει κινδύνους, αλλά η τεχνική τεκμηρίωση και η εκπόνηση των αναγκαίων μελετών πρέπει να υποστηρίζονται από τις καθ’ ύλην αρμόδιες Τεχνικές Υπηρεσίες. Αντίστοιχα, οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Πρασίνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλοί βοηθητικοί μηχανισμοί, αλλά ως βασικοί επιχειρησιακοί βραχίονες πρόληψης. Η απομάκρυνση καύσιμης ύλης, οι αποψιλώσεις, οι καθαρισμοί κοινόχρηστων χώρων, οι κλαδεύσεις, οι παρεμβάσεις σε περιοχές αυξημένου κινδύνου, οι αυτεπάγγελτοι καθαρισμοί όπου προβλέπονται από τη νομοθεσία, καθώς και η διάθεση προσωπικού, μηχανημάτων έργου, φορτηγών και υδροφόρων, αποτελούν κρίσιμες ενέργειες για την πρόληψη πυρκαγιών και τη μείωση του κινδύνου. Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των ακαθάριστων οικοπέδων. Η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας έχει αναδείξει την ανάγκη σαφούς καθορισμού ρόλων μεταξύ Πολιτικής Προστασίας, Δημοτικής Αστυνομίας, Υπηρεσίας Πρασίνου και Υπηρεσίας Καθαριότητας. Προτείνεται να αποσαφηνιστεί ρητά ποια υπηρεσία διενεργεί τον έλεγχο, ποια διαπιστώνει την παράβαση, ποια συντάσσει την έκθεση αυτοψίας, ποια βεβαιώνει την παράβαση, ποια εισηγείται ή επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και ποια υπηρεσία προβαίνει στον αυτεπάγγελτο καθαρισμό, όταν αυτό απαιτείται για λόγους δημόσιας ασφάλειας και προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Η Δημοτική Αστυνομία, όπου υφίσταται, πρέπει να έχει σαφώς καθορισμένο ρόλο στην εφαρμογή της νομοθεσίας περί ακαθάριστων οικοπέδων, στους ελέγχους, στη βεβαίωση παραβάσεων, στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και στην εφαρμογή κανονιστικών αποφάσεων του Δήμου. Παράλληλα, όμως, η διαδικασία δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη Δημοτική Αστυνομία, ιδίως σε Δήμους όπου δεν υφίσταται ή δεν είναι επαρκώς στελεχωμένη. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα συνεργασίας με την Υπηρεσία Πρασίνου, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Πολιτική Προστασία. Οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης πρέπει επίσης να έχουν σαφώς καθορισμένο ρόλο στο σύστημα Πολιτικής Προστασίας. Η συντήρηση και λειτουργία των δικτύων ύδρευσης, η διασφάλιση επάρκειας νερού, η συντήρηση πυροσβεστικών κρουνών, ο καθαρισμός φρεατίων και σχαρών, ο έλεγχος αγωγών ομβρίων, η παρακολούθηση υδραυλικών έργων και η επιχειρησιακή ετοιμότητα των υπηρεσιών ύδρευσης αποτελούν κρίσιμες δράσεις πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών και πλημμυρών. Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό για την προστασία ευάλωτων ομάδων πληθυσμού. Σε περιπτώσεις εκκενώσεων, παρατεταμένων κρίσεων, φυσικών καταστροφών ή οργανωμένης απομάκρυνσης πληθυσμού, πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία, χρονίως πάσχοντες, πολίτες χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον και κάθε κατηγορία πολιτών που αδυνατεί να αυτοπροστατευθεί. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στις Δημοτικές Κοινότητες. Οι Πρόεδροι και τα Συμβούλια των Κοινοτήτων αποτελούν το πλησιέστερο επίπεδο διοίκησης προς τον πολίτη και διαθέτουν πολύτιμη γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, των επικίνδυνων σημείων, των προβλημάτων, των αναγκών και των πραγματικών συνθηκών κάθε περιοχής. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η θεσμοθετημένη συμμετοχή τους στον σχεδιασμό, στην επικαιροποίηση των σχεδίων, στην καταγραφή τοπικών κινδύνων και στη διαδικασία ενημέρωσης των αρμόδιων υπηρεσιών. Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Πολιτική Προστασία λειτουργεί καθημερινά σε συνεργασία με το Πυροσβεστικό Σώμα, την Ελληνική Αστυνομία, τις Δασικές Υπηρεσίες, το ΕΚΑΒ, το Λιμενικό Σώμα, τις Περιφέρειες, τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και, όπου απαιτείται, τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η πραγματικότητα αυτή καθιστά αναγκαία τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και τη διασφάλιση αποτελεσματικού συντονισμού όλων των εμπλεκομένων υπηρεσιών. Η ανάθεση αρμοδιοτήτων χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη ανθρώπινου δυναμικού, εξοπλισμού, εκπαίδευσης, μέσων μετακίνησης και επιχειρησιακής υποστήριξης δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο μεταφοράς ευθύνης χωρίς πραγματική δυνατότητα άσκησης της αρμοδιότητας. Για τον λόγο αυτό οι διατάξεις του νέου Κώδικα δεν πρέπει να περιοριστούν στην καταγραφή των αρμοδιοτήτων, αλλά να διασφαλίζουν και τις πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη των αναγκαίων μέσων. Σε πολλές περιπτώσεις οι οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας καλούνται να ανταποκριθούν σε απαιτητικές καταστάσεις χωρίς επαρκή στελέχωση, χωρίς κατάλληλο εξοπλισμό, χωρίς υπηρεσιακά μέσα μετακίνησης και χωρίς το απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης. Η κατάσταση αυτή αποδυναμώνει την επιχειρησιακή ικανότητα των Δήμων και δημιουργεί κινδύνους τόσο για τους πολίτες όσο και για τους ίδιους τους εργαζόμενους. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά η υποχρεωτική χορήγηση κατάλληλων Μέσων Ατομικής Προστασίας στα στελέχη Πολιτικής Προστασίας. Η συμμετοχή σε αυτοψίες, επιθεωρήσεις, περιπολίες πρόληψης, ελέγχους επικινδυνότητας, περιοχές εκδήλωσης πυρκαγιών, πλημμυρών, κατολισθήσεων και λοιπών συμβάντων δημιουργεί πραγματικές συνθήκες επαγγελματικού κινδύνου. Η χορήγηση Μέσων Ατομικής Προστασίας δεν αποτελεί ευχέρεια του φορέα, αλλά υποχρέωση της διοίκησης για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων. Παράλληλα, προτείνεται να προβλεφθεί η υποχρεωτική διάθεση υπηρεσιακού οχήματος ή ισοδύναμου επιχειρησιακού μέσου μετακίνησης στις οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας. Η καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών προϋποθέτει αυτοψίες, επιτόπιους ελέγχους, συμμετοχή σε συσκέψεις, συντονισμό δράσεων, περιπολίες πρόληψης, ελέγχους επικινδυνότητας και άμεση ανταπόκριση σε συμβάντα. Η ανάθεση ευθυνών χωρίς τη δυνατότητα άμεσης μετάβασης στο πεδίο δημιουργεί λειτουργικό κενό και περιορίζει ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών. Επιπλέον, απαιτείται η πρόβλεψη βασικού επιχειρησιακού εξοπλισμού και σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Η πρόσβαση σε συστήματα χαρτογράφησης, γεωχωρικά δεδομένα, επιχειρησιακές εφαρμογές, μέσα επικοινωνίας, εργαλεία καταγραφής συμβάντων και κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό αποτελεί πλέον βασική ανάγκη κάθε υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι φυσικές καταστροφές και τα έκτακτα συμβάντα δεν εκδηλώνονται εντός διοικητικού ωραρίου. Οι δασικές πυρκαγιές, οι πλημμύρες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι λοιπές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαιτούν άμεση κινητοποίηση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να θεσμοθετηθεί δυνατότητα επιφυλακής και επιχειρησιακής ετοιμότητας σε εικοσιτετράωρη βάση, με σαφές πλαίσιο ενεργοποίησης, υποστήριξης και λειτουργίας των υπηρεσιών. Η συνεχής διαθεσιμότητα, η συμμετοχή σε επιφυλακές, η παρουσία σε επιχειρήσεις πεδίου, η ευθύνη λήψης κρίσιμων αποφάσεων και η ανάληψη ευθύνης για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών και των κρίσιμων υποδομών δημιουργούν ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης καθηκόντων για τα στελέχη Πολιτικής Προστασίας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να εξεταστεί η θεσμική αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών άσκησης των καθηκόντων Πολιτικής Προστασίας και η δυνατότητα πρόβλεψης επιδόματος ιδιαίτερων συνθηκών ή επιχειρησιακής ετοιμότητας για τα στελέχη που συμμετέχουν σε επιφυλακές, αυτοψίες, επιχειρήσεις πεδίου, συντονισμό συμβάντων και διαχείριση εκτάκτων αναγκών. Η πρόβλεψη αυτή δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών εργασίας που συνοδεύουν το αντικείμενο. Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της εκπαίδευσης. Η Πολιτική Προστασία αποτελεί εξειδικευμένο επιχειρησιακό αντικείμενο που απαιτεί συνεχή κατάρτιση και επικαιροποίηση γνώσεων. Η διαχείριση δασικών πυρκαγιών, πλημμυρικών φαινομένων, σεισμών, μαζικών εκκενώσεων, τεχνολογικών ατυχημάτων και λοιπών καταστάσεων κρίσης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική εμπειρία ή στην καλή θέληση των στελεχών. Προτείνεται η καθιέρωση υποχρεωτικής αρχικής εκπαίδευσης για κάθε στέλεχος που αναλαμβάνει καθήκοντα Πολιτικής Προστασίας, καθώς και η υποχρεωτική περιοδική επιμόρφωση, η συμμετοχή σε ασκήσεις ετοιμότητας και η συνεχής επικαιροποίηση των γνώσεων σύμφωνα με τα εθνικά σχέδια, τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών και τις εξελίξεις του θεσμικού πλαισίου. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να θεωρείται βασική προϋπόθεση άσκησης των καθηκόντων και όχι συμπληρωματική διαδικασία. Η επένδυση στην εκπαίδευση μειώνει τα επιχειρησιακά λάθη, βελτιώνει τον συντονισμό των εμπλεκομένων φορέων και ενισχύει ουσιαστικά την προστασία των πολιτών. Παράλληλα, προτείνεται η θέσπιση ελάχιστων κριτηρίων στελέχωσης των οργανικών μονάδων Πολιτικής Προστασίας με βάση αντικειμενικούς δείκτες, όπως ο πληθυσμός, η γεωγραφική έκταση, ο αριθμός οικισμών, η δασοκάλυψη, η τουριστική επιβάρυνση, οι κρίσιμες υποδομές και το επίπεδο επικινδυνότητας κάθε περιοχής. Η σημερινή πραγματικότητα, όπου Δήμοι με ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό, δημιουργεί σοβαρές ανισότητες ως προς το επίπεδο προστασίας των πολιτών. Προτείνεται επίσης η καθιέρωση ελάχιστου χρόνου παραμονής τεσσάρων (4) ετών στις οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας. Η συχνή μετακίνηση προσωπικού οδηγεί σε απώλεια εμπειρίας, επιχειρησιακής γνώσης και θεσμικής μνήμης. Η Πολιτική Προστασία είναι αντικείμενο που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συσσωρευμένη εμπειρία από πραγματικά περιστατικά, ασκήσεις και διαχείριση κρίσεων. Η διατήρηση σταθερού προσωπικού για εύλογο χρονικό διάστημα διασφαλίζει τη συνέχεια του σχεδιασμού, την αξιοποίηση της εκπαίδευσης και τη δημιουργία αποτελεσματικών υπηρεσιών προς όφελος των πολιτών και της τοπικής κοινωνίας. Ιδιαίτερη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία των Δήμων και την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας έχει η σαφής θεσμική διάκριση μεταξύ Πολιτικής Προστασίας και Πολιτικής Άμυνας. Πρόκειται για δύο διαφορετικά θεσμικά αντικείμενα, με διαφορετικό επιχειρησιακό σκοπό, διαφορετικό πλαίσιο λειτουργίας και διαφορετικές απαιτήσεις στελέχωσης. Η Πολιτική Προστασία αποτελεί μόνιμο μηχανισμό πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών. Αντιθέτως, η Πολιτική Άμυνα αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο, το οποίο σχετίζεται με διαφορετικό θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να αποτυπωθεί σαφώς στον νέο Κώδικα ότι η Πολιτική Προστασία και η Πολιτική Άμυνα αποτελούν διακριτές λειτουργίες με διαφορετικό αντικείμενο, διαφορετικές απαιτήσεις και διαφορετική στελέχωση. Η ανάθεση και των δύο αντικειμένων στο ίδιο πρόσωπο ή στην ίδια οργανική μονάδα δημιουργεί σύγχυση αρμοδιοτήτων, αυξάνει τον διοικητικό φόρτο και μειώνει την αποτελεσματικότητα του συνολικού συστήματος. Περαιτέρω, προτείνεται να προβλεφθεί ότι οι οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας στελεχώνονται κατά προτεραιότητα από προσωπικό που διαθέτει συναφή εκπαίδευση, επιχειρησιακή εμπειρία ή προϋπηρεσία σε αντικείμενα διαχείρισης κινδύνων και εκτάκτων αναγκών. Η εμπειρία από πραγματικά συμβάντα αποτελεί ανεκτίμητο επιχειρησιακό κεφάλαιο. Η διαχείριση μιας δασικής πυρκαγιάς, μιας πλημμύρας, μιας μεγάλης εκκένωσης ή μιας σύνθετης κρίσης απαιτεί γνώσεις που συχνά αποκτώνται μέσα από πολυετή υπηρεσία στο πεδίο και όχι αποκλειστικά μέσα από θεωρητική κατάρτιση. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη η υπηρεσιακή εμπειρία προσωπικού που έχει υπηρετήσει ή υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, στην Ελληνική Αστυνομία, στη Δημοτική Αστυνομία, στις Δασικές Υπηρεσίες, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στο Λιμενικό Σώμα, στο ΕΚΑΒ, σε πιστοποιημένες εθελοντικές οργανώσεις Πολιτικής Προστασίας και σε λοιπούς φορείς αντιμετώπισης κρίσεων και εκτάκτων αναγκών. Επιπλέον, προτείνεται να εξεταστεί η αξιοποίηση αποστράτων και πρώην στελεχών των παραπάνω φορέων, οι οποίοι διαθέτουν πολύτιμη εμπειρία στη διοίκηση συμβάντων, στις επιχειρήσεις πεδίου, στον συντονισμό πολλαπλών φορέων και στη λήψη αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης. Η εμπειρία αυτή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τους Δήμους και μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά την επιχειρησιακή τους ικανότητα. Παράλληλα, θεωρείται αναγκαία η θεσμοθέτηση διαδικασίας ετήσιας αξιολόγησης επιχειρησιακής ετοιμότητας των Δήμων. Η αξιολόγηση αυτή δεν πρέπει να έχει ελεγκτικό ή τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά να λειτουργεί ως εργαλείο διαρκούς βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών. Η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επάρκεια προσωπικού, τη διαθεσιμότητα οχημάτων και εξοπλισμού, την κατάσταση των σχεδίων Πολιτικής Προστασίας, την πραγματοποίηση ασκήσεων, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη λειτουργία των μηχανισμών επιφυλακής και την επιχειρησιακή συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς. Η κλιματική κρίση και η αύξηση της συχνότητας και έντασης των φυσικών καταστροφών καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω ενίσχυση των δομών Πολιτικής Προστασίας των Δήμων. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί σημαντική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού, πιο ανθεκτικού και πιο αποτελεσματικού συστήματος Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι προτεινόμενες παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στη δημιουργία νέων αρμοδιοτήτων, αλλά στην ουσιαστική δυνατότητα εφαρμογής των ήδη υφιστάμενων υποχρεώσεων των Δήμων. Η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων, η επαρκής στελέχωση, η αξιοποίηση εμπειρίας, η εκπαίδευση, η διατήρηση της θεσμικής μνήμης, η διάθεση των αναγκαίων μέσων και η ενίσχυση της συνεργασίας όλων των υπηρεσιών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών, των κρίσιμων υποδομών και του φυσικού περιβάλλοντος. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική προσπάθεια των στελεχών ή στην καλή θέληση των υπηρεσιών. Απαιτεί θεσμική οργάνωση, επαρκές προσωπικό, σαφείς αρμοδιότητες, εκπαίδευση, εξοπλισμό, επιχειρησιακή συνέχεια και πραγματική δυνατότητα εφαρμογής του σχεδιασμού. Ο νέος Κώδικας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για ένα ισχυρότερο, σαφέστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης.