• Σχόλιο του χρήστη 'Ηλίας Καστρίτης' | 8 Μαρτίου 2010, 14:29

    Προτείνεται η εξής τροποποίηση: Η περίπτωση ιδ. της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν. 3614/2007 αντικαθίσταται ως εξής : «(ιδ) προβαίνει σε ανασκόπηση της διαδικασίας διακήρυξης, ανάθεσης και τροποποίησης δημοσίων συμβάσεων. Για όσες συμβάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Κοινοτικών Οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων προβαίνει επιπλέον σε ανασκόπηση των σταδίων ανάθεσης της σύμβασης. Η διαχειριστική αρχή εκφράζει τη γνώμη της εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη λήψη των σχετικών στοιχείων επί τη βάσει οδηγών και κατευθύνσεων που έχει θέσει στη διάθεσή των Δικαιούχων . Η ορθή εφαρμογή των διαδικασιών διακήρυξης, ανάθεσης και τροποποίησης σύμβασης αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του Δικαιούχου της πράξης ή της Αναθέτουσας Αρχής, σύμφωνα με τη διαχειριστική επάρκεια και της αρχής της επικουρικότητας και αναλογικότητας. Η συμμόρφωση της τελικής προκήρυξης ή σύμβασης με τη γνώμη της διαχειριστικής αρχής, αποτελεί ευθύνη του Δικαιούχο και συνιστά όρο για τη χρηματοδότηση της πράξης. Σε περίπτωση δημόσιας σύμβασης που έχει ήδη συναφθεί κατά την ένταξη της σχετικής πράξης, καθώς και στις περιπτώσεις δημοσίων συμβάσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Κοινοτικών Οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων, η εξέταση της διαδικασίας ανάθεσης διενεργείται πριν από την καταχώρηση δαπανών στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα.». Η παραπάνω τροποποίηση εφαρμόζεται και στο (τροποποιούμενο) άρθρο 7 παράγραφο 5, άρθρο 8 παράγραφο 3 Σκεπτικό τροποποίησης Η εμπειρία διαχείρισης του Γ’ ΚΠΣ δείχνει ότι η έννοια «σύμφωνη γνώμη» ερμηνεύεται στην πράξη από τους Δικαιούχους, ως «έγκριση». Υπό αυτή την πάγια ερμηνεία, η «σύμφωνη γνώμη» αποτελεί ένα ακόμα «εγκριτικό στάδιο» στη διαδικασία προκήρυξης και ανάθεσης, η ορθή τήρηση των οποίων είναι και οφείλει να παραμένει αποκλειστική ευθύνη του διαχειριστικά επαρκούς, Δικαιούχου (Αναθέτουσας Αρχής) της πράξης. Αν έτσι, εφαρμοστεί το παραπάνω ως έχει, οι Διαχειριστικές Αρχές, θα συμμετέχουν στις διαδικασίες προκήρυξης και ανάθεσης, καταργώντας στην πράξη τον ελεγκτικό χαρακτήρα που έχουν βάσει των κοινοτικών κανονισμών, καθώς ο ελεγχόμενος και ο ελέγχων θα συμπίπτει, εφόσον η τελική προκήρυξη και σύμβαση, αποτελεί «προϊόν» εκ των προτέρων συμφωνίας της Διαχειριστικής Αρχής και του Δικαιούχου. Επιπλέον, η συμμετοχή των ΔΑ στις διαδικασίες ανάθεσης του Δικαιούχου, πέραν από ένα προληπτικό –και μόνο χαρακτήρα- είναι αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας και επικουρικότητας της ΕΕ καθώς η ΑΑ μπορεί να αποποιηθεί ανά πάσα στιγμή τις αρμοδιότητες και ευθύνες που τις αναλογούν, ως διακριτό μέρος της διαδικασίας υλοποίησης διαρθρωτικών παρεμβάσεων. Τέλος, σε ορισμένα Επιχειρησιακά Προγράμματα, στα οποία οι Διαχ. Αρχές παραμένουν υπο-στελεχωμένες, σχετίζονται με ένα ανομοιογενές μείγμα Δικαιούχων (όσον αφορά το νομικό καθεστώς προμηθειών τους) και οι προτάσεις πράξεων εμφανίζουν ένα πολύπλοκο φυσικό αντικείμενο, ενδέχεται να εμφανίσουν αντί για επιτάχυνση, επιβράδυνση. Σε αυτή την περίπτωση, αν ισχύσει επιπλέον η τεκμαιρόμενη σύμφωνη γνώμη επί άπρακτης προθεσμίας, οι ΔΑ χάνουν στην πράξη, μια ουσιαστική αρμοδιότητα άσκησης ελέγχου σε οποιοδήποτε στάδιο ή/και ενδέχεται με τη πολύ πιθανή, συστηματική μη παροχή γνώμης εντός των προθεσμιών, να μη ασκούν εν τέλει, τον προληπτικού χαρακτήρα, ελέγχο, στα στάδια των διαδικασιών προκήρυξης και ανάθεσης