• Σχόλιο του χρήστη 'ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ' | 3 Ιουνίου 2026, 20:11

    Το Πανελλήνιο Σωματείο Δημοτικών Αστυνομικών, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τον Νέο Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καταθέτει την παρούσα πρόταση με στόχο τη διασφάλιση της λειτουργικότητας, της νομιμότητας και της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Δημοτικής Αστυνομίας, ιδίως σε συνθήκες άνισης στελέχωσης μεταξύ δήμων και αυξημένου όγκου ελεγκτικών και επιχειρησιακών καθηκόντων. Η εμπειρία εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου, σε συνδυασμό με τις πραγματικές δυνατότητες πολλών δήμων, αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων βελτιώσεων, ώστε οι αρμοδιότητες να κατανέμονται και να ασκούνται με τρόπο ρεαλιστικό, ασφαλή και συμβατό με τις απαιτήσεις του ρόλου και της ειδικής φύσης του ένστολου προσωπικού. Κεφάλαιο Δ΄ – Δημοτική Αστυνομία (άρθρα 356–360) 1) Μεταφορά της αρμοδιότητας για τα ζώα συντροφιάς σε άλλη κατηγορία αρμοδιοτήτων. Προτείνεται η μεταφορά της αρμοδιότητας που αφορά τον έλεγχο της τήρησης των προβλέψεων περί ζώων συντροφιάς από την Α΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων στη Γ΄ κατηγορία αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας. Η μεταφορά αυτή κρίνεται αναγκαία, διότι σε σημαντικό αριθμό δήμων υφίσταται αντικειμενική αδυναμία άσκησης της εν λόγω αρμοδιότητας, λόγω σοβαρής υποστελέχωσης, ενώ ταυτόχρονα ο ήδη υπερβολικός φόρτος της Α΄ κατηγορίας αρμοδιοτήτων απορροφά το διαθέσιμο προσωπικό σε διαρκείς καθημερινές ανάγκες. Επιπλέον, η φύση των υποθέσεων που σχετίζονται με την κακοποίηση ζώων και η δυνατότητα σοβαρών ποινικών συνεπειών δημιουργούν απαιτήσεις αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και υποστήριξης, τις οποίες μικρές υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας δεν μπορούν πρακτικά να καλύψουν, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των υπαλλήλων και η ορθότητα των ενεργειών. 2) Διατήρηση της προσαύξησης στελέχωσης όταν ανατίθενται αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά η πρόβλεψη ότι, όταν με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανατίθενται στη Δημοτική Αστυνομία αρμοδιότητες ανώτερης κατηγορίας από εκείνη που αντιστοιχεί στη στελέχωση και τα κριτήρια λειτουργίας της υπηρεσίας, η στελέχωση της υπηρεσίας της Δημοτικής Αστυνομίας θα πρέπει να προσαυξάνεται υποχρεωτικά κατά ένα τρίτο. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ελάχιστη αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα, ώστε οι αποφάσεις ανάθεσης πρόσθετων αρμοδιοτήτων να μην μετατρέπονται σε τυπικές αποφάσεις «επί χάρτου» που οδηγούν σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, υποβάθμιση του ελέγχου ή σε επιβάρυνση του προσωπικού πέραν των ορίων ασφάλειας και αντοχής της υπηρεσίας. 3) Ρητή πρόβλεψη 24ωρης λειτουργίας με βάρδιες στις περιπτώσεις πολιτικής προστασίας και εκτάκτων αναγκών. Προτείνεται να διατηρηθεί και να αποσαφηνιστεί ότι σε περιπτώσεις πολιτικής προστασίας ή εκτάκτου ανάγκης η Δημοτική Αστυνομία μεταπίπτει σε καθεστώς 24ωρης λειτουργίας με τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού. Η 24ωρη λειτουργία σε τέτοιες συνθήκες αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την πραγματική συμβολή της Δημοτικής Αστυνομίας στην επιχειρησιακή ανταπόκριση του δήμου και στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Παράλληλα, η ρητή πρόβλεψη για βάρδιες και εναλλαγή προσωπικού προφυλάσσει από πρακτικές «άτυπης» υπερεργασίας, που οδηγούν σε εξάντληση, σε αύξηση λαθών και σε κινδύνους για την ασφάλεια προσωπικού και πολιτών. 4)Διατήρηση 24ωρης λειτουργίας ως κανόνα για μεγάλες αστικές υπηρεσίες. Προτείνεται να διατηρηθεί ρητά ότι για υπηρεσίες Δημοτικής Αστυνομίας που, λόγω πληθυσμού, φόρτου εργασίας και αστικού χαρακτήρα, καλούνται να ασκούν ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, η άσκηση των αρμοδιοτήτων πραγματοποιείται καθ’ όλο το 24ωρο σε τρεις βάρδιες (πρωινή, απογευματινή, βραδινή), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, με κατάλληλη εναλλαγή προσωπικού. Η διατήρηση της ρύθμισης είναι απαραίτητη ώστε να αποτυπώνεται στο κανονιστικό κείμενο ο πραγματικός χαρακτήρας της υπηρεσίας, να αποφεύγονται καταχρηστικές ερμηνείες και να θωρακίζεται η τήρηση της εργασιακής νομιμότητας, ιδίως ως προς την ορθολογική κατανομή του χρόνου εργασίας και την αποτροπή εκμετάλλευσης του προσωπικού χωρίς τις νόμιμες υπηρεσιακές προβλέψεις. 5) Ειδικό κριτήριο για τον υπολογισμό στελέχωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Προτείνεται να διατηρηθεί ειδική πρόβλεψη για τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς), ώστε ο υπολογισμός της απαιτούμενης στελέχωσης να ανταποκρίνεται στις αυξημένες συνθήκες αστικής λειτουργίας, στον εξαιρετικά υψηλό αριθμό μετακινήσεων, στον τουριστικό και εμπορικό φόρτο, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των περιστατικών ελέγχου. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η εφαρμογή ενός ενιαίου μαθηματικού κανόνα χωρίς ειδικές προσαρμογές για τέτοιους δήμους οδηγεί σε συστηματική επιχειρησιακή ανεπάρκεια και σε αδυναμία ουσιαστικής ανταπόκρισης της Δημοτικής Αστυνομίας στις ανάγκες της πόλης. 6) Αποτροπή ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας σε κρίσιμα υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι σε περίπτωση υποστελέχωσης, και ιδίως σε κρίσιμη υποστελέχωση, η οποία προσδιορίζεται ενδεικτικά ως στελέχωση κάτω από επτά άτομα, δεν θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων Β΄ και Γ΄ κατηγορίας στη Δημοτική Αστυνομία. Παράλληλα, προτείνεται να αποσαφηνιστεί ότι αποφάσεις Δημοτικού Συμβουλίου για ανάθεση αρμοδιοτήτων ανώτερων κατηγοριών θα πρέπει να είναι επιτρεπτές μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο πραγματικό όριο στελέχωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ανάθεση δεν θα είναι προσχηματική και δεν θα οδηγεί σε πρακτική αδυναμία εφαρμογής, με αποτέλεσμα είτε την αδράνεια είτε την ανασφαλή άσκηση καθηκόντων. 7) Κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022. Προτείνεται η κατάργηση της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 5003/2022, καθώς ο λόγος θέσπισής της ήταν μεταβατικός και πλέον έχει εξαντλήσει το πρακτικό του αντικείμενο, ιδίως μετά τις πραγματοποιθείσες προσλήψεις και τη σταδιακή επαναστελέχωση υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας. Η διατήρησή της, ενώ ο μεταβατικός σκοπός έχει υποχωρήσει, δημιουργεί περιττές ερμηνευτικές αβεβαιότητες και ενδέχεται να αξιοποιηθεί για παρατάσεις ή αποκλίσεις από το ενιαίο πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων που πλέον πρέπει να ισχύει με πληρότητα. 8) Τροποποίηση της ρύθμισης για σύσταση περισσότερων διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους με δημοτικά διαμερίσματα και υποχρέωση σύστασης Γενικής Διεύθυνσης. Σε δήμους που συστήνουν περισσότερες της μίας Διευθύνσεις Δημοτικής Αστυνομίας, η ύπαρξη Γενικής Διεύθυνσης Δημοτικής Αστυνομίας καθίσταται υποχρεωτική. Η Γενική Διεύθυνση ασκεί ενιαίο επιχειρησιακό, διοικητικό και οικονομικό συντονισμό του συνόλου των επιμέρους Διευθύνσεων, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν κατ' ελάχιστον: τη διαχείριση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας, τη μέριμνα για την εκπαίδευση και επιμόρφωση του συνόλου του ένστολου προσωπικού, τη διαχείριση οχημάτων και εξοπλισμού, τον στρατηγικό σχεδιασμό επιχειρησιακών δράσεων, καθώς και την τήρηση του ενιαίου συστήματος βαθμολογίου και ιεραρχίας του ένστολου προσωπικού. Σύσταση επιμέρους διευθύνσεων Δημοτικής Αστυνομίας, υπό της Γενικής Διεύθυνσης, επιτρέπεται αποκλειστικά με χωροταξικά και επιχειρησιακά κριτήρια και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε Διεύθυνση στελεχώνεται με προσωπικό κατ' ελάχιστον ανάλογο προς τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται βάσει του άρθρου 357. Η Δημοτική Αστυνομία αποτελεί κρίσιμο θεσμό για την καθημερινότητα των πολιτών, τη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου και την υποστήριξη του δήμου σε έκτακτες ανάγκες. Για να επιτελέσει τον ρόλο της απαιτείται πλαίσιο ρεαλιστικό, εφαρμόσιμο και προστατευτικό τόσο για τη δημόσια τάξη σε τοπικό επίπεδο όσο και για την ασφάλεια και τη νομιμότητα της υπηρεσιακής δράσης του ένστολου προσωπικού. Με τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκεται η βελτίωση της κανονιστικής επάρκειας του νέου Κώδικα, η αποφυγή ανεφάρμοστων ή επικίνδυνων αναθέσεων αρμοδιοτήτων και η θωράκιση του θεσμού της Δημοτικής Αστυνομίας με όρους επιχειρησιακής πραγματικότητας και διοικητικής ορθότητας.