• Σχόλιο του χρήστη 'ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ & ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ' | 11 Μαρτίου 2026, 19:13

    Ο Σύλλογος Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία & Υπαλλήλων Επιθεώρησης Εργασίας εκφράζει την αντίθεσή του σχετικά με τη συμβατότητα των νέων διατάξεων του παρόντος υπό διαβούλευση νομοσχεδίου και του Ν. 4512/2018, με τις αρχές και τους άξονες λειτουργίας της Επιθεώρηση Εργασίας. Οι αντιθέσεις εστιάζουν στα εξής σημεία: 1) Ο Νόμος 4512/2018 εισήγαγε ένα νέο πλαίσιο για την εποπτεία των οικονομικών δραστηριοτήτων και της αγοράς προϊόντων, με στόχο την απλοποίηση των ελέγχων και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η λογική του νόμου ήταν: • ενοποίηση κανόνων εποπτείας, • πιο συντονισμένοι έλεγχοι, • σύνδεση ελέγχων με την οικονομική δραστηριότητα και την αγορά. Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες αρμοδιότητες εποπτείας (που συνδέονται με οικονομικές δραστηριότητες) τοποθετήθηκαν ή συντονίζονται μέσω δομών που σχετίζονται με την αναπτυξιακή πολιτική. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η ασφάλεια και υγεία στην εργασία είναι κατεξοχήν κοινωνική προστασία, όχι ρύθμιση αγοράς. Γι’ αυτό ιστορικά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκεται: • είτε στο Υπουργείο Εργασίας • είτε σε ανεξάρτητη επιθεώρηση εργασίας και όχι σε υπουργεία με βασικό στόχο την οικονομική ανάπτυξη όπως το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Αυτό σχετίζεται και με τις αρχές της International Labour Organization για την ανεξαρτησία της επιθεώρησης εργασίας. Η λογική του Υπουργείου Ανάπτυξης είναι: • ενιαία φιλοσοφία ελέγχων στην αγορά • κοινά εργαλεία risk assessment • λιγότερη διοικητική πολυπλοκότητα για τις επιχειρήσεις Δηλαδή μεταφορά προς ένα οικονομικο-ρυθμιστικό μοντέλο εποπτείας. Η πολιτική του Υπουργείου Ανάπτυξης διακηρύσσει ως στόχους: • την ανταγωνιστικότητα • τη μείωση διοικητικών βαρών • την διευκόλυνση επιχειρηματικής δραστηριότητας Σε αντίθεση με αυτό, η επιθεώρηση ασφάλειας έχει στόχο: • την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων • την επιβολή νόμων και κανόνων • την προστασία εργαζομένων Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης στόχων, διότι αυτές οι δύο λογικές δεν ταυτίζονται. Η ένταξη σε αναπτυξιακή εποπτεία για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία δημιουργεί τρεις κινδύνους: • αλλοίωση προτεραιοτήτων των ελέγχων • πολιτική πίεση υπέρ της απορρύθμισης • υποβάθμιση της προληπτικής λογικής της επιθεώρησης Το σύνολο των επιθεωρήσεων στην ΕΕ συνδέονται με εργασιακές ή κοινωνικές δομές του κράτους και όχι με αναπτυξιακά υπουργεία. Ο προσανατολισμός του Ν 4512/2018 και του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, περί απλοποίησης διαδικασιών αδειοδότησης, διαμόρφωσης πολιτικών βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος που σχετίζονται με την αναπτυξιακή πολιτική περιγράφονται ξεκάθαρα, ως επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης Συντονισμού και Παρακολούθησης του κανονιστικού πλαισίου για το επιχειρηματικό περιβάλλον, στο άρθρο 133 του Ν 4512: «Η παρακολούθηση και ο συντονισμός των μεταρρυθμιστικών ενεργειών για την απλοποίηση της αδειοδότησης και την αναμόρφωση της άσκησης εποπτείας στις οικονομικές δραστηριότητες και την αγορά προϊόντων, καθώς και η αξιολόγηση της εφαρμογής των ενεργειών αυτών, προκειμένου να υποστηρίζεται και να ενισχύεται η συμμόρφωση των επιχειρήσεων, να εμπεδώνονται σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και να επιτυγχάνεται η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος». Αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 126 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν 4512/2018 εισάγεται το νέο γενικό πλαίσιο και οι γενικές αρχές για την άσκηση εποπτείας και τη διαδικασία ελέγχου των οικονομικών δραστηριοτήτων και των προϊόντων, με στόχο την αύξηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων, την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των επιχειρήσεων από φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού καθώς και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Με λίγα λόγια, έννοιες και προσανατολισμοί που δεν έχουν καμία σχέση με την κατεύθυνση και αποστολή της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία είναι μόνο η προστασία των εργαζομένων. 2) Στις εποπτεύουσες αρχές εντάσσεται η Επιθεώρηση Εργασίας (άρθρο 132 Ν.4512/2018), το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 102 του 4808/2021 (Περί ανεξαρτησίας) « Συνιστάται ανεξάρτητη διοικητική αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία «Επιθεώρηση Εργασίας» και σκοπό τον έλεγχο της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας. Η Επιθεώρηση Εργασίας απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας, διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και δεν υπόκειται σε έλεγχο ή εποπτεία από κυβερνητικά όργανα, κρατικούς φορείς ή άλλες διοικητικές αρχές και υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής». Γενικότερα, η Επιθεώρηση Εργασίας υφίσταται στην Ελλάδα από το 1911 και είναι ένας θεσμός παγκό-σμια αποδεκτός με άξονες λειτουργίας που προσδιορίζονται από την 81η Διεθνή Σύμβαση Εργασίας, την οποία έχει κυρώσει η χώρα μας με το Ν.3249/2-6-55 (ΦΕΚ 139/Α/2-6-55). Η 81 ΔΣΕ αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύει του κοινού νόμου. Σύμφωνα με το Άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις από τη στιγμή που επικυρώνονται με νόμο και τίθενται σε ισχύ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Κεντρικοί άξονες λειτουργίας της 81 ΔΣΕ είναι: • θεσμοθέτηση συστήματος επιθεώρησης εργασίας • έλεγχος εφαρμογής εργατικής νομοθεσίας • συμβουλευτικός ρόλος προς εργαζόμενους και εργοδότες • λειτουργική ανεξαρτησία και επάρκεια επιθεωρητών 3) Στο άρθρο 149 του Ν. 4512/2018 προβλέπεται: «Κάθε Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού, καταρτίζει Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης («ΜΕΣ») που περιλαμβάνει τις διαδικασίες και τις οδηγίες για την καθοδήγηση των ενεργειών και των αποφάσεων των ελεγκτών που λαμβάνονται σε συνέχεια του ελέγχου». Επίσης στο άρθρο 125 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου προβλέπεται: “ Με απόφαση του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας καταρτίζεται Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης (Μ.Ε.Σ.) που περιλαμβάνει τις διαδικασίες και τις οδηγίες για την καθοδήγηση των ενεργειών και των αποφάσεων των Επιθεωρητών που λαμβάνονται σε συνέχεια του ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 149 του ν. 4512/2018 (Α’ 5). Στην απόφαση προσδιορίζονται το είδος των μέτρων και κυρώσεων που επιβάλλονται, με στόχο τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων και κάθε άλλο σχετικό θέμα”. Τα ανωτέρω άρθρα καταργούν την ανεξαρτησία του επιθεωρητή και την ελεύθερη κρίση του όπως διατυπώνεται ρητά στο άρθρο 17 παρ. (2) της 81 ΔΣΕ: «Επαφίεται εις την ελευθέραν κρίσιν των επιθεωρητών εργασίας όπως προβαίνουν εις ειδοποιήσεις ή εις συμβουλάς, αντί να προβαίνουν ή συνιστούν διώξεις». 4) Το προβλεπόμενα στην Εποπτεία checklists μπορεί να έχουν σαν συνέπεια τα “καθοδηγημένα” αποτελέσματα, περιορίζοντας την ελεύθερη κρίση: ● το checklist να αντικαθιστά την κρίση του επιθεωρητή ● το σύστημα να προαποφασίζει την κύρωση ● ή να περιορίζει την επιλογή του επιθεωρητή μεταξύ σύστασης, προθεσμίας ή κύρωσης. 5) Στο άρθρο 128 παρ. (10) και στο άρθρο 152 παρ. 9 του Ν. 4512/2018 προβλέπεται: « Οι ελεγκτικές αρμοδιότητες μπορούν να ασκούνται και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία παραχωρείται η σχετική αρμοδιότητα από την εποπτεύουσα αρχή για την υποβοήθηση του έργου τους. Οι ελεγκτές του πρώτου εδαφίου πιστοποιούνται για τον σκοπό αυτόν από διαπιστευμένο φορέα για την άσκηση των εκάστοτε κατά παραχώρηση αρμοδιοτήτων. Με απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού ορίζονται οι κατά παραχώρηση αρμοδιότητες, ο τρόπος παραχώρησης, η πιστοποίηση των προσώπων που αναλαμβάνουν τις σχετικές αρμοδιότητες, ο τρόπος άσκησης αυτών και κάθε άλλο σχετικό θέμα». Στο άρθρο 152 παρ. 8 του Ν. 4512/2018 αναφέρεται: “Σε κάθε εποπτεύουσα αρχή συντάσσεται μητρώο ελεγκτών το οποίο κοινοποιείται ετησίως στο αρμόδιο Υπουργείο και στη Διεύθυνση του άρθρου 133, η οποία συντάσσει ενιαίο μητρώο ελεγκτών. Στο μητρώο εντάσσεται κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του ελεγκτή όπως ορίζεται στο άρθρο 128”. Όπου στο άρθρο 128 παρ 10 διατυπώνεται: “ Ελεγκτής: α) ο δημόσιος υπάλληλος της εποπτεύουσας αρχής με αρμοδιότητα την άσκηση εποπτείας, β) το φυσικό πρόσωπο που έχει εγγραφεί σε μητρώο της εποπτεύουσας αρχής, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση εποπτείας”. Τα ανωτέρω είναι σε αντίθεση με το άρθρο 6 της 81 ΔΣΕ όπου προβλέπεται «Το προσωπικόν της επι-θεωρήσεως αποτελείται από δημοσίους υπαλλήλους περί ων αι καταστατικαί διατάξεις και αι συνθήκαι της υπηρεσίας εξασφαλίζουν την μονιμότητα της απασχολήσεως αυτών και την ανεξαρτησίαν των από πάσης κυβερνητικής μεταβολής και πάσης ατόπου εξωτερικής επιρροής» 6) Η διάταξη του άρθρου 154 παρ. (α) του Ν. 4512/2018 που προβλέπει γενικά για τους ελεγκτές, άρα και για τους Επιθεωρητές Εργασίας, ότι “ασκούν εποπτεία ΜΟΝΟ μετά από υπηρεσιακή, έγγραφη ή προφορική, εντολή και ανάθεση διεξαγωγής ελέγχου”, έρχεται σε αντίθεση με τον Ν. 4808/2021, και 81 ΔΣΕ, που δίνουν στους επιθεωρητές λειτουργική ανεξαρτησία και ισχυρές ελεγκτικές εξουσίες. Σε συνδυασμό και με επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου (παρ. γ, ε) περιορίζουν την ανεξαρτησία του Επιθεωρητή στην άσκηση του ελεγκτικού έργου. Ειδικότερα, η διαδικασία γραπτής εντολής : • Περιορίζει τον αιφνιδιαστικό έλεγχο της Επιθεώρησης, άρθρο 12 της (ΔΣΕ) η οποία εισέρχεται ελεύθερα στους χώρους εργασίας χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. • Αυξάνει τον κίνδυνο προειδοποίησης και απόκρυψης παραβάσεων, πριν από την διενέργεια του ελέγχου Σε κάθε περίπτωση, οι Επιθεωρητές έχουν ελεγκτική αρμοδιότητα λόγω της ιδιότητάς τους εκ του νόμου, και δεν χρειάζονται ειδική εντολή για κάθε έλεγχο. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία έχουν την εξουσιοδότηση να: • Εισέρχονται ελεύθερα και χωρίς προειδοποίηση στους χώρους εργασίας • Πραγματοποιούν ελέγχους οποιαδήποτε ώρα λειτουργίας • Ζητούν έγγραφα και στοιχεία • Συνομιλούν και να παίρνουν μαρτυρίες εργαζομένων και εργοδοτών 7) Στο άρθρο 155 στις παρ. (στ), (ζ) και (η) προβλέπεται: “ στ. να απαιτεί την τήρηση εχεμύθειας για πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα, στις οποίες ο ελεγκτής έχει πρόσβαση κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ζ. να προβαίνει σε καταγγελία, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 157, αν ο ελεγκτής υποδεικνύει ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά, ή αν προκύπτει σύγκρουση ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος, η. να αιτείται την εξαίρεση του ελεγκτή, αν υπάρχει εύλογη και αιτιολογημένη αμφιβολία για την αμεροληψία του, θ. να λαμβάνει γνώση και αντίγραφα όλων των εγγράφων και αποτελεσμάτων του ελέγχου, να διατυπώνει απόψεις, να υποβάλει εξηγήσεις ή ενστάσεις, ακόμα και κατά τη διενέργεια του ελέγχου”. Εδώ πρωτίστως να υπογραμμίσουμε ότι η υποχρέωση τήρησης απορρήτου από τους επιθεωρητές εργασίας προβλέπεται στο νομοθετικό μας πλαίσιο. Όσο για τις παραγράφους που προβλέπουν και δίνουν την δυνατότητα εξαίρεσης του επιθεωρητή, είναι αντίθετες με την λειτουργική ανεξαρτησία των επιθεωρητών εργασίας και ανοίγει τον δρόμο της παρεμπόδισης του ελέγχου και της έλλειψης κάθε προστατευτικού και νομικού πλαισίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι προβλέψεις αυτές των παραγράφων στ, ζ και η λειτουργούν ουσιαστικά υπέρ του “περιορισμού του ελέγχου” και της παρεμπόδισής του, που διενεργείται στις επιχειρήσεις. Στο άρθρο 157 παρ. 1 & 2 προβλέπεται : “1. Οικονομικός φορέας ή εκπρόσωπός του ή άλλο πρόσωπο, που εμπλέκεται στο πλαίσιο της εποπτείας, μπορεί να υποβάλει καταγγελία για τη συμπεριφορά του ελεγκτή. Η καταγγελία υποβάλλεται στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο επικοινωνίας, ηλεκτρονικά, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με επιστολή ή και τηλεφωνικώς. 2. Η εποπτεύουσα αρχή διαβιβάζει αρμοδίως την καταγγελία στην εισαγγελική αρχή εφόσον πιθανολογείται τέλεση αξιόποινων πράξεων και στα πειθαρχικά όργανα του ν. 3528/2007 (Α΄26)”. Στο ανωτέρω άρθρο επίσης διαπιστώνουμε μία σπουδή του νομοθέτη να δημιουργήσει εργαλεία και νόμιμες δυνατότητες στον ελεγχόμενο να: • διακόψει τον έλεγχο • αμφισβητήσει νομίμως τον έλεγχο • καταγγείλει τους επιθεωρητές για πλημμελή άσκηση καθηκόντων τους • παρεμποδίσει την ίδια τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους Συνοψίζοντας, η υπαγωγή της Επιθεώρησης Εργασίας στην Εποπτεία Ελέγχων αλλοιώνει τον χαρακτήρα της, που στοχεύει στην προστασία των εργαζομένων και την εντάσσει σε ένα πλαίσιο αντίθετο με την αποστολή της, όπως οι πολιτικές οικονομικής προώθησης, η στήριξη και διευκόλυνση των νέων επενδύσεων, απλούστευση διαδικασιών, βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, εύρυθμη λειτουργία της αγοράς που αφορούν και είναι στόχευση του Υπουργείου Ανάπτυξης. Ο Σύλλογος Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία & Υπαλλήλων Επιθεώρησης Εργασίας απορρίπτει το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για τους λόγους που παρουσίασε αναλυτικά ανωτέρω και ζητά την απόσυρσή του.