ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕΡΟΣ Α΄ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ (άρθρα 308-321)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕΡΟΥΣ Α΄

Άρθρο 308
Σκοπός
Σκοπός του Μέρους Α’ του Βιβλίου Τρίτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι ο προσδιορισμός του πλαισίου οργάνωσης των αρμοδιοτήτων των δήμων και των περιφερειών, με την εξειδίκευση του εύρους των κανονιστικών τους αρμοδιοτήτων εντός των συνταγματικών προβλέψεων.

Άρθρο 309
Αντικείμενο
Αντικείμενο του Μέρους Α’ του Βιβλίου Τρίτου του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί:
α) η καταγραφή των αρχών τις οποίες οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα όργανα διοίκησης των δήμων και των περιφερειών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους,
β) η καταγραφή των αρμοδιοτήτων των δήμων και των περιφερειών,
γ) η θέσπιση της διαδικασίας τροποποίησης και μεταβίβασης αρμοδιοτήτων προς τους δήμους και τις περιφέρειες, και
δ) η καταγραφή των περιπτώσεων άσκησης κανονιστικής αρμοδιότητας των δήμων και περιφερειών.

Άρθρο 310
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος Βιβλίου, καθώς και για την καταγραφή των αρμοδιοτήτων των δήμων και των περιφερειών, όπως αυτές εμφανίζονται στον Πίνακα με τον τίτλο «Αρμοδιότητες Δήμων και Περιφερειών» στο Παράρτημα του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:
1. «αρμοδιότητα»: ο προσδιορισμός του συνόλου των διοικητικών πράξεων και των υλικών ενεργειών, οι οποίες είναι ενταγμένες σε μια δημόσια πολιτική, στην οποία υποχρεούται ή δύναται να προβεί όργανο διοίκησης των δήμων και των περιφερειών.
2. «αρχή της εγγύτητας»: η ανάληψη δράσης και ενεργειών από τον δημόσιο φορέα ο οποίος λειτουργεί στο εγγύτερο για τον πολίτη επίπεδο.
3. «αρχή της επικουρικότητας»: η ανάληψη δράσης και ενεργειών διοικητικών οργάνων στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική τους αρμοδιότητα, στις περιπτώσεις που, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, οι στόχοι τους δεν επιτυγχάνονται επαρκώς από τους δήμους και τις περιφέρειες.
4. «διαχείριση»: το σύνολο των ενεργειών που αναλαμβάνονται για την εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής στο πλαίσιο άσκησής μιας αρμοδιότητας.
5. «έλεγχος»: η ανάληψη ενεργειών για την τήρηση της νομιμότητας σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, τα διδάγματα της επιστήμης και της κοινής πείρας.
6. «έγκριση ενέργειας»: η τελική πράξη με την οποία ολοκληρώνεται μία διοικητική διαδικασία, κατόπιν ελέγχου των ενδιάμεσων πράξεων στο πλαίσιο άσκησης μιας αρμοδιότητας.
7. «εποπτεία άλλου εποπτευόμενου φορέα από τον δήμο ή την περιφέρεια»: η υποχρέωση παρακολούθησης, άσκησης ελέγχου και διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας, σύμφωνα με το ειδικότερο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο.
8. «οργάνωση άσκησης της αρμοδιότητας»: η επιλογή του τρόπου άσκησης της αρμοδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 324, περί επιλογών οργάνωσης άσκησης αρμοδιότητας, και η έκδοση των προβλεπόμενων αποφάσεων για τον ειδικότερο τρόπο άσκησής τους.
9. «σχεδίαση»: η διαδικασία προκαθορισμού σειράς ενεργειών κατ’ αλληλουχία και συνάφεια προς επίτευξη αντικειμενικών σκοπών στο πλαίσιο άσκησης μιας αρμοδιότητας.
10. «συντονισμός»: η σύγκλιση και η εναρμόνιση των διοικητικών ενεργειών των συναρμόδιων υπηρεσιών, ώστε να ασκείται αποτελεσματικότερα μια αρμοδιότητα.
11. «τεκμήριο καθημερινότητας»: η δυνατότητα των δήμων να εκδίδουν διοικητικές πράξεις, για την έκδοση των οποίων δεν έχει αρμοδιότητα όργανο του Κράτους, και να πραγματώνουν κάθε υλική ενέργεια στο αναγκαίο και προσήκον μέτρο, στο πλαίσιο της οικείας κατηγορίας που ορίζεται στο άρθρο 317, περί αρμοδιοτήτων που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας, πέραν των αρμοδιοτήτων που ρητώς τους έχουν αποδοθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Άρθρο 311
Γενικές αρχές άσκησης αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών
Τα όργανα διοίκησης των δήμων και των περιφερειών, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, λαμβάνουν υπόψη:
α) τις εθνικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές πολιτικές που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές τους,
β) την ανάγκη συμμετοχής των δημοτών και των κατοίκων στις τοπικές υποθέσεις και ανάπτυξης του αισθήματος της κοινωνικής αλληλεγγύης,
γ) την ανάγκη συνεργασίας και συντονισμού με άλλες τοπικές ή δημόσιες αρχές και οργανισμούς, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να δρουν και να διαθέτουν πόρους στην εδαφική περιφέρειά τους,
δ) τους διαθέσιμους πόρους για την άσκηση της αρμοδιότητας και την ανάγκη να διασφαλισθούν η επωφελής και αποτελεσματική χρήση και η ισόρροπη κατανομή τους,
ε) την ανάγκη να οργανώνουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες με τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται η επάρκεια, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητά τους, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των δημοτών και των κατοίκων,
στ) την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης δημοτών και κατοίκων στην πληροφόρηση,
ζ) την ανάγκη διασφάλισης της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία στις δημόσιες υπηρεσίες και σε κοινόχρηστους χώρους,
η) την ανάγκη για υψηλής ποιότητας περιβαλλοντική προστασία και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και την ανάγκη προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης των περιοχών τους,
θ) τη χρήση των νέων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι αλυσίδες συστοιχιών ή άλλης τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού των άρθρων 47 έως 51 του ν. 4961/2022 (Α’146),
ι) τις αρχές της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης του άρθρου 6 του ν. 5013/2023 (Α’12), περί γενικών αρχών του Εθνικού Συστήματος Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης,
ια) τις αρχές καλής διακυβέρνησης και χρηστής διοίκησης του άρθρου 19 του ν. 4622/2019 (Α’133), περί αρχών καλής διακυβέρνησης και χρηστής διοίκησης,
ιβ) τις προβλέψεις του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονομίας, όπως έχει κυρωθεί με τον ν. 1850/1989 (Α’ 114) και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας για το δικαίωμα συμμετοχής στις υποθέσεις τοπικής αρχής του Κεφαλαίου Β του Μέρους Β του Βιβλίου Έκτου του παρόντος,
ιγ) τον σκοπό και τις αρχές κατάρτισης των Σχεδίων Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας του άρθρου 3 του ν. 4784/2021 (Α’ 40), και
ιδ) τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Τοπίο (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Τοπίου 2000) όπως κυρώθηκε με τον ν. 3827/2010 (Α’30).

Άρθρο 312
Προγραμματισμός δράσεων δήμων και περιφερειών
1. Εντός των πρώτων επτά (7) μηνών της αυτοδιοικητικής περιόδου, οι δήμοι και οι περιφέρειες, με απόφαση του δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου, αντίστοιχα, δύνανται να καταρτίζουν Πενταετές Σχέδιο Δράσεων, το οποίο εξειδικεύεται κατ’ έτος σε Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων.
2. Το Πενταετές Σχέδιο Δράσεων σχετίζεται με τις αρμοδιότητες του δήμου και της περιφέρειας αντίστοιχα. Για την κατάρτιση του λαμβάνονται υπόψη:
α) οι κατευθύνσεις του αναπτυξιακού και χωρικού σχεδιασμού εθνικού και περιφερειακού επιπέδου,
β) οι προτεραιότητες που απορρέουν από θεσμοθετημένα χρηματοδοτικά μέσα και άλλα γενικά ή ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα,
γ) οι πολιτικές και στρατηγικές που επηρεάζουν την ανάπτυξη του χώρου και το μεταφορικό σύστημα του δήμου και της περιφέρειας, αντίστοιχα και
δ) στρατηγικά κείμενα και εθνικές πολιτικές που αφορούν τον σχεδιασμό μεταφορών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο καθώς και οι κατευθύνσεις του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδιασμού Μεταφορών και του Σχεδίου Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας του δήμου και της περιφέρειας.
3. Το Πενταετές Σχέδιο Δράσεων του δήμου και της περιφέρειας αντίστοιχα, κατ’ ελάχιστο περιλαμβάνει:
α) συνοπτική αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης του εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος,
β) τους στρατηγικούς στόχους, τις προτεραιότητες που θα υλοποιηθούν κατά τη διάρκεια της αυτοδιοικητικής περιόδου και τις δράσεις ανά κατηγορία αρμοδιοτήτων, όπως αυτές εμφανίζονται στον Πίνακα Καταγραφής Αρμοδιοτήτων Δήμων και Περιφερειών του Παραρτήματος του παρόντος Κώδικα και
γ) τους δείκτες μέτρησης και αξιολόγησης των επιδόσεων των δήμων και των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 5056/2023 (Α’ 163), περί εξουσιοδοτικών διατάξεων.
4. Κατά την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών από τους δήμους και τις περιφέρειες λαμβάνονται υπόψη οι κατευθύνσεις και προτεραιότητες των Πενταετών Σχεδίων Δράσεων τους.
5. Το περιεχόμενο του Ετήσιου Προγράμματος Δράσεων δύναται να συνδέεται με τη διαδικασία καθορισμού και επιμερισμού στόχων του δήμου και της περιφέρειας, του άρθρου 9 του ν. 4940/2022 (Α΄112), περί της διαδικασίας καθορισμού και αναθεώρησης στόχων.
6. Το Πενταετές Σχέδιο Δράσεων και το Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων τίθενται σε δημόσια διαβούλευση στον ιστότοπο του δήμου ή της περιφέρειας, αντίστοιχα, για τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες. Μετά το πέρας της προθεσμίας διαβούλευσης λαμβάνεται η απόφαση των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, αντίστοιχα, της παρ. 1, η οποία αναρτάται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του οικείου δήμου ή περιφέρειας.
7. Τα θέματα που αφορούν στην εκπόνηση και υλοποίηση του Πενταετούς Σχεδίου Δράσεων και του Ετήσιου Προγράμματος Δράσεων υποχρεωτικά εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη και συζητούνται στην ειδική δημόσια συνεδρίαση του απολογισμού πεπραγμένων της δημοτικής ή της περιφερειακής αρχής, αντίστοιχα, του άρθρου 150, περί απολογισμού πεπραγμένων δημοτικής και περιφερειακής αρχής.

Άρθρο 313
Καταγραφή αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών
1. Το Παράρτημα του παρόντος Κώδικα, με τίτλο «Αρμοδιότητες Δήμων και Περιφερειών», αποτελεί καταγραφή αρμοδιοτήτων που έχουν απονεμηθεί στους δήμους και τις περιφέρειες από νομοθετήματα, εξαιρουμένου του παρόντος Κώδικα. Οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται βάσει του εκάστοτε θεσμικού πλαισίου για το οποίο καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Υπουργείο που έχει την ευθύνη για την υλοποίηση της αντίστοιχης δημόσιας πολιτικής.
2. Το Παράρτημα της παρ. 1 διαιρείται σε επίπεδα δημοσίων πολιτικών, σύμφωνα με:
α) το άρθρο 7 του ν. 5013/2023 (Α’ 34), περί μεθοδολογίας κατανομής αρμοδιοτήτων στα επίπεδα διακυβέρνησης σύμφωνα με τη λειτουργική ταξινόμηση, και
β) την υπό στοιχεία ΔΙΔΔΑ/Φ.30/οικ. 4490/16.3.2023 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών «Καθορισμός του περιεχομένου και του εύρους κάθε επιπέδου της λειτουργικής ταξινόμησης των δημοσίων πολιτικών καθώς και της μεθοδολογίας κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιπέδων διακυβέρνησης του άρθρου 7 του ν. 5013/2023 «Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, διαχείριση κινδύνων στον δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α’ 12)» (Β’ 1694).
3. Οι ορεινοί δήμοι ασκούν, επιπρόσθετα των αρμοδιοτήτων που έχουν απονεμηθεί σε όλους τους δήμους της χώρας, και τις αρμοδιότητες που ορίζονται ρητά στο Παράρτημα της παρ. 1 και οι οποίες ασκούνται στην υπόλοιπη επικράτεια από τις περιφέρειες.

Άρθρο 314
Θέσπιση, μεταβίβαση και τροποποίηση αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών
1. Κατά τη διαδικασία θέσπισης νέας αρμοδιότητας ή μεταβίβασης αρμοδιότητας άλλου φορέα στους δήμους ή τις περιφέρειες ή τροποποίησης υφιστάμενης αρμοδιότητας των δήμων ή περιφερειών, λαμβάνονται υπόψη:
α) οι αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, καθώς και
β) η δυνατότητα του δήμου ή της περιφέρειας να λειτουργεί αυτοτελώς ως επισπεύδον όργανο για την υλοποίηση της εκάστοτε δημόσιας πολιτικής.
2. Η νομοθετική πρωτοβουλία για τη θέσπιση νέας αρμοδιότητας ή μεταβίβαση αρμοδιότητας άλλου φορέα στους δήμους ή τις περιφέρειες ή τροποποίηση υφιστάμενης αρμοδιότητας των δήμων και των περιφερειών, σύμφωνα με τους κανόνες της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης του άρθρου 6 του ν. 5013/2023 (Α’12), περί γενικών αρχών του συστήματος πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον:
α) αναφορές στο περιεχόμενο της δημόσιας πολιτικής,
β) την ειδικότερη νομοθεσία που διέπει την εν λόγω αρμοδιότητα,
γ) τον ορισμό του αρμόδιου αιρετού οργάνου των δήμων και περιφερειών για την άσκησή της και
δ) τον καθορισμό αρμόδιου οργάνου παρακολούθησης της ορθής εφαρμογής της δημόσιας πολιτικής.
3. Η νομοθετική πρωτοβουλία της παρ. 2 διασφαλίζει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, το ανθρώπινο δυναμικό, την αναγκαία υποδομή και εξοπλισμό, καθώς και τα απαιτούμενα διοικητικά και τεχνολογικά εργαλεία.
4. Οι αρχές που έχουν τη σχετική αρμοδιότητα ενημερώνουν για τη νομοθετική πρωτοβουλία της παρ. 2 το Επιχειρησιακό Κέντρο Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης (Ε.Κ.ΠΕ.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 5013/2023, το οποίο προβαίνει σε σχετική γνωμοδότηση εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερολογιακών ημερών, η οποία είναι απαραίτητη για την κατάθεση της νομοθετικής πρωτοβουλίας προς ψήφιση στη Βουλή. Για τη γνωμοδότηση, το Ε.Κ.ΠΕ.Δ. ζητά απόψεις από την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας και την Ένωση Περιφερειών, κατά περίπτωση. Η Διεύθυνση Οργάνωσης και Λειτουργίας Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών συνεπικουρεί το Ε.Κ.ΠΕ.Δ. στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντα Κώδικα και των σχετικών με τον Κώδικα λειτουργιών του Πληροφοριακού Συστήματος της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης.
5. Για τη διασφάλιση της ορθής, έγκαιρης και πλήρους διενέργειας της διαδικασίας, το Ε.Κ.ΠΕ.Δ. συνεπικουρείται από τη Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων της Προεδρίας της Κυβέρνησης.
6. Σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης για τη νομοθετική πρωτοβουλία, η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων δεν προβαίνει στην κατάθεση αυτής. Αν παρέλθει η προθεσμία της παρ. 4 χωρίς να δοθεί η γνωμοδότηση του Ε.Κ.ΠΕ.Δ., τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη του.

Άρθρο 315
Κατηγορίες αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών
1. Οι δήμοι και οι περιφέρειες ασκούν, στο αναγκαίο και προσήκον μέτρο, τις αρμοδιότητές τους, οι οποίες:
α) συνδέονται λειτουργικά με τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων χωρικής τους αρμοδιότητας ή
β) συνιστούν αποστολή του Κράτους.
2. Οι αρμοδιότητες της παρ. 1 δύνανται να ασκηθούν προς όφελος:
α) ολόκληρης ή τμήματος της χωρικής τους αρμοδιότητας,
β) όλων ή μερικών δημοτών ή κατοίκων της χωρικής τους αρμοδιότητας

Άρθρο 316
Αρμοδιότητες που συνιστούν αποστολή του κράτους
1. Ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου των αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του κράτους και έχουν μεταβιβαστεί στους δήμους και στις περιφέρειες, καθώς και την εφαρμογή του εκάστοτε ειδικού θεσμικού πλαισίου, καθ’ ύλην αρμόδιος είναι ο κατά περίπτωση δημόσιος φορέας, ο οποίος δεν αποξενώνεται από τη συγκεκριμένη αρμοδιότητά του, λόγω της άσκησης αυτής από τους δήμους και τις περιφέρειες.
2. Στην περίπτωση μεταβίβασης αρμοδιότητας στον δήμο ή στην περιφέρεια, το δημοτικό ή το περιφερειακό συμβούλιο, αντίστοιχα, δύνανται να εκδώσουν κανονιστική απόφαση για την ειδικότερη ρύθμιση συμπληρωματικών θεμάτων τοπικής σημασίας, εντός του νομοθετικού πλαισίου και των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών αποφάσεων, η οποία υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας από τον Επόπτη Νομιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας.

Άρθρο 317
Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας
1. Στο τεκμήριο καθημερινότητας των δημοτών και των κατοίκων των δήμων εντάσσονται οι κατωτέρω αρμοδιότητες:
α) η ανάληψη πρωτοβουλιών, εντός του πλαισίου του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Δημόσια Υγεία του ν. 4675/2020 (Α’ 54), για θέματα δημιουργίας και ενίσχυσης δημοτικών ιατρείων, κοινωνικών φαρμακείων καθώς και παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών υγείας,
β) η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη δια βίου μάθηση, όπως σε θέματα τοπικής ιστορίας, οικοτεχνίας και παραδόσεων,
γ) η ανάληψη πρωτοβουλιών για την προαγωγή της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, όπως δομές και προγράμματα άμεσης αντιμετώπισης της φτώχειας και φροντίδας ηλικιωμένων,
δ) η ανάληψη πρωτοβουλιών για θέματα που αφορούν το φυσικό, αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό περιβάλλον.
2. Για την ανάληψη αρμοδιότητας, η οποία εντάσσεται λειτουργικά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της παρ. 1 και η οποία:
α) δεν έχει αποδοθεί σε δήμους ή περιφέρειες με τον παρόντα Κώδικα ή άλλο νόμο και
β) δεν έχει απονεμηθεί ρητά σε άλλο δημόσιο όργανο,
ο δήμος δύναται να απευθύνει αίτημα στο αρμόδιο Υπουργείο, σχετικά με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο για την εκάστοτε αρμοδιότητα, καθώς και για την έγκριση της ανάληψης αυτής. Το αρμόδιο Υπουργείο δύναται να ζητήσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία από τον δήμο και υποχρεούται να απαντήσει επί του αιτήματος του δήμου, εντός τριών (3) μηνών. Σε περίπτωση παρέλευσης του τριμήνου, τεκμαίρεται η έγκριση του Υπουργείου.
3. Η ανάληψη της αρμοδιότητας της παρ. 2 πραγματοποιείται με έκδοση κανονιστικής πράξης του δημοτικού συμβουλίου, με την οποία καθορίζεται ο ειδικός τρόπος άσκησής της, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα μορφολογικά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά του δήμου.
4. Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας από τον Επόπτη Νομιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 689, περί κατηγοριών πράξεων που εμπίπτουν στον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας.
5. Εφόσον η ανάληψη των αρμοδιοτήτων σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 4 δεν είναι δυνατό να γίνει μόνο από έναν δήμο, δύναται να προβλέπεται η συνεργασία περισσότερων δήμων ή δήμων και περιφερειών σύμφωνα με το Μέρος Β’ του παρόντος Βιβλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Άρθρο 318
Δημοτικές κανονιστικές πράξεις τοπικού ενδιαφέροντος
1. Οι δήμοι ρυθμίζουν θέματα της αρμοδιότητάς τους, σύμφωνα με το Παράρτημα της παρ. 1 του άρθρου 313, περί καταγραφής των αρμοδιοτήτων των δήμων και των περιφερειών, εκδίδοντας τοπικές κανονιστικές αποφάσεις, στο πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας, με τις οποίες:
α) Θέτουν κανόνες για:
αα) Την προστασία του φυσικού, αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, των θαλασσών από πηγές ξηράς και των υπόγειων και επιφανειακών υδάτινων αποθεμάτων από τη ρύπανση.
αβ) Την προστασία της υγείας των κατοίκων από οχλούσες δραστηριότητες και ειδικότερα στις τουριστικές περιοχές κατά την τουριστική περίοδο.
αγ) Την τήρηση της καθαριότητας σε κοινόχρηστους και ιδιωτικούς υπαίθριους χώρους της εδαφικής τους περιφέρειας και γενικότερα για τη διασφάλιση και αναβάθμιση της αισθητικής των πόλεων και των οικισμών, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τη διατήρηση και ανάδειξη των παραδοσιακών, ιστορικών και τουριστικών περιοχών.
Στους κανόνες αυτούς δύνανται να περιλαμβάνονται και όροι λειτουργίας επιχειρήσεων σχετικά με την προσωρινή αποθήκευση και τη διάθεση των απορριμμάτων τους, με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας αποκομιδής τους.
Οι αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων λαμβάνονται, σύμφωνα µε την απόφαση του άρθρου 65 του ν. 4819/2021 (Α’ 129), περί κανονισμού καθαριότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α’ βαθμού, καθώς και τα Τοπικά Σχέδια Διαχείρισης Αποβλήτων.
αδ) Την τοποθέτηση και λειτουργία μετρητών ή εγκαταστάσεων ρύθμισης της στάθμευσης οχημάτων σε κοινόχρηστους χώρους.
αε) Τον καθορισμό τεχνικών προδιαγραφών και απαιτήσεων αποκατάστασης των τομών στους κοινόχρηστους χώρους και το οδικό δίκτυο αρμοδιότητάς τους, σύμφωνα με:
i) το άρθρο 633, περί διενέργειας τομών ή εκσκαφών στο οδικό δίκτυο των δήμων και των περιφερειών και τα προβλεπόμενα στην απόφαση της παρ. 15 του άρθρου 151 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), περί δικαιώματος διέλευσης,
ii) την παρ. 2 του άρθρου 1 και το άρθρο 8 του Παραρτήματος Χ του ν. 4070/2012 (Α’ 82) και
iii) την υπό στοιχεία οικ.72146/2316/30.12.2008 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών «Καθορισμός των τεχνικών προδιαγραφών των εργασιών που αφορούν στις εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιακών δικτύων εκτός κτιρίων» (Β’ 21/7.1.2009).
β) Καθορίζουν τον τρόπο εφαρμογής των αναγκαίων, κατά περίπτωση, μέτρων για την πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών σε κοινόχρηστους χώρους και ιδιαίτερα στους χώρους διάθεσης των απορριμμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πυροσβεστικές, πολεοδομικές και περί διαχείρισης αποβλήτων διατάξεις, σύμφωνα με τα Τοπικά Σχέδια Πολιτικής Προστασίας και την υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΔΑ/119776/2429/14.12.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εσωτερικών «Δομή και ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού Καθαριότητας των Ο.Τ.Α. Α΄ βαθμού» (Β΄ 5888).
γ) Προσδιορίζουν, στο πλαίσιο της Αστυνομικής Διάταξης υπ’ αρ. 3 (Β’ 15, διορθ. σφαλμ. Β’ 109/22.2.1996), τους όρους και τις ώρες λειτουργίας μουσικής σε καταστήματα που λειτουργούν στην πόλη, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και την προστασία των κατοίκων από την ηχορύπανση.
δ) Καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για:
δα) Τη χρήση των αλσών και των κήπων, των πλατειών, των παιδικών χαρών και των λοιπών κοινόχρηστων χώρων, για κάθε περίπτωση. Επίσης, καθορίζουν τις θέσεις επί των δημοτικών κοινόχρηστων χώρων στις οποίες επιτρέπεται να λαμβάνει χώρα οποιαδήποτε χρήση.
δβ) Τη χρήση και λειτουργία των συστημάτων ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης, με την επιφύλαξη της χρήσης και της λειτουργίας των συστημάτων αυτών από τις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, την Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας και την Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας.
δγ) Τη λειτουργία των δημοτικών κατοικιών, των κατασκηνώσεων και των τουριστικών εγκαταστάσεων.
ε) Αποφασίζουν για:
εα) την ίδρυση, κατάργηση, μετακίνηση, επέκταση και χωροθέτηση των λαϊκών αγορών καθώς και την έκδοση του Κανονισμού Λειτουργίας τους, σύμφωνα με το Υποκεφάλαιο Β’ του Κεφαλαίου Γ’ του ν. 4849/2021 (Α΄207). Της αρμοδιότητας της παρούσας υποπερίπτωσης εξαιρούνται οι λαϊκές αγορές της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης,
εβ) την ίδρυση, κατάργηση, μετακίνηση, επέκταση και χωροθέτηση βραχυχρόνιων αγορών καθώς και την έκδοση του Κανονισμού Λειτουργίας τους, σύμφωνα με το Υποκεφάλαιο Γ’ του Κεφαλαίου Γ’ του ν. 4849/2021,
εγ) την ίδρυση, κατάργηση, μετακίνηση, επέκταση και χωροθέτηση αγοράς χειροτεχνών – καλλιτεχνών καθώς και την έκδοση Κανονισμού Λειτουργίας της, σύμφωνα με το Υποκεφάλαιο Δ’ του Κεφαλαίου Γ’ του ν. 4849/2021,
εδ) την ίδρυση κατάργηση, μετακίνηση, επέκταση και χωροθέτηση αγοράς παρασκευής και πώλησης έτοιμου φαγητού και ποτών επί των κοινοχρήστων χώρων και οδών και την έκδοση Κανονισμού Λειτουργίας της, σύμφωνα με το Υποκεφάλαιο Ε’ του Κεφαλαίου Γ’ του ν. 4849/2021,
εε) τον προσδιορισμό θέσεων άσκησης στάσιμου υπαίθριου εμπορίου, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δ’ του ν. 4849/2021.
στ) Καθορίζουν τους κοινόχρηστους χώρους στους οποίους επιτρέπεται να τοποθετούνται ειδικά διαμορφωμένα πλαίσια για την προβολή των διαφημίσεων, σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΒ’ του Βιβλίου Τέταρτου του παρόντος Κώδικα,
ζ) Καθορίζουν τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις αναφορικά με τις δράσεις που δύνανται να λαμβάνουν χώρα στα παραχωρούμενα σχολικά ακίνητα της διοικητικής του αρμοδιότητας, καθώς και κάθε θέμα που άπτεται της διαδικασίας παραχώρησής τους.
3. Οι αποφάσεις των παρ. 1 και 2 λαμβάνονται από το δημοτικό συμβούλιο με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Για τη διαμόρφωση της απόφασης, το δημοτικό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις των αρμόδιων κοινωνικών και επαγγελματικών φορέων και ομάδων δημοτών και κατοίκων της περιφέρειας του δήμου, με τους οποίους έρχεται σε διαβούλευση, καθώς και τυχόν ειδικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί για την αντιμετώπιση των ανωτέρω ζητημάτων. Το σχέδιο της κανονιστικής απόφασης αναρτάται σε δημόσια διαβούλευση για τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες στον ιστότοπο του δήμου και η αρμόδια υπηρεσία καταρτίζει έκθεση για τις παρατηρήσεις επί των σχολίων της διαβούλευσης, πριν από την εισαγωγή και ψήφισή του στο δημοτικό συμβούλιο.
Εάν η κανονιστική απόφαση αφορά αποκλειστικά στην περιφέρεια μίας δημοτικής κοινότητας, το δημοτικό συμβούλιο λαμβάνει την απόφασή του μετά από γνώμη του οικείου συμβουλίου δημοτικής κοινότητας ή εκπροσώπου δημοτικής κοινότητας.
4. Με τις κανονιστικές αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου δύναται να καθορίζονται οι περιπτώσεις, για τις οποίες επιβάλλονται διοικητικά μέτρα και πρόστιμα και ορίζονται το ύψος του προστίμου και η διαδικασία επιβολής τους, εκτός εάν ήδη ορίζεται στην κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 319
Δημοτικές κανονιστικές πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση άλλων νομοθετημάτων και σχέδια δράσης δήμων
1. Οι δήμοι εκδίδουν πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, κατ’ εξουσιοδότηση ειδικότερης νομοθεσίας, κατ’ ελάχιστον, για τα εξής:
α) τον Κανονισμό λειτουργίας Τοπικού Συμβουλίου Πρόληψης Παραβατικότητας (ΤοΣΠΠΑ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2713/1999 (Α’ 89), περί σύστασης του ΤοΣΠΠΑ,
β) τον Κανονισμό λειτουργίας, χρήσης και διάθεσης αθλητικών εγκαταστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 142 του ν. 4714/2020 (Α’ 148), περί ηλεκτρονικού μητρώου αθλητικών σωματείων και καταβολής ποσού οικονομικής ενίσχυσης στα ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία,
γ) τον Κανονισμό Καθαριότητας, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΔΑ/119776/2429/14.12.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εσωτερικών «Δομή και ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού καθαριότητας των ΟΤΑ Α’ βαθμού» (Β’ 5888),
δ) τον Κανονισμό διαχείρισης αδέσποτων ζώων, λειτουργίας καταφυγίου αδέσποτων ζώων και το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα διαχείρισης, σύμφωνα με τον ν. 4830/2021 (Α’ 169),
ε) τον Κανονισμό Λαϊκών Αγορών, άσκησης υπαίθριου εμπορίου, εμποροπανηγύρεων– εποχικών υπαίθριων αγορών και λοιπών ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τον ν. 4849/2021 (Α’ 207),
στ) τον Κανονισμό ύδρευσης/άρδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 34 του ν. 5037/2023 (Α’ 78), περί ανάκτησης κόστους για υπηρεσίες ύδατος,
ζ) τον Κανονισμό Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 11 του ν. 4795/2021 (Α’ 62), περί σύστασης, οργάνωσης και στελέχωσης της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου και Κανονισμού Λειτουργίας της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, αντίστοιχα, και
η) τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α΄ 143), περί της συγκρότησης των οργανισμών εσωτερικής υπηρεσίας – υπηρεσιών.
2. Οι δήμοι εκδίδουν, κατ’ ελάχιστον, τα ακόλουθα Σχέδια:
α) το Σχέδιο Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων (ΣΕΑΚ), σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 7 του ν. 4342/2015 (Α’ 143), περί υποδειγματικού ρόλου κτηρίων που ανήκουν στον δημόσιο τομέα,
β) το Τοπικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΤΣΔΑ), σύμφωνα με το άρθρο 56 του ν. 4819/2021 (Α’ 129), περί ΤΣΔΑ,
γ) το Δημοτικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών (ΔηΣΜΕ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 4936/2022 (Α’ 105), περί ΔηΣΜΕ,
δ) το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος (ΓΣΥΥ), σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 5037/2023, περί υποχρεώσεων των παρόχων υπηρεσιών ύδατος,
ε) την έγκριση Σχεδίου Δράσης Αειφόρου Ενέργειας και Κλίματος (ΣΔΑΕΚ), σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (υπ’ αρ. 4/2019 απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής «Κύρωση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)», Β’ 4893).
3. Οι δήμοι κατ’ ελάχιστον:
α) εκπονούν και επικαιροποιούν το Σχέδιο Φόρτισης Ηλεκτρικών Οχημάτων (ΣΦΗΟ), σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4710/2020 (Α’ 142), περί χωροθέτησης σημείων στάθμευσης και επαναφόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.),
β) εκπονούν το Σχέδιο Αστικής Προσβασιμότητας (ΣΑΠ), σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 121, περί ειδικών πολεοδομικών ρυθμίσεων και την παρ. 1 του άρθρου 126 του ν. 4819/2021, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων,
γ) δύναται να είναι φορείς εκπόνησης και σε κάθε περίπτωση συμμετέχουν στην εκπόνηση του Σχεδίου Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας (ΣΒΑΚ), σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 14 του ν. 4784/2021 (Α’ 40),
δ) συντάσσουν το Σχέδιο Αστικής Ανθεκτικότητας (ΣΑΑ), σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 5106/2024 (Α’ 63), περί εκπόνησης ΣΑΑ,
ε) δύνανται να εκκινούν τη διαδικασία σύνταξης του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 4447/2016 (Α΄ 241), περί Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων,
στ) εγκρίνουν, με απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής, το Επιχειρησιακό Σχέδιο για την εξασφάλιση κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ν. 4759/2020 (Α΄ 245),
ζ) δύναται να εκκινούν τη διαδικασία σύνταξης Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου, σύμφωνα με την περ. α της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 4447/2016,
η) συντάσσουν, ανά είδος κινδύνου, Τοπικό Σχέδιο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών για φυσικές, τεχνολογικές καταστροφές και λοιπές απειλές, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4662/2020 (Α’ 27),
θ) εκπονούν τα Ειδικά Σχέδια Πρόληψης Πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών και ανθρωπογενών καταστροφών, σύμφωνα με το άρθρο 23Α του ν. 4662/2020.
ι) επιλέγουν και εφαρμόζουν το σύστημα «πληρώνω όσο πετάω», σύμφωνα με το άρθρο 37 του ν. 4819/2021 (Α’ 129),
ια) μεριμνούν για τη χωριστή συλλογή και διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων παραγόμενων από νοικοκυριά, σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 4819/2021,
ιβ) μεριμνούν για την οργάνωση της συλλογής, τη λειτουργία και τη μεταφορά χωριστής συλλογής βιοαποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 50 του ν. 4819/2021, περί βιολογικών αποβλήτων (βιοαπόβλητα),
ιγ) χωροθετούν τα Πράσινα Σημεία, Κέντρα Ανακύκλωσης, Εκπαίδευσης, Διαλογής στην Πηγή, σύμφωνα με το άρθρο 75 του ν. 4819/2021, περί παραρτημάτων του Μέρους Β` και συγκεκριμένα την Ενότητα Α1 του Παραρτήματος VI,
ιδ) οργανώνουν τη χωριστή συλλογή αποβλήτων συσκευασίας σε διακριτά ρεύματα σε αθλητικές εγκαταστάσεις, παιδικές χαρές, βρεφονηπιακούς σταθμούς και άλλες δημοτικές εγκαταστάσεις συνάθροισης κοινού, σύμφωνα με το άρθρο 86 του ν. 4819/2021, περί συστημάτων επιστροφής, συλλογής και ανάκτησης,
ιε) οργανώνουν την εναλλακτική διαχείριση αποβλήτων συσκευασιών, σύμφωνα με το άρθρο 89 του ν. 4819/2021, περί όρων και προϋποθέσεων για την εναλλακτική διαχείριση των δημοτικών αποβλήτων συσκευασιών, και
ιστ) οργανώνουν τη χωριστή συλλογή Αποβλήτων Ηλεκτρικού και Ηλεκτρονικού Εξοπλισμού (ΑΗΗΕ), σύμφωνα με την υπό στοιχεία Η.Π.23615/651/Ε.103/8.5.2014 «Καθορισμός κανόνων, όρων και προϋποθέσεων για την εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ), σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2012/19/ΕΚ «σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ)», του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 και άλλες διατάξεις» κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β’ 1184).

Άρθρο 320
Περιφερειακές κανονιστικές πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση άλλων νομοθετημάτων
Οι περιφέρειες εκδίδουν πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, κατ’ εξουσιοδότηση ειδικότερης νομοθεσίας, κατ’ ελάχιστον για τα εξής:
α) τους αδειούχους επαγγελματίες πωλητές στις λαϊκές αγορές, σύμφωνα με τον ν. 4849/2021 (Α’ 207),
β) το Σχέδιο Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων (ΣΕΑΚ), σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 7 του ν. 4342/2015 (Α’ 143),
γ) το Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕ.Σ.Δ.Α.), σύμφωνα με το άρθρο 55 του ν. 4819/2021 (Α’ 129),
δ) το Περιφερειακό Σχέδιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ), σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4936/2022 (Α’ 105),
ε) τον Κανονισμό Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 11 του ν. 4795/2021 (Α’ 62) και
στ) τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 241 του ν. 3852/2010,
ζ) ανά είδος κινδύνου, το Περιφερειακό Σχέδιο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών για φυσικές, τεχνολογικές καταστροφές και λοιπές απειλές, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 4662/2020 (Α’ 27),
η) τα Ειδικά Σχέδια Πρόληψης Πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών και ανθρωπογενών καταστροφών, σύμφωνα με το άρθρο 23Α του ν. 4662/2020.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Α΄

Άρθρο 321
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Για κάθε θέσπιση, μεταβίβαση ή τροποποίηση αρμοδιότητας δήμων ή περιφερειών με διάταξη νόμου, γίνεται σχετική καταγραφή και τροποποιείται αντίστοιχα υποχρεωτικά το Παράρτημα του παρόντος με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, κατόπιν ενημέρωσής του από τον επισπεύδοντα Υπουργό. Υφιστάμενες αρμοδιότητες των δήμων και των περιφερειών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο Παράρτημα, ενσωματώνονται σε αυτό με ίδια ή όμοια απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, μετά από εισήγηση του καθ΄ ύλην αρμόδιου Υπουργείου ή της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Ε.) ή της Ένωσης Περιφερειών (ΕΝ.ΠΕ.) ή του Επιχειρησιακού Κέντρου Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης (Ε.Κ.ΠΕ.Δ.).
2. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Ε. και της ΕΝ.Π.Ε., κατά περίπτωση, δύναται να ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με το περιεχόμενο, τη δομή, τη διαδικασία κατάρτισης, έγκρισης, παρακολούθησης και αναθεώρησης, του Πενταετούς Σχεδίου Δράσεων και του Ετήσιου Προγράμματος Δράσεων του άρθρου 312, περί προγραμματισμού δράσεων δήμων και περιφερειών. Με την ίδια απόφαση δύναται να καθορίζονται τα όργανα σύνταξης, ελέγχου και αξιολόγησης και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών δύναται να εξειδικεύονται:
α) η διαδικασία ενημέρωσης και έκδοσης γνωμοδότησης του Ε.Κ.ΠΕ.Δ.,
β) η συνεργασία του Ε.Κ.ΠΕ.Δ. με κάθε κατά περίπτωση αρμόδια υπηρεσία ή φορέα,
γ) τα εργαλεία και οι μέθοδοι που δύναται να αξιοποιεί και
δ) τα αναγκαία στοιχεία που δύναται να ζητά το Ε.Κ.ΠΕ.Δ. για την εφαρμογή του άρθρου 314, περί θέσπισης, μεταβίβασης και τροποποίησης αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, δύναται να μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα συντήρησης δημοτικού οδικού δικτύου από τον δήμο στην οικεία χωρικά περιφέρεια και, αντίστροφα, επαρχιακού οδικού δικτύου από περιφέρεια σε δήμο από τη χωρική έκταση του οποίου διέρχεται το επαρχιακό οδικό δίκτυο. Με την ίδια ή όμοια απόφαση μεταβιβάζονται οι απαραίτητοι πόροι και μεταφέρεται προσωπικό.

  • 4 Ιουνίου 2026, 08:49 | ΕΝΩΣΗ ΜΑΡΙΝΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ

    Στο άρθρο 318 (αποφυγή πολυνομίας): προτείνεται να προβλεφθεί ότι σε χωροθετημένους τουριστικούς λιμένες του ν. 2160/1993 θα υπερισχύει ο Ειδικός Κανονισμός λειτουργίας του λιμένα, εφόσον ρυθμίζει τα αντίστοιχα θέματα

  • 4 Ιουνίου 2026, 08:33 | ΕΑΣΜΗ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΝΕΑ

    ΔΥΟ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ
    Άρθρο 316Α
    Διοικητική εποπτεία ρεμάτων, οδών και τεχνικών έργων απορροής ομβρίων
    1. Οι δήμοι και οι περιφέρειες, κατά λόγο αρμοδιότητας, υποχρεούνται να οργανώνουν σύστημα τακτικής διοικητικής εποπτείας, καταγραφής και τεκμηρίωσης της κατάστασης των ρεμάτων, των οδών και των τεχνικών έργων απορροής ομβρίων.
    2. Για τον σκοπό αυτό συστήνεται υποχρεωτικά Συνεργείο Εποπτείας Οδών και Ρεμάτων, το οποίο στελεχώνεται από εργαζομένους ή υπαλλήλους των δήμων και των περιφερειών όλων των κατηγοριών, οι οποίοι έχουν λάβει ειδική εκπαίδευση για την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας.
    3. Το Συνεργείο έχει αποκλειστικά ρόλο περιοδικής περιήγησης, οπτικής διαπίστωσης, φωτογραφικής ή βιντεοληπτικής καταγραφής, γεωεντοπισμού και σύνταξης τυποποιημένου δελτίου εποπτείας. Δεν εκδίδει τεχνικές κρίσεις, δεν συντάσσει τεχνικές εκθέσεις, δεν εισηγείται τεχνικές λύσεις και δεν υποκαθιστά την αρμόδια τεχνική υπηρεσία.
    4. Η τεχνική υπηρεσία και ο αρμόδιος μηχανικός παρεμβαίνουν μόνο όταν από την καταγραφή του Συνεργείου προκύπτει συγκεκριμένο εύρημα που απαιτεί τεχνική αξιολόγηση, εισήγηση μέτρων, μελέτη, επέμβαση ή ενημέρωση άλλης αρμόδιας αρχής.
    5. Ο μηχανικός που αξιολογεί δελτίο εποπτείας ευθύνεται αποκλειστικά για την τεχνική κρίση, εισήγηση ή έκθεση που του ανατέθηκε ρητά και την οποία υπογράφει. Δεν ευθύνεται για την αρχική περιοδική περιήγηση, για την πληρότητα της καταγραφής του Συνεργείου, για σημεία που δεν του ανατέθηκαν, για περιοχές όπου δεν διατέθηκαν μέσα, προσωπικό ή ασφαλής πρόσβαση, ούτε για παραλείψεις που οφείλονται σε έλλειψη εξοπλισμού, χρόνου, χρηματοδότησης ή υπηρεσιακής συνδρομής.
    6. Για την εποπτεία των ρεμάτων προβλέπεται υποχρεωτικά η χρήση drones σε όλο το μήκος τους και σε όλα τα κρίσιμα σημεία τους, με τήρηση των κανόνων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, των περιορισμών πτήσης, των απαιτούμενων αδειών ή εγκρίσεων και της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
    7. Τα δελτία εποπτείας, οι φωτογραφίες, τα βίντεο, τα γεωχωρικά δεδομένα και η πορεία αξιολόγησης κάθε ευρήματος καταχωρίζονται υποχρεωτικά σε Ψηφιακό Μητρώο Εποπτείας Οδών και Ρεμάτων.
    8. Η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής προϋποθέτει επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, μέσα μετακίνησης, εξοπλισμό καταγραφής, ατομικά μέσα προστασίας, πρόσβαση σε ψηφιακό μητρώο και ασφαλείς συνθήκες εργασίας. Χωρίς την εξασφάλιση των ανωτέρω δεν μπορεί να ανατίθεται ουσιαστική ευθύνη σε υπάλληλο ή μηχανικό.
    9. Η αρμοδιότητα του παρόντος άρθρου παραμένει δημόσια και δεν μεταβιβάζεται σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αναπτυξιακούς οργανισμούς, εταιρείες ή ιδιώτες κατά τρόπο που να υποκαθιστά τις δημόσιες υπηρεσίες.
    Γιατί στο 316; Επειδή το άρθρο 316 λέει δύο χρήσιμα πράγματα: Πρώτον, ότι όταν μια αρμοδιότητα έχει μεταβιβαστεί σε δήμο ή περιφέρεια, ο αρχικός δημόσιος φορέας δεν αποξενώνεται από την αρμοδιότητά του. Αυτό ταιριάζει στα ρέματα και στους δρόμους, γιατί εμπλέκονται πολλοί: δήμοι, περιφέρειες, αστυνομία, αποκεντρωμένη διοίκηση, πολιτική προστασία, περιβαλλοντικές υπηρεσίες, τεχνικές υπηρεσίες. Δεύτερον, λέει ότι το δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο μπορεί να εκδίδει κανονιστική απόφαση για συμπληρωματικά θέματα τοπικής σημασίας. Αυτό είναι χρήσιμο για να προβλεφθεί τοπικός κανονισμός εποπτείας

  • 4 Ιουνίου 2026, 08:32 | ΕΑΣΜΗ – ΜΑΚΝΕΑ ΚΡΙΣΤΙΝΑ

    Παρατηρήσεις επί των άρθρων 311, 312, 314, 317, 318, 319, 320 και 321
    Άρθρο 311. Γενικές αρχές άσκησης αρμοδιοτήτων.
    • Το άρθρο περιλαμβάνει θετικές αρχές, όπως η συμμετοχή των πολιτών, η πρόσβαση στην πληροφόρηση, η προσβασιμότητα, η περιβαλλοντική προστασία, η βιώσιμη ανάπτυξη και η προστασία του τοπίου. Ωστόσο, οι αρχές αυτές διατυπώνονται γενικά και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες διαδικαστικές εγγυήσεις.
    • Να προστεθεί ρητή πρόβλεψη ότι για αποφάσεις που αφορούν τεχνικά έργα, κοινόχρηστους χώρους, περιβάλλον, ύδατα, απορρίμματα, προσβασιμότητα, πολιτική προστασία και χωρικό σχεδιασμό απαιτείται προηγούμενη τεχνική εισήγηση, δημόσια ανάρτηση των βασικών στοιχείων τεκμηρίωσης και ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών.
    Άρθρο 312. Προγραμματισμός δράσεων Δήμων και Περιφερειών
    • Το Πενταετές Σχέδιο Δράσεων και το Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων είναι κρίσιμα εργαλεία για έργα, υποδομές, περιβάλλον, μεταφορές, κλιματική ανθεκτικότητα και ποιότητα ζωής. Ωστόσο, η κατάρτισή τους προβλέπεται ως δυνατότητα και όχι ως σαφής υποχρέωση. Επίσης, η δημόσια διαβούλευση των δεκαπέντε ημερών μπορεί να είναι ανεπαρκής για σύνθετα τεχνικά και αναπτυξιακά ζητήματα.
    • Να καταστεί υποχρεωτική η κατάρτιση Πενταετούς Σχεδίου Δράσεων και Ετήσιου Προγράμματος Δράσεων για όλους τους Δήμους και τις Περιφέρειες. Να προβλεφθεί ότι τα σχέδια αυτά συνοδεύονται από τεχνική αποτύπωση αναγκών, διαθέσιμων πόρων, υποδομών, κινδύνων και προτεραιοτήτων. Για σύνθετα τεχνικά, περιβαλλοντικά ή χωρικά ζητήματα, η διαβούλευση να έχει μεγαλύτερη διάρκεια και να συνοδεύεται από έκθεση αξιολόγησης των παρατηρήσεων.
    Άρθρο 314. Θέσπιση, μεταβίβαση και τροποποίηση αρμοδιοτήτων
    • Το άρθρο προβλέπει ότι η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από πόρους, προσωπικό, υποδομή, εξοπλισμό και διοικητικά εργαλεία. Η πρόβλεψη είναι θετική, αλλά χρειάζεται αυστηρότερη διατύπωση, ώστε να μην μεταφέρονται τεχνικές ή περιβαλλοντικές αρμοδιότητες στους ΟΤΑ χωρίς πραγματική δυνατότητα άσκησής τους.
    • Να προστεθεί ρητή διάταξη ότι καμία νέα ή μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα τεχνικού, περιβαλλοντικού, πολεοδομικού ή χωροταξικού χαρακτήρα δεν ασκείται από Δήμο ή Περιφέρεια αν δεν έχουν προηγουμένως εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι πόροι, το κατάλληλο προσωπικό, ο εξοπλισμός, η τεχνική υποστήριξη και η σαφής ευθύνη υπογραφής.
    Άρθρο 317. Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας των δημοτών και των κατοίκων των δήμων
    • Το τεκμήριο καθημερινότητας μπορεί να βοηθήσει τους Δήμους να παρεμβαίνουν γρήγορα σε ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος. Όμως, όταν οι παρεμβάσεις αφορούν φυσικό, αρχιτεκτονικό ή πολιτιστικό περιβάλλον, δεν πρέπει να γίνονται χωρίς τεχνική και επιστημονική τεκμηρίωση.
    • Να προβλεφθεί ότι κάθε παρέμβαση στο πλαίσιο του τεκμηρίου καθημερινότητας που αφορά κοινόχρηστους χώρους, φυσικό περιβάλλον, αρχιτεκτονική ή πολιτιστική κληρονομιά, ρέματα, ακτές, πράσινο, δημόσιες υποδομές ή ασφάλεια πολιτών πρέπει να συνοδεύεται από τεχνική εισήγηση αρμόδιας υπηρεσίας ή μηχανικού κατάλληλης ειδικότητας.
    Άρθρο 318. Δημοτικές κανονιστικές πράξεις τοπικού ενδιαφέροντος
    • Το άρθρο αφορά πολλά τεχνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως προστασία υδάτων, καθαριότητα, κοινόχρηστοι χώροι, στάθμευση, τομές στο οδικό δίκτυο, αποκατάσταση οδοστρωμάτων, πυροπροστασία, ύδρευση και αποχέτευση. Οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια, την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των πολιτών.
    • Να προβλεφθεί ότι κάθε κανονιστική πράξη τεχνικού ή περιβαλλοντικού περιεχομένου συνοδεύεται υποχρεωτικά από τεχνική έκθεση, εκτίμηση επιπτώσεων στην ασφάλεια και στην καθημερινότητα των πολιτών, καθώς και σαφή πρόβλεψη για τον έλεγχο εφαρμογής της. Επίσης, η διαβούλευση να είναι ουσιαστική και να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις των κατοίκων, των επαγγελματικών φορέων και των αρμόδιων επιστημονικών φορέων.
    Άρθρο 319. Δημοτικές κανονιστικές πράξεις και σχέδια δράσης Δήμων
    • Το άρθρο περιλαμβάνει σημαντικά σχέδια, όπως Σχέδιο Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων, Τοπικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων, Δημοτικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών, Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος, Σχέδιο Φόρτισης Ηλεκτρικών Οχημάτων, Σχέδιο Αστικής Προσβασιμότητας, ΣΒΑΚ, Σχέδιο Αστικής Ανθεκτικότητας, Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια και σχέδια πολιτικής προστασίας. Τα αντικείμενα αυτά είναι κατεξοχήν τεχνικά και επηρεάζουν άμεσα το δημόσιο συμφέρον.
    • Να προβλεφθεί υποχρεωτική συμμετοχή των τεχνικών υπηρεσιών και μηχανικών κατάλληλης ειδικότητας στην εκπόνηση, αξιολόγηση και παρακολούθηση των σχεδίων αυτών όπως και τη συμμετοχή ομάδων πολιτών με σχετική επιστημονική κατάρτιση. Να θεσπιστεί ετήσια δημόσια αναφορά προόδου με δείκτες, χρονοδιάγραμμα, βαθμό υλοποίησης και προβλήματα εφαρμογής.
    Άρθρο 320. Περιφερειακές κανονιστικές πράξεις
    • Το άρθρο αφορά κρίσιμα περιφερειακά σχέδια, όπως το Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων, το Περιφερειακό Σχέδιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, το Σχέδιο Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων και τα σχέδια αντιμετώπισης φυσικών και τεχνολογικών κινδύνων. Οι αποφάσεις αυτές έχουν μεγάλη επίπτωση στο περιβάλλον, στη δημόσια υγεία, στις υποδομές και στην ασφάλεια των πολιτών.
    • Να προβλεφθεί υποχρεωτική τεχνική και δημόσια διαβούλευση πριν από την έγκριση ή αναθεώρηση των περιφερειακών σχεδίων. Η Περιφέρεια να τεκμηριώνει τις επιλογές της με επιστημονικά δεδομένα, χάρτες, δείκτες κινδύνου, εκτίμηση επιπτώσεων και γνώμη των Δήμων που επηρεάζονται.
    Άρθρο 321. Εξουσιοδοτικές διατάξεις
    • Στην παράγραφο 4, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η δυνατότητα μεταβίβασης της αρμοδιότητας συντήρησης δημοτικού οδικού δικτύου από Δήμο σε Περιφέρεια και αντίστροφα. Με την ίδια ή όμοια απόφαση μεταβιβάζονται οι απαραίτητοι πόροι και μεταφέρεται προσωπικό. Το οδικό δίκτυο συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των πολιτών, την ευθύνη για ατυχήματα, την πολιτική προστασία, την αποκατάσταση φθορών και τη συντήρηση κρίσιμων υποδομών.
    • Να προβλεφθεί ότι κάθε μεταβίβαση αρμοδιότητας συντήρησης οδικού δικτύου γίνεται μόνο μετά από τεχνική απογραφή, καταγραφή της κατάστασης των οδών, εκτίμηση κόστους, μεταφορά των αντίστοιχων πόρων, και εξοπλισμού, καθώς και σαφή ορισμό του φορέα που φέρει την ευθύνη συντήρησης, ασφάλειας και αποκατάστασης βλαβών. Το προσωπικό να μην δύναται να μεταφερθεί χωρίς την σύμφωνη γνώμη του.

  • 4 Ιουνίου 2026, 07:59 | ΠΣΙΔ- Πανελλήνιος Σύλλογος Ιχθυολόγων Δημοσίου

    Παρατηρήσεις για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο: «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» σχετικά με τις αρμοδιότητες αλιείας.

    Μπορείτε να δείτε όλες τις παρατηρήσεις μας στο παρακάτω σύνδεσμο, ο οποίος στάλθηκε και στον Υπουργό Εσωτερικών.

    https://drive.google.com/file/d/12W4-Z5KO8dya_hilj7WjsURvYiENH0vO/view?usp=drive_link

    Πανελλήνιος Σύλλογος Ιχθυολόγων Δημοσίου

    Δημήτρης Τσιάνης
    6977411244

  • 4 Ιουνίου 2026, 02:45 | Ε.Δ.

    Στο παράρτημα αρμοδιοτήτων, που συνοδεύει το σχέδιο νόμου και συγκεκριμένα στο σημείο 4.1.1.13 αυτού (όπως επισυνάπτεται), προβλέπεται η αρμοδιότητα των Δήμων ως αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του Κεφαλαίου Ζ του ν. 4412/2016 για α) τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος εκτός των κέντρων διασκέδασης και β) τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος εντός τουριστικών καταλυμάτων και εντός εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014.
    Με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του νόμου 4276/2014 προβλέπεται:
    «3. Εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής Ως εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής νοούνται: αα. Συνεδριακά κέντρα. ββ. Γήπεδα γκολφ. γγ. Τουριστικοί λιμένες. δδ. Χιονοδρομικά κέντρα. Κατά το χρονικό διάστημα που δεν ασκούνται δραστηριότητες χιονοδρομίας, μπορεί να παρέχουν υπηρεσίες ψυχαγωγίας και άλλες δραστηριότητες στους επισκέπτες και να γίνεται χρήση των αναβατήρων τους. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού προσδιορίζονται τα είδη των δραστηριοτήτων του προηγούμενου εδαφίου, μη θιγομένων των κατά περίπτωση ισχυουσών διατάξεων ως προς την αδειοδότηση των ανωτέρω δραστηριοτήτων. εε. Θεματικά πάρκα. στστ. Εγκαταστάσεις ιαματικού τουρισμού (μονάδες ιαματικής θεραπείας, κέντρα ιαματικού τουρισμού θερμαλισμού, κέντρα θαλασσοθεραπείας). ζζ. Κέντρα Προπονητικού Αθλητικού Τουρισμού. ηη. Ορειβατικά καταφύγια. θθ. Αυτοκινητοδρόμια. ιι. Κέντρα αναζωογόνησης (spa), όταν λειτουργούν σε συνδυασμό με κύρια τουριστικά καταλύματα τουλάχιστον τριών αστέρων (3*) ή με εγκαταστάσεις ιαματικού τουρισμού ή με σύνθετα τουριστικά καταλύματα ή σε Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού δύναται να προσδιορίζονται και άλλα είδη τουριστικών επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων ως εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής. Με όμοια απόφαση ορίζονται οι τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές των εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία τους, οι κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης της οικείας νομοθεσίας και κάθε άλλο σχετικό θέμα, εξαιρουμένων των διαδικασιών γνωστοποίησης, των δικαιολογητικών και κυρώσεων περί γνωστοποίησης, αναφορικά με τις δραστηριότητες που ρυθμίζονται στον ν. 4442/2016 (Α` 230). Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ορίζονται οι όροι ίδρυσης, καθώς και οι τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές των εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής, που δεν υπόκεινται σε καθεστώς έγκρισης σύμφωνα με τη νομοθεσία.»
    Με την υπ’ αρ. 13387 ΥΑ (ΦΕΚ Β’ 3737/15.07.2022) «Καθορισμός διαδικασίας, περιεχομένου, δικαιολογητικών, παραβόλου και κυρώσεων για τη γνωστοποίηση λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος εντός τουριστικών καταλυμάτων και εντός εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής» οι αρμοδιότητες ελέγχου εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4462/2016 ανατίθενται στην οικεία Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού του τόπου εγκατάστασης κει λειτουργίας του τουριστικού καταλύματος. (άρθρο 2)
    «Αρμόδια Αρχή για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης είναι, η οικεία Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού του τόπου εγκατάστασης και λειτουργίας του τουριστικού καταλύματος ενώ για περιπτώσεις κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων τεσσάρων (4) ή πέντε (5) αστέρων, δυναμικότητας άνω των εκατό (100) κλινών και εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής, η Ειδική Υπηρεσία Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων (Ε.Υ.Π.Α.Τ.Ε.) του άρθρου 12 του ν. 4002/2011 (Α’ 180). Η οικεία Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού του τόπου εγκατάστασης και λειτουργίας είναι αρμόδια για την πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων καθώς και την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων της παρούσας».
    Η αρμοδιότητα, συνεπώς, στους Δήμους από την ως άνω πρόβλεψη, παρέχεται αυτοτελώς και χωρίς να αποτυπώνει την ήδη υφιστάμενη διάταξη. Επομένως δημιουργείται όχι μόνο σύγχυση αλλά δύναται επίσης να προκαλέσει και δυσλειτουργία σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις, που τυγχάνουν σοβαροί μισθωτές αλλά και στην ίδια την ΕΤΑΔ που διαχειρίζεται τα ΧΚΠ και ΧΚΒ.
    Στις ως άνω εγκαταστάσεις, η χορήγηση άδειας παράτασης ωραρίου μουσικής επίσης, ανατίθεται αποκλειστικά και μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού κατά το άρθρο 2 της ίδιας ΥΑ μετά από σύμφωνη γνώμη του Δήμου. Η εν λόγω ρύθμιση πρέπει να επεκταθεί για όλα τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, τα οποία λειτουργούν εντός τουριστικών δημοσίων κτημάτων, διαχείρισης ή κυριότητας της ΕΤΑΔ καθώς οποιαδήποτε αρμοδιότητα των Δήμων δημιουργεί προβλήματα στην λειτουργία τους και συνακόλουθα και στη διαδικασία αξιοποίησης των ΚΥΕ από την ΕΤΑΔ.

    -Στον ίδιο ως άνω πίνακα αρμοδιοτήτων αναγνωρίζεται αρμοδιότητα στους Δήμους «Η προστασία, η αξιοποίηση και η εκμετάλλευση των τοπικών φυσικών πόρων και περιοχών, των ιαματικών πηγών και των ήπιων ή ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, καθώς και η κατασκευή, συντήρηση και Διαχείριση των σχετικών έργων και εγκαταστάσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία» χωρίς καμία αναφορά στην νομοθεσία, που την διέπει. Θα πρέπει να διευκρινιστεί, καθώς υπάρχουν ιαματικές πηγές διαχείρισης Ε.Ο.Τ./ΕΤΑΔ. Δύναται ως αρμοδιότητα να δημιουργήσει ερμηνευτικά προβλήματα.

  • 4 Ιουνίου 2026, 01:48 | Προκόπης Σινάνης

    Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τον νέο Ενιαίο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καταθέτω συγκεκριμένες προτάσεις θεσμικής θωράκισης προς ενσωμάτωση, οι οποίες προκύπτουν από τα συμπεράσματα εκτενούς έρευνας πεδίου σχετικά με τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών και ασύμμετρων κρίσεων από τους ΟΤΑ. Συγκεκριμένα, προτείνονται στοχευμένες προσθήκες νέων άρθρων στο Τρίτο Βιβλίο (περί Οικονομικών των ΟΤΑ) και στο Δεύτερο Βιβλίο (περί Αρμοδιοτήτων).

    Αναφορικά με το Τρίτο Βιβλίο των Οικονομικών των ΟΤΑ (στο τμήμα των Εσόδων και των Ειδικών Επιχορηγήσεων), προτείνεται η προσθήκη νέου άρθρου με αντικείμενο την «Ανταποδοτική Διάχυση Πόρων». Η διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας στις περιοχές που διαχειρίζονται ασύμμετρες κρίσεις απαιτεί τη μετατροπή του διαχειριστικού βάρους σε αναπτυξιακή ευκαιρία. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι ΟΤΑ υφίστανται σημαντική οικονομική επιβάρυνση, η οποία επεκτείνεται και στις υποδομές κοινής ωφέλειας. Συνεπώς, στο εν λόγω άρθρο του Τρίτου Βιβλίου πρέπει να θεσμοθετηθεί η υποχρεωτική διάθεση ενός σταθερού ποσοστού των ευρωπαϊκών και εθνικών κονδυλίων, τα οποία προορίζονται για τη διαχείριση του μεταναστευτικού, απευθείας στους προϋπολογισμούς των Δήμων υποδοχής. Οι πιστώσεις αυτές οφείλουν να κατευθύνονται απευθείας σε διακριτούς αναπτυξιακούς κωδικούς του προϋπολογισμού κάθε Δήμου, επιτρέποντας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση να ανακτήσει τον καθοριστικό της ρόλο στον τοπικό σχεδιασμό και να λειτουργήσει εξισορροπητικά προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.

    Παράλληλα, αναφορικά με το Δεύτερο Βιβλίο των Αρμοδιοτήτων (στον τομέα της Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης), προτείνεται η προσθήκη ρητής αρμοδιότητας στο αντίστοιχο άρθρο για τη «Θεσμοθέτηση Μηχανισμών Κοινωνικής Διαμεσολάβησης». Σε περιόδους οξυμένων κρίσεων, η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής αναδεικνύεται ως ο κρισιμότερος δείκτης ανθεκτικότητας. Για την αποτροπή της κοινωνικής πόλωσης, πρέπει να προβλεφθεί νομικά η λειτουργία διαμεσολαβητών υπό την αιγίδα των Δήμων που δέχονται ροές. Οι διαμεσολαβητές αυτοί θα εργάζονται μέσα στις τοπικές κοινωνίες ως γέφυρα επικοινωνίας για την πρόληψη εντάσεων. Ταυτόχρονα, κρίνεται σκόπιμη η συμπερίληψη πρόβλεψης για τη δημιουργία ενός Εθνικού Μητρώου Στελεχών Κοινωνικής Διαμεσολάβησης, επιτρέποντας τη διάχυση της τεχνογνωσίας από τον έναν Δήμο στον άλλο. Με την ενσωμάτωση των παραπάνω διατάξεων στα αντίστοιχα Βιβλία του νέου Κώδικα, οι μηχανισμοί αυτοί αποκτούν την αναγκαία νομική υπόσταση και διασφαλίζουν την ουσιαστική θωράκιση των ΟΤΑ απέναντι στην επέλαση του λαϊκισμού.

  • 4 Ιουνίου 2026, 01:03 | ΧΡΗΣΤΟΣ

    ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΧΩΡΙΩΝ::Ποιός ελέγχει τις δημοτικές κοινότητες όταν ανήκουν στον ίδιο εκλογικό συνδυασμό με τον Δήμαρχο;;;; Δεν απαντούν στους πολίτες, δεν δέχονται προτάσεις πολιτών, δεν κάνουν ετήσια συμβουλευτική γενική συνέλευση κατοίκων χωριών, γράφουν μεροκάματα οι δημοτικές κοινότητες. Τα έξοδα παράστασης που πηγαίνουν;;;

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:06 | Ιωάννης Τζιουράς, ΔΝ

    Το τεθέν σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (εφεξής «ο Κώδικας») επιχειρεί την κωδικοποίηση της νομοθεσίας για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σε ένα ενιαίο νομοθετικό κείμενο, ενσωματώνοντας, μεταξύ άλλων, τον ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87) και τον ν. 3463/2006 «Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 114), καθώς και πλήθος τομεακών νομοθετημάτων.
    Στον παρακάτω σχολιασμό εξετάζονται δύο συγκεκριμένα ζητήματα που άπτονται αφενός της νομοτεχνικής δομής του σχεδίου νόμου — ήτοι την ενοποίηση ρυθμίσεων διαφορετικών βαθμών αυτοδιοίκησης εντός των ίδιων άρθρων — και αφετέρου ζητημάτων ουσίας, ειδικότερα την ταξινόμηση αρμοδιοτήτων στρατηγικού και αναπτυξιακού σχεδιασμού των Περιφερειών υπό την κατηγορία «Εμπόριο – Μεταποίηση» του Παραρτήματος, καθώς και τα ζητήματα που αναδύονται σε σχέση με τον ρόλο των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης (Π.Τ.Α.) στο στρατηγικό σχεδιασμό των ΟΤΑ β’ βαθμού.

    ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
    Η ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΟΤΑ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΒΑΘΜΟΥ ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΑΡΘΡΑ

    Ι. Εισαγωγή: η φύση του εγχειρήματος και η επιλογή της ενιαίας κωδικοποίησης
    Το σχέδιο νόμου συνιστά κωδικοποίηση του ισχύοντος δικαίου, υπό την τεχνική έννοια της συστηματικής αναδιάταξης και ενοποίησης του προϋπάρχοντος νομοθετικού υλικού. Ωστόσο η αδιάκριτη σύμπλεξη ρυθμίσεων για Δήμους και Περιφέρειες εντός της ίδιας παραγράφου ή πρότασης δημιουργεί πρόβλημα ασφάλειας δικαίου και αντιβαίνει στη συνταγματική εγγύηση αυτοτέλειας του έκαστου βαθμού (άρθρο 102, παρ. 1 Σ). Σε αντίθεση, τόσο ο γαλλικός όσο και ο βελγικός κώδικας – τα πλησιέστερα αλλοδαπά νομοθετήματα – τηρούν σαφή δομή, ειδικές ανά βαθμό διατάξεις, ακόμη και όταν πρόκειται για ενιαίους κώδικες.
    Η προσπάθεια να καλυφθούν και οι δύο βαθμοί με ενιαίες διατυπώσεις δημιουργεί υπερφορτωμένα άρθρα με πολλαπλές εξαιρέσεις, εδάφια και παραπομπές, δυσχεραίνοντας το έργο των εφαρμοστών του δικαίου (διοικητικοί υπάλληλοι, δικαστήρια, αιρετοί).

    ΙΙ. Η συνταγματική διαφοροποίηση των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης
    α. Το άρθρο 102 του Συντάγματος
    Το άρθρο 102 Σ εισάγει τους δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ως θεσμικώς διακριτά επίπεδα. Η παρ. 1 αναφέρει τη «διοίκηση των τοπικών υποθέσεων», χωρίς ιεράρχηση μεταξύ αυτών, ενώ η παρ. 4 προβλέπει ότι «[…] το κράτος ασκεί εποπτεία στους ΟΤΑ, αποκλειστικά και μόνο ελέγχου νομιμότητας.» Από τη συνδυαστική ανάγνωση προκύπτει ότι η αυτοτέλεια εκάστου βαθμού αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένη εγγύηση. Ο Συνταγματικός Νομοθέτης δεν αντιμετωπίζει τους δύο βαθμούς ως αδιαίρετη μονάδα, αλλά ως δύο διακριτά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με ιδία αρμοδιότητα, ιδία νομική προσωπικότητα και αυτοτελή αιρετή διοίκηση.[3]
    Η συνταγματική αυτή διάκριση επιβάλλει, ελάχιστον, την αποφυγή νομοθετικών ρυθμίσεων που θολώνουν τα όρια μεταξύ των δύο βαθμών, δημιουργώντας ασάφεια ως προς το υποκείμενο εφαρμογής μιας κανονιστικής διάταξης. Τούτο δεν σημαίνει ότι ένας ενιαίος Κώδικας είναι αυτοδικαίως αντισυνταγματικός — ορθώς το σχέδιο νόμου υιοθετεί την ενιαία κωδικοποίηση. Σημαίνει, ωστόσο, ότι ο τρόπος νομοτεχνικής διαπραγμάτευσης των ρυθμίσεων πρέπει να διατηρεί τη ρυθμιστική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο βαθμών.
    β. Η Ευρωπαϊκή Χάρτα Τοπικής Αυτονομίας
    Το άρθρο 1 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Χάρτας Τοπικής Αυτονομίας (ΕΧΤΑ), η οποία κυρώθηκε με τον ν. 1850/1989 (Α΄ 144) και έχει τυπική ισχύ υπέρτερη του κοινού νόμου δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 Σ, ορίζει ότι «[…] εννοείται ως τοπική αυτοδιοίκηση το δικαίωμα και η δυνατότητα των τοπικών αρχών […] να ρυθμίζουν και να διαχειρίζονται στο πλαίσιο του νόμου, με δική τους ευθύνη και προς το συμφέρον του πληθυσμού τους, σημαντικό τμήμα των δημοσίων υποθέσεων.» Η Επεξηγηματική Έκθεση της ΕΧΤΑ επισημαίνει ότι η αυτοτελής ικανότητα αυτορρύθμισης συνιστά πυρήνα της εγγυήσεως, ανεξαρτήτως βαθμού.[4]
    Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΧΤΑ, ενσωματωμένο στο Βιβλίο Έκτο του σχεδίου νόμου, περαιτέρω ενισχύει την αυτοτελή δημοκρατική νομιμοποίηση εκάστου βαθμού. Κατά συνέπεια, ρυθμίσεις που αδιακρίτως αντιμετωπίζουν ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού ενδέχεται να θίξουν την αρχή της «οικειοποίησης» (ownership) από κάθε βαθμό της κανονιστικής ρύθμισης που τον αφορά.

    ΙΙΙ. Η νομοτεχνική προβληματική: ο «Βελγικός Κώδικας» και ο «Γαλλικός Κώδικας» ως συγκριτικά παραδείγματα
    α. Η γαλλική προσέγγιση
    Ο γαλλικός Code général des collectivités territoriales (CGCT, κωδικοποιήθηκε με διάταγμα της 21ης Φεβρουαρίου 1996), αποτελεί το πλησιέστερο αλλοδαπό παράδειγμα ενιαίου κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης. Παρά την ύπαρξη ενός ενιαίου κειμένου, ο CGCT διαρθρώνεται σε τμήματα ρητώς αντιστοιχισμένα σε κάθε βαθμό διακυβέρνησης: αφιερωμένα μέρη για τις communes (δήμοι), τα départements και τις régions, χωρίς αδιάκριτη συνένωσή τους στα ίδια άρθρα. Η διαρθρωτική αρχή είναι ότι «[…] οι γενικοί κανόνες που ισχύουν κοινώς τοποθετούνται στις γενικές διατάξεις, ενώ οι ειδικές ρυθμίσεις εκάστης κατηγορίας συγκεντρώνονται στους οικείους τίτλους.»[5]
    Ειδικότερα, οι Livres (Βιβλία) I-III του CGCT αφορούν αποκλειστικά στους δήμους, τα Livres IV-VI στα départements και τα Livres VII-IX στις régions. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο εφαρμοστής δεν χρειάζεται να «ξεδιαλύνει» ποιο μέρος ενός άρθρου αφορά στον βαθμό που τον ενδιαφέρει: η κανονιστική ρύθμιση είναι αυτοτελής κατά βαθμό. Αντίστοιχα, οι κοινές διατάξεις (dispositions communes) ρυθμίζουν αδιακρίτως τους βαθμούς μόνον όταν ο κανόνας ισχύει πανομοιότυπα για όλους.[6]
    β. Η βελγική προσέγγιση
    Το Βέλγιο ακολουθεί ομοσπονδιακή δομή με αρμοδιότητες τοπικής αυτοδιοίκησης κατανεμημένες μεταξύ των Περιφερειών (Régions) και των Κοινοτήτων. Ο βελγικός Code de la démocratie locale et de la décentralisation της Βαλλονικής Περιφέρειας (2004) ρυθμίζει τους δήμους (communes) και τις επαρχίες (provinces) σε χωριστούς Τίτλους, με ρητή απαγόρευση της εφαρμογής διατάξεων ενός βαθμού στον άλλο χωρίς ρητή παραπομπή. Η διαδικασία του νομοτεχνικού ελέγχου στο Βέλγιο, ειδικά η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Conseil d’État, εξετάζει ρητώς την «ευκρίνεια» (clarté) της απόδοσης υποχρεώσεων σε συγκεκριμένο βαθμό διακυβέρνησης.[7]
    γ. Το ισπανικό και πορτογαλικό παράδειγμα
    Αντίστοιχη πρακτική ακολουθούν και άλλα ευρωπαϊκά συστήματα. Στην Ισπανία, η Ley de Bases del Régimen Local (ν. 7/1985) ρυθμίζει τους municipios και τις provincias, αλλά με αυτοτελή κεφάλαια, ενώ ο πορτογαλικός Código Administrativo διακρίνει αυστηρά τα juntas de freguesia, municípios και áreas metropolitanas. Η παρατήρηση αυτή συνηγορεί υπέρ μιας γενικής αρχής του ευρωπαϊκού δικαίου τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την οποία ο ενιαίος κώδικας δεν ταυτίζεται με την αδιαφοροποίητη ρύθμιση.

    IV. Η διαπιστωθείσα νομοτεχνική αδυναμία του σχεδίου νόμου
    α. Διατάξεις που αδιακρίτως ρυθμίζουν αμφότερους τους βαθμούς
    Σε πλήθος άρθρων του σχεδίου νόμου, ρυθμίσεις για ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού συμπλέκονται εντός της ίδιας παραγράφου ή ακόμα και της ίδιας πρότασης, χωρίς σαφή νομοτεχνικό διαχωρισμό. Το άρθρο 4 παρ. 1 του σχεδίου, για παράδειγμα, ρυθμίζει ταυτοχρόνως τη συγκρότηση δήμων και περιφερειών: «[…] οι δήμοι και οι περιφέρειες της χώρας συγκροτούν την τοπική αυτοδιοίκηση.» Εφόσον μόνο το κανονιστικό αποτέλεσμα είναι κοινό, ο εκτελεστικός νόμος επιτάσσει τη θέσπιση κοινής ρύθμισης ενός βαθμού στο ίδιο κείμενο.
    Πέραν αυτού, στο Άρθρο 31 του σχεδίου («Αιρετά όργανα διοίκησης δήμων και περιφερειών»), παρατηρείται η ενσωμάτωση σε παρ. 1 της οργάνωσης των δημοτικών αρχών και σε παρ. 2 των περιφερειακών αρχών. Η ενοποίηση αυτή δεν θα ήταν καθαυτή προβληματική αν τα άρθρα περιείχαν μόνο κοινούς κανόνες. Ωστόσο, ανά το σχέδιο νόμου — και ιδίως στα Βιβλία Τρίτο (αρμοδιότητες) και Τέταρτο (οικονομική διαχείριση) — παρατηρείται η παράθεση ουσιαστικώς διαφορετικών κανόνων για τους δύο βαθμούς εντός του ίδιου άρθρου, γεγονός που δυσχεραίνει την πρακτική εφαρμογή και αυξάνει τον κίνδυνο ερμηνευτικών σφαλμάτων.
    Χαρακτηριστικά παραδείγματα αντλούνται από το Άρθρο 312 («Προγραμματισμός δράσεων δήμων και περιφερειών»), το Άρθρο 368 («Κατάρτιση και ψήφιση προϋπολογισμού»), το Άρθρο 369 («Εναλλακτικές προτάσεις επί του προϋπολογισμού») και πλήθος άλλων, στα οποία το ρυθμιζόμενο αντικείμενο παραπέμπει σε βαθύτατα διαφορετικά υποκείμενα ή όργανα — ο δήμος με δήμαρχο, δημοτικό συμβούλιο και δημοτική επιτροπή, και η περιφέρεια με περιφερειάρχη, περιφερειακό συμβούλιο και περιφερειακή επιτροπή — που ανάγονται σε διαφορετικά λειτουργικά πλαίσια εκτέλεσης αρμοδιοτήτων.[8]
    β. Οι συνέπειες για την ασφάλεια δικαίου
    Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία αναγνωρίζεται ως γενική αρχή του ευρωπαϊκού και ελληνικού δικαίου — κατοχυρωμένη και στο άρθρο 25 παρ. 1 Σ υπό την έννοια της αρχής του κράτους δικαίου — επιτάσσει να είναι ο νόμος «αρκούντως προσιτός και διατυπωμένος με επαρκή ακρίβεια, ώστε να δύναται ο πολίτης να προβλέψει, αν χρειαστεί με νομική συμβουλή, τις συνέπειες που ενδέχεται να έχει μια δεδομένη πράξη.»[9]
    Η αδιάκριτη ρύθμιση ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού εντός του ίδιου άρθρου δημιουργεί κίνδυνο υπεραπλούστευσης του ρυθμιστικού πλαισίου: ο αιρετός ή ο δημόσιος λειτουργός καλείται να εξαγάγει per se ποιο τμήμα μιας πολυπρόσωπης παραγράφου τον δεσμεύει, χωρίς σαφή τυπογραφική ή δομική διευκρίνιση. Ο κίνδυνος ενισχύεται κατά την παραπομπή σε άλλα άρθρα (διασταυρούμενες παραπομπές), όταν το παραπεμπόμενο άρθρο περιέχει ρυθμίσεις και για τους δύο βαθμούς.
    γ. Η σύγχυση ως προς τον «τεκμαρτό» υπόχρεο εφαρμογής
    Σε αρκετές διατάξεις του Βιβλίου Τρίτου, η αρχή «[…] τα όργανα διοίκησης των δήμων και των περιφερειών […] λαμβάνουν υπόψη» (άρθρο 311) οδηγεί σε συγκρητισμό: στο ίδιο άρθρο εμπεριέχονται υποχρεώσεις που απευθύνονται σε βαθύτατα διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης. Η κανόνας αυτός, ακόμα και όταν είναι εν μέρει δικαιολογημένος (π.χ. κοινές αρχές επικουρικότητας και εγγύτητας), καταλήγει να αμβλύνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δύο βαθμών.

    V. Σχόλιο επί της επιλογής της ενιαίας κωδικοποίησης και εναλλακτικές λύσεις
    Ο συντάκτης του σχεδίου νόμου φαίνεται να έχει υιοθετήσει ένα μοντέλο οριζόντιας κωδικοποίησης (κοινοί κανόνες ρυθμίζονται μαζί, ειδικοί κατά βαθμό σε υποπαραγράφους). Το μοντέλο αυτό δεν είναι αυτοδικαίως αντίθετο στο Σύνταγμα, υπό την προϋπόθεση ότι:
    (α) Η κάθε ρύθμιση αντιστοιχεί σαφώς στον αποδέκτη της — δήμο, περιφέρεια ή αμφότερους —
    (β) Όπου ρυθμίζονται αμφότεροι οι βαθμοί από κοινού, η κοινή ρύθμιση ισχύει αναλλοίωτα και για τους δύο, και
    (γ) Η διαφοροποιητική ρύθμιση περιλαμβάνεται σε ξεχωριστή παράγραφο ή ακόμα καλύτερα σε ξεχωριστό Μέρος ή Κεφάλαιο.
    Επομένως, δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας αυτής καθαυτής της ενιαίας κωδικοποίησης, αλλά θέμα πλημμελούς εκτέλεσης της σε συγκεκριμένες διατάξεις. Η βέλτιστη πρακτική — υπό το πρίσμα συγκριτικού δικαίου — θα ήταν η υιοθέτηση δομής κατά την οποία:
    ▸ Κοινοί κανόνες (που ισχύουν πανομοιότυπα για ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού): Τίτλος/Κεφάλαιο με γενικές διατάξεις
    ▸ Ειδικοί κανόνες δήμων: αυτοτελές Τμήμα/Μέρος
    ▸ Ειδικοί κανόνες περιφερειών: αυτοτελές Τμήμα/Μέρος
    Στο παρόν σχέδιο νόμου, η ανομοιόμορφη εφαρμογή αυτής της αρχής — με τμήματα που τηρούν τη δομή αυτή (π.χ. το Άρθρο 31, όπου παρ. 1 = δήμοι, παρ. 2 = περιφέρειες) και άλλα που τη συγχέουν — δημιουργεί ανομοιογενή και δυσεπίλυτο κανονιστικό περιβάλλον. Η ανάγκη νομοτεχνικής αναθεώρησης, χωρίς κατ’ ανάγκη αλλαγή του ενιαίου μοντέλου κωδικοποίησης, είναι εμφανής.

    ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
    Ο ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΤΑ Β΄ ΒΑΘΜΟΥ ΣΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ

    Ι. Η ταξινόμηση των αρμοδιοτήτων στρατηγικού-αναπτυξιακού σχεδιασμού στην κατηγορία 4.1.1 «Εμπόριο – Μεταποίηση»

    Αρμοδιότητες ουσιωδώς αναπτυξιακού χαρακτήρα – κατάρτιση ΠΕ κατά το ν. 4914/2022, εφαρμογή του ΑΠΔΕ (ν. 5140/2022), εφαρμογή του ΕΠΑ (ν. 5264/2025), διαμόρφωση περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής, – είναι ενταγμένες στην λειτουργική περιοχή/αρμοδιότητα 4.1.1.33 – 36 ανάμεσα σε αρμοδιότητες εμποροπανηγύρεων και αγορών ρακοσυλλεκτών. Αυτό αντιβαίνει:
    • Στην αρχή της λειτουργικής ταξινόμησης (άρθρο 313 παρ. 2 και ν. 5013/2023) που ο ίδιος ο Κώδικας υιοθετεί,
    • Στο σύστημα COFOG όπου τέτοιες αρμοδιότητες δεν εμπίπτουν στην 04.1 «Εμπόριο», και
    • Δημιουργεί εσωτερική συστηματική ασυνέπεια ανάμεσα στο σώμα του νόμου (άρθρο 312) και στο Παράρτημα, όπως αναλύεται κατωτέρω:
    α. Η αντικειμενική διαπίστωση
    Στον Πίνακα Αρμοδιοτήτων (Παράρτημα), εντός της κατηγορίας «4.1 Γενικές οικονομικές, εμπορικές και εργασιακές σχέσεις» → «4.1.1 Εμπόριο – Μεταποίηση», εμπεριέχονται ρυθμίσεις που αφορούν στον αναπτυξιακό και στρατηγικό σχεδιασμό των Περιφερειών, ειδικότερα:
    ▸ 4.1.1.33 (Περιφέρειες): διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή των αναπτυξιακών παρεμβάσεων ΕΣΠΑ 2021-2027, κατάρτιση Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (Π.Ε.Π.) βάσει ν. 4914/2022 (Α΄ 61)
    ▸ 4.1.1.34 (Περιφέρειες): εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου για καθεστώτα ενισχύσεων ιδιωτικών επενδύσεων (ν. 4399/2016, ν. 4864/2021, ν. 4887/2022, ν. 5203/2025)
    ▸ 4.1.1.35 (Περιφέρειες): εφαρμογή του νέου Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ν. 5140/2024) και του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης (ν. 5264/2025)
    ▸ 4.1.1.36 (Περιφέρειες): διαμόρφωση, προώθηση και υλοποίηση της περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής και κατάρτιση περιφερειακού αναπτυξιακού προγράμματος
    ▸ 4.1.1.37 (Περιφέρειες): συγκέντρωση, επεξεργασία και τεκμηρίωση γεωγραφικών, δημογραφικών, οικονομικών και κοινωνικών στοιχείων
    β. Η νομοτεχνική ασυμφωνία
    Το πρόβλημα εδώ δεν είναι τυπικής φύσεως. Αρμοδιότητες που αφορούν στον στρατηγικό σχεδιασμό, την κατάρτιση Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και τη διαχείριση του ΕΣΠΑ δεν είναι εμπορικές, εμπορευματικές ή μεταποιητικές αρμοδιότητες. Η κατάταξη αυτή παραβιάζει την αρχή της λειτουργικής ταξινόμησης, η οποία αποτελεί δηλωμένο σκοπό του σχεδίου νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 2, που παραπέμπει στο άρθρο 7 του ν. 5013/2023 (Α΄ 34, «Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση») και στην υπ’ αρ. ΔΙΔΔΑ/Φ.30/οικ. 4490/16.3.2023 απόφαση («Καθορισμός του περιεχομένου και του εύρους κάθε επιπέδου της λειτουργικής ταξινόμησης»).[10]
    Η λειτουργική ταξινόμηση, αντλώντας από το σύστημα COFOG (Classification of the Functions of Government) των Ηνωμένων Εθνών, κατατάσσει τις κυβερνητικές λειτουργίες σε δέκα βασικές κατηγορίες. Η κατηγορία 04 (Οικονομικές Υποθέσεις) υποδιαιρείται σε 04.1 (Γενικές Οικονομικές, Εμπορικές Υποθέσεις), 04.2 (Γεωργία, Δασοκομία κτλ.) κ.ο.κ. Ο αναπτυξιακός σχεδιασμός — και ειδικά η κατάρτιση Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων — εντάσσεται στο πλαίσιο του COFOG στην κατηγορία 01 «Γενικές Δημόσιες Υπηρεσίες» ή 04.1 «Γενική Οικονομική Διαχείριση» μόνον εφόσον αφορά αδιακρίτως σε κάθε δημόσια οικονομική πολιτική, όχι στο «Εμπόριο-Μεταποίηση».[11]

    ΙΙ. Οι ρυθμίσεις επί του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Α.Π.Δ.Ε.) και του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης
    α. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο — ν. 5140/2024
    Ο ν. 5140/2024 «Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων» (Α΄ 154) εισήγαγε νέο θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση των δημόσιων επενδύσεων, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό τον ν. 1338/1983. Κεντρικό χαρακτηριστικό του ν. 5140/2024 είναι η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής διοίκησης και Περιφερειών, με αντίστοιχη ανάθεση εκτελεστικού ρόλου στα Π.Τ.Α. ως «υπόλογων διαχειριστών για πληρωμές έργων σε βάρος του προϋπολογισμού δημόσιων επενδύσεων» (άρθρο 227 παρ. 2 α΄ εδ. β΄ σχεδίου νόμου).
    Ο ν. 5264/2025 «Νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης» (Α΄ 239) ακολουθεί την ίδια λογική. Ο σχεδιαζόμενος Κώδικας (άρθρο 313 παρ. 1) ρητώς αναφέρει ότι οι αρμοδιότητες αυτές «ασκούνται βάσει του εκάστοτε θεσμικού πλαισίου για το οποίο καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Υπουργείο που έχει την ευθύνη για την υλοποίηση της αντίστοιχης δημόσιας πολιτικής.» Επομένως, η αρμοδιότητα εκτέλεσης του Α.Π.Δ.Ε. από τις Περιφέρειες δεν δύναται να είναι αδιαφοροποίητα εντεταγμένη στο Εμπόριο-Μεταποίηση, καθώς τα ζητήματα αυτά διαφοροποιούνται ανά Υπουργείο (λ.χ. Υπουργείο Ανάπτυξης, Υπουργείο Εσωτερικών).
    β. Τα ζητήματα αντισυνέπειας με το ισχύον καθεστώς
    Σύμφωνα με τον ν. 4914/2022 «Εταιρικό Σύμφωνο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ) 2021-2027» (Α΄ 61), η εφαρμογή των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (Π.Ε.Π.) αποτελεί αρμοδιότητα που ρητώς εκχωρείται στις Διαχειριστικές Αρχές Περιφερειακών Προγραμμάτων, οι οποίες λειτουργούν στο πλαίσιο των Περιφερειών. Η εντός της κατηγορίας «4.1.1 Εμπόριο-Μεταποίηση» κατάταξη αυτής της αρμοδιότητας δεν αντικατοπτρίζει τη λειτουργική της ουσία και δεν βοηθά τον εφαρμοστή να κατανοήσει το κανονιστικό πλαίσιο που την διέπει.[12]
    Πλέον τούτου, προκύπτει ζήτημα συστηματικής συνέπειας: ο ίδιος ο σχεδιαζόμενος Κώδικας θεσπίζει στο άρθρο 312 («Προγραμματισμός δράσεων δήμων και περιφερειών») την υποχρέωση κατάρτισης Πενταετούς Σχεδίου Δράσεων που «σχετίζεται με τις αρμοδιότητες […] της περιφέρειας» και περιλαμβάνει «τους στρατηγικούς στόχους, τις προτεραιότητες.» Εάν αυτές οι στρατηγικές αρμοδιότητες ταξινομούνται στο Παράρτημα ως εμπορικές/μεταποιητικές, δημιουργείται ερμηνευτική διάσταση μεταξύ του νομοθετικού σώματος (άρθρου 312) και του Παραρτήματος.

    ΙΙΙ. Τα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης και ο ρόλος τους ως «εκκολαπτηρίων καινοτομίας»
    α. Η νέα αρμοδιότητα — άρθρο 227 παρ. 2 ια΄
    Κατά το άρθρο 227 παρ. 2 ια΄ του σχεδίου νόμου, αρμοδιότητα των Π.Τ.Α. αποτελεί «[…] η λειτουργία τους ως εκκολαπτηρίων νέων ιδεών, μεθόδων και εισαγωγής καινοτομιών για την οικεία περιφέρεια, με αξιοποίηση νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών.» Πρόκειται για αρμοδιότητα που μεταφέρει, σε επίπεδο περιφερειακής αυτοδιοίκησης, τον λεγόμενο ρόλο «καινοτομίας», ο οποίος παραδοσιακά ανήκει σε άλλους φορείς (π.χ. φορείς ΕΤΑΚ, ΑΕΙ, Κόμβους Καινοτομίας) ή στο εθνικό επίπεδο διοίκησης (ΓΓΕΚ), ενώ με την υφιστάμενη ρύθμιση επαναλαμβάνονται διατάξεις που ανήκουν στις Περιφέρειες, όπως είναι τα ζητήματα της Στρατηγικής Έξυπνης Εξειδίκευσης.
    β. Ζητήματα αρμοδιότητας και σύγκρουσης με αναπτυξιακούς οργανισμούς
    Το σχέδιο νόμου, στα άρθρα 224 επ., ρυθμίζει τους Αναπτυξιακούς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΟΤΑ). Στο βαθμό που οι ΑΟΤΑ δύνανται να αναλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση μελετών, σχεδίων και στρατηγικών για λογαριασμό των ΟΤΑ, τίθεται το ερώτημα αν η αρμοδιότητα «καινοτομίας» των Π.Τ.Α. αλληλεπικαλύπτεται με αντίστοιχες αρμοδιότητες των ΑΟΤΑ, χωρίς σαφή οριοθέτηση.[13]
    Η ανάθεση σε ένα ΝΠΙΔ (Π.Τ.Α.) της λειτουργίας «εκκολαπτηρίου καινοτομίας» χωρίς σαφές κανονιστικό πλαίσιο περί της νομικής φύσεως της σχέσης με την Περιφέρεια (σχέση εντολής; ανάθεσης in house; εποπτείας;) εγείρει ζητήματα λογοδοσίας και δημοσιολογιστικής διαφάνειας, ειδικά όταν η «καινοτομία» χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς ή εθνικούς πόρους.
    γ. Ζητήματα συνάφειας με το ευρωπαϊκό δίκαιο Κρατικών Ενισχύσεων
    Η λειτουργία ενός φορέα ως «εκκολαπτηρίου καινοτομίας» μπορεί να συνεπάγεται χορήγηση οικονομικών ευνοιών σε επιχειρήσεις — κάτι που εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 107 ΣΛΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων. Η εκχώρηση αυτής της αρμοδιότητας στα Π.Τ.Α. χωρίς συνδυαστική αναφορά στις διαδικασίες notificaton ή στους Κανονισμούς de minimis (ΕΕ αρ. 1407/2013 που καταργήθηκε το 2024 και ο νέος 2023/2831) δεν παρέχει επαρκή ασφάλεια δικαίου. Ομοίως, η εντός της κατηγορίας «Εμπόριο-Μεταποίηση» (4.1.1) ταξινόμηση δραστηριοτήτων καινοτομίας που τελικά αφορούν στο ΕΣΠΑ (άρθρο 227 παρ. 2 ι΄: «λειτουργία ως ενδιάμεσου φορέα») δεν είναι συνεπής με τα κριτήρια καταλληλότητας αναθέτουσας αρχής του ν. 4914/2022.[14]
    δ. Ζητήματα σε σχέση με τον ν. 4399/2016 (Αναπτυξιακός Νόμος) και τις στρατηγικές επενδύσεις
    Ο ν. 4399/2016 «Θεσμικό πλαίσιο για τη σύσταση καθεστώτων Ενισχύσεων Ιδιωτικών Επενδύσεων» και ο ν. 4864/2021 «Αναπτυξιακός Νόμος», όπως ισχύει ρυθμίζουν τον ρόλο των Περιφερειών στη χορήγηση επενδυτικών ενισχύσεων. Η αρμοδιότητα αυτή κατατάσσεται στο Παράρτημα στην αρ. 4.1.1.34, δηλαδή ομού με εμπορικές/λιανεμπορικές αρμοδιότητες (π.χ. 4.1.1.1: εμποροπανηγύρεις, 4.1.1.3: αγορές ρακοσυλλεκτών). Η αδικαιολόγητη αυτή συνύπαρξη δεν είναι απλώς νομοτεχνικώς άκομψη: κινδυνεύει να παραπλανήσει τον αρμόδιο δημόσιο λειτουργό ως προς τη συναρμοδιότητα ή αποκλειστική αρμοδιότητα της Περιφέρειας, της κεντρικής διοίκησης ή άλλου φορέα.

    IV. Προτεινόμενες βελτιώσεις
    α. Ως προς τον στρατηγικό-αναπτυξιακό σχεδιασμό
    Προτείνεται η δημιουργία νέας αυτοτελούς κατηγορίας «Αναπτυξιακός και Στρατηγικός Σχεδιασμός» στο Παράρτημα, αντίστοιχης στη λειτουργική ταξινόμηση COFOG 01.1 ή σε νέα ειδική κατηγορία. Ειδικότερα, αρμοδιότητες που αφορούν:
    ▸ Κατάρτιση και διαχείριση Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (Π.Ε.Π.)
    ▸ Εφαρμογή του Α.Π.Δ.Ε. (ν. 5140/2024) και του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης (ν. 5264/2025)
    ▸ Εφαρμογή του Αναπτυξιακού Νόμου σε επίπεδο Περιφέρειας
    ▸ Περιφερειακός αναπτυξιακός στρατηγικός σχεδιασμός
    θα πρέπει να μεταφερθούν σε ιδία κατηγορία ή υποκατηγορία, π.χ. εντός της κατηγορίας «4.9 Οικονομικές Υποθέσεις που δεν κατηγοριοποιούνται αλλού» ή σε νέα κατηγορία «4.0 Σχεδιασμός και Προγραμματισμός Αναπτυξιακής Πολιτικής».
    β. Ως προς τα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης
    Η αρμοδιότητα «εκκολαπτηρίου καινοτομίας» (άρθρο 227 παρ. 2 ια΄) χρήζει:
    1. Σαφούς αποσαφήνισης των ορίων έναντι αντίστοιχων αρμοδιοτήτων ΑΟΤΑ και λοιπών αναπτυξιακών φορέων
    2. Ρητής παραπομπής στους ισχύοντες κανονισμούς ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων (ΓΑΚ, de minimis)
    3. Εξίσωσης με τα κριτήρια καταλληλότητας Ενδιάμεσου Φορέα του ν. 4914/2022, εφόσον τα Π.Τ.Α. διαχειρίζονται πόρους ΕΣΠΑ
    4. Σαφούς οριοθέτησης νομικής σχέσης Π.Τ.Α. – Περιφέρειας (σύμβαση in house ή προγραμματική σύμβαση), με ρητή εφαρμογή του ν. 4412/2016 (Δημόσιες Συμβάσεις) όπου απαιτείται, εφόσον διατηρηθεί σε ισχύ η αρμοδιότητα περί καινοτομίας, αρμοδιότητα που εμπίπτει στις Περιφέρειες.

    ——-
    [1] Για την έννοια της «κωδικοποίησης» σε αντιδιαστολή με τη νέα νομοθεσία, βλ. Σπηλιωτόπουλο Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τ. Ι, Αθήνα 2018, σ. 148 επ. Ο διαχωρισμός μεταξύ «επίσημης» (ρητής) και «ανεπίσημης» (ουσιαστικής) κωδικοποίησης είναι κρίσιμος: η πρώτη δεν εισάγει νέους κανόνες, η δεύτερη μπορεί να αλλοιώσει το υφιστάμενο δίκαιο.
    [2] Άρθρο 102 παρ. 1 εδ. α΄ Σ (αναθεωρημένο 2019): «Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού.» Βλ. επίσης ΣτΕ 3588/2001, ΑΠ 26/1999 Ολομ. και Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα 2023, σ. 688 επ.
    [3] Βλ. Παπαδημητρίου Γ., «Τοπική Αυτοδιοίκηση», σε: Χ. Χρυσανθάκης (επιμ.), Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα 2020. Η αρχή της αυτοτέλειας εκάστου βαθμού συνάγεται και από την ΑΕΔ 33/1995 (αναλογική εφαρμογή).
    [4] Council of Europe, Explanatory Report to the European Charter of Local Self-Government, CETS No. 122, Strasbourg, 1985, para. 28-30. Βλ. επίσης Conseil de l’Europe, Recommandation CM/Rec(2018)4 sur la participation des citoyens à la vie politique locale.
    [5] Code général des collectivités territoriales (CGCT), Décret n°96-134 du 21 février 1996. Για τη δομή βλ. Chapus R., Droit administratif général, tome 1, Montchrestien, Paris 2001, pp. 371-390. Η ρητή αρχή «articles de droit commun» (κοινές διατάξεις) / «articles propres» (ειδικές ανά επίπεδο) ακολουθείται με συνέπεια.
    [6] CGCT, Partie législative, Livre I (communes), Livre IV (départements), Livre VII (régions). Βλ. ιδίως arts. L.1111-1 κ.ε. (γενικές αρχές), σε αντιδιαστολή με arts. L.2111-1 κ.ε. (αποκλειστικά communes). Η δομή αυτή διατηρήθηκε και μετά τον νόμο NOTRe (ν. 2015-991).
    [7] Code de la démocratie locale et de la décentralisation (CDLD), adopté par Décret wallon du 22 avril 2004, M.B. 14/05/2004. Βλ. επίσης Conseil d’État (Belgique), avis n° 48.361/4 et 48.362/4 du 25 mars 2010, ιδίως σκέψεις 7-9 για την «ευκρίνεια» (helderheid) ρυθμίσεων ανά βαθμό.
    [8] Η ίδια ανησυχία εκφράζεται για αρκετές ευρωπαϊκές χώρες· βλ. Loughlin J. / Hendriks F. / Lindström A. (eds.), The Oxford Handbook of Local and Regional Democracy in Europe, Oxford University Press 2011, σ. 99 κ.ε.
    [9] ΕΔΔΑ (Μεγ. Τμ.), Sunday Times κατά Ην. Βασιλείου (1979), παρ. 49. Η αρχή έχει ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική έννομη τάξη μέσω της νομολογίας του ΣτΕ· βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2535/2012 Ολ., ΣτΕ 3599/2016.
    [10] Ν. 5013/2023 «Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, διαχείριση κινδύνων στον δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 12), άρθρο 7. Η λειτουργική ταξινόμηση βασίζεται στο COFOG (ΟΗΕ, 1999) σε συνδυασμό με NUTS-ΙΙ κατηγορίες για τις Περιφέρειες.
    [11] United Nations Statistics Division, Classification of the Functions of Government (COFOG), 2000, διαθέσιμο στο: https://unstats.un.org/unsd/class/family/family2.asp?Cl=4. Η κατηγορία 04.1 (General Economic, Commercial and Labour Affairs) δεν περιλαμβάνει Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα. Τα ΠΕΠ κατατάσσονται πιο ορθά στην 04.11 (General Economic and Commercial Affairs) ή 04.13 (General Labour Affairs) μόνο εφόσον αφορούν τομεακές πολιτικές — όχι στη γενική ταξινόμηση «Εμπόριο-Μεταποίηση».
    [12] Ν. 4914/2022 «Εταιρικό Σύμφωνο Περιφερειακής Ανάπτυξης 2021-2027» (Α΄ 61), άρθρα 14-16 (Διαχειριστικές Αρχές) και 47-50 (Ενδιάμεσοι Φορείς). Η κατηγορία αρμοδιότητας των ΔΑ δεν είναι «εμπορική» αλλά «διαχείρισης δημόσιων πόρων / εφαρμογής δημόσιων πολιτικών».
    [13] Για τη σχέση Αναπτυξιακών Οργανισμών και Περιφερειακών Ταμείων, βλ. επίσης ν. 4674/2020, άρθρο 12 κ.ε. και τις εγκυκλίους του ΥΠΕΣ.
    [14] Κανονισμός (ΕΕ) 651/2014 (Γενικός Απαλλακτικός Κανονισμός), ιδίως άρθρα 28-30 (Ενισχύσεις για Καινοτομία). Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2831 (de minimis). Για την έννοια «εκκολαπτηρίου» ως δυνητικά ενισχυτικής δομής βλ. EU Commission, State aid rules for research, development and innovation, SA.44 Guidelines (2022). Η ίδια η Επιτροπή στο γενικό πλαίσιο πρέπει να κριθεί αν η «δημόσια χρηματοδότηση εκκολαπτηρίου» συνιστά κρατική ενίσχυση.

  • 3 Ιουνίου 2026, 22:34 | nomotexnikes

    Στο Άρθρο 314 («Θέσπιση, μεταβίβαση και τροποποίηση αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών»), παρ. 1 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 316 – αρμοδιότητες που συνιστούν αποστολή του κράτους και άρθρο 689 – πράξεις εκτελεστές οι οποίες αφορούν στην άσκηση κρατικών αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβαστεί στους δήμους και τις περιφέρειες) προβλέπεται η θέσπιση και μεταβίβαση και άλλων αρμοδιοτήτων χωρίς περιορισμό στους Δήμους και τις Περιφέρειες, μεταξύ των οποίων και «κρατικές αρμοδιότητες» χωρίς από την άλλη να προσδιορίζεται ούτε να εξειδικεύονται εννοιολογικά οι «κρατικές αρμοδιότητες» (άρθρο 689) ούτε οι «αρμοδιότητες που συνιστούν αποστολή του κράτους» (άρθρο 316). Νομίζω ότι, είτε θα πρέπει να οριστεί συγκεκριμένα ποιες αρμοδιότητες μπορούν να μεταβιβαστούν ή ποιες δεν θα μεταβιβάζονται στους Δήμους και στις Περιφέρειες, είτε θα πρέπει να υπάρξει η δυνατότητα veto από τις εταιρείες ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου (π.χ. ΕΦΚΑ, ΕΤΑΔ, Εθνικής Άμυνας), ειδικά όταν οι κρατικές αυτές αρμοδιότητες (πχ η πολεοδόμηση ή η ρυμοτομία) που αφορούν τα ακίνητα κυριότητάς τους, επηρεάζουν άμεσα και ουσιωδώς την περιουσία τους, για να μπορούν να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους.

  • 3 Ιουνίου 2026, 20:43 | ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΚΕΧΑΓΙΑΣ

    Άρθρο 317
    Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας

    ε) η ανάληψη πρωτοβουλιών για θέματα που αφορούν στα ανοιχτά τμήματα των ρεμάτων εντός των ορίων οικισμών όπως, η αποκομιδή σκουπιδιών και μπάζων, η κοπή κόμης και η αποξήλωση νεκρών δέντρων που φύονται εντός αυτών
    ς) η ανάληψη πρωτοβουλιών για θέματα συντήρησης που αφορούν στο οδικό δίκτυο εντός των ορίων οικισμών ανεξαρτήτως χαρακτηρισμού οδού.

  • 3 Ιουνίου 2026, 19:32 | ΠΠ

    ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
    Η παρούσα παρατήρηση υποβάλλεται επί του συνόλου του σχεδίου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ιδίως επί των διατάξεων που αφορούν την οργάνωση και άσκηση των αρμοδιοτήτων των Δήμων, τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών και την αποτελεσματική εφαρμογή των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας.
    Η κωδικοποίηση της νομοθεσίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση, καθώς συμβάλλει στη σαφήνεια, στη χρηστή διοίκηση, στην ασφάλεια δικαίου και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Πολιτική Προστασία, διαπιστώνεται ότι ενώ το σχέδιο Κώδικα καταγράφει κρίσιμες αρμοδιότητες των Δήμων, δεν αποτυπώνει πάντοτε με την ίδια σαφήνεια τις αναγκαίες διοικητικές, επιχειρησιακές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική άσκησή τους.
    Η Πολιτική Προστασία δεν αποτελεί μία απλή διοικητική αρμοδιότητα ούτε μία απομονωμένη λειτουργία ενός γραφείου. Αποτελεί οριζόντια και διαλειτουργική ευθύνη του Δήμου, η οποία συνδέεται με το σύνολο σχεδόν των δημοτικών υπηρεσιών και απαιτεί συντονισμό, συνεργασία, επιχειρησιακή ετοιμότητα και σαφή κατανομή ρόλων.
    Η εμπειρία από δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμούς, ακραία καιρικά φαινόμενα, κατολισθήσεις και λοιπές έκτακτες ανάγκες έχει καταδείξει ότι η επιτυχής άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη σχεδίων ή από την προσπάθεια ενός μεμονωμένου υπαλλήλου. Εξαρτάται από την πραγματική δυνατότητα του Δήμου να κινητοποιεί εγκαίρως όλες τις υπηρεσίες του, να διαθέτει προσωπικό, μέσα, εξοπλισμό, εκπαίδευση, οχήματα και σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης.
    Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ενίσχυση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, ιδίως των άρθρων 311, 314, 319 και των διατάξεων που αφορούν τη Δημοτική Αστυνομία, ώστε να αποτυπωθεί με σαφήνεια ότι η Πολιτική Προστασία αποτελεί οριζόντια λειτουργία του Δήμου και απαιτεί τη θεσμοθετημένη συνδρομή όλων των συναρμόδιων υπηρεσιών.
    Οι Τεχνικές Υπηρεσίες πρέπει να αναγνωριστούν ως βασικός επιχειρησιακός και επιστημονικός εταίρος της Πολιτικής Προστασίας. Η σύνταξη τεχνικών μελετών, τεχνικών εκθέσεων, αυτοψιών, προμετρήσεων, τεχνικών παρεμβάσεων, αντιπλημμυρικών έργων, αντιδιαβρωτικών έργων, έργων πρόληψης πυρκαγιών και έργων αποκατάστασης καταστροφών αποτελεί αντικείμενο που απαιτεί τεχνική γνώση, υπηρεσιακή αρμοδιότητα και επιστημονική τεκμηρίωση. Η Πολιτική Προστασία μπορεί να εισηγείται, να συντονίζει και να εντοπίζει κινδύνους, αλλά η τεχνική τεκμηρίωση και η εκπόνηση των αναγκαίων μελετών πρέπει να υποστηρίζονται από τις καθ’ ύλην αρμόδιες Τεχνικές Υπηρεσίες.
    Αντίστοιχα, οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Πρασίνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλοί βοηθητικοί μηχανισμοί, αλλά ως βασικοί επιχειρησιακοί βραχίονες πρόληψης. Η απομάκρυνση καύσιμης ύλης, οι αποψιλώσεις, οι καθαρισμοί κοινόχρηστων χώρων, οι κλαδεύσεις, οι παρεμβάσεις σε περιοχές αυξημένου κινδύνου, οι αυτεπάγγελτοι καθαρισμοί όπου προβλέπονται από τη νομοθεσία, καθώς και η διάθεση προσωπικού, μηχανημάτων έργου, φορτηγών και υδροφόρων, αποτελούν κρίσιμες ενέργειες για την πρόληψη πυρκαγιών και τη μείωση του κινδύνου.
    Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των ακαθάριστων οικοπέδων. Η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας έχει αναδείξει την ανάγκη σαφούς καθορισμού ρόλων μεταξύ Πολιτικής Προστασίας, Δημοτικής Αστυνομίας, Υπηρεσίας Πρασίνου και Υπηρεσίας Καθαριότητας. Προτείνεται να αποσαφηνιστεί ρητά ποια υπηρεσία διενεργεί τον έλεγχο, ποια διαπιστώνει την παράβαση, ποια συντάσσει την έκθεση αυτοψίας, ποια βεβαιώνει την παράβαση, ποια εισηγείται ή επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και ποια υπηρεσία προβαίνει στον αυτεπάγγελτο καθαρισμό, όταν αυτό απαιτείται για λόγους δημόσιας ασφάλειας και προστασίας της ανθρώπινης ζωής.
    Η Δημοτική Αστυνομία, όπου υφίσταται, πρέπει να έχει σαφώς καθορισμένο ρόλο στην εφαρμογή της νομοθεσίας περί ακαθάριστων οικοπέδων, στους ελέγχους, στη βεβαίωση παραβάσεων, στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και στην εφαρμογή κανονιστικών αποφάσεων του Δήμου. Παράλληλα, όμως, η διαδικασία δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη Δημοτική Αστυνομία, ιδίως σε Δήμους όπου δεν υφίσταται ή δεν είναι επαρκώς στελεχωμένη. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα συνεργασίας με την Υπηρεσία Πρασίνου, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Πολιτική Προστασία.
    Οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης πρέπει επίσης να έχουν σαφώς καθορισμένο ρόλο στο σύστημα Πολιτικής Προστασίας. Η συντήρηση και λειτουργία των δικτύων ύδρευσης, η διασφάλιση επάρκειας νερού, η συντήρηση πυροσβεστικών κρουνών, ο καθαρισμός φρεατίων και σχαρών, ο έλεγχος αγωγών ομβρίων, η παρακολούθηση υδραυλικών έργων και η επιχειρησιακή ετοιμότητα των υπηρεσιών ύδρευσης αποτελούν κρίσιμες δράσεις πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών και πλημμυρών.
    Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό για την προστασία ευάλωτων ομάδων πληθυσμού. Σε περιπτώσεις εκκενώσεων, παρατεταμένων κρίσεων, φυσικών καταστροφών ή οργανωμένης απομάκρυνσης πληθυσμού, πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία, χρονίως πάσχοντες, πολίτες χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον και κάθε κατηγορία πολιτών που αδυνατεί να αυτοπροστατευθεί.
    Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στις Δημοτικές Κοινότητες. Οι Πρόεδροι και τα Συμβούλια των Κοινοτήτων αποτελούν το πλησιέστερο επίπεδο διοίκησης προς τον πολίτη και διαθέτουν πολύτιμη γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, των επικίνδυνων σημείων, των προβλημάτων, των αναγκών και των πραγματικών συνθηκών κάθε περιοχής. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η θεσμοθετημένη συμμετοχή τους στον σχεδιασμό, στην επικαιροποίηση των σχεδίων, στην καταγραφή τοπικών κινδύνων και στη διαδικασία ενημέρωσης των αρμόδιων υπηρεσιών.
    Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Πολιτική Προστασία λειτουργεί καθημερινά σε συνεργασία με το Πυροσβεστικό Σώμα, την Ελληνική Αστυνομία, τις Δασικές Υπηρεσίες, το ΕΚΑΒ, το Λιμενικό Σώμα, τις Περιφέρειες, τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και, όπου απαιτείται, τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η πραγματικότητα αυτή καθιστά αναγκαία τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και τη διασφάλιση αποτελεσματικού συντονισμού όλων των εμπλεκομένων υπηρεσιών.
    Η ανάθεση αρμοδιοτήτων χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη ανθρώπινου δυναμικού, εξοπλισμού, εκπαίδευσης, μέσων μετακίνησης και επιχειρησιακής υποστήριξης δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο μεταφοράς ευθύνης χωρίς πραγματική δυνατότητα άσκησης της αρμοδιότητας. Για τον λόγο αυτό οι διατάξεις του νέου Κώδικα δεν πρέπει να περιοριστούν στην καταγραφή των αρμοδιοτήτων, αλλά να διασφαλίζουν και τις πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
    Η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη των αναγκαίων μέσων. Σε πολλές περιπτώσεις οι οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας καλούνται να ανταποκριθούν σε απαιτητικές καταστάσεις χωρίς επαρκή στελέχωση, χωρίς κατάλληλο εξοπλισμό, χωρίς υπηρεσιακά μέσα μετακίνησης και χωρίς το απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης. Η κατάσταση αυτή αποδυναμώνει την επιχειρησιακή ικανότητα των Δήμων και δημιουργεί κινδύνους τόσο για τους πολίτες όσο και για τους ίδιους τους εργαζόμενους.
    Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά η υποχρεωτική χορήγηση κατάλληλων Μέσων Ατομικής Προστασίας στα στελέχη Πολιτικής Προστασίας. Η συμμετοχή σε αυτοψίες, επιθεωρήσεις, περιπολίες πρόληψης, ελέγχους επικινδυνότητας, περιοχές εκδήλωσης πυρκαγιών, πλημμυρών, κατολισθήσεων και λοιπών συμβάντων δημιουργεί πραγματικές συνθήκες επαγγελματικού κινδύνου. Η χορήγηση Μέσων Ατομικής Προστασίας δεν αποτελεί ευχέρεια του φορέα, αλλά υποχρέωση της διοίκησης για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.
    Παράλληλα, προτείνεται να προβλεφθεί η υποχρεωτική διάθεση υπηρεσιακού οχήματος ή ισοδύναμου επιχειρησιακού μέσου μετακίνησης στις οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας. Η καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών προϋποθέτει αυτοψίες, επιτόπιους ελέγχους, συμμετοχή σε συσκέψεις, συντονισμό δράσεων, περιπολίες πρόληψης, ελέγχους επικινδυνότητας και άμεση ανταπόκριση σε συμβάντα. Η ανάθεση ευθυνών χωρίς τη δυνατότητα άμεσης μετάβασης στο πεδίο δημιουργεί λειτουργικό κενό και περιορίζει ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών.
    Επιπλέον, απαιτείται η πρόβλεψη βασικού επιχειρησιακού εξοπλισμού και σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Η πρόσβαση σε συστήματα χαρτογράφησης, γεωχωρικά δεδομένα, επιχειρησιακές εφαρμογές, μέσα επικοινωνίας, εργαλεία καταγραφής συμβάντων και κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό αποτελεί πλέον βασική ανάγκη κάθε υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας.
    Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι φυσικές καταστροφές και τα έκτακτα συμβάντα δεν εκδηλώνονται εντός διοικητικού ωραρίου. Οι δασικές πυρκαγιές, οι πλημμύρες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι λοιπές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαιτούν άμεση κινητοποίηση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να θεσμοθετηθεί δυνατότητα επιφυλακής και επιχειρησιακής ετοιμότητας σε εικοσιτετράωρη βάση, με σαφές πλαίσιο ενεργοποίησης, υποστήριξης και λειτουργίας των υπηρεσιών.
    Η συνεχής διαθεσιμότητα, η συμμετοχή σε επιφυλακές, η παρουσία σε επιχειρήσεις πεδίου, η ευθύνη λήψης κρίσιμων αποφάσεων και η ανάληψη ευθύνης για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών και των κρίσιμων υποδομών δημιουργούν ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης καθηκόντων για τα στελέχη Πολιτικής Προστασίας.
    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να εξεταστεί η θεσμική αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών άσκησης των καθηκόντων Πολιτικής Προστασίας και η δυνατότητα πρόβλεψης επιδόματος ιδιαίτερων συνθηκών ή επιχειρησιακής ετοιμότητας για τα στελέχη που συμμετέχουν σε επιφυλακές, αυτοψίες, επιχειρήσεις πεδίου, συντονισμό συμβάντων και διαχείριση εκτάκτων αναγκών. Η πρόβλεψη αυτή δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών εργασίας που συνοδεύουν το αντικείμενο.
    Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της εκπαίδευσης. Η Πολιτική Προστασία αποτελεί εξειδικευμένο επιχειρησιακό αντικείμενο που απαιτεί συνεχή κατάρτιση και επικαιροποίηση γνώσεων. Η διαχείριση δασικών πυρκαγιών, πλημμυρικών φαινομένων, σεισμών, μαζικών εκκενώσεων, τεχνολογικών ατυχημάτων και λοιπών καταστάσεων κρίσης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική εμπειρία ή στην καλή θέληση των στελεχών.
    Προτείνεται η καθιέρωση υποχρεωτικής αρχικής εκπαίδευσης για κάθε στέλεχος που αναλαμβάνει καθήκοντα Πολιτικής Προστασίας, καθώς και η υποχρεωτική περιοδική επιμόρφωση, η συμμετοχή σε ασκήσεις ετοιμότητας και η συνεχής επικαιροποίηση των γνώσεων σύμφωνα με τα εθνικά σχέδια, τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών και τις εξελίξεις του θεσμικού πλαισίου.
    Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να θεωρείται βασική προϋπόθεση άσκησης των καθηκόντων και όχι συμπληρωματική διαδικασία. Η επένδυση στην εκπαίδευση μειώνει τα επιχειρησιακά λάθη, βελτιώνει τον συντονισμό των εμπλεκομένων φορέων και ενισχύει ουσιαστικά την προστασία των πολιτών.
    Παράλληλα, προτείνεται η θέσπιση ελάχιστων κριτηρίων στελέχωσης των οργανικών μονάδων Πολιτικής Προστασίας με βάση αντικειμενικούς δείκτες, όπως ο πληθυσμός, η γεωγραφική έκταση, ο αριθμός οικισμών, η δασοκάλυψη, η τουριστική επιβάρυνση, οι κρίσιμες υποδομές και το επίπεδο επικινδυνότητας κάθε περιοχής. Η σημερινή πραγματικότητα, όπου Δήμοι με ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό, δημιουργεί σοβαρές ανισότητες ως προς το επίπεδο προστασίας των πολιτών.
    Προτείνεται επίσης η καθιέρωση ελάχιστου χρόνου παραμονής τεσσάρων (4) ετών στις οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας. Η συχνή μετακίνηση προσωπικού οδηγεί σε απώλεια εμπειρίας, επιχειρησιακής γνώσης και θεσμικής μνήμης. Η Πολιτική Προστασία είναι αντικείμενο που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συσσωρευμένη εμπειρία από πραγματικά περιστατικά, ασκήσεις και διαχείριση κρίσεων. Η διατήρηση σταθερού προσωπικού για εύλογο χρονικό διάστημα διασφαλίζει τη συνέχεια του σχεδιασμού, την αξιοποίηση της εκπαίδευσης και τη δημιουργία αποτελεσματικών υπηρεσιών προς όφελος των πολιτών και της τοπικής κοινωνίας.
    Ιδιαίτερη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία των Δήμων και την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας έχει η σαφής θεσμική διάκριση μεταξύ Πολιτικής Προστασίας και Πολιτικής Άμυνας. Πρόκειται για δύο διαφορετικά θεσμικά αντικείμενα, με διαφορετικό επιχειρησιακό σκοπό, διαφορετικό πλαίσιο λειτουργίας και διαφορετικές απαιτήσεις στελέχωσης.
    Η Πολιτική Προστασία αποτελεί μόνιμο μηχανισμό πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών. Αντιθέτως, η Πολιτική Άμυνα αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο, το οποίο σχετίζεται με διαφορετικό θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να αποτυπωθεί σαφώς στον νέο Κώδικα ότι η Πολιτική Προστασία και η Πολιτική Άμυνα αποτελούν διακριτές λειτουργίες με διαφορετικό αντικείμενο, διαφορετικές απαιτήσεις και διαφορετική στελέχωση. Η ανάθεση και των δύο αντικειμένων στο ίδιο πρόσωπο ή στην ίδια οργανική μονάδα δημιουργεί σύγχυση αρμοδιοτήτων, αυξάνει τον διοικητικό φόρτο και μειώνει την αποτελεσματικότητα του συνολικού συστήματος.
    Περαιτέρω, προτείνεται να προβλεφθεί ότι οι οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας στελεχώνονται κατά προτεραιότητα από προσωπικό που διαθέτει συναφή εκπαίδευση, επιχειρησιακή εμπειρία ή προϋπηρεσία σε αντικείμενα διαχείρισης κινδύνων και εκτάκτων αναγκών. Η εμπειρία από πραγματικά συμβάντα αποτελεί ανεκτίμητο επιχειρησιακό κεφάλαιο. Η διαχείριση μιας δασικής πυρκαγιάς, μιας πλημμύρας, μιας μεγάλης εκκένωσης ή μιας σύνθετης κρίσης απαιτεί γνώσεις που συχνά αποκτώνται μέσα από πολυετή υπηρεσία στο πεδίο και όχι αποκλειστικά μέσα από θεωρητική κατάρτιση.
    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη η υπηρεσιακή εμπειρία προσωπικού που έχει υπηρετήσει ή υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, στην Ελληνική Αστυνομία, στη Δημοτική Αστυνομία, στις Δασικές Υπηρεσίες, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στο Λιμενικό Σώμα, στο ΕΚΑΒ, σε πιστοποιημένες εθελοντικές οργανώσεις Πολιτικής Προστασίας και σε λοιπούς φορείς αντιμετώπισης κρίσεων και εκτάκτων αναγκών.
    Επιπλέον, προτείνεται να εξεταστεί η αξιοποίηση αποστράτων και πρώην στελεχών των παραπάνω φορέων, οι οποίοι διαθέτουν πολύτιμη εμπειρία στη διοίκηση συμβάντων, στις επιχειρήσεις πεδίου, στον συντονισμό πολλαπλών φορέων και στη λήψη αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης. Η εμπειρία αυτή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τους Δήμους και μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά την επιχειρησιακή τους ικανότητα.
    Παράλληλα, θεωρείται αναγκαία η θεσμοθέτηση διαδικασίας ετήσιας αξιολόγησης επιχειρησιακής ετοιμότητας των Δήμων. Η αξιολόγηση αυτή δεν πρέπει να έχει ελεγκτικό ή τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά να λειτουργεί ως εργαλείο διαρκούς βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών. Η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επάρκεια προσωπικού, τη διαθεσιμότητα οχημάτων και εξοπλισμού, την κατάσταση των σχεδίων Πολιτικής Προστασίας, την πραγματοποίηση ασκήσεων, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη λειτουργία των μηχανισμών επιφυλακής και την επιχειρησιακή συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς.
    Η κλιματική κρίση και η αύξηση της συχνότητας και έντασης των φυσικών καταστροφών καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω ενίσχυση των δομών Πολιτικής Προστασίας των Δήμων. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί σημαντική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού, πιο ανθεκτικού και πιο αποτελεσματικού συστήματος Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
    Οι προτεινόμενες παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στη δημιουργία νέων αρμοδιοτήτων, αλλά στην ουσιαστική δυνατότητα εφαρμογής των ήδη υφιστάμενων υποχρεώσεων των Δήμων. Η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων, η επαρκής στελέχωση, η αξιοποίηση εμπειρίας, η εκπαίδευση, η διατήρηση της θεσμικής μνήμης, η διάθεση των αναγκαίων μέσων και η ενίσχυση της συνεργασίας όλων των υπηρεσιών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών, των κρίσιμων υποδομών και του φυσικού περιβάλλοντος.
    Η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική προσπάθεια των στελεχών ή στην καλή θέληση των υπηρεσιών. Απαιτεί θεσμική οργάνωση, επαρκές προσωπικό, σαφείς αρμοδιότητες, εκπαίδευση, εξοπλισμό, επιχειρησιακή συνέχεια και πραγματική δυνατότητα εφαρμογής του σχεδιασμού. Ο νέος Κώδικας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για ένα ισχυρότερο, σαφέστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

  • 3 Ιουνίου 2026, 19:26 | ΠΠ

    Η παρούσα παρατήρηση υποβάλλεται επί του συνόλου του σχεδίου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ιδίως επί των διατάξεων που αφορούν την οργάνωση και άσκηση των αρμοδιοτήτων των Δήμων, τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών και την αποτελεσματική εφαρμογή των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας.
    Η κωδικοποίηση της νομοθεσίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση, καθώς συμβάλλει στη σαφήνεια, στη χρηστή διοίκηση, στην ασφάλεια δικαίου και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Πολιτική Προστασία, διαπιστώνεται ότι ενώ το σχέδιο Κώδικα καταγράφει κρίσιμες αρμοδιότητες των Δήμων, δεν αποτυπώνει πάντοτε με την ίδια σαφήνεια τις αναγκαίες διοικητικές, επιχειρησιακές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική άσκησή τους.
    Η Πολιτική Προστασία δεν αποτελεί μία απλή διοικητική αρμοδιότητα ούτε μία απομονωμένη λειτουργία ενός γραφείου. Αποτελεί οριζόντια και διαλειτουργική ευθύνη του Δήμου, η οποία συνδέεται με το σύνολο σχεδόν των δημοτικών υπηρεσιών και απαιτεί συντονισμό, συνεργασία, επιχειρησιακή ετοιμότητα και σαφή κατανομή ρόλων.
    Η εμπειρία από δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμούς, ακραία καιρικά φαινόμενα, κατολισθήσεις και λοιπές έκτακτες ανάγκες έχει καταδείξει ότι η επιτυχής άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη σχεδίων ή από την προσπάθεια ενός μεμονωμένου υπαλλήλου. Εξαρτάται από την πραγματική δυνατότητα του Δήμου να κινητοποιεί εγκαίρως όλες τις υπηρεσίες του, να διαθέτει προσωπικό, μέσα, εξοπλισμό, εκπαίδευση, οχήματα και σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης.
    Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ενίσχυση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, ιδίως των άρθρων 311, 314, 319 και των διατάξεων που αφορούν τη Δημοτική Αστυνομία, ώστε να αποτυπωθεί με σαφήνεια ότι η Πολιτική Προστασία αποτελεί οριζόντια λειτουργία του Δήμου και απαιτεί τη θεσμοθετημένη συνδρομή όλων των συναρμόδιων υπηρεσιών.
    Οι Τεχνικές Υπηρεσίες πρέπει να αναγνωριστούν ως βασικός επιχειρησιακός και επιστημονικός εταίρος της Πολιτικής Προστασίας. Η σύνταξη τεχνικών μελετών, τεχνικών εκθέσεων, αυτοψιών, προμετρήσεων, τεχνικών παρεμβάσεων, αντιπλημμυρικών έργων, αντιδιαβρωτικών έργων, έργων πρόληψης πυρκαγιών και έργων αποκατάστασης καταστροφών αποτελεί αντικείμενο που απαιτεί τεχνική γνώση, υπηρεσιακή αρμοδιότητα και επιστημονική τεκμηρίωση. Η Πολιτική Προστασία μπορεί να εισηγείται, να συντονίζει και να εντοπίζει κινδύνους, αλλά η τεχνική τεκμηρίωση και η εκπόνηση των αναγκαίων μελετών πρέπει να υποστηρίζονται από τις καθ’ ύλην αρμόδιες Τεχνικές Υπηρεσίες.
    Αντίστοιχα, οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Πρασίνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλοί βοηθητικοί μηχανισμοί, αλλά ως βασικοί επιχειρησιακοί βραχίονες πρόληψης. Η απομάκρυνση καύσιμης ύλης, οι αποψιλώσεις, οι καθαρισμοί κοινόχρηστων χώρων, οι κλαδεύσεις, οι παρεμβάσεις σε περιοχές αυξημένου κινδύνου, οι αυτεπάγγελτοι καθαρισμοί όπου προβλέπονται από τη νομοθεσία, καθώς και η διάθεση προσωπικού, μηχανημάτων έργου, φορτηγών και υδροφόρων, αποτελούν κρίσιμες ενέργειες για την πρόληψη πυρκαγιών και τη μείωση του κινδύνου.
    Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των ακαθάριστων οικοπέδων. Η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας έχει αναδείξει την ανάγκη σαφούς καθορισμού ρόλων μεταξύ Πολιτικής Προστασίας, Δημοτικής Αστυνομίας, Υπηρεσίας Πρασίνου και Υπηρεσίας Καθαριότητας. Προτείνεται να αποσαφηνιστεί ρητά ποια υπηρεσία διενεργεί τον έλεγχο, ποια διαπιστώνει την παράβαση, ποια συντάσσει την έκθεση αυτοψίας, ποια βεβαιώνει την παράβαση, ποια εισηγείται ή επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και ποια υπηρεσία προβαίνει στον αυτεπάγγελτο καθαρισμό, όταν αυτό απαιτείται για λόγους δημόσιας ασφάλειας και προστασίας της ανθρώπινης ζωής.
    Η Δημοτική Αστυνομία, όπου υφίσταται, πρέπει να έχει σαφώς καθορισμένο ρόλο στην εφαρμογή της νομοθεσίας περί ακαθάριστων οικοπέδων, στους ελέγχους, στη βεβαίωση παραβάσεων, στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και στην εφαρμογή κανονιστικών αποφάσεων του Δήμου. Παράλληλα, όμως, η διαδικασία δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη Δημοτική Αστυνομία, ιδίως σε Δήμους όπου δεν υφίσταται ή δεν είναι επαρκώς στελεχωμένη. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα συνεργασίας με την Υπηρεσία Πρασίνου, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Πολιτική Προστασία.
    Οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης πρέπει επίσης να έχουν σαφώς καθορισμένο ρόλο στο σύστημα Πολιτικής Προστασίας. Η συντήρηση και λειτουργία των δικτύων ύδρευσης, η διασφάλιση επάρκειας νερού, η συντήρηση πυροσβεστικών κρουνών, ο καθαρισμός φρεατίων και σχαρών, ο έλεγχος αγωγών ομβρίων, η παρακολούθηση υδραυλικών έργων και η επιχειρησιακή ετοιμότητα των υπηρεσιών ύδρευσης αποτελούν κρίσιμες δράσεις πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών και πλημμυρών.
    Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό για την προστασία ευάλωτων ομάδων πληθυσμού. Σε περιπτώσεις εκκενώσεων, παρατεταμένων κρίσεων, φυσικών καταστροφών ή οργανωμένης απομάκρυνσης πληθυσμού, πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία, χρονίως πάσχοντες, πολίτες χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον και κάθε κατηγορία πολιτών που αδυνατεί να αυτοπροστατευθεί.
    Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στις Δημοτικές Κοινότητες. Οι Πρόεδροι και τα Συμβούλια των Κοινοτήτων αποτελούν το πλησιέστερο επίπεδο διοίκησης προς τον πολίτη και διαθέτουν πολύτιμη γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, των επικίνδυνων σημείων, των προβλημάτων, των αναγκών και των πραγματικών συνθηκών κάθε περιοχής. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η θεσμοθετημένη συμμετοχή τους στον σχεδιασμό, στην επικαιροποίηση των σχεδίων, στην καταγραφή τοπικών κινδύνων και στη διαδικασία ενημέρωσης των αρμόδιων υπηρεσιών.
    Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Πολιτική Προστασία λειτουργεί καθημερινά σε συνεργασία με το Πυροσβεστικό Σώμα, την Ελληνική Αστυνομία, τις Δασικές Υπηρεσίες, το ΕΚΑΒ, το Λιμενικό Σώμα, τις Περιφέρειες, τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και, όπου απαιτείται, τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η πραγματικότητα αυτή καθιστά αναγκαία τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και τη διασφάλιση αποτελεσματικού συντονισμού όλων των εμπλεκομένων υπηρεσιών.
    Η ανάθεση αρμοδιοτήτων χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη ανθρώπινου δυναμικού, εξοπλισμού, εκπαίδευσης, μέσων μετακίνησης και επιχειρησιακής υποστήριξης δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο μεταφοράς ευθύνης χωρίς πραγματική δυνατότητα άσκησης της αρμοδιότητας. Για τον λόγο αυτό οι διατάξεις του νέου Κώδικα δεν πρέπει να περιοριστούν στην καταγραφή των αρμοδιοτήτων, αλλά να διασφαλίζουν και τις πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
    Η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη των αναγκαίων μέσων. Σε πολλές περιπτώσεις οι οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας καλούνται να ανταποκριθούν σε απαιτητικές καταστάσεις χωρίς επαρκή στελέχωση, χωρίς κατάλληλο εξοπλισμό, χωρίς υπηρεσιακά μέσα μετακίνησης και χωρίς το απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης. Η κατάσταση αυτή αποδυναμώνει την επιχειρησιακή ικανότητα των Δήμων και δημιουργεί κινδύνους τόσο για τους πολίτες όσο και για τους ίδιους τους εργαζόμενους.
    Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά η υποχρεωτική χορήγηση κατάλληλων Μέσων Ατομικής Προστασίας στα στελέχη Πολιτικής Προστασίας. Η συμμετοχή σε αυτοψίες, επιθεωρήσεις, περιπολίες πρόληψης, ελέγχους επικινδυνότητας, περιοχές εκδήλωσης πυρκαγιών, πλημμυρών, κατολισθήσεων και λοιπών συμβάντων δημιουργεί πραγματικές συνθήκες επαγγελματικού κινδύνου. Η χορήγηση Μέσων Ατομικής Προστασίας δεν αποτελεί ευχέρεια του φορέα, αλλά υποχρέωση της διοίκησης για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.
    Παράλληλα, προτείνεται να προβλεφθεί η υποχρεωτική διάθεση υπηρεσιακού οχήματος ή ισοδύναμου επιχειρησιακού μέσου μετακίνησης στις οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας. Η καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών προϋποθέτει αυτοψίες, επιτόπιους ελέγχους, συμμετοχή σε συσκέψεις, συντονισμό δράσεων, περιπολίες πρόληψης, ελέγχους επικινδυνότητας και άμεση ανταπόκριση σε συμβάντα. Η ανάθεση ευθυνών χωρίς τη δυνατότητα άμεσης μετάβασης στο πεδίο δημιουργεί λειτουργικό κενό και περιορίζει ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών.
    Επιπλέον, απαιτείται η πρόβλεψη βασικού επιχειρησιακού εξοπλισμού και σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Η πρόσβαση σε συστήματα χαρτογράφησης, γεωχωρικά δεδομένα, επιχειρησιακές εφαρμογές, μέσα επικοινωνίας, εργαλεία καταγραφής συμβάντων και κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό αποτελεί πλέον βασική ανάγκη κάθε υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας.
    Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι φυσικές καταστροφές και τα έκτακτα συμβάντα δεν εκδηλώνονται εντός διοικητικού ωραρίου. Οι δασικές πυρκαγιές, οι πλημμύρες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι λοιπές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαιτούν άμεση κινητοποίηση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να θεσμοθετηθεί δυνατότητα επιφυλακής και επιχειρησιακής ετοιμότητας σε εικοσιτετράωρη βάση, με σαφές πλαίσιο ενεργοποίησης, υποστήριξης και λειτουργίας των υπηρεσιών.
    Η συνεχής διαθεσιμότητα, η συμμετοχή σε επιφυλακές, η παρουσία σε επιχειρήσεις πεδίου, η ευθύνη λήψης κρίσιμων αποφάσεων και η ανάληψη ευθύνης για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών και των κρίσιμων υποδομών δημιουργούν ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης καθηκόντων για τα στελέχη Πολιτικής Προστασίας.
    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να εξεταστεί η θεσμική αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών άσκησης των καθηκόντων Πολιτικής Προστασίας και η δυνατότητα πρόβλεψης επιδόματος ιδιαίτερων συνθηκών ή επιχειρησιακής ετοιμότητας για τα στελέχη που συμμετέχουν σε επιφυλακές, αυτοψίες, επιχειρήσεις πεδίου, συντονισμό συμβάντων και διαχείριση εκτάκτων αναγκών. Η πρόβλεψη αυτή δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών εργασίας που συνοδεύουν το αντικείμενο.
    Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της εκπαίδευσης. Η Πολιτική Προστασία αποτελεί εξειδικευμένο επιχειρησιακό αντικείμενο που απαιτεί συνεχή κατάρτιση και επικαιροποίηση γνώσεων. Η διαχείριση δασικών πυρκαγιών, πλημμυρικών φαινομένων, σεισμών, μαζικών εκκενώσεων, τεχνολογικών ατυχημάτων και λοιπών καταστάσεων κρίσης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική εμπειρία ή στην καλή θέληση των στελεχών.
    Προτείνεται η καθιέρωση υποχρεωτικής αρχικής εκπαίδευσης για κάθε στέλεχος που αναλαμβάνει καθήκοντα Πολιτικής Προστασίας, καθώς και η υποχρεωτική περιοδική επιμόρφωση, η συμμετοχή σε ασκήσεις ετοιμότητας και η συνεχής επικαιροποίηση των γνώσεων σύμφωνα με τα εθνικά σχέδια, τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών και τις εξελίξεις του θεσμικού πλαισίου.
    Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να θεωρείται βασική προϋπόθεση άσκησης των καθηκόντων και όχι συμπληρωματική διαδικασία. Η επένδυση στην εκπαίδευση μειώνει τα επιχειρησιακά λάθη, βελτιώνει τον συντονισμό των εμπλεκομένων φορέων και ενισχύει ουσιαστικά την προστασία των πολιτών.
    Παράλληλα, προτείνεται η θέσπιση ελάχιστων κριτηρίων στελέχωσης των οργανικών μονάδων Πολιτικής Προστασίας με βάση αντικειμενικούς δείκτες, όπως ο πληθυσμός, η γεωγραφική έκταση, ο αριθμός οικισμών, η δασοκάλυψη, η τουριστική επιβάρυνση, οι κρίσιμες υποδομές και το επίπεδο επικινδυνότητας κάθε περιοχής. Η σημερινή πραγματικότητα, όπου Δήμοι με ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό, δημιουργεί σοβαρές ανισότητες ως προς το επίπεδο προστασίας των πολιτών.
    Προτείνεται επίσης η καθιέρωση ελάχιστου χρόνου παραμονής τεσσάρων (4) ετών στις οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας. Η συχνή μετακίνηση προσωπικού οδηγεί σε απώλεια εμπειρίας, επιχειρησιακής γνώσης και θεσμικής μνήμης. Η Πολιτική Προστασία είναι αντικείμενο που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συσσωρευμένη εμπειρία από πραγματικά περιστατικά, ασκήσεις και διαχείριση κρίσεων. Η διατήρηση σταθερού προσωπικού για εύλογο χρονικό διάστημα διασφαλίζει τη συνέχεια του σχεδιασμού, την αξιοποίηση της εκπαίδευσης και τη δημιουργία αποτελεσματικών υπηρεσιών προς όφελος των πολιτών και της τοπικής κοινωνίας.
    Ιδιαίτερη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία των Δήμων και την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας έχει η σαφής θεσμική διάκριση μεταξύ Πολιτικής Προστασίας και Πολιτικής Άμυνας. Πρόκειται για δύο διαφορετικά θεσμικά αντικείμενα, με διαφορετικό επιχειρησιακό σκοπό, διαφορετικό πλαίσιο λειτουργίας και διαφορετικές απαιτήσεις στελέχωσης.
    Η Πολιτική Προστασία αποτελεί μόνιμο μηχανισμό πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών. Αντιθέτως, η Πολιτική Άμυνα αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο, το οποίο σχετίζεται με διαφορετικό θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να αποτυπωθεί σαφώς στον νέο Κώδικα ότι η Πολιτική Προστασία και η Πολιτική Άμυνα αποτελούν διακριτές λειτουργίες με διαφορετικό αντικείμενο, διαφορετικές απαιτήσεις και διαφορετική στελέχωση. Η ανάθεση και των δύο αντικειμένων στο ίδιο πρόσωπο ή στην ίδια οργανική μονάδα δημιουργεί σύγχυση αρμοδιοτήτων, αυξάνει τον διοικητικό φόρτο και μειώνει την αποτελεσματικότητα του συνολικού συστήματος.
    Περαιτέρω, προτείνεται να προβλεφθεί ότι οι οργανικές μονάδες Πολιτικής Προστασίας στελεχώνονται κατά προτεραιότητα από προσωπικό που διαθέτει συναφή εκπαίδευση, επιχειρησιακή εμπειρία ή προϋπηρεσία σε αντικείμενα διαχείρισης κινδύνων και εκτάκτων αναγκών. Η εμπειρία από πραγματικά συμβάντα αποτελεί ανεκτίμητο επιχειρησιακό κεφάλαιο. Η διαχείριση μιας δασικής πυρκαγιάς, μιας πλημμύρας, μιας μεγάλης εκκένωσης ή μιας σύνθετης κρίσης απαιτεί γνώσεις που συχνά αποκτώνται μέσα από πολυετή υπηρεσία στο πεδίο και όχι αποκλειστικά μέσα από θεωρητική κατάρτιση.
    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη η υπηρεσιακή εμπειρία προσωπικού που έχει υπηρετήσει ή υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Σώμα, στην Ελληνική Αστυνομία, στη Δημοτική Αστυνομία, στις Δασικές Υπηρεσίες, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στο Λιμενικό Σώμα, στο ΕΚΑΒ, σε πιστοποιημένες εθελοντικές οργανώσεις Πολιτικής Προστασίας και σε λοιπούς φορείς αντιμετώπισης κρίσεων και εκτάκτων αναγκών.
    Επιπλέον, προτείνεται να εξεταστεί η αξιοποίηση αποστράτων και πρώην στελεχών των παραπάνω φορέων, οι οποίοι διαθέτουν πολύτιμη εμπειρία στη διοίκηση συμβάντων, στις επιχειρήσεις πεδίου, στον συντονισμό πολλαπλών φορέων και στη λήψη αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης. Η εμπειρία αυτή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τους Δήμους και μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά την επιχειρησιακή τους ικανότητα.
    Παράλληλα, θεωρείται αναγκαία η θεσμοθέτηση διαδικασίας ετήσιας αξιολόγησης επιχειρησιακής ετοιμότητας των Δήμων. Η αξιολόγηση αυτή δεν πρέπει να έχει ελεγκτικό ή τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά να λειτουργεί ως εργαλείο διαρκούς βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών. Η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επάρκεια προσωπικού, τη διαθεσιμότητα οχημάτων και εξοπλισμού, την κατάσταση των σχεδίων Πολιτικής Προστασίας, την πραγματοποίηση ασκήσεων, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη λειτουργία των μηχανισμών επιφυλακής και την επιχειρησιακή συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς.
    Η κλιματική κρίση και η αύξηση της συχνότητας και έντασης των φυσικών καταστροφών καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω ενίσχυση των δομών Πολιτικής Προστασίας των Δήμων. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί σημαντική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού, πιο ανθεκτικού και πιο αποτελεσματικού συστήματος Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
    Οι προτεινόμενες παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στη δημιουργία νέων αρμοδιοτήτων, αλλά στην ουσιαστική δυνατότητα εφαρμογής των ήδη υφιστάμενων υποχρεώσεων των Δήμων. Η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων, η επαρκής στελέχωση, η αξιοποίηση εμπειρίας, η εκπαίδευση, η διατήρηση της θεσμικής μνήμης, η διάθεση των αναγκαίων μέσων και η ενίσχυση της συνεργασίας όλων των υπηρεσιών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών, των κρίσιμων υποδομών και του φυσικού περιβάλλοντος.
    Η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική προσπάθεια των στελεχών ή στην καλή θέληση των υπηρεσιών. Απαιτεί θεσμική οργάνωση, επαρκές προσωπικό, σαφείς αρμοδιότητες, εκπαίδευση, εξοπλισμό, επιχειρησιακή συνέχεια και πραγματική δυνατότητα εφαρμογής του σχεδιασμού. Ο νέος Κώδικας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για ένα ισχυρότερο, σαφέστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

  • 3 Ιουνίου 2026, 19:52 | ΜΑΡΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ – ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

    ΑΡΘΡΟ 317: Θεσμική αναβάθμιση των Δημοτικών Ιατρείων ως Μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας

    Η εμπειρία από τη λειτουργία των Πολυδύναμων Δημοτικών Ιατρείων του Δήμου Αθηναίων επιβεβαιώνει ότι η Αυτοδιοίκηση – ευθυγραμμιζόμενη με τις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την ενίσχυση της κοινοτικής φροντίδας – αποτελεί κρίσιμο πυλώνα πρόληψης και προαγωγής υγείας για την/τον πολίτη. Στο πλαίσιο αυτό, τα Δημοτικά Ιατρεία είναι σκόπιμο να κατοχυρωθούν θεσμικά ως αυτόνομες μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας.

    Η ισχύουσα νομοθεσία (Νόμος 4675/2020) αναφέρεται μόνον σε Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας των ΟΤΑ οι οποίες εντάσσονται στην οργανωτική διάρθρωση της δημόσιας υγείας» (άρθρο 5). Το άρθρο 4 του Νόμου προβλέπει τη συμβολή τους στην πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή πρόληψη μέσω του Εθνικού Προγράμματος ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ, με έμφαση στον προσυμπτωματικό έλεγχο, ενώ το άρθρο 8 προβλέπει τη διασύνδεσή τους με το Τμήμα Προγραμματισμού Δράσεων Δημόσιας Υγείας της οικείας ΥΠΕ και την αξιολόγηση των δράσεων εντός του Εθνικού Σχεδίου Δράσης.

    Θεωρώντας τις παραπάνω προβλέψεις ανεπαρκείς για το ρόλο των Δημοτικών Ιατρείων και, συγχρόνως, κρίσιμη τη θεσμική αναβάθμισή τους και τη διασφάλιση της επιχειρησιακής τους συνέχειας, προτείνεται η προσθήκη στην παράγραφο 1 της ακόλουθης αρμοδιότητας:
    (νέο β): Η δυνατότητα θεσμοθέτησης των Δημοτικών Ιατρείων ως Μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας.

  • 3 Ιουνίου 2026, 16:29 | CP D

    Προτείνεται η συμπλήρωση του άρθρου 319 με ειδική πρόβλεψη για την υποχρεωτική εκπαίδευση, επιμόρφωση και διαρκή επιχειρησιακή κατάρτιση των στελεχών που υπηρετούν στα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων.

    Ο ν. 4662/2020 θεμελιώνει ένα σύγχρονο σύστημα Πολιτικής Προστασίας που βασίζεται στην πρόληψη, την ετοιμότητα, την επιχειρησιακή ανταπόκριση και την αποκατάσταση καταστροφών. Ωστόσο, η αποτελεσματική εφαρμογή των Τοπικών Σχεδίων Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και των Ειδικών Σχεδίων Πρόληψης δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό.

    Στην πράξη, τα στελέχη Πολιτικής Προστασίας καλούνται να διαχειριστούν σύνθετα περιστατικά που αφορούν δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, ακραία καιρικά φαινόμενα, σεισμούς, κατολισθήσεις, εκκενώσεις οικισμών, συντονισμό πολλαπλών φορέων και διαχείριση κρίσεων. Οι απαιτήσεις αυτές προϋποθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις και συνεχή επικαιροποίηση δεξιοτήτων.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί υποχρεωτική αρχική εκπαίδευση για κάθε υπάλληλο που αναλαμβάνει καθήκοντα Πολιτικής Προστασίας, καθώς και περιοδική επανεκπαίδευση σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η εκπαίδευση θα πρέπει να καλύπτει θέματα διαχείρισης κινδύνων, επιχειρησιακού σχεδιασμού, εφαρμογής σχεδίων έκτακτης ανάγκης, διαχείρισης συμβάντων, συντονισμού φορέων, επικοινωνίας κρίσεων και προστασίας πολιτών.

    Παράλληλα, προτείνεται να θεσπιστεί η υποχρεωτική συμμετοχή των στελεχών σε ασκήσεις ετοιμότητας, εκπαιδευτικά προγράμματα και δράσεις επιμόρφωσης που διοργανώνονται από αρμόδιους κρατικούς φορείς, την Πολιτική Προστασία, το Πυροσβεστικό Σώμα ή άλλους πιστοποιημένους εκπαιδευτικούς οργανισμούς.

    Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στην αξιοποίηση της υφιστάμενης εμπειρίας στελεχών που έχουν υπηρετήσει σε φορείς με συναφές επιχειρησιακό αντικείμενο, όπως το Πυροσβεστικό Σώμα, η Ελληνική Αστυνομία, η Δημοτική Αστυνομία, οι Δασικές Υπηρεσίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις και λοιποί φορείς διαχείρισης εκτάκτων αναγκών.

    Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εισάγει νέες αρμοδιότητες αλλά ενισχύει την αποτελεσματική εφαρμογή των ήδη θεσμοθετημένων αρμοδιοτήτων Πολιτικής Προστασίας, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενιαίου επιπέδου επιχειρησιακής επάρκειας και ετοιμότητας σε όλους τους Δήμους της χώρας.

  • 3 Ιουνίου 2026, 16:27 | CP D

    Προτείνεται η συμπλήρωση του άρθρου 319 με ειδική πρόβλεψη για την επιχειρησιακή υποστήριξη των Αυτοτελών Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας των Δήμων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ουσιαστική εφαρμογή των Τοπικών Σχεδίων Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και των Ειδικών Σχεδίων Πρόληψης που προβλέπονται από τον ν. 4662/2020.

    Η εμπειρία των τελευταίων ετών από δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, ακραία καιρικά φαινόμενα και λοιπές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης έχει αποδείξει ότι η αποτελεσματική Πολιτική Προστασία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη σχεδίων, αλλά και από τη δυνατότητα των αρμόδιων υπηρεσιών να τα εφαρμόζουν επιχειρησιακά.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι οι Δήμοι υποχρεούνται να διαθέτουν στα στελέχη Πολιτικής Προστασίας τα αναγκαία Μέσα Ατομικής Προστασίας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. Τα μέσα αυτά πρέπει να είναι ανάλογα με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις του αντικειμένου και να καλύπτουν τις ανάγκες αυτοψιών, περιπολιών, ελέγχων, συντονισμού συμβάντων και διαχείρισης εκτάκτων αναγκών.

    Παράλληλα, προτείνεται να προβλεφθεί η υποχρεωτική διάθεση κατάλληλων υπηρεσιακών οχημάτων και μέσων μετακίνησης για τις ανάγκες των Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας. Η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους προϋποθέτει τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε περιοχές κινδύνου, τη διενέργεια αυτοψιών, τη συμμετοχή σε επιχειρησιακές συσκέψεις και τον συντονισμό δράσεων στο πεδίο.

    Επιπλέον, προτείνεται να προβλεφθεί η διάθεση βασικού επιχειρησιακού εξοπλισμού και μέσων επικοινωνίας, καθώς και η δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης του προσωπικού όταν συντρέχουν έκτακτες ανάγκες.

    Δεδομένου ότι τα συμβάντα Πολιτικής Προστασίας εκδηλώνονται ανεξαρτήτως ωραρίου λειτουργίας των υπηρεσιών, προτείνεται να θεσπιστεί ρητά η υποχρέωση οργάνωσης μηχανισμού επιφυλακής και επιχειρησιακής ετοιμότητας σε εικοσιτετράωρη βάση, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά, τις ανάγκες και τους κινδύνους κάθε Δήμου.

    Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν δημιουργεί νέες αρμοδιότητες, αλλά εξασφαλίζει ότι οι ήδη προβλεπόμενες από τον ν. 4662/2020 αρμοδιότητες Πολιτικής Προστασίας μπορούν να ασκηθούν αποτελεσματικά, με ασφάλεια για το προσωπικό και με επαρκή επιχειρησιακή ικανότητα προς όφελος της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας των πολιτών, των κρίσιμων υποδομών και του φυσικού περιβάλλοντος.

  • 3 Ιουνίου 2026, 16:43 | CP D

    Προτείνεται η συμπλήρωση του άρθρου 319 με ρητή πρόβλεψη για την υποχρεωτική συνδρομή όλων των συναρμόδιων δημοτικών υπηρεσιών προς το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας.

    Η Πολιτική Προστασία, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και ιδίως τον ν. 4662/2020 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, αποτελεί συντονιστική λειτουργία πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης καταστροφών και εκτάκτων αναγκών. Η αποτελεσματική εφαρμογή των Τοπικών Σχεδίων Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και των Ειδικών Σχεδίων Πρόληψης δεν μπορεί να υλοποιηθεί αποκλειστικά από το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας, αλλά απαιτεί την υποχρεωτική συμμετοχή και συνδρομή όλων των αρμόδιων δημοτικών υπηρεσιών, καθεμία σύμφωνα με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητές της.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι οι Τεχνικές Υπηρεσίες, οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Περιβάλλοντος, οι Υπηρεσίες Πρασίνου, οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης, οι Κοινωνικές Υπηρεσίες, η Δημοτική Αστυνομία και οι Δημοτικές Κοινότητες υποχρεούνται να συνδράμουν το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας κατά την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση καταστροφών.

    Ειδικότερα, οι Τεχνικές Υπηρεσίες πρέπει να υποχρεούνται να συνδράμουν με τη σύνταξη τεχνικών εκθέσεων, μελετών, αυτοψιών, γνωμοδοτήσεων, τεχνικών παρεμβάσεων και έργων πρόληψης ή αποκατάστασης. Η Πολιτική Προστασία μπορεί να εισηγείται και να συντονίζει, όμως η εκπόνηση των τεχνικών μελετών και η τεχνική τεκμηρίωση πρέπει να ανήκουν στις καθ’ ύλην αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες.

    Οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Πρασίνου πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν τη νομοθεσία περί καθαρισμού οικοπέδων και λοιπών επικίνδυνων χώρων, να διενεργούν αυτοψίες, να διαπιστώνουν την ύπαρξη καύσιμης ύλης, ξερών χόρτων, απορριμμάτων και άλλων επικίνδυνων υλικών, να προβαίνουν σε αυτεπάγγελτους καθαρισμούς όπου προβλέπεται από τη νομοθεσία και να διαθέτουν προσωπικό, μηχανήματα έργου, υδροφόρες και λοιπά μέσα όταν ζητείται η συνδρομή τους από την Πολιτική Προστασία στο πλαίσιο εγκεκριμένων σχεδίων ή έκτακτων αναγκών.

    Η σχετική έκθεση αυτοψίας να δύναται να συντάσσεται από αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος Πρασίνου, του Τμήματος Καθαριότητας, από Επόπτη Καθαριότητας ή άλλο εξουσιοδοτημένο υπάλληλο με συναφές αντικείμενο.

    Η Δημοτική Αστυνομία πρέπει να συνδράμει στην εφαρμογή της νομοθεσίας περί ακαθάριστων οικοπέδων, στους ελέγχους, στη βεβαίωση παραβάσεων, στην επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων και στην εφαρμογή των κανονιστικών αποφάσεων του Δήμου. Παράλληλα, πρέπει να υποστηρίζει την εφαρμογή των σχεδίων Πολιτικής Προστασίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

    Οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης πρέπει να συνδράμουν με έλεγχο και καθαρισμό φρεατίων, έλεγχο αντλιοστασίων, υδραυλικών έργων και κρίσιμων υποδομών, με διασφάλιση των σημείων υδροληψίας για πυρόσβεση και με επιφυλακή κατά τη διάρκεια επικίνδυνων καιρικών φαινομένων, πλημμυρών και πυρκαγιών.

    Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό και στην αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών ως προς τη μέριμνα πληγέντων, τη διαχείριση ευάλωτων ομάδων και τη λειτουργία χώρων προσωρινής φιλοξενίας.

    Οι Δημοτικές Κοινότητες πρέπει να συμβάλλουν στην καταγραφή τοπικών κινδύνων, διαθέσιμων μέσων, εθελοντών, ανθρώπινου δυναμικού και αναγκών κάθε περιοχής.

    Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αποσκοπεί στη μεταφορά αρμοδιοτήτων ούτε στη δημιουργία νέων διοικητικών βαρών, αλλά στην αποσαφήνιση των ευθυνών και των υποχρεώσεων κάθε δημοτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τον σκοπό του παρόντος Κώδικα που είναι η κωδικοποίηση και η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

    Η Πολιτική Προστασία αποτελεί κατεξοχήν συντονιστική λειτουργία, η οποία απαιτεί τη συνεργασία πολλών φορέων και υπηρεσιών. Σε εθνικό επίπεδο συνεργάζεται με το Πυροσβεστικό Σώμα, την Ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα, τις Ένοπλες Δυνάμεις, το ΕΚΑΒ, τις Περιφέρειες, τους Δήμους και τους εθελοντικούς οργανισμούς. Αντίστοιχα, σε επίπεδο Δήμου απαιτείται η θεσμοθετημένη συνεργασία όλων των δημοτικών υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει σαφής κατανομή ευθυνών, να αποφεύγονται επικαλύψεις και κενά αρμοδιοτήτων και να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων.

    Τέλος, προτείνεται κατά τη στελέχωση των Αυτοτελών Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη η αποδεδειγμένη εμπειρία και εξειδίκευση στο αντικείμενο της διαχείρισης κινδύνων και εκτάκτων αναγκών. Για τον λόγο αυτό, υπάλληλοι που έχουν υπηρετήσει σε Σώματα Ασφαλείας και υπηρεσίες με συναφές επιχειρησιακό αντικείμενο, όπως το Πυροσβεστικό Σώμα, η Ελληνική Αστυνομία, η Δημοτική Αστυνομία, οι Δασικές Υπηρεσίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις ή άλλοι φορείς πολιτικής προστασίας, να μοριοδοτούνται ή να προτάσσονται κατά τη στελέχωση των αντίστοιχων οργανικών μονάδων, λόγω της εμπειρίας, της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής γνώσης που διαθέτουν και η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος της προστασίας της ζωής, της περιουσίας των πολιτών και του φυσικού περιβάλλοντος.

  • 3 Ιουνίου 2026, 16:52 | ΠΠ cp

    Προτείνεται η συμπλήρωση του άρθρου 319 με ρητή πρόβλεψη για την υποχρεωτική συνδρομή όλων των συναρμόδιων δημοτικών υπηρεσιών προς το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας.

    Η Πολιτική Προστασία, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και ιδίως τον ν. 4662/2020 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, αποτελεί συντονιστική λειτουργία πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης καταστροφών και εκτάκτων αναγκών. Η αποτελεσματική εφαρμογή των Τοπικών Σχεδίων Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και των Ειδικών Σχεδίων Πρόληψης δεν μπορεί να υλοποιηθεί αποκλειστικά από το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας, αλλά απαιτεί την υποχρεωτική συμμετοχή και συνδρομή όλων των αρμόδιων δημοτικών υπηρεσιών, καθεμία σύμφωνα με το αντικείμενο και τις αρμοδιότητές της.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι οι Τεχνικές Υπηρεσίες, οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Περιβάλλοντος, οι Υπηρεσίες Πρασίνου, οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης, οι Κοινωνικές Υπηρεσίες, η Δημοτική Αστυνομία και οι Δημοτικές Κοινότητες υποχρεούνται να συνδράμουν το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας κατά την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση καταστροφών.

    Ειδικότερα, οι Τεχνικές Υπηρεσίες πρέπει να υποχρεούνται να συνδράμουν με τη σύνταξη τεχνικών εκθέσεων, μελετών, αυτοψιών, γνωμοδοτήσεων, τεχνικών παρεμβάσεων και έργων πρόληψης ή αποκατάστασης. Η Πολιτική Προστασία μπορεί να εισηγείται και να συντονίζει, όμως η εκπόνηση των τεχνικών μελετών και η τεχνική τεκμηρίωση πρέπει να ανήκουν στις καθ’ ύλην αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες.

    Οι Υπηρεσίες Καθαριότητας και Πρασίνου πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν τη νομοθεσία περί καθαρισμού οικοπέδων και λοιπών επικίνδυνων χώρων, να διενεργούν αυτοψίες, να διαπιστώνουν την ύπαρξη καύσιμης ύλης, ξερών χόρτων, απορριμμάτων και άλλων επικίνδυνων υλικών, να προβαίνουν σε αυτεπάγγελτους καθαρισμούς όπου προβλέπεται από τη νομοθεσία και να διαθέτουν προσωπικό, μηχανήματα έργου, υδροφόρες και λοιπά μέσα όταν ζητείται η συνδρομή τους από την Πολιτική Προστασία στο πλαίσιο εγκεκριμένων σχεδίων ή έκτακτων αναγκών.

    Η σχετική έκθεση αυτοψίας να δύναται να συντάσσεται από αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος Πρασίνου, του Τμήματος Καθαριότητας, από Επόπτη Καθαριότητας ή άλλο εξουσιοδοτημένο υπάλληλο με συναφές αντικείμενο.

    Η Δημοτική Αστυνομία πρέπει να συνδράμει στην εφαρμογή της νομοθεσίας περί ακαθάριστων οικοπέδων, στους ελέγχους, στη βεβαίωση παραβάσεων, στην επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων και στην εφαρμογή των κανονιστικών αποφάσεων του Δήμου. Παράλληλα, πρέπει να υποστηρίζει την εφαρμογή των σχεδίων Πολιτικής Προστασίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

    Οι Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης πρέπει να συνδράμουν με έλεγχο και καθαρισμό φρεατίων, έλεγχο αντλιοστασίων, υδραυλικών έργων και κρίσιμων υποδομών, με διασφάλιση των σημείων υδροληψίας για πυρόσβεση και με επιφυλακή κατά τη διάρκεια επικίνδυνων καιρικών φαινομένων, πλημμυρών και πυρκαγιών.

    Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό και στην αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών ως προς τη μέριμνα πληγέντων, τη διαχείριση ευάλωτων ομάδων και τη λειτουργία χώρων προσωρινής φιλοξενίας.

    Οι Δημοτικές Κοινότητες πρέπει να συμβάλλουν στην καταγραφή τοπικών κινδύνων, διαθέσιμων μέσων, εθελοντών, ανθρώπινου δυναμικού και αναγκών κάθε περιοχής.

    Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αποσκοπεί στη μεταφορά αρμοδιοτήτων ούτε στη δημιουργία νέων διοικητικών βαρών, αλλά στην αποσαφήνιση των ευθυνών και των υποχρεώσεων κάθε δημοτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τον σκοπό του παρόντος Κώδικα που είναι η κωδικοποίηση και η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

    Η Πολιτική Προστασία αποτελεί κατεξοχήν συντονιστική λειτουργία, η οποία απαιτεί τη συνεργασία πολλών φορέων και υπηρεσιών. Σε εθνικό επίπεδο συνεργάζεται με το Πυροσβεστικό Σώμα, την Ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα, τις Ένοπλες Δυνάμεις, το ΕΚΑΒ, τις Περιφέρειες, τους Δήμους και τους εθελοντικούς οργανισμούς. Αντίστοιχα, σε επίπεδο Δήμου απαιτείται η θεσμοθετημένη συνεργασία όλων των δημοτικών υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει σαφής κατανομή ευθυνών, να αποφεύγονται επικαλύψεις και κενά αρμοδιοτήτων και να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων.

    Τέλος, προτείνεται κατά τη στελέχωση των Αυτοτελών Τμημάτων Πολιτικής Προστασίας να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη η αποδεδειγμένη εμπειρία και εξειδίκευση στο αντικείμενο της διαχείρισης κινδύνων και εκτάκτων αναγκών. Για τον λόγο αυτό, υπάλληλοι που έχουν υπηρετήσει σε Σώματα Ασφαλείας και υπηρεσίες με συναφές επιχειρησιακό αντικείμενο, όπως το Πυροσβεστικό Σώμα, η Ελληνική Αστυνομία, η Δημοτική Αστυνομία, οι Δασικές Υπηρεσίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις ή άλλοι φορείς πολιτικής προστασίας, να μοριοδοτούνται ή να προτάσσονται κατά τη στελέχωση των αντίστοιχων οργανικών μονάδων, λόγω της εμπειρίας, της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής γνώσης που διαθέτουν και η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος της προστασίας της ζωής, της περιουσίας των πολιτών και του φυσικού περιβάλλοντος.

  • 3 Ιουνίου 2026, 16:22 | ΖΕΜΠΙΛΙΑΔΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ

    Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνει μια θετική αλλαγή στο πλαίσιο λειτουργίας της αυτοδιοίκησης. Πηγαίνει από ένα καθεστώς πολλών διάσπαρτων νόμων— σε ένα ενιαίο κείμενο 761 άρθρων που γίνεται το κύριο σημείο αναφοράς για τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης. Πρακτική συνέπεια: η νομική αναζήτηση για δήμους και περιφέρειες γίνεται απλούστερη και ευκολότερη. Αυτή η διοικητικού χαρακτήρα αλλαγή που συμμαζεύει το νομοθετικό πλαίσιο της Αυτοδιοίκησης είναι και το μοναδικό θετικό στοιχείο.
    Όμως το πρόβλημα της Χώρας και της Αυτοδιοίκησης δεν είναι αυτό.
    Το πρόβλημα είναι να αποκτήσει η Χώρα έναν ισχυρό αυτοδιοικητικό Πυλώνα για την Ανάπτυξη της και να εξελιχθεί η Αυτοδιοίκηση σε έναν αυτόνομο αναπτυξιακό βραχίονα του Κράτους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Χάρτας Τοπικής Αυτονομίας που αποτελεί το πιο σημαντικό εργαλείο προώθησης της δημοκρατικής αποκέντρωσης στην Ευρώπη.
    Η πιο βασική Αρχή της Χάρτας λέει: Οι τοπικές αρχές πρέπει να έχουν δικαίωμα και πραγματική δυνατότητα να ρυθμίζουν και να διαχειρίζονται σημαντικό μέρος των δημόσιων υποθέσεων με δική τους ευθύνη. Αυτό σημαίνει: όχι απλώς “εκτέλεση εντολών του κράτους” αλλά πραγματική αυτοδιοίκηση. Η Χάρτα είναι ουσιαστικά το “ευρωπαϊκό σύνταγμα” της αυτοδιοίκησης.
    Προβλέπει αρχές όπως:
    Η γνήσια δημοκρατική αντιπροσώπευση: τα τοπικά όργανα να εκλέγονται δημοκρατικά, με ελεύθερη, μυστική και καθολική ψηφοφορία,

    Η επικουρικότητα Αυτή είναι η θεμελιώδης ευρωπαϊκή αρχή αποκέντρωσης (Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο πιο κοντά γίνεται στον πολίτη),

    Ο περιορισμός του κρατικού ελέγχου Η Χάρτα επιτρέπει: έλεγχο νομιμότητας ΑΛΛΑ: όχι έλεγχο σκοπιμότητας. Δηλαδή: το κράτος μπορεί να ελέγχει αν κάτι είναι νόμιμο, αλλά όχι αν “του αρέσει πολιτικά”.

    Η προστασία των τοπικών ορίων έναντι αυθαίρετων αλλαγών από το κράτος.

    Η οικονομική ανεξαρτησία, η πιο σημαντική διάταξη Η Χάρτα λέει ότι: οι τοπικές αρχές πρέπει να διαθέτουν επαρκείς ίδιους οικονομικούς πόρους, μέρος των πόρων αυτών πρέπει να προέρχεται από τοπικούς φόρους ή τέλη που μπορούν να καθορίζουν οι ίδιες. και ότι ΚΑΜΙΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΠΟΡΟΥΣ. Η Χάρτα λέει: όταν το κράτος μεταφέρει αρμοδιότητες, πρέπει να μεταφέρει και αντίστοιχους πόρους. Αυτό είναι κρίσιμο γιατί σε πολλές χώρες (και στην Ελλάδα): δίνονται αρμοδιότητες χωρίς χρηματοδότηση.

    Η Ελλάδα τυπικά έχει κυρώσει τη Χάρτα, αλλά πρακτικά παραμένει: ένα συγκεντρωτικό κράτος.
    Οι Περιφέρειες στην Χώρα μας 1. εξαρτώνται κυρίως από κρατικές μεταβιβάσεις. Δεν έχουν οικονομική αυτονομία. 2. εφαρμόζουν περισσότερο παρά σχεδιάζουν πολιτικές. 3. λειτουργούν υπό ισχυρό κρατικό έλεγχο 4. Πλήττονται από Ασαφείς κατανομές αρμοδιοτήτων και συνήθως Κράτος, Περιφέρειες, Δήμοι έχουν επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες.
    Το ερώτημα είναι τα αλλάζει αυτά ο ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ;
    Η απάντηση είναι σαφώς όχι:
    ΤΙ ΚΑΝΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ

    1ο Η γνήσια δημοκρατική αντιπροσώπευση νοθεύεται: Αντί να πάμε σε ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό εκλογικό σύστημα Αυτοδιοίκησης, είτε πλήρως αναλογικού τύπου όπως της Σουηδίας Δανίας, είτε ενός καθαρά πλειοψηφικού μοντέλου όπως της Γαλλίας Γερμανίας Πολωνίας Ιταλίας, πάμε προς ένα υβριδικό μοντέλο “προτιμησιακής» πλειοψηφίας χωρίς δεύτερο γύρο”. Και αυτό είναι σπάνιο στην ευρωπαϊκή αυτοδιοίκηση. Το νέο σύστημα περιορίζει τη Δημοκρατική νομιμοποίηση Δημάρχων και Πειρφερειαρχών καθώς θα προκύπτει τεχνητά μια διοικητικά ισχυρή περιφερειακή διοίκηση χωρίς πραγματική κοινωνική πλειοψηφία. Θα προκύπτει “ηγεμονία του εκλεγμένου Περιφερειάρχη» με τεχνητή πλειοψηφική κατανομή και bonus εδρών (π.χ. 3/5 πλειοψηφία). Οι Αυτοδιοικητικές εκλογές θα είναι αποτέλεσμα γκρίζων συναλλαγών και όχι της δημοκρατικά εκφρασμένης βούλησης των πολιτών

    2ο Η οικονομική & θεσμική αυτονομία Συνταγματικά κατοχυρωμένοι ίδιοι πόροι όχι μόνο επιχορηγήσεις αλλά: ποσοστά από φόρο εισοδήματος ΦΠΑ τοπικούς φόρους . Δικαίωμα φορολογικής πολιτικής Οι περιφέρειες να μπορούν: να μεταβάλλουν συντελεστές εντός ορίων . Αυτόνομος προϋπολογισμός όχι απλή έγκριση από κράτος αλλά: θεσμικά εγγυημένη ανεξαρτησία . Ισχυρή οριζόντια αναδιανομή μηχανισμός εξισορρόπησης ώστε να μην υπάρχουν «πλούσιες και φτωχές περιφέρειες» Περιορισμός κρατικής επιτήρησης έλεγχος μόνο: νομιμότητας όχι σκοπιμότητας ή οικονομικής διαχείρισης Καμία αρμοδιότητα χωρίς χρηματοδότηση.

    Τίποτε από όλα αυτά δεν προκύπτει από το νέο Κώδικα
    Αντίθετα ο νέος Κώδικας εισάγει: 1. Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης (Δήμοι) → νέο βασικό “δημοτικό ΕΝΦΙΑ” 🏢 2. Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης (Περιφέρειες) → νέο περιφερειακό αναπτυξιακό τέλος 3. Ενοποίηση υπαρχόντων τελών → κατάργηση ΤΑΠ και ΦΗΧ 📊 4. Νέα βάση υπολογισμού → αντικειμενική αξία αντί για τ.μ.
    Το Κράτος ΚΕΡΔΙΖΕΙ ✔️ 1. Πολιτική “αποσυμπίεση ευθύνης” Το κράτος: δεν εμφανίζεται ως άμεσος εισπράκτορας όλων των τοπικών βαρών μεταφέρει το πολιτικό κόστος σε δήμους και περιφέρειες δηλαδή: λιγότερη κεντρική φθορά για φόρους ακινήτων Αλλά για άλλη μια φορά αναθέτει αρμοδιότητες χωρίς αποκέντρωση χρηματοδότησης
    Ειδικά για το νέο περιφερειακό τέλος Ανάπτυξης είναι όντως για πρώτη φορά πιο άμεσος φορολογικός ρόλος και ενίσχυση ρόλου στις αναπτυξιακές πολιτικές Όμως οι Περιφέρειες Δεν αποκτούν πλήρη φορολογική αυτονομία Αυξάνεται η διοικητική πίεση περισσότερη ευθύνη χωρίς πλήρη εργαλεία κράτους
    ΠΟΛΙΤΕΣ / ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ 🔴 ΚΥΡΙΩΣ ΧΑΝΟΥΝ ❌ 1. Πιθανή αύξηση συνολικής επιβάρυνσης δημοτικό τέλος περιφερειακό τέλος όλα πάνω σε αντικειμενική αξία σε πολλές περιπτώσεις αυξάνει το συνολικό κόστος
    ❌ 2. Λιγότερη προβλεψιμότητα τα τέλη μπορεί να διαφέρουν ανά περιοχή οι συντελεστές αλλάζουν πολιτικά
    Η επικουρικότητα Άγνωστη λέξη. Το ζούμε στο πετσί μας με το ΤΔΜ και αποφάσεις που παίρνονται στην Αθηνα και με ΜΠΕ που εμείς λεμε ΟΧΙ και η ΑΘΗΝΑ ναι εμειςτις επιπτώσεις αυτή τις αποφάσεις. Αλλάζει με το νέο Κώδικα Όχι
    Η αναφορά του Περιφερειάρχη στην «Αρχή της Επικουρικότητας» πιθανότατα βασίζεται κυρίως: στη γενική φιλοσοφία του νέου Κώδικα, και ειδικά στις διατάξεις:
    o για μεταφορά/σαφήνιση αρμοδιοτήτων,
    o συνεργασίες ΟΤΑ,
    o τεκμήριο καθημερινότητας,
    o και ενίσχυση επιχειρησιακής λειτουργίας των Περιφερειών και Δήμων.
    Όμως εδώ χρειάζεται μεγάλη θεσμική προσοχή: ο Κώδικας ΔΕΝ φαίνεται να κατοχυρώνει ρητά και ισχυρά την αρχή της επικουρικότητας όπως λειτουργεί σε ομοσπονδιακά ή βαθιά αποκεντρωμένα ευρωπαϊκά συστήματα. ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ΅ΤΟΥ ΕΣΠΑ ΑΡΑ δεν θα έχουμε ρόλο στο τι έργα εντάσσονται πάμε δηλαδή όπως στο ΤΔΜ
    Ο περιορισμός του κρατικού ελέγχου Απαράδεκτο άρθρο 730, καταργούνται πλήρως η αυτοτέλεια και αυτονομία της Αυτοδιοίκησης.
    Διοικητική αποτελεσματικότητα . Ισχυρή εκτελεστική αρχή Περιφερειάρχης με: άμεση εκτελεστική εξουσία δυνατότητα fast-track αποφάσεων δεν προκύπτει από το νέο Κωδικα.
    Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ Ο νέος Κώδικας: ενισχύει τα “εργαλεία ανάπτυξης”, αλλά όχι απαραίτητα: την ίδια την αυτοδιοικητική αυτονομία. δηλαδή:οι Περιφέρειες αποκτούν: περισσότερους μηχανισμούς υλοποίησης,
    αλλά όχι περισσότερη ανεξάρτητη εξουσία.
    Η ενίσχυση των Αναπτυξιακών Εταιρειών αποτυπώνει την ανάγκη για μεγαλύτερη επιχειρησιακή ικανότητα των Περιφερειών, ιδιαίτερα στην υλοποίηση έργων και ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Ωστόσο, αναδεικνύει και ένα βαθύτερο πρόβλημα του ελληνικού μοντέλου αυτοδιοίκησης: αντί η ίδια η Περιφέρεια να αποκτά ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, διοικητική επάρκεια και θεσμική αυτονομία, δημιουργούνται εξωτερικοί εταιρικοί μηχανισμοί που λειτουργούν ως υποκατάστατα του αδύναμου κράτους και της ελλιπώς αποκεντρωμένης αυτοδιοίκησης.
    Η προστασία των τοπικών ορίων έναντι αυθαίρετων αλλαγών από το κράτος. βλέπε ενεργειακό μοντέλο χρήσεις γης κλπ συνεχίζονται Καμία προστασία

    Η οικονομική ανεξαρτησία Ο Κώδικας δεν Κατοχυρώνει ρητά την οικονομική αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης. Δεν κατοχυρώνει ίδιους πόρους, δεν εξασφαλίζει πραγματική φορολογική ευχέρεια και δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς με τους οποίους η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το κράτος στην Αυτοδιοίκηση θα συνοδεύεται υποχρεωτικά από τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους. Διατηρεί τους κόφτες των μνημονίων, Δρομολογεί και νέες μειώσεις, με λιγότερα έσοδα από το Πράσινο Ταμείο και από τέλη που πληρώνουν οι πολίτες για τις πόλεις τους, αλλά ποτέ δεν φτάνουν στην Αυτοδιοίκηση.
    Ο ΒΑΣΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΣΠΑ Οι ελληνικές Περιφέρειες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό: “φορείς διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων” και όχι πραγματικά αυτόνομες περιφερειακές κυβερνήσεις. Δηλαδή:
    • διαχειρίζονται ΕΣΠΑ,
    • αλλά δεν έχουν ισχυρή:
    o φορολογική βάση,
    o επενδυτική αυτονομία,
    o ή ανεξάρτητη αναπτυξιακή στρατηγική.
    🇪🇺 ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ Στη Γερμανία: τα Länder:
    o συγχρηματοδοτούν,
    o σχεδιάζουν,
    o και επηρεάζουν στρατηγικά τα προγράμματα.
    Στην Ελλάδα: οι Περιφέρειες παραμένουν πιο κοντά σε: “διοικητικούς ενδιάμεσους”.
    Ο ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ Δεν κάνει τις Περιφέρειες πιο αυτόνομες πολιτικά ή οικονομικά
    Δεν είχαμε καμιά μεγάλη προσδοκία ότι η Ελλάδα θα γίνει Γερμανία ή Σουηδία στην Αυτοδιοίκηση ούτε ότι θα μπορούσε να πλησιάσει ένα προσαρμοσμένο έστω μοντέλο όπου η Περιφέρεια θα αποκτούσε πραγματική πολιτική και οικονομική υπόσταση με το Κράτος μετατρέπεται σε στρατηγικό συντονιστή.

    Ότι όμως ο νέος Κώδικας θα έβαζε ταφόπλακα στην προοπτική μιας Ισχυρής Ανεξάρτητης Αποτελεσματικής Περιφερειακής Διοίκησης που θα μπορούσε να εγγυηθεί την αναπτυξιακή προοπτική της Χώρας είναι μια τεράστια απογοήτευση
    Ειδικά για τη Δυτική Μακεδονία, η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη διοικητική έννοια.
    Είναι το τελευταίο αποκούμπι του πολίτη απέναντι στην εγκατάλειψη, την αβεβαιότητα και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από μακριά και τις πληρώνουν ακριβά οι τοπικές κοινωνίες.
    Η Αυτοδιοίκηση είναι η φωνή των ανθρώπων που έζησαν τις συνέπειες της βίαιης μετάβασης, της απολιγνιτοποίησης και της κρατικής αυθαιρεσίας χωρίς ποτέ να ερωτηθούν πραγματικά.
    Αυτών που βλέπουν τα φωτοβολταικά στην αυλή τους, τους βοσκοτόπους να γίνονται γυαλιά και τα νερά να δεσμεύονται για ενέργεια αντί για καλλιέργειες.
    Αυτών που αναρωτιούνται γιατί χάνονται τα εκατομμύρια σε αναθέσεις και συμβούλους και δεν πάνε στις ανάγκες τους.
    Των αγροτών και των επιχειρηματιών που δεν έχουν υποδομές και ενισχύσεις,
    των χωριών που ερημώνουν.
    Η Αυτοδιοίκηση είναι η φωνή των ανθρώπων που ζουν στην φτώχεια η φωνή των παιδιών που εγκαταλείπουν τον τοπο τους, των εργαζόμενων που απολύονται
    Η Αυτοδιοίκηση η Ελληνική Περιφέρεια είναι η καρδιά της Χώρας που κινδυνεύει να σταματήσει
    Γι’ αυτό και η απογοήτευση από τον νέο Κώδικα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Γιατί, αντί να δώσει δύναμη στην καρδιά τα Χώρας, να κατοχυρώσει πραγματική οικονομική και επιχειρησιακή αυτοτέλεια και να εμπιστευθεί τους αιρετούς θεσμούς που βρίσκονται δίπλα στον πολίτη, επιλέγει να διατηρήσει την αυτοδιοίκηση εγκλωβισμένη στο απρόσωπο μακρινό Κράτος.
    Σε μια περιοχή που πλήρωσε ακριβά αποφάσεις άλλων, η ανάγκη για ισχυρή και πραγματικά αυτόνομη αυτοδιοίκηση δεν είναι θεωρητικό αίτημα· είναι ζήτημα δημοκρατίας, αξιοπρέπειας και επιβίωσης. Και δυστυχώς, ο νέος Κώδικας δεν στέκεται στο ύψος αυτής της ιστορικής ευθύνης.
    Διεκδικούμε ως αυτονόητα:
    Τον αποφασιστικό ρόλο των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων,
    Την κατοχύρωση του καταστατικού ρόλου των αντιπολιτεύσεων : είναι θέμα δημοκρατίας,
    Την άρση του αποκλεισμού των Ατόμων με Αναπηρία από τις αποφάσεις των οργάνων: διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα και μεταγραφή τους σε Braille,
    Τη διατήρηση των Επιτροπών Ισότητας: η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας είναι και τοπική υπόθεση,
    Τη διατήρηση των κοινοτήτων και την ενδυνάμωσή τους με πόρους και αρμοδιότητες.
    ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΕΛΠΙΔΑ
    Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας.

  • 12. Οι περιπτώσεις α) και ζ) του Άρθρου 311 «Γενικές αρχές άσκησης αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών» να συμπληρωθούν/τροποποιηθούν ως ακολούθως:
    «Τα όργανα διοίκησης των δήμων και των περιφερειών, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, λαμβάνουν υπόψη:
    α) τις εθνικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές πολιτικές, καθώς και τις διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την χώρα, όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές τους,
    β) την ανάγκη συμμετοχής των δημοτών και των κατοίκων στις τοπικές υποθέσεις και ανάπτυξης του αισθήματος της κοινωνικής αλληλεγγύης,
    γ) την ανάγκη συνεργασίας και συντονισμού με άλλες τοπικές ή δημόσιες αρχές και οργανισμούς, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να δρουν και να διαθέτουν πόρους στην εδαφική περιφέρειά τους,
    δ) τους διαθέσιμους πόρους για την άσκηση της αρμοδιότητας και την ανάγκη να διασφαλισθούν η επωφελής και αποτελεσματική χρήση και η ισόρροπη κατανομή τους,
    ε) την ανάγκη να οργανώνουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες με τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται η επάρκεια, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητά τους, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των δημοτών και των κατοίκων,
    στ) την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης δημοτών και κατοίκων στην πληροφόρηση,
    ζ) την ανάγκη διασφάλισης της ανεμπόδιστης πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στις δημόσιες υπηρεσίες και σε κοινόχρηστους χώρους,
    η) την ανάγκη για υψηλής ποιότητας περιβαλλοντική προστασία και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και την ανάγκη προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης των περιοχών τους, […]».

    Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη προσθήκη ερείδεται στις προβλέψεις του Άρθρου 71 του ν. 4488/2017, σύμφωνα με το οποίο οι Δήμοι και οι Περιφέρειες έχουν οριστεί ως Επιμέρους Σημεία Αναφοράς για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (ν.4074/2012).

    13. Στο Παράρτημα του παρόντος Κώδικα, με τίτλο «Αρμοδιότητες Δήμων και Περιφερειών», στο οποίο καταγράφονται οι αρμοδιότητες που έχουν απονεμηθεί στους δήμους και τις περιφέρειες από νομοθετήματα, εξαιρουμένου του παρόντος Κώδικα (βλ, άρθρο 313 «Καταγραφή αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών» παρόντος Κώδικα), να προστεθούν και οι παρακάτω αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί στις Περιφέρειες και τους Δήμους:
    i) Στο Άρθρο 71 του ν. 4488/2017 προβλέπεται ότι στην έδρα κάθε Περιφέρειας και κάθε Δήμου ορίζονται ως Επιμέρους Σημεία Αναφοράς για την παρακολούθηση της εφαρμογής, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4074/2012 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής έννομης τάξης, ο Περιφερειάρχης και ο Δήμαρχος, αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, προβλέπεται ότι με απόφαση του Περιφερειάρχη ή του Δημάρχου, αντίστοιχα, οι αρμοδιότητες του Σημείου Αναφοράς δύνανται να μεταβιβάζονται σε οργανική μονάδα επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης ή Τμήματος.
    ii) Στο Άρθρο 117 του ν. 4759/2020 προβλέπεται η σύσταση Περιφερειακής Επιτροπής Προσβασιμότητας στην έδρα κάθε Περιφέρειας.

    14. Η περίπτωση γ) της παρ. 1 του Άρθρου 317 «Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας» να συμπληρωθεί ως ακολούθως:
    «1. Στο τεκμήριο καθημερινότητας των δημοτών και των κατοίκων των δήμων εντάσσονται οι κατωτέρω αρμοδιότητες:
    α) η ανάληψη πρωτοβουλιών, εντός του πλαισίου του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Δημόσια Υγεία του ν. 4675/2020 (Α’ 54), για θέματα δημιουργίας και ενίσχυσης δημοτικών ιατρείων, κοινωνικών φαρμακείων καθώς και παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών υγείας,
    β) η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη δια βίου μάθηση, όπως σε θέματα τοπικής ιστορίας, οικοτεχνίας και παραδόσεων,
    γ) η ανάληψη πρωτοβουλιών για την προαγωγή της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, όπως δομές και προγράμματα άμεσης αντιμετώπισης της φτώχειας, φροντίδας ηλικιωμένων, και υποστήριξης των ατόμων με αναπηρία, με έμφαση στην ανεξάρτητη διαβίωση και την κοινωνική ένταξη,
    δ) η ανάληψη πρωτοβουλιών για θέματα που αφορούν το φυσικό, αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό περιβάλλον […]».

    Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη προσθήκη βασίζεται στο γεγονός ότι οι Δήμοι λειτουργούν δομές και υλοποιούν προγράμματα που απευθύνονται στα άτομα με αναπηρία.

  • 3 Ιουνίου 2026, 12:32 | Νικόλαος Κανάκης

    Αρθρο 312 παραγραφος 1
    Η κατσρτιση 5τους σχεδιου δρασεως πρέπει να είναι υποχρεωτική και να εγκρινεται απο το Δημοτικό Συμβουλιο μετα απο διαβούλευση με τους τοπικούς φορείς.

    Στην παραγραφο 1 Θα πρέπει η λέξη «δύνανται » να αντικατασταθεί με την λέξη «οφείλουν»

  • 3 Ιουνίου 2026, 02:38 | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΤΟΣ

    Σχόλιο επί του άρθρου 312

    Ως πολίτης θεωρώ ότι η δημόσια διαβούλευση για τα Πενταετή Σχέδια Δράσεων και τα Ετήσια Προγράμματα Δράσεων των δήμων και των περιφερειών δεν πρέπει να παραμένει τυπική διαδικασία.

    Η συμμετοχή των πολιτών, των συλλόγων, των ΝΠΙΔ, των συνεταιρισμών, των ενώσεων πολιτών και των οργανωμένων τοπικών φορέων έχει ουσιαστικό νόημα μόνο όταν οι τεκμηριωμένες προτάσεις τους εξετάζονται υποχρεωτικά και απαντώνται αιτιολογημένα από τα αρμόδια όργανα.

    Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι κάθε τεκμηριωμένη πρόταση οργανωμένου φορέα ή πολίτη, η οποία αφορά έργα, υποδομές, περιβάλλον, πολιτική προστασία, χωρικό σχεδιασμό, τοπική ανάπτυξη ή ζητήματα καθημερινότητας, πρωτοκολλείται, αξιολογείται και λαμβάνει αιτιολογημένη απάντηση ως προς την αποδοχή, τη μερική αποδοχή ή την απόρριψή της.

    Δεν ζητείται να αποφασίζουν οι φορείς ή οι πολίτες αντί της Αυτοδιοίκησης.

    Ζητείται να μην μπορεί η Αυτοδιοίκηση να αγνοεί τεκμηριωμένες προτάσεις χωρίς θεσμική αξιολόγηση και αιτιολογημένη απάντηση.

    Διαβούλευση χωρίς υποχρέωση εξέτασης και απάντησης κινδυνεύει να μείνει διαδικασία τύπου. Σχέδια δράσης χωρίς μηχανισμό εφαρμογής, ευθύνης και λογοδοσίας κινδυνεύουν να μείνουν κενά γράμματα.

    Η Τοπική Αυτοδιοίκηση του μέλλοντος χρειάζεται συμμετοχή με περιεχόμενο, τεκμηρίωση, λογοδοσία και θεσμική συνεργασία με τις οργανωμένες τοπικές κοινωνίες.

  • 2 Ιουνίου 2026, 13:18 | Mr.

    Παράρτημα αρμοδιοτήτων — Από κατάλογο αρμοδιοτήτων σε πραγματική αποκέντρωση

    Το Παράρτημα αρμοδιοτήτων είναι χρήσιμο ως βάση, αλλά δεν αρκεί. Η ελληνική Αυτοδιοίκηση πάσχει από το χάσμα ανάμεσα σε αρμοδιότητες και μέσα.

    Προτείνω το Παράρτημα να συνοδεύεται από Χάρτη Πόρων και Ικανότητας Υλοποίησης.

    Για κάθε αρμοδιότητα να προσδιορίζονται:

    φορέας ευθύνης,
    αναγκαίοι πόροι,
    ελάχιστη στελέχωση,
    τεχνική υποστήριξη,
    δείκτες απόδοσης,
    μηχανισμός λογοδοσίας,
    σχέση με κλιματική ανθεκτικότητα,
    πιθανές πηγές χρηματοδότησης.

    Προτείνω επίσης οριζόντια ρήτρα:

    «Κάθε αρμοδιότητα δήμου ή περιφέρειας που σχετίζεται με υποδομές, φυσικούς πόρους, πολιτική προστασία, υγεία, χωρικό σχεδιασμό, μεταφορές, ενέργεια, ύδρευση, αποχέτευση, απορρίμματα ή κοινωνική προστασία ασκείται υποχρεωτικά με αξιολόγηση κλιματικού κινδύνου και κοινωνικής επίπτωσης.»

    Η πραγματική αποκέντρωση δεν είναι να μεταφέρεις προβλήματα προς τα κάτω. Είναι να δίνεις εξουσία, πόρους και ευθύνη με διαφάνεια.

    Πρόσθετη πρόταση — Εθνικό Ταμείο Τοπικής Ανθεκτικότητας

    Πέρα από τις επιμέρους διατάξεις, προτείνω τη θεσμοθέτηση Εθνικού Ταμείου Τοπικής Ανθεκτικότητας.

    Το Ταμείο θα στηρίζει δήμους και περιφέρειες σε έργα:

    αντιπλημμυρικής προστασίας μικρής και μεσαίας κλίμακας,
    αστικού πρασίνου και σκίασης,
    μείωσης θερμικών νησίδων,
    μείωσης διαρροών νερού,
    ενεργειακής αναβάθμισης δημοτικών κτιρίων,
    προστασίας ευάλωτων ομάδων σε καύσωνες,
    τοπικών σχεδίων πολιτικής προστασίας,
    δίκαιης ενεργειακής μετάβασης,
    κυκλικής οικονομίας,
    τεχνικής βοήθειας σε μικρούς δήμους.

    Χωρίς χρηματοδότηση, η ανθεκτικότητα μένει σύνθημα. Με σωστή χρηματοδότηση, γίνεται καθημερινή ασφάλεια.

    Τελικό σχόλιο

    Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορεί να γίνει σημαντική θεσμική τομή. Μπορεί όμως και να χαθεί ως ακόμη μία διοικητική κωδικοποίηση.

    Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς πιο τακτοποιημένη Αυτοδιοίκηση. Χρειάζεται πιο δυνατή, πιο δημοκρατική, πιο πράσινη, πιο διαφανή και πιο ανθεκτική Αυτοδιοίκηση.

    Χρειάζεται δήμους και περιφέρειες με πραγματικούς πόρους.
    Με επιστημονική τεκμηρίωση.
    Με κοινωνική λογοδοσία.
    Με προστασία των κοινών αγαθών.
    Με σχέδιο για το νερό, τα απόβλητα, την ενέργεια, το κλίμα, τη φτώχεια και τη δημόσια υγεία.
    Με νέους που συμμετέχουν πραγματικά.
    Με κοινότητες που έχουν φωνή.
    Με συμβούλια που αποφασίζουν και ελέγχουν.
    Με πολίτες που γνωρίζουν, συμμετέχουν και απαιτούν.

    Η Τοπική Αυτοδιοίκηση του 21ου αιώνα πρέπει να γίνει ο τόπος όπου η πράσινη μετάβαση γίνεται καθημερινή δικαιοσύνη.

    Πέτρος Κόκκαλης
    Ευρωβουλευτής 2019–2024

  • 2 Ιουνίου 2026, 12:52 | ΕΞΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑ ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ

    Στο άρθρο 317 Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας 1. Στο τεκμήριο καθημερινότητας των δημοτών και των κατοίκων των δήμων εντάσσονται οι κατωτέρω αρμοδιότητες: α) η ανάληψη πρωτοβουλιών, εντός του πλαισίου του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Δημόσια Υγεία του ν. 4675/2020 (Α’ 54), για θέματα δημιουργίας και ενίσχυσης δημοτικών ιατρείων, κοινωνικών φαρμακείων καθώς και παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών υγείας, β) η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη δια βίου μάθηση, όπως σε θέματα τοπικής ιστορίας, οικοτεχνίας και παραδόσεων, γ) η ανάληψη πρωτοβουλιών για την προαγωγή της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, όπως δομές και προγράμματα άμεσης αντιμετώπισης της φτώχειας και φροντίδας ηλικιωμένων……

    Προτείνεται να προστεθεί πρόβλεψη για την λειτουργία των ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ ΑμεΑ ως πάγιων δημοτικών δομών.
    Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί θεσμικά η σταθερή και μόνιμη χρηματοδότησή τους από κρατικούς πόρους, ώστε η λειτουργία τους να μην εξαρτάται αποκλειστικά από προσωρινά ευρωπαϊκά προγράμματα .
    Τα ΚΔΑΠ επιτελούν ουσιαστικό κοινωνικό, παιδαγωγικό και υποστηρικτικό έργο για χιλιάδες παιδιά και οικογένειες και πρέπει να κατοχυρωθούν ως βασική υπηρεσία κοινωνικής πολιτικής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με εγγυημένη χρηματοδότηση ,επαρκές προσωπικό και διασφάλιση όλων των θέσεων παιδιών.

  • 2 Ιουνίου 2026, 11:07 | Τάσος Χρόνης

     Ανεπιτήρητα ζώα να δοθεί στην Περιφέρεια, η οποία έχει τις σχετικές υλικοτεχνικές και οικονομικές δυνατότητες και φυσικά πιο διευρυμένη χωρική αρμοδιότητα

  • 2 Ιουνίου 2026, 11:29 | Τάσος Χρόνης

     αρθ. 336 – ΜΠΕ επιχειρήσεων μεγάλων οχλήσεων (Λατομεία, Ιχθυοτροφεία, εκτροφεία ζώων, Τουριστικά κλπ) όχι μόνο γνωμοδοτικό χαρακτήρα αλλά αποφασιστικό ρόλο (με δικλείδες ασφαλείας)

  • 2 Ιουνίου 2026, 09:40 | ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΖΟΣ

    Άρθρο 318 Δημοτικές κανονιστικές πράξεις τοπικού ενδιαφέροντος

    Δεν πρέπει να υπάρχει εξαντλητική και αποκλειστική αναφορά στο κείμενο του νόμου των δημοτικών κανονιστικών πράξεων τοπικού ενδιαφέροντος, γιατί είναι πολύ περιοριστική.
    Η αναφορά πρέπει να είναι ενδεικτική και να προβλεφθεί νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων, προκειμένου να συμπληρώνονται οι τοπικές πράξεις όταν καθίσταται αυτό αναγκαίο, πάντα κατόπιν της παροχής γνώμης από την ΚΕΔΕ.

    Επίσης, θα πρέπει να προστεθούν στις πράξεις τοπικού ενδιαφέροντος:
    α) η υποχρέωση για έκδοση κανονισμού λειτουργίας πολιτιστικών εγκαταστάσεων, καθώς και
    β) κανονισμού χρήσης σχολικών κτηρίων

  • 2 Ιουνίου 2026, 09:29 | ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΖΟΣ

    Άρθρο 317 Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο καθημερινότητας

    Η εισαγωγή του αποτελεί κατ΄ αρχήν καινοτόμο και θετικό στοιχείο. Για να μη μείνει όμως μια ατελής προσπάθεια, πρέπει να συμπληρωθούν οι τομείς πολιτικής που μπορεί να ασκηθεί με την πρόσθεση τομέων όπως: εκπαίδευση, εξυπηρέτηση πολίτη με τη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών, εξυπηρέτηση αγροτών κυρίως σε ορεινούς Δήμους, τουρισμός, σύγχρονη πολιτιστική δραστηριότητα, αθλητισμός κ.α.
    Επίσης, πρέπει να επανεξεταστεί ο τρόπος ενεργοποίησης του δικαιώματος άσκησης του τεκμηρίου από τους Ο.Τ.Α. με την κατάργηση της προηγούμενης έγκρισης από τον αρμόδιο κρατικό φορέα και την αντικατάστασή της από κατασταλτικό έλεγχο νομιμότητας.
    Τέλος, εκτιμάται ότι επειδή πρόκειται για καινοφανή περίπτωση θα πρέπει να προβλεφθεί νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ρύθμισης των σχετικών διαδικασιών με λεπτομέρειες και σαφήνεια, καθώς και για τον προσδιορισμό της μεταφοράς των απαραίτητων πόρων, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί η μεθοδολογία αντικειμενικά, χωρίς προηγούμενη έγκριση από το κράτος.

    ΣΧΟΛΙΟ
    Αρμοδιότητες που απορρέουν από το τεκμήριο αρμοδιότητας, εξειδικεύονται και εγκρίνονται από Υπουργείο

  • 31 Μαΐου 2026, 20:02 | Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υγειονομικών «Διεθνής Ιπποκράτειος Πολιτεία» ΣΥΝ.ΠΕ.

    Η κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας για το δικαίωμα συμμετοχής στις υποθέσεις τοπικής αρχής δημιουργεί την ανάγκη πρόβλεψης συγκεκριμένου εφαρμοστικού μηχανισμού στον προγραμματισμό δράσεων δήμων και περιφερειών. Η συμμετοχή δεν μπορεί να εξαντλείται στη γενική δημόσια διαβούλευση, αλλά πρέπει να συνδέεται με τεκμηριωμένη πρόταση, υποχρεωτική εξέταση, αιτιολογημένη απάντηση, περιοδική δημόσια ανασκόπηση και διαφανή δυνατότητα συνεργασίας.
    Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν μεταφέρει δημόσια εξουσία σε ιδιωτικούς φορείς. Δεν αλλοιώνει τις αρμοδιότητες των δήμων και των περιφερειών. Δεν δημιουργεί προνομιακές σχέσεις.
    Αντίθετα, δημιουργεί έναν καθαρό κανόνα θεσμικής συνεργασίας:
    τεκμηριωμένη πρόταση – υποχρεωτική εξέταση – αιτιολογημένη απάντηση – δημόσια ανασκόπηση – διαφανής δυνατότητα συνεργασίας.
    Αυτό είναι το ελάχιστο πρακτικό περιεχόμενο που πρέπει να αποκτήσει η κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, ώστε η συμμετοχή στις τοπικές υποθέσεις να μη μείνει θεωρητική, αλλά να γίνει πραγματική διοικητική διαδικασία με διαφάνεια, συνέχεια και λογοδοσία.
    Παρέμβαση επί του άρθρου 312
    Θέμα: Θεσμική ενεργοποίηση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας μέσω υποχρεωτικής εξέτασης, αιτιολογημένης απάντησης και περιοδικής ανασκόπησης τεκμηριωμένων προτάσεων οργανωμένων ΝΠΙΔ ειδικού χωρικού, κοινωνικού ή αναπτυξιακού ενδιαφέροντος
    Το άρθρο 312 κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς συνδέει τον προγραμματισμό δράσεων των δήμων και των περιφερειών με τις αρμοδιότητές τους, τα Πενταετή Σχέδια Δράσεων, τα Ετήσια Προγράμματα Δράσεων, τη δημόσια διαβούλευση και τον απολογισμό πεπραγμένων.
    Ωστόσο, η πρόβλεψη δημόσιας διαβούλευσης, από μόνη της, δεν αρκεί για την ουσιαστική εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας. Το Πρωτόκολλο δεν κατοχυρώνει απλώς ένα γενικό δικαίωμα έκφρασης γνώμης. Κατοχυρώνει δικαίωμα συμμετοχής στις υποθέσεις τοπικής αρχής, δηλαδή δικαίωμα επιδίωξης καθορισμού ή επηρεασμού της άσκησης των αρμοδιοτήτων της τοπικής αρχής.
    Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ειδικός μηχανισμός θεσμικής συμμετοχής για οργανωμένα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία δεν ασκούν δημόσια εξουσία, δεν υποκαθιστούν δήμους ή περιφέρειες, αλλά διαθέτουν άμεσο καταστατικό, χωρικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, τεχνικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον σε συγκεκριμένη περιοχή.
    Η πρόταση δεν θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση υπέρ οποιουδήποτε συγκεκριμένου φορέα ή περιοχής. Θεσπίζει γενικό, διαφανές και ελεγχόμενο πλαίσιο συνεργασίας, ώστε η συμμετοχή οργανωμένων φορέων της κοινωνίας να μην εξαντλείται σε μια απλή, μη δεσμευτική διαβούλευση, αλλά να συνδέεται με υποχρεωτική εξέταση, αιτιολογημένη απάντηση, δημόσια ανασκόπηση και δυνατότητα προγραμματικής συνεργασίας.
    Προτείνεται, συνεπώς, να προστεθούν στο άρθρο 312, μετά την παρ. 7, νέες παράγραφοι ως εξής:
    Προτεινόμενη προσθήκη στο άρθρο 312
    8. Κατά την κατάρτιση, αναθεώρηση, υλοποίηση και απολογιστική παρακολούθηση του Πενταετούς Σχεδίου Δράσεων και του Ετήσιου Προγράμματος Δράσεων, οι δήμοι και οι περιφέρειες λαμβάνουν υπόψη τεκμηριωμένες προτάσεις νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου συνεταιριστικού, συλλογικού, επαγγελματικού, επιστημονικού, κοινωφελούς, αναπτυξιακού ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα έχουν άμεσο καταστατικό, χωρικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, τεχνικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον σε συγκεκριμένη περιοχή ή θεματικό αντικείμενο της εδαφικής αρμοδιότητας του οικείου δήμου ή της οικείας περιφέρειας.
    9. Τα νομικά πρόσωπα της παρ. 8 δύνανται να υποβάλλουν τεκμηριωμένο φάκελο προτάσεων για ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες δήμων ή περιφερειών, ιδίως ως προς υποδομές, πρόσβαση, οδικό δίκτυο, ύδρευση, αποχέτευση, δίκτυα ομβρίων, κοινόχρηστους χώρους, πολιτική προστασία, περιβαλλοντική προστασία, χωρικό σχεδιασμό, βιώσιμη κινητικότητα, κοινωνικές υποδομές, τοπική οικονομία και βιώσιμη ανάπτυξη.
    10. Ο οικείος δήμος ή η οικεία περιφέρεια υποχρεούται να παραλαμβάνει, να πρωτοκολλεί και να εξετάζει τον φάκελο της παρ. 9 και να παρέχει ειδικώς αιτιολογημένη απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την υποβολή του φακέλου, εκτός αν απαιτείται γνώμη ή ενέργεια συναρμόδιας αρχής.
    11. Όταν το αντικείμενο της πρότασης αφορά άμεσα αρμοδιότητα, δράση, πρόγραμμα, έργο ή υπηρεσία που εντάσσεται ή δύναται να ενταχθεί στο Πενταετές Σχέδιο Δράσεων ή στο Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων, ο φορέας που υπέβαλε τον φάκελο καλείται σε ακρόαση ή θεσμική διαβούλευση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου ή της αρμόδιας υπηρεσίας.
    12. Για ζητήματα δημοτικής αρμοδιότητας ή ζητήματα που άπτονται της καθημερινής λειτουργίας, της τοπικής υποδομής, της προσβασιμότητας, των κοινόχρηστων χώρων, της πολιτικής προστασίας, της περιβαλλοντικής προστασίας ή της παροχής τοπικών υπηρεσιών, η πορεία εξέτασης και υλοποίησης των σχετικών προτάσεων εντάσσεται υποχρεωτικά σε εξαμηνιαία ανασκόπηση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του δήμου.
    13. Για ζητήματα περιφερειακής αρμοδιότητας, διαδημοτικού, υπερτοπικού, αναπτυξιακού, περιβαλλοντικού, τεχνικού ή χρηματοδοτικού χαρακτήρα, η πορεία εξέτασης και υλοποίησης των σχετικών προτάσεων εντάσσεται υποχρεωτικά σε ετήσια ανασκόπηση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου της περιφέρειας.
    14. Η ανασκόπηση των παρ. 12 και 13 περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
    α) το αντικείμενο του ζητήματος,
    β) την αρμοδιότητα ή συναρμοδιότητα που αφορά,
    γ) τη νομοθετική ή κανονιστική βάση της αρμοδιότητας,
    δ) τις ενέργειες που έχουν πραγματοποιηθεί,
    ε) τις εκκρεμότητες,
    στ) το προτεινόμενο ή υφιστάμενο χρονοδιάγραμμα,
    ζ) τις απαιτούμενες συνεργασίες, εγκρίσεις ή χρηματοδοτήσεις,
    η) την αιτιολογημένη αποδοχή, μερική αποδοχή ή απόρριψη των προτάσεων.
    15. Σε περίπτωση ζητημάτων που αφορούν πολιτική προστασία, ασφάλεια προσώπων, σοβαρό κίνδυνο σε υποδομές, περιβαλλοντική προστασία ή άμεση αποτροπή κινδύνου, ο οικείος δήμος ή η οικεία περιφέρεια δύναται να προβαίνει σε έκτακτη ανασκόπηση ή σύγκληση ειδικής σύσκεψης με τον φορέα που υπέβαλε την τεκμηριωμένη πρόταση.
    16. Για λόγους διαφάνειας, οι φάκελοι προτάσεων, οι απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων ή υπηρεσιών, οι εκθέσεις ανασκόπησης, τα χρονοδιαγράμματα και οι σχετικές αποφάσεις αναρτώνται στην ιστοσελίδα του οικείου δήμου ή της οικείας περιφέρειας, με την επιφύλαξη της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, απορρήτου, εμπορικού απορρήτου και προστασίας ευαίσθητων πληροφοριών.
    17. Η συμμετοχή των νομικών προσώπων της παρ. 8 δεν συνεπάγεται μεταβίβαση δημόσιας εξουσίας, άσκηση αποφασιστικής αρμοδιότητας ή υποκατάσταση των οργάνων των δήμων και των περιφερειών. Οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα.
    18. Όταν από την ανασκόπηση προκύπτει ανάγκη συντονισμένης δράσης, ο οικείος δήμος ή η οικεία περιφέρεια δύναται να συγκροτεί ομάδα εργασίας, να συνάπτει μνημόνιο συνεργασίας ή να εξετάζει την επικουρική συμμετοχή του φορέα σε προγραμματική σύμβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
    Αιτιολόγηση της προτεινόμενης προσθήκης
    Η προτεινόμενη ρύθμιση είναι αναγκαία για τέσσερις λόγους.
    Πρώτον, μετατρέπει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας από διακήρυξη αρχής σε εφαρμοστέο διοικητικό μηχανισμό. Η συμμετοχή στις τοπικές υποθέσεις δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενική δημόσια διαβούλευση χωρίς υποχρέωση εξέτασης, απάντησης και παρακολούθησης.
    Δεύτερον, ενισχύει τη λογοδοσία των δήμων και των περιφερειών. Δεν υποχρεώνει τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να αποδεχθούν κάθε πρόταση. Τα υποχρεώνει όμως να την εξετάσουν, να απαντήσουν αιτιολογημένα και να εμφανίσουν δημόσια την πορεία του ζητήματος.
    Τρίτον, αξιοποιεί οργανωμένους φορείς της κοινωνίας που διαθέτουν τεκμηρίωση, συνέχεια, ειδική γνώση και άμεσο ενδιαφέρον για συγκεκριμένες περιοχές ή αντικείμενα. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν αποδυναμώνεται όταν συνεργάζεται διαφανώς με τέτοιους φορείς. Αντίθετα, αποκτά καλύτερη πληροφόρηση, διοικητική συνέχεια και κοινωνική νομιμοποίηση.
    Τέταρτον, συνδέει τη διαβούλευση με τον πραγματικό προγραμματισμό. Η υποβολή προτάσεων δεν μένει σε επίπεδο γενικού σχολίου, αλλά εντάσσεται σε Πενταετές Σχέδιο Δράσεων, Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων, εξαμηνιαία ή ετήσια ανασκόπηση, χρονοδιάγραμμα, αρμοδιότητα, χρηματοδότηση και πιθανή προγραμματική συνεργασία.
    Η ρύθμιση δεν δημιουργεί ειδικό καθεστώς υπέρ συγκεκριμένου νομικού προσώπου. Δεν φωτογραφίζει φορέα, δήμο ή περιφέρεια. Αφορά κάθε οργανωμένο ΝΠΙΔ που πληροί αντικειμενικά κριτήρια: καταστατικό αντικείμενο, τεκμηριωμένο ενδιαφέρον, σύνδεση με συγκεκριμένη περιοχή ή θεματική αρμοδιότητα, και υποβολή πλήρους φακέλου.
    Με αυτόν τον τρόπο, η συμμετοχή αποκτά περιεχόμενο, η διοίκηση αποκτά υποχρέωση αιτιολόγησης και η διαφάνεια αποκτά μηχανισμό παρακολούθησης.
    Συμπληρωματική παρέμβαση επί του άρθρου 649
    Προτείνεται να προστεθεί στο τέλος του άρθρου 649 εδάφιο ως εξής:
    Η επικουρική συμμετοχή των ανωτέρω φορέων σε προγραμματικές συμβάσεις δύναται να ενεργοποιείται και κατόπιν της διαδικασίας θεσμικής διαβούλευσης, εξέτασης, ανασκόπησης ή συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 312, εφόσον το αντικείμενο της προγραμματικής σύμβασης συνδέεται με τεκμηριωμένο χωρικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, τεχνικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον του συμμετέχοντος φορέα.
    Αιτιολόγηση προσθήκης στο άρθρο 649
    Η προσθήκη αυτή συνδέει τον προγραμματισμό δράσεων με τις προγραμματικές συμβάσεις. Το άρθρο 649 ήδη αναγνωρίζει τη δυνατότητα επικουρικής συμμετοχής συνεταιρισμών, ενώσεων συνεταιρισμών και άλλων φορέων. Απαιτείται, όμως, να προβλεφθεί και θεσμική διαδρομή που οδηγεί από την τεκμηριωμένη πρόταση και την ανασκόπηση στην πιθανή προγραμματική συνεργασία.
    Έτσι αποφεύγεται η αποσπασματικότητα. Ο φορέας δεν εμφανίζεται αιφνιδίως σε μια προγραμματική σύμβαση, αλλά έχει προηγηθεί διαφανής διαδικασία: φάκελος, εξέταση, αιτιολογημένη απάντηση, δημόσια ανασκόπηση και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, επικουρική συμμετοχή σε προγραμματική σύμβαση.

  • 31 Μαΐου 2026, 20:49 | Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υγειονομικών «Διεθνής Ιπποκράτειος Πολιτεία» ΣΥΝ.ΠΕ.

    Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν μεταφέρει δημόσια εξουσία σε ιδιωτικούς φορείς. Δεν αλλοιώνει τις αρμοδιότητες των δήμων και των περιφερειών. Δεν δημιουργεί προνομιακές σχέσεις.
    Αντίθετα, δημιουργεί έναν καθαρό κανόνα θεσμικής συνεργασίας:
    τεκμηριωμένη πρόταση – υποχρεωτική εξέταση – αιτιολογημένη απάντηση – δημόσια ανασκόπηση – διαφανής δυνατότητα συνεργασίας.
    Αυτό είναι το ελάχιστο πρακτικό περιεχόμενο που πρέπει να αποκτήσει η κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, ώστε η συμμετοχή στις τοπικές υποθέσεις να μη μείνει θεωρητική, αλλά να γίνει πραγματική διοικητική διαδικασία με διαφάνεια, συνέχεια και λογοδοσία.
    Παρέμβαση επί του άρθρου 312
    Θέμα: Θεσμική ενεργοποίηση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας μέσω υποχρεωτικής εξέτασης, αιτιολογημένης απάντησης και περιοδικής ανασκόπησης τεκμηριωμένων προτάσεων οργανωμένων ΝΠΙΔ ειδικού χωρικού, κοινωνικού ή αναπτυξιακού ενδιαφέροντος
    Το άρθρο 312 κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς συνδέει τον προγραμματισμό δράσεων των δήμων και των περιφερειών με τις αρμοδιότητές τους, τα Πενταετή Σχέδια Δράσεων, τα Ετήσια Προγράμματα Δράσεων, τη δημόσια διαβούλευση και τον απολογισμό πεπραγμένων.
    Ωστόσο, η πρόβλεψη δημόσιας διαβούλευσης, από μόνη της, δεν αρκεί για την ουσιαστική εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας. Το Πρωτόκολλο δεν κατοχυρώνει απλώς ένα γενικό δικαίωμα έκφρασης γνώμης. Κατοχυρώνει δικαίωμα συμμετοχής στις υποθέσεις τοπικής αρχής, δηλαδή δικαίωμα επιδίωξης καθορισμού ή επηρεασμού της άσκησης των αρμοδιοτήτων της τοπικής αρχής.
    Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ειδικός μηχανισμός θεσμικής συμμετοχής για οργανωμένα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία δεν ασκούν δημόσια εξουσία, δεν υποκαθιστούν δήμους ή περιφέρειες, αλλά διαθέτουν άμεσο καταστατικό, χωρικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, τεχνικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον σε συγκεκριμένη περιοχή.
    Η πρόταση δεν θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση υπέρ οποιουδήποτε συγκεκριμένου φορέα ή περιοχής. Θεσπίζει γενικό, διαφανές και ελεγχόμενο πλαίσιο συνεργασίας, ώστε η συμμετοχή οργανωμένων φορέων της κοινωνίας να μην εξαντλείται σε μια απλή, μη δεσμευτική διαβούλευση, αλλά να συνδέεται με υποχρεωτική εξέταση, αιτιολογημένη απάντηση, δημόσια ανασκόπηση και δυνατότητα προγραμματικής συνεργασίας.
    Προτείνεται, συνεπώς, να προστεθούν στο άρθρο 312, μετά την παρ. 7, νέες παράγραφοι ως εξής:
    Προτεινόμενη προσθήκη στο άρθρο 312
    8. Κατά την κατάρτιση, αναθεώρηση, υλοποίηση και απολογιστική παρακολούθηση του Πενταετούς Σχεδίου Δράσεων και του Ετήσιου Προγράμματος Δράσεων, οι δήμοι και οι περιφέρειες λαμβάνουν υπόψη τεκμηριωμένες προτάσεις νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου συνεταιριστικού, συλλογικού, επαγγελματικού, επιστημονικού, κοινωφελούς, αναπτυξιακού ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα έχουν άμεσο καταστατικό, χωρικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, τεχνικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον σε συγκεκριμένη περιοχή ή θεματικό αντικείμενο της εδαφικής αρμοδιότητας του οικείου δήμου ή της οικείας περιφέρειας.
    9. Τα νομικά πρόσωπα της παρ. 8 δύνανται να υποβάλλουν τεκμηριωμένο φάκελο προτάσεων για ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες δήμων ή περιφερειών, ιδίως ως προς υποδομές, πρόσβαση, οδικό δίκτυο, ύδρευση, αποχέτευση, δίκτυα ομβρίων, κοινόχρηστους χώρους, πολιτική προστασία, περιβαλλοντική προστασία, χωρικό σχεδιασμό, βιώσιμη κινητικότητα, κοινωνικές υποδομές, τοπική οικονομία και βιώσιμη ανάπτυξη.
    10. Ο οικείος δήμος ή η οικεία περιφέρεια υποχρεούται να παραλαμβάνει, να πρωτοκολλεί και να εξετάζει τον φάκελο της παρ. 9 και να παρέχει ειδικώς αιτιολογημένη απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την υποβολή του φακέλου, εκτός αν απαιτείται γνώμη ή ενέργεια συναρμόδιας αρχής.
    11. Όταν το αντικείμενο της πρότασης αφορά άμεσα αρμοδιότητα, δράση, πρόγραμμα, έργο ή υπηρεσία που εντάσσεται ή δύναται να ενταχθεί στο Πενταετές Σχέδιο Δράσεων ή στο Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων, ο φορέας που υπέβαλε τον φάκελο καλείται σε ακρόαση ή θεσμική διαβούλευση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου ή της αρμόδιας υπηρεσίας.
    12. Για ζητήματα δημοτικής αρμοδιότητας ή ζητήματα που άπτονται της καθημερινής λειτουργίας, της τοπικής υποδομής, της προσβασιμότητας, των κοινόχρηστων χώρων, της πολιτικής προστασίας, της περιβαλλοντικής προστασίας ή της παροχής τοπικών υπηρεσιών, η πορεία εξέτασης και υλοποίησης των σχετικών προτάσεων εντάσσεται υποχρεωτικά σε εξαμηνιαία ανασκόπηση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του δήμου.
    13. Για ζητήματα περιφερειακής αρμοδιότητας, διαδημοτικού, υπερτοπικού, αναπτυξιακού, περιβαλλοντικού, τεχνικού ή χρηματοδοτικού χαρακτήρα, η πορεία εξέτασης και υλοποίησης των σχετικών προτάσεων εντάσσεται υποχρεωτικά σε ετήσια ανασκόπηση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου της περιφέρειας.
    14. Η ανασκόπηση των παρ. 12 και 13 περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
    α) το αντικείμενο του ζητήματος,
    β) την αρμοδιότητα ή συναρμοδιότητα που αφορά,
    γ) τη νομοθετική ή κανονιστική βάση της αρμοδιότητας,
    δ) τις ενέργειες που έχουν πραγματοποιηθεί,
    ε) τις εκκρεμότητες,
    στ) το προτεινόμενο ή υφιστάμενο χρονοδιάγραμμα,
    ζ) τις απαιτούμενες συνεργασίες, εγκρίσεις ή χρηματοδοτήσεις,
    η) την αιτιολογημένη αποδοχή, μερική αποδοχή ή απόρριψη των προτάσεων.
    15. Σε περίπτωση ζητημάτων που αφορούν πολιτική προστασία, ασφάλεια προσώπων, σοβαρό κίνδυνο σε υποδομές, περιβαλλοντική προστασία ή άμεση αποτροπή κινδύνου, ο οικείος δήμος ή η οικεία περιφέρεια δύναται να προβαίνει σε έκτακτη ανασκόπηση ή σύγκληση ειδικής σύσκεψης με τον φορέα που υπέβαλε την τεκμηριωμένη πρόταση.
    16. Για λόγους διαφάνειας, οι φάκελοι προτάσεων, οι απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων ή υπηρεσιών, οι εκθέσεις ανασκόπησης, τα χρονοδιαγράμματα και οι σχετικές αποφάσεις αναρτώνται στην ιστοσελίδα του οικείου δήμου ή της οικείας περιφέρειας, με την επιφύλαξη της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, απορρήτου, εμπορικού απορρήτου και προστασίας ευαίσθητων πληροφοριών.
    17. Η συμμετοχή των νομικών προσώπων της παρ. 8 δεν συνεπάγεται μεταβίβαση δημόσιας εξουσίας, άσκηση αποφασιστικής αρμοδιότητας ή υποκατάσταση των οργάνων των δήμων και των περιφερειών. Οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα.
    18. Όταν από την ανασκόπηση προκύπτει ανάγκη συντονισμένης δράσης, ο οικείος δήμος ή η οικεία περιφέρεια δύναται να συγκροτεί ομάδα εργασίας, να συνάπτει μνημόνιο συνεργασίας ή να εξετάζει την επικουρική συμμετοχή του φορέα σε προγραμματική σύμβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
    Αιτιολόγηση της προτεινόμενης προσθήκης
    Η προτεινόμενη ρύθμιση είναι αναγκαία για τέσσερις λόγους.
    Πρώτον, μετατρέπει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας από διακήρυξη αρχής σε εφαρμοστέο διοικητικό μηχανισμό. Η συμμετοχή στις τοπικές υποθέσεις δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενική δημόσια διαβούλευση χωρίς υποχρέωση εξέτασης, απάντησης και παρακολούθησης.
    Δεύτερον, ενισχύει τη λογοδοσία των δήμων και των περιφερειών. Δεν υποχρεώνει τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να αποδεχθούν κάθε πρόταση. Τα υποχρεώνει όμως να την εξετάσουν, να απαντήσουν αιτιολογημένα και να εμφανίσουν δημόσια την πορεία του ζητήματος.
    Τρίτον, αξιοποιεί οργανωμένους φορείς της κοινωνίας που διαθέτουν τεκμηρίωση, συνέχεια, ειδική γνώση και άμεσο ενδιαφέρον για συγκεκριμένες περιοχές ή αντικείμενα. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν αποδυναμώνεται όταν συνεργάζεται διαφανώς με τέτοιους φορείς. Αντίθετα, αποκτά καλύτερη πληροφόρηση, διοικητική συνέχεια και κοινωνική νομιμοποίηση.
    Τέταρτον, συνδέει τη διαβούλευση με τον πραγματικό προγραμματισμό. Η υποβολή προτάσεων δεν μένει σε επίπεδο γενικού σχολίου, αλλά εντάσσεται σε Πενταετές Σχέδιο Δράσεων, Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσεων, εξαμηνιαία ή ετήσια ανασκόπηση, χρονοδιάγραμμα, αρμοδιότητα, χρηματοδότηση και πιθανή προγραμματική συνεργασία.
    Η ρύθμιση δεν δημιουργεί ειδικό καθεστώς υπέρ συγκεκριμένου νομικού προσώπου. Δεν φωτογραφίζει φορέα, δήμο ή περιφέρεια. Αφορά κάθε οργανωμένο ΝΠΙΔ που πληροί αντικειμενικά κριτήρια: καταστατικό αντικείμενο, τεκμηριωμένο ενδιαφέρον, σύνδεση με συγκεκριμένη περιοχή ή θεματική αρμοδιότητα, και υποβολή πλήρους φακέλου.
    Με αυτόν τον τρόπο, η συμμετοχή αποκτά περιεχόμενο, η διοίκηση αποκτά υποχρέωση αιτιολόγησης και η διαφάνεια αποκτά μηχανισμό παρακολούθησης.
    Συμπληρωματική παρέμβαση επί του άρθρου 649
    Προτείνεται να προστεθεί στο τέλος του άρθρου 649 εδάφιο ως εξής:
    Η επικουρική συμμετοχή των ανωτέρω φορέων σε προγραμματικές συμβάσεις δύναται να ενεργοποιείται και κατόπιν της διαδικασίας θεσμικής διαβούλευσης, εξέτασης, ανασκόπησης ή συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 312, εφόσον το αντικείμενο της προγραμματικής σύμβασης συνδέεται με τεκμηριωμένο χωρικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, τεχνικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον του συμμετέχοντος φορέα.
    Αιτιολόγηση προσθήκης στο άρθρο 649
    Η προσθήκη αυτή συνδέει τον προγραμματισμό δράσεων με τις προγραμματικές συμβάσεις. Το άρθρο 649 ήδη αναγνωρίζει τη δυνατότητα επικουρικής συμμετοχής συνεταιρισμών, ενώσεων συνεταιρισμών και άλλων φορέων. Απαιτείται, όμως, να προβλεφθεί και θεσμική διαδρομή που οδηγεί από την τεκμηριωμένη πρόταση και την ανασκόπηση στην πιθανή προγραμματική συνεργασία.
    Έτσι αποφεύγεται η αποσπασματικότητα. Ο φορέας δεν εμφανίζεται αιφνιδίως σε μια προγραμματική σύμβαση, αλλά έχει προηγηθεί διαφανής διαδικασία: φάκελος, εξέταση, αιτιολογημένη απάντηση, δημόσια ανασκόπηση και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, επικουρική συμμετοχή σε προγραμματική σύμβαση.

  • 31 Μαΐου 2026, 17:24 | ΜΑΡΙΑ

    Ποιός ελέγχει τις δημοτικές κοινότητες όταν ανήκουν στον ίδιο εκλογικό συνδυασμό με τον Δήμαρχο;;;; Δεν απαντούν στους πολίτες, δεν δέχονται προτάσεις πολιτών, δεν κάνουν ετήσια συμβουλευτική γενική συνέλευση κατοίκων χωριών, γράφουν μεροκάματα οι δημοτικές κοινότητες όπου θέλουν.

  • 31 Μαΐου 2026, 13:00 | Π.Δ

    Δυστυχώς οι Δήμοι είναι και παραμένουν ο «ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΟΥΒΑΣ» σε ότι αφορά κάθε φορά και νέες αρμοδιότητες .
    Όμως όταν προσθέτεις αρμοδιότητες είναι ανάγκη να προσθέτεις και τους απαραίτητες πόρους και να εξετάζεις αν επαρκεί το υπάρχον προσωπικό κάθε Δήμου και ο εξοπλισμός.
    Διαφορετικά όλο το πλαίσιο πάσχει και νομικά .

    Οι συνεχώς υποστελεχωμένοι Δήμοι δεν δύνανται να αντέξουν και άλλες αρμοδιότητες.

    Οι αποχωρήσεις με συνταξιοδότηση είναι αυξανόμενες . Οι χρονοβόρες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού λίγες και όχι σε όλους τους Δήμους.

    Το ΙΔΟΧ προσωπικό εκτός του ότι είναι χωρίς εμπειρία ή ανειδίκευτο παρουσιάζει τα χρονικά κενά σε κρίσιμες περιόδους (βλ νησιωτικούς Δήμους) και ουσιαστικά δεν προλαβαίνουν να καλύψουν τις μεγάλες και καθημερινές ανάγκες των Δήμων.

    Συμπερασματικά για να είναι συνταγματικό και δίκαιο , προσθέτεις αρμοδιότητες μόνο όταν παρέχεις και το επιπλέον ανάλογο προσωπικό και εξοπλισμό.

    Το να παρέχεις μόνο επιπλέον πιστώσεις δεν αρκεί και δεν λύνεις τα ήδη συσσωρευμένα προβλήματα των Δήμων . Με ποιο προσωπικό θα αξιοποιήσεις τις πιστώσεις ;;

  • 26 Μαΐου 2026, 14:26 | ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΠΑ

    ΑΡΘΡΟ 319
    i) το σύστημα «Πληρώνω όσο πετάω» απαιτεί πολλούς πόρους γι’ αυτό και δεν έχει εφαρμοστεί ακόμα, ενώ ακόμα δεν υπάρχει χρηματοδότηση για την εφαρμογή του. Επίσης το ΥΠΕΝ προτείνει να εφαρμοστεί σε περιφερειακό επίπεδο.
    ii) για την συλλογή επικίνδυνων αποβλήτων δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμα αν απαιτείται άδεια συλλογής επικινδύνων από τους ΟΤΑ, τι ειδικότητες υπαλλήλων θα κάνουν συλλογή και μεταφορά των επικινδύνων, ποιό θα είναι το ανθυγιεινό επίδομα που θα δικαιούνται, δεν προβλέπονται τα μέσα ατομικής προστασίας και τέλος οι υπόχρεοι ΦΟΣΔΑ δεν έχουν χώρο υποδοχής.
    iii)όσον αφορά στα βιοαπόβλητα, υπάρχουν εξαγγελίες από την Γενική Γραμματεία Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων ότι η συλλογή τους θα γίνεται σε κεντρικό επίπεδο

  • 25 Μαΐου 2026, 16:02 | Ευάγγελος

    Κύριε Υπουργέ, Οι δημοτικές τοπικές Κοινότητες χωριών παίρνουν έξοδα παράστασης- χρήματα από το Κράτος, γράφουν μεροκάματα στους κολλητούς τους και λαμβάνουν Σάτα κάθε έτος. Παρόλα αυτά ΔΕΝ απαντούν ποτέ στα αιτήματα πρωτοκολλημένα των πολιτών , ΔΕΝ κάνουν ετήσια συμβουλευτική γενική συνέλευση κατοίκων, ΔΕΝ έχουν ηλεκτρονική εφαρμογή που δίδει τοπικό πρωτόκολλο στα τοπικά αιτήματα, ΔΕΝ σου απαντούν εάν ψήφισες άλλον συνδυασμό…..

  • 25 Μαΐου 2026, 12:25 | Σ. Τιμοθέου

    Παρατηρήσεις επί του σχεδίου νόμου «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»
    Θέματα Ψηφιακού Μετασχηματισμού και Ψηφιακής Διακυβέρνησης στους ΟΤΑ

    Η κωδικοποίηση και ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

    Ωστόσο, από τη μελέτη του σχεδίου νόμου προκύπτει ότι τα ζητήματα Ψηφιακού Μετασχηματισμού, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Ψηφιακής Εξυπηρέτησης πολιτών και επιχειρήσεων δεν αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη θεσμική πληρότητα και στρατηγική βαρύτητα.

    Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αποτελεί πλέον υποστηρικτική ή τεχνική λειτουργία, αλλά βασικό μηχανισμό:
    • διοικητικού εκσυγχρονισμού,
    • απλούστευσης διαδικασιών,
    • μείωσης γραφειοκρατίας,
    • βελτίωσης της διαφάνειας,
    • ενίσχυσης της λογοδοσίας,
    • και αναβάθμισης της εξυπηρέτησης πολιτών και επιχειρήσεων.

    Η εμπειρία της Περιφέρειας Αττικής ανέδειξε ότι η ύπαρξη διακριτών αλλά συμπληρωματικών δομών:
    • εσωτερικής πληροφορικής και τεχνικών υποδομών,
    και
    • Ψηφιακού Μετασχηματισμού και ψηφιακών υπηρεσιών προς πολίτες και επιχειρήσεις,
    μπορεί να επιταχύνει σημαντικά:
    • την ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών,
    • τη διαλειτουργικότητα με το gov.gr,
    • την πολυκαναλική εξυπηρέτηση,
    • την αξιοποίηση ανοικτών δεδομένων,
    • την εφαρμογή καινοτόμων τεχνολογιών,
    • και τη συνολική αναβάθμιση της σχέσης πολίτη – διοίκησης.

    Οι οργανικές μονάδες ΤΠΕ διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην επιχειρησιακή συνέχεια, τις εσωτερικές υποδομές, την κυβερνοασφάλεια και τη λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων των ΟΤΑ, ενώ οι εξειδικευμένες δομές Ψηφιακού Μετασχηματισμού όπως η Αυτοτελής Διεύθυνση Διαδικτυακής Ενημέρωσης και Ψηφιακής Εξυπηρέτησης στην Περιφέρεια Αττικής, λειτουργούν συμπληρωματικά και επικεντρώνονται στις ψηφιακές υπηρεσίες προς πολίτες και επιχειρήσεις, στην πολυκαναλική εξυπηρέτηση, στη διαλειτουργικότητα, στα ανοικτά δεδομένα και στην ψηφιακή καινοτομία.

    Η διάκριση αυτή ακολουθεί σύγχρονες διεθνείς πρακτικές ψηφιακής διακυβέρνησης και έχει αποδειχθεί λειτουργική και αποτελεσματική.

    Για τον λόγο αυτό προτείνεται:

    Θεσμική αναγνώριση του Ψηφιακού Μετασχηματισμού

    Να προβλεφθεί ρητά ότι ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός, η Ψηφιακή Διακυβέρνηση και η Ψηφιακή Εξυπηρέτηση αποτελούν στρατηγικές και οριζόντιες λειτουργίες των ΟΤΑ.

    Δυνατότητα σύστασης Αυτοτελών Διευθύνσεων Ψηφιακής Διακυβέρνησης

    Να προβλεφθεί ρητά η δυνατότητα σύστασης Αυτοτελών Διευθύνσεων Ψηφιακής Διακυβέρνησης / Ψηφιακού Μετασχηματισμού / Ψηφιακής Εξυπηρέτησης σε Περιφέρειες και μεγάλους Δήμους.

    Λειτουργική εξειδίκευση και συμπληρωματικότητα ψηφιακών δομών

    Να προβλεφθεί σαφώς η λειτουργική εξειδίκευση και η συμπληρωματική συνεργασία μεταξύ:
    • των οργανικών μονάδων ΤΠΕ που είναι αρμόδιες για τις εσωτερικές ψηφιακές υποδομές, την κυβερνοασφάλεια και τα πληροφοριακά συστήματα διοικητικής λειτουργίας,
    και
    • των δομών Ψηφιακού Μετασχηματισμού που είναι αρμόδιες για τις ψηφιακές υπηρεσίες προς πολίτες και επιχειρήσεις, την πολυκαναλική εξυπηρέτηση, τη διαλειτουργικότητα, τα ανοικτά δεδομένα και την ψηφιακή καινοτομία.

    Υποχρεωτική συνεργασία υπηρεσιών

    Να προβλεφθεί υποχρεωτική συνεργασία όλων των υπηρεσιών των ΟΤΑ με τις αρμόδιες δομές Ψηφιακού Μετασχηματισμού για:
    • ψηφιοποίηση διαδικασιών,
    • αναδιοργάνωση υπηρεσιών,
    • διαλειτουργικότητα,
    • παροχή ψηφιακών υπηρεσιών,
    • και βελτίωση της εξυπηρέτησης πολιτών.

    Θεσμοθέτηση αρχών “Digital by Default”

    Κάθε νέα διοικητική διαδικασία να σχεδιάζεται εξαρχής και σε ψηφιακή μορφή, με ενιαία πρότυπα:
    • διαλειτουργικότητας,
    • ασφάλειας,
    • προσβασιμότητας,
    • και εμπειρίας χρήστη.

    Διαλειτουργικότητα και Ενιαία Πρότυπα

    Να προβλεφθούν:
    • ενιαία πρότυπα ψηφιακών υπηρεσιών,
    • υποχρεωτική διαλειτουργικότητα,
    • σύνδεση με gov.gr,
    • ανταλλαγή δεδομένων,
    • και μηχανισμοί ψηφιακού governance.

    Ανοικτά Δεδομένα και Data Governance

    Να προβλεφθεί ενιαίο πλαίσιο:
    • ανοικτών δεδομένων,
    • data governance,
    • dashboards,
    • KPI,
    • και αξιοποίησης δεδομένων για τη λήψη αποφάσεων.

    Τεχνητή Νοημοσύνη και Καινοτομία

    Να προβλεφθεί δυνατότητα αξιοποίησης:
    • AI,
    • Machine Learning,
    • Predictive Analytics,
    • έξυπνων ψηφιακών βοηθών,
    • αυτοματοποίησης διαδικασιών,
    • και καινοτόμων τεχνολογιών εξυπηρέτησης πολιτών.

    Κυβερνοασφάλεια και Ψηφιακή Ανθεκτικότητα

    Να προβλεφθούν:
    • πολιτικές κυβερνοασφάλειας,
    • συμμόρφωση με NIS2 και GDPR,
    • σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας,
    • και μηχανισμοί ψηφιακής ανθεκτικότητας.

    Ενίσχυση και στελέχωση ψηφιακών δομών

    Η εμπειρία εφαρμογής ψηφιακών υπηρεσιών στους ΟΤΑ καταδεικνύει την ανάγκη:
    • επαρκούς στελέχωσης,
    • ενεργοποίησης αποκεντρωμένων δομών ψηφιακής εξυπηρέτησης,
    • και δημιουργίας σύγχρονων μηχανισμών υποστήριξης πολιτών και επιχειρήσεων.

  • 23 Μαΐου 2026, 15:09 | Ανδριανός Γκουρμπάτσης, Αντιστράτηγος-Υπαρχηγός ΠΣ ε.α., Νομικός

    Στα άρθρα 319 και 320 του σχεδίου νόμου, να προβλεφθούν κυρώσεις,όπως διοικητικές, πειθαρχικές, των αρμοδίων οργάνων των Δήμων και Περιφερεών αντίστοιχα για τις περιπτώσεις που δεν εκπονούνται ή εκπονούνται καθυστερημένα τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 21 και 23Α του Ν. 4662/2020 Τοπικά και Περιφερειακά Σχέδια Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών για φυσικές, τεχνολογικές καταστροφές και λοιπές απειλές καθώς και τα Ειδικά Τοπικά και Περιφερεικά Σχέδια Πρόληψης Πυρκαγιών και φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών ανθρωπογενών καταστροφών. Άλλως οι ρυθμίσεις των ανωτέρω άρθρων θα είναι «κενά γράμματα» νόμου, όπως είναι υπό το ισχύον σήμερα νομοθετικό πλαίσιο.-

  • 21 Μαΐου 2026, 18:12 | ΔΗΜΗΤΡΗΣ

    ΑΝ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ ΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΓΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΟΠΩΣ Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ,ΤΑ ΚΑΤΑΛΥΜΑΤΑ ,ΤΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟ ΟΤΙ ΘΑ ΥΠΟΚΥΠΤΟΥΝ ΣΕ ΤΟΠΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΛΑΙΚΙΣΤΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΝ ΠΙΕΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ. ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΩΝ ΔΩΜΑΤΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΙΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΩΝ.ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΑΤΟΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ,ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ,ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ΑΛΛΕΣ ΕΜΜΕΣΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΘΑ ΠΑΨΟΥΝ ΝΑ ΒΙΟΠΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ Η ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΛΥΘΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ .ΟΥΤΕ ΑΥΤΟ ΤΗΣ ΣΤΕΓΑΣΗΣ ΠΟΥ ΘΑ ΒΑΛΟΥΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΟΙ ΛΑΙΚΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΔΟΧΟΙ. ΑΥΤΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΗ ΣΦΑΙΡΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΟΠΙΚΟΥΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΥΠΟΚΥΠΤΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΟΠΙΚΟ ΛΑΙΚΙΣΜΟ ΑΦΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΕΚΛΕΓΟΝΤΑΙ.