• Σχόλιο του χρήστη 'ΓΚΙΟΥΛΕΤΖΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ, Αξιολογήτρια Ιδιωτικών Επενδύσεων και μέλος στα μητρώα του ΕΟΜΜΕΧ, ΕΦΕΠΑΕ, ΚΕΠΑ κ.λ.π.- Δημόσιος Υπάλληλος' | 10 Μαρτίου 2010, 23:46

    Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΩΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΔΙΑΧΕΡΙΣΗΣ Κατά την περίοδο 2002 μέχρι και λίγο πριν τις εκλογές του 2004, σε ότι αφορά τους φορείς διαχείρισης των προγραμμάτων για τις επιδοτήσεις των επιχειρήσεων από τα προγράμματα ενίσχυσης των Μικρομεσαίων επιχειρήσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ίσχυαν τα εξής: Οι Τράπεζες ήταν φορείς υποδοχής των αιτήσεων των επιχειρήσεων και διεξήγαγαν μια πρώτη αξιολόγηση. Η φάση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης και γνωμοδότησης για την κατάταξη των υποψηφίων στην λίστα των αποτελεσμάτων, ήταν αρμοδιότητα των Περιφερειών και συγκεκριμένα των τμημάτων Γ’ στις Διευθύνσεις Σχεδιασμού και Ανάπτυξης που είχαν την τεχνογνωσία και από τον Αναπτυξιακό Νόμο. Αυτό διασφάλιζε ένα πολύ μεγάλο βαθμό αντικειμενικότητας στον τρόπο αξιολόγησης των επενδύσεων γιατί δεν υπήρχε η πελατειακή σχέση των υπαλλήλων με τους υποψηφίους επιχειρηματίες. Επίσης αυτή η διαδικασία κόστιζε ως τεχνική βοήθεια πολύ λίγο διότι οι αμοιβές των υπάλληλων που δούλευαν εκτός ωραρίου για αυτή την δουλειά ήταν εξωφρενικά χαμηλότερες σε σχέση με αυτές που προβλέπονταν για τις τράπεζες και τις οποίες αναφέρω παρακάτω: Για την τράπεζα που θα δεχόταν την αίτηση του επενδυτή και που τις περισσότερες φορές θα πίεζε τον επιχειρηματία να πάρει δάνειο, η αμοιβή ήταν: 700,00 ευρώ για κάθε φάκελο του οποίου κατ’ αρχήν θα εξέταζε την πληρότητά του. Στην συνέχεια αν ο φάκελος αυτός προχωρούσε στο επόμενο στάδιο αξιολόγησης από την τράπεζα, η αμοιβή ήταν περίπου 2.000,00 ευρώ. Την ίδια στιγμή για τους υπαλλήλους στην Περιφέρεια η όλη διαδικασία της αξιολόγησης και της εισήγησης της κάθε πρότασης στην γνωμοδοτική επιτροπή δεν ξεπερνούσε τα 300,00 ευρώ. ( Οι αμοιβές αυτές μάλιστα για τις δημόσιες υπηρεσίες δεν καθορίσθηκαν από την αρχή, όπως ίσχυε για τις τράπεζες αλλά μετά από τρία περίπου χρόνια και μετά από πολύ επίμονες προσπάθειες των ίδιων των υπαλλήλων. Και μόνο από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς την σπατάλη για την τεχνική βοήθεια του προγράμματος αυτού. Ωστόσο τότε διασφαλιζόταν η αντικειμενικότητα στην αξιολόγηση των αιτήσεων και η τελική απόφαση υπαγωγής και ολοκλήρωσης υπογράφονταν από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας ο οποίος είχε το δικαίωμα να διενεργήσει και δευτεροβάθμιο έλεγχο στις επενδύσεις. Αυτά ίσχυσαν για δύο πρώτες προκηρύξεις του προγράμματος ενίσχυσης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Από τον τρίτο κύκλο του προγράμματος ο δημόσιος φορέας αποχώρησε εντελώς από τη διαδικασία αξιολόγησης και ελέγχου των επενδύσεων και όλο το έργο ανατέθηκε στις τράπεζες. Το πλαίσιο έχει ως εξής: Η κάθε τράπεζα αποφασίζει από μόνη της τον τρόπο αξιολόγησης των αιτήσεων της. Αυτό σημαίνει ότι άλλες τράπεζες δίνουν υπεργολαβία την δουλειά της αξιολόγησης και της συμβασιοποίησης των έργων σε κάποιο φορέα ενώ άλλες τράπεζες έχουν εσωτερική οργάνωση και δρομολογούν την διαδικασία. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση το πλαίσιο αξιολόγησης εμφανίζει έντονους υποκειμενισμούς. Το πρώτο σοβαρό ζήτημα που ανακύπτει αφορά το σώμα των αξιολογητών το οποίο είναι πολύ διαφοροποιημένο ως προς τις ιδιότητες και ως προς την εμπειρία και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί. Το σώμα των αξιολογητών αποτελείται και από έμπειρους και από πρωτοεισερχόμενους στο αντικείμενο της αξιολόγησης. Και όλα αυτά γιατί ο τεχνικός σύμβουλος έχει πιεστικές ημερομηνίες και πρέπει να διαχειρισθεί το συνολικό αριθμό των προτάσεων της τράπεζας από όλη την Ελλάδα. Από συζητήσεις με μελετητές είμαι σε θέση να μεταφέρω ότι για κάποιες τράπεζες που έχουν συμβάσεις με εταιρίες συμβούλων ακόμα και οι γραμματείς των εταιριών αυτών χρεώνονται αιτήσεις και αξιολογούν. Το άλλο σοβαρό θέμα σε ότι αφορά τον ρόλο του ενδιάμεσου φορέα διαχείρισης που στην περίπτωση μας είναι οι τράπεζες, έχει να κάνει με τις παρεμβάσεις των ίδιων των τραπεζών στην διαδικασία της αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι κατά την διαδικασία της αξιολόγησης και επειδή το σύστημα είναι ηλεκτρονικό και υποστηρίζεται από την πλατφόρμα της Μ.Ο.Δ., καθώς εξελίσσεται η διαδικασία και εμφανίζονται τα πρώτα αποτελέσματα κατάταξης των υποψηφίων επιχειρηματιών και επομένως τα αποτελέσματα και της κάθε τράπεζας, αρχίζουν οι εκπτώσεις στις αρχικές οδηγίες προς τους αξιολογητές προκειμένου να γίνουν διορθώσεις ανόρθωσης του γενικού μέσου όρου κάθε τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι πολλές προϋποθέσεις που αρχικά είναι απαραίτητες για την θετική αξιολόγηση κάποιας πρότασης, στην πορεία «χάνουν» την σημασία τους. Είναι νομίζω ιδιαιτέρως εμφανές ότι το σύστημα με τους ενδιάμεσους φορείς διαχείρισης όταν αυτοί είναι τράπεζες έχει πολλά προβλήματα ως προς την αντικειμενικότητα του αλλά και το κόστος του και τελικά δεν εξυπηρετεί τους κανόνες της ανάπτυξης της αγοράς αλλά τους κανόνες ανάπτυξης των τραπεζών. Όταν το βάρος της τελικής απόφασης ήταν αρμοδιότητα των Περιφερειών κατά τις δύο πρώτες φάσεις του προγράμματος αυτού, όλοι οι συνάδελφοι είχαμε το χρέος να κάνουμε σωστά την δουλειά μας γιατί υπήρχε πάντα και ο κίνδυνος των ενστάσεων από τους ενδιαφερόμενους για τις οποίες έπρεπε να έχουμε σοβαρά επιχειρήματα. Επίσης ήταν αδύνατο να έχουμε προσωπικό συμφέρον για τα 12.000 περίπου επενδυτικά σχέδια που είχαμε διαχειρισθεί σε περίπου πέντε χρόνια όπως συμβαίνει σήμερα με τις τράπεζες. Ήμασταν μια ομάδα περίπου δέκα ανθρώπων εξειδικευμένων και ο πολίτης ένοιωθε το δημόσιο παρόν σε όλη τη διαδικασία. Η εξυπηρέτηση επίσης των ενδιαφερομένων δεν έμπαινε σε νόρμες του τύπου «παίρνεις δάνειο σε εξυπηρετώ, δεν παίρνεις …………………..). Σήμερα αναπτύσσεται ένα κλίμα ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων τραπεζών για το ποια θα συγκεντρώσει τον μεγαλύτερο αριθμό προτάσεων. Έτσι στον κύκλο του 2007 η Εθνική είχε την πρώτη θέση σε αριθμό υποβεβλημένων προτάσεων αλλά επειδή κυκλοφόρησε η φήμη ότι η Εθνική είναι αυστηρή στις διαδικασίες της, στο σημερινό κύκλο η Πειραιώς έχει περάσει μπροστά. Σαφώς αυτό το πλαίσιο καταλύει κάθε έννοια αξιοκρατίας αποτελεσματικότητας αειφόρου ανάπτυξης κ.λ.π. Αντίθετα στις Περιφέρειες δεν ίσχυε κανενός είδους ανταγωνισμός με σκοπό το κέρδος ούτε και συσσωρεύονταν τόσο μεγάλο πλήθος προτάσεων ώστε να επιστρατεύεται ο καθένας ως αξιολογητής προκειμένου αυτό να ολοκληρωθεί. Οι τράπεζες αντικατέστησαν, με πολιτική ευθύνη, τον δημόσιο τομέα στα θέματα της ανάπτυξης ενώ ο ρόλος τους θεσμικά είναι πολύ διαφορετικός. Ωστόσο το θετικό από όλη την πορεία που περιέγραψα είναι ότι αναπτύχθηκαν τεχνοκρατικές δομές ενδιάμεσων φορέων που βοηθούν το έργο των Τραπεζών, οι οποίες μπορούν να υποστηρίξουν το έργο της διαχείρισης τόσων πολυάριθμων και διεσπαρμένων ανά την Ελλάδα προτάσεων με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το έργο όμως της αξιολόγησης, της έγκρισης των προτάσεων και του ελέγχου του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου αποτελεί γκρίζα ζώνη στη φάση αυτή κατά την γνώμη μου για τους λόγους που ανέπτυξα πριν. Στις πολιτικές αυτής της κυβέρνησης όπως άκουσα και από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομίας, την Κυριακή σε τηλεοπτική εκπομπή είναι η ανάπτυξη της υπηρεσίας “Μίας στάσης» ή αλλιώς « One Stop Shop” για τους επενδυτές. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει ανάγκη για την ύπαρξη πολλαπλών φορέων υποδοχής των προτάσεων όπως ήταν μέχρι σήμερα όλα τα υποκαταστήματα όλων των τραπεζών της χώρας. Επομένως και τα επιχειρήματα των αντίστοιχων φορέων υποδοχής που κατέληξαν σε φορείς άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής, για την ανάγκη ύπαρξης τους, δεν ευσταθούν. Το κυρίαρχο στο θέμα της ανάπτυξης είναι η εφαρμογή των κανόνων και των πολιτικών που αποφασίζονται, να γίνεται με τρόπο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες αυτών που επιχειρούν στην αγορά και όχι των ενδιάμεσων φορέων, π.χ. τράπεζες οι οποίες χρεώνουν και πολύ ακριβά τις υπηρεσίες τους.