• Σχόλιο του χρήστη 'ΜΟΝΙMOI ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚOI ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ' | 14 Ιουλίου 2021, 22:19

    ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΟΝΙΜΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Στα πλαίσια της δημόσιας διαβούλευσης του σχεδίου νόμου α. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ-ΖΗΤΗΜΑΤΑ 1. Είμαστε οι εκπαιδευτικοί Δευτεροβάθμιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης που υπηρετούμε σήμερα στα Εκκλησιαστικά Γυμνάσια και Λύκεια. Καταθέτουμε το παρόν υπόμνημα με σκοπό να αναδείξουμε ζητήματα που προκαλούνται από συγκεκριμένες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου του ΥΠΑΙΘ που ανέβηκε στη διαβούλευση και επηρεάζουν επί τα χείρω, την υπηρεσιακή μας κατάσταση, αλλά και εξέλιξη μας. Ευελπιστούμε να εισακουστούμε στη διαβούλευση αυτή, καθώς δεν έχουμε άλλο τρόπο να αρθρώσουμε την κραυγή αγωνίας για το μέλλον μας και τις προοπτικές εργασίας μας. Προς το σκοπό αυτό καταθέτουμε στο τέλος του παρόντος και αιτήματα βελτίωσης στο σχέδιο νόμου που επιλύουν κάποια από τα θέματα αυτά. 2. Οι εκπαιδευτικοί της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, αποτελούν από το 1977, βάσει των οργανικών τους διατάξεων των πδ 292/1977 και 1025/1977, ειδικό μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό του Υ.ΠΑΙ.Θ., το οποίο κατέχει οργανικές θέσεις στον τομέα της Εκκλησιαστικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, και εντάσσεται σε ειδικούς κλάδους, αντίστοιχους με τους προβλεπόμενους στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και υπηρετεί αποκλειστικά σε οργανικές θέσεις στα Εκκλησιαστικά Λύκεια – Εκκλησιαστικά Γυμνάσια για να καλύπτει τις πάγιες ανάγκες των Εκκλησιαστικών Σχολείων της χώρας του ν. 3432/2006. Οι εκπαιδευτικοί της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης προσλήφθηκαν με διαδικασίες διαφανείς και με προκηρύξεις, οι οποίες εκδόθηκαν κατά καιρούς από το Υ.ΠΑΙ.Θ. Ελήφθησαν υπόψη από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης - ΥΣΔΕΕ (με διευρυμένη σύνθεση) - αυξημένα προσόντα για την πρόσληψή τους. Οι περισσότεροι, άλλωστε, εκπαιδευτικοί της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης είναι με αυξημένα προσόντα, ήτοι διδακτορικά και μεταπτυχιακά. 3. Ως εκ τούτου, το εκπαιδευτικό προσωπικό των εκκλησιαστικών σχολείων αποτελεί ιστορικά μέχρι και σήμερα ένα διακριτικό σώμα εκπαιδευτικών του ΥΠΑΙΘ, με αυξημένα τυπικά προσόντα και διαφοροποιημένη αποστολή, με ιδιαίτερους κλάδους και άλλες οργανικές διατάξεις και θέσεις από αυτές της Γενικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ, υπάγεται σε διαφορετικά υπηρεσιακά συμβούλια για θέματα υπηρεσιακής κατάστασης από τους εκπαιδευτικούς της Γενικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Τούτο συμβαίνει διότι τα εκκλησιαστικά σχολεία αποτελούν ειδική μορφή εκπαίδευσης του αρ. 16 του Συντάγματος της οποία η μέριμνα ανήκει στο κράτος, ενώ, λόγω της ειδικά διαφοροποιημένης αποστολής και φύσης του έργου των διδασκόντων και της ύπαρξης μόλις δέκα (10) εκκλησιαστικών σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε όλη την Ελλάδα, δε δύνανται να συγκριθούν ουσιωδώς, οι όροι εργασίας και υπηρεσιακής κατάστασης, με τους εκπαιδευτικούς της γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τα Γενικά Εκκλησιαστικά Λύκεια – Εκκλησιαστικά Γυμνάσια της χώρας είναι περιφερειακά Σχολεία και ανήκουν απευθείας στη Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων του Υ.ΠΑΙ.Θ., σε αντίθεση με τα σχολεία, λύκεια και γυμνάσια, της Γενικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τα οποία ανήκουν στις κατά τόπους Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Μάλιστα, λόγω της ύπαρξης δέκα (10) μόλις εκκλησιαστικών σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το υπηρεσιακό συμβούλιο των εκπαιδευτικών αυτών, είναι ένα του αρ. 25 ν. 3432/2006 το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης το οποίο και έχει ως κατά τόπον αρμοδιότητα του, το σύνολο της επικράτειας, ώστε, να μπορούν να εξελίσσονται και να μετατίθενται οι εκπαιδευτικοί των εκκλησιαστικών σχολείων, με αυτούς που συγκρίνονται ουσιωδώς μεταξύ τους, σε οποιαδήποτε περιφέρεια της Ελλάδας λειτουργεί εκκλησιαστικό σχολείο. 4. Πλέον όμως αυτό το Υπηρεσιακό Συμβούλιο καταργείται με το νέο σχέδιο νόμου και εφαρμόζεται αναλογικά η νομοθεσία των εκπαιδευτικών των πρότυπων-πειραματικών σχολείων του ν. 4692/2020. Μάλιστα αυτό γίνεται με ένα απλό copy-paste του αρ. 19 του ν. 4692/2020, χωρίς καν να γίνει προσαρμογή στις συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν υπάρχουν σε κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης (ΠΔΕ), Εκκλησιαστικά Σχολεία και οι θέσεις σε όσες υπάρχουν, είναι μόλις για ένα (1) σχολείο, ήτοι αρκετά πεπερασμένες και αρκετές λιγότερες από τις προσφερόμενες των πρότυπων-πειραματικών. 5. Επιπλέον, δε φαίνεται να λαμβάνονται υπόψιν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, των θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης και εξέλιξης των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στα εκκλησιαστικά σχολεία. Συγκεκριμένα σε αντίθεση με τις διαδικασίες και τις οργανικές διατάξεις των εκπαιδευτικών γενικής εκπαίδευσης του ν. 4692/2020, οι εκπαιδευτικοί των εκκλησιαστικών σχολείων δεν υπάγονται σε ΠΥΠΔΕ, ή ΠΔΕ, όπως οι εκπαιδευτικοί των πρότυπων-πειραματικών, αλλά υπάγονται σε σχολεία που αναφέρονται κεντρικά στη Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης & Διαθρησκευτικών Σχέσεων του ΥΠΑΙΘ και στο ενιαίο τους, Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης όπου δύνανται να μεταφέρονται από εκκλησιαστικό σχολείο σε εκκλησιαστικό σχολείο και να δηλώνουν ενδιαφέρον για μετάθεση ανάλογα με τις κενές θέσεις και τα προσόντα τους σε οποιοδήποτε από τα 10 αυτά σχολεία, ανά την Ελλάδα. β. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ-ΒΛΑΒΕΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΑΣ 1. Με την άκριτη αντιγραφή του θεσμού και των διαδικασιών του αρ. 19 ν. 4692/2020 των εκπαιδευτικών των πρότυπων-πειραματικών, στους εκπαιδευτικούς εκκλησιαστικών σχολείων, οι τελευταίοι χάνουν άδικα τις οργανικές τους θέσεις και αντί να τους δοθεί η επιλογή να επιλέγουν σε ποιο ΠΥΣΔΕ ή ΠΥΣΠΕ θα μεταφερθούν, τους μεταφέρει με τις μεταβατικές διατάξεις του αρ. 165, αναγκαστικά και αυθαίρετα ο νομοθέτης, σε ένα χωροταξικό ΠΥΣΔΕ, χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία των εκκλησιαστικών σχολείων με ΠΥΣΔΕ, καθώς αυτά είναι μόλις 10 σε όλη την επικράτεια και μέχρι σήμερα για τον λόγο αυτό, δεν αντιστοιχεί ούτε μπορούσε να αντιστοιχεί σε κάθε ένα ΠΥΣΔΕ από ένα του εκκλησιαστικό σχολείο. Τοιουτοτρόπως, η χωροταξική αντιστοιχία που επιχειρείται τώρα, γίνεται αυθαίρετα και έχει ως αποτέλεσμα να ενταχθούν τα σχολεία αυτά σε ΠΥΣΔΕ, με αρκετά λιγότερες οργανικές θέσεις και με περιορισμένες επιλογές εργασίας των εκπαιδευτικών αυτών, πάνω στην εξαιρετικά διαφοροποιημένη ειδικότητα των προσόντων τους. Έτσι, θίγονται τα δικαιώματα εργασιακής μας ελευθερίας καθώς με το αρ. 165 του σχεδίου νόμου μεταφερόμαστε αυθαίρετα σε χωροταξικές περιοχές που δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικότητες μας και δεν αντιστοιχούν σε περιοχές μετάθεσης εκκλησιαστικών σχολείων. Για το λόγο αυτό, ζητάμε να γίνει προσαρμογή του αρ. 165 και να μας εξασφαλιστούν οι νέες οργανικές θέσεις σε σχολεία κατά προτεραιότητα του ΠΥΣΔΕ ή ΠΥΣΠΕ της επιλογής μας και όχι του οικείου χωροταξικά (στην Α/θμια για τις ειδικότητες που μπορούν να εργαστούν) και να μη βρεθούμε στη διάθεση μικρών ΠΥΣΔΕ ώστε να γυρνάμε από σχολείο σε σχολείο μη μπορώντας να βρούμε ώρες ανάθεσης στην ειδικότητα μας. 2. Προσέτι δε, άλλη μια ατυχής αντιγραφή του θεσμού και των διαδικασιών του αρ. 19 ν. 4692/2020 των πρότυπων-πειραματικών, στους εκπαιδευτικούς εκκλησιαστικών σχολείων, είναι η πρόβλεψη του αρ. 119 του σχεδίου νόμου, για τους εκπαιδευτικούς των εκκλησιαστικών σχολείων να δηλώνουν ως επιλογή μόνο εκκλησιαστικά σχολεία της οικεία τους ΠΔΕ, τη στιγμή που σε αντίθεση με τα πρότυπα-πειραματικά που υπάρχουν σε κάθε ΠΔΕ σε μεγάλο αριθμό, τα εκκλησιαστικά σχολεία είναι μόλις δέκα σε όλην την Ελλάδα, έτσι, αν δηλωθεί μόνο η οικεία ΠΔΕ, είναι σαν να δηλώνεται ενδιαφέρον μόνο για ένα (1) σχολείο!. Αυτό έχει ως αυτόθροη συνέπεια, εκπαιδευτικοί με ειδικά διαφοροποιημένα και επαυξημένα προσόντα, να ανταγωνίζονται για λιγότερες θέσεις, του ενός μόνο σχολείου της οικείας ΠΔΕ και σε άλλα σχολεία, των άλλων ΠΔΕ, είτε να μην υπάρχει ενδιαφέρον, είτε να επιλέγονται εκπαιδευτικοί με λιγότερα προσόντα. Κάτι τέτοιο όμως παραβιάζει κατάφωρα της αρχή της ισότητας και της εργασιακής σταδιοδρομίας ανάλογα με τα προσόντα εκάστου, καθώς εισάγει, για πρώτη φορά, έναν υπέρμετρο χωρικό περιορισμό, που δεν υπήρχε, αλλά ούτε είναι πρόσφορος ή αιτιολογημένος. Στα πρότυπα-πειραματικά σχολεία που προβλέπεται αυτή η διαδικασία, λόγω του μεγάλου αριθμού τους, σε κάθε ΠΥΣΔΕ και σε κάθε ΠΔΕ, υπάρχει μεγάλη πληθώρα προσφερόμενων θέσεων για εκπαιδευτικούς. Σε αντίθεση, τα εκκλησιαστικά σχολεία, μέχρι πρότινος με το ν. 3432/2006, είχαν κοινή περιφέρεια όλη την επικράτεια και υπάγονταν για τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης τους σε ένα κεντρικό υπηρεσιακό συμβούλιο και όχι σε χωροταξικά σε ένα ΠΥΣΔΕ ή ΠΔΕ, έτσι μπορούσαν να κάνουν αίτηση για μετάθεση οι εκπαιδευτικοί που είχαν τα ειδικά και επαυξημένα προσόντα για εκκλησιαστικά σχολεία, σε οποιοδήποτε εκκλησιαστικό σχολείο της επικράτειας, από τα μόλις 10, υπήρχε οργανική θέση ανάλογη των προσόντων τους. Με τον τρόπο αυτό διασφαλιζόταν, τηρουμένων των αναλογιών, το δικαίωμα υπηρεσιακής εξέλιξης και σταδιοδρομίας εκάστου ημών των εκπαιδευτικών αυτών, συγκρινόμενων ουσιωδώς μεταξύ μας, ανάλογα των προσόντων μας. Το δικαίωμα μας όμως αυτό βάλλεται τώρα στον πυρήνα του, με τη ρύθμιση του αρ. 119 του σχεδίου νόμου, που προβλέπει κατάθεση υποψηφιότητας αποκλειστικά και μόνο στην οικεία ΠΔΕ, η οποία έχει 1 μόνο εκκλησιαστικό σχολείο. Αντί αυτού, προς αποκατάσταση του δικαιώματος εργασιακής ελευθερίας και ουσιαστικής ισότητας στην εργασία των αρ. 5 και 4 αντίστοιχα του Συντάγματος, θα πρέπει να προσαρμοστεί η εν λόγω διάταξη και να δίνεται η δυνατότητα να καλούνται οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα προσόντα για κατάθεση υποψηφιότητας σε Εκκλησιαστικό Σχολείο, ανεξαρτήτως της ΠΔΕ όπου υπάγονται. Μάλιστα, μια τέτοια δυνατότητα, για κατάθεση αίτησης ανεξαρτήτως της ΠΔΕ όπου υπάγεται ο ενδιαφερόμενος εκπαιδευτικός και το σχολείο, θα πρέπει να προβλεφθεί και μεταβατικά και στη διάταξη του αρ. 165 για τους εκπαιδευτικούς που θα μεταφερθούν αναγκαστικά το φετινό έτος 2021-2022 και θα επιθυμούν παράλληλα για το σχολικό έτος 2022-2023 να δηλώσουν υποψηφιότητα επιλογής σε Εκκλησιαστικό Σχολείο, καθώς το αρ. 165 παραπέμπει πάλι στη διαδικασία της διάταξης του αρ. 119. 3. Με το νέο σχέδιο νόμου επίσης, γίνεται μια κατ’ ουσίαν, αναγκαστική μετάταξη και όχι μεταφορά, των εκπαιδευτικών των εκκλησιαστικών σχολείων, από τους κλάδους της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης ( των πδ 292/1977 και 1025/1977 και του ν. 3379/1955 στους κλάδους της Γενικής Εκπαίδευσης του ν. 1566/1985. Μάλιστα, καθώς οι διατάξεις των προαναφερθέντων ειδικών κλάδων εκκλησιαστικής εκπαίδευσης δεν καταργούνται με το σχέδιο νόμου, αλλά αντίθετα απλά μετακινούνται οι εκπαιδευτικοί των κλάδων αυτών, σε οργανικές θέσεις της γενικής εκπαίδευσης, τίθεται ζήτημα αναγκαστικής μετάταξης του κλάδου, ως εκ τούτου θα πρέπει για διασφάλιση των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών των εκκλησιαστικών σχολείων να οριστεί στις μεταβατικές διατάξεις του αρ. 165 ότι πρόκειται για διαδικασία αναγκαστικής μετάταξης από ένα κλάδο και ένταξης σε όμοιο κλάδο. Έτσι η απόφαση του Υπουργού Παιδείας της παρ. 3 του αρ. 165 πρέπει να είναι και απόφαση μετάταξης σε νέο κλάδο. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος οι εκπαιδευτικοί που μεταφέρονται από τα εκκλησιαστικά σχολεία να τεθούν σε δυσμενέστερη θέση καθώς θα παραμένουν εκπαιδευτικοί κλάδων της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και να μην μπορούν να συμμετέχουν σε ίδιες διαδικασίες με εκπαιδευτικούς της γενικής εκπαίδευσης. Συνεπώς, καθίσταται ουσιαστικής σημασίας στην παρ. 3 του αρ. 165 να οριστεί ρητά αυτή η διευκρίνηση. 4. Μάλιστα για λόγους συστηματικής ερμηνείας και αντιμετώπισης των εκπαιδευτικών εκκλησιαστικών σχολείων, αρκετοί εκπαιδευτικοί της Γενικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κατά καιρούς και ύστερα από αίτησή τους, βάσει προκηρύξεων οι οποίες εκδόθηκαν από το Υ.ΠΑΙ.Θ., έχουν μεταταχθεί στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση, όπως και αντίστροφα. Έτσι και τώρα, θα πρέπει να οριστεί ρητά τι είναι αυτή διαδικασία της μεταφοράς τους, ως διαδικασία μετάταξης τους σε άλλο όμοιο κλάδο, για να τυγχάνουν των ίδιων προβλέψεων της νομοθεσίας, όπως και οι συνάδελφοι τους των κλάδων αυτών. Ειδικότερα δε, θα πρέπει να αναφερθεί στις μεταβατικές διατάξεις του αρ. 165, της μετάταξης μας σε οργανική θέση ΠΥΣΔΕ/ΠΥΣΔΕ που θα αιτηθούμε, ότι προηγούμαστε σε κάθε περίπτωση, κατά απόλυτη προτεραιότητα των υπόλοιπων οργανικά υπεράριθμων του εν λόγω ΠΥΣΔΕ/ΠΥΣΠΕ, στην επιλογή οργανική θέσης και η προτεραιότητα αυτή να ισχύει μέχρι τη λήψη οργανικής θέσης (χωρίς να απαιτείται η γνωμοδότηση από το ΠΥΣΔΕ ή ΠΥΣΠΕ κάθε φορά για την προτεραιότητά μας). Αλλιώς, θα βρισκόμαστε κάθε έτος στην ίδια κρίση των ΠΥΣΔΕ/ΠΥΣΠΕ με τους λοιπούς οργανικά υπεράριθμους συναδέλφους μας, οι οποίοι όμως δεν προήλθαν από αναγκαστική μετάταξη όπως εμείς. Εμείς χάσαμε τη μόνιμη οργανική θέση μας, από επιλογή του νομοθέτη και όχι λόγω αναθέσεων ή μικρής προϋπηρεσίας, έτσι, θα πρέπει ο νομοθέτης για λόγους ουσιαστικής ισότητας να προβλέψει μεταβατικά στο αρ. 165 παρ. 4 όχι μόνο την απόλυτη προτεραιότητα μας έναντι γενικά των υπεράριθμων, αλλά και την απόλυτη προτεραιότητα μας έναντι κάθε είδους υπεράριθμων (λειτουργικών/οργανικών) εκπαιδευτικών που ήδη βρίσκονται στο οικείο ΠΥΣΔΕ/ΠΥΣΠΕ. 5. Τέλος, λόγω των καλλιτεχνικών ειδικοτήτων στην εκκλησιαστική εκπαίδευση και της σχετικής ειδίκευσης τινών εξ’ ημών, ζητάμε στο 165 παρ. 3 και 4 των μεταβατικών διατάξεων, να οριστεί ρητά το δικαίωμα επιλογής μεταφοράς μας σε οργανικές θέσεις σε μουσικά και καλλιτεχνικά σχολεία στο ΠΥΣΔΕ της επιλογής μας για τις ειδικότητες όσων εκπαιδευτικών μπορούν να εργαστούν στα σχολεία αυτά. 6. Παράλληλα, θα πρέπει να οριστεί ρητά στην παρ. 8 του 165 των μεταβατικών διατάξεων ότι ναι μεν υπαγόμαστε για το φετινός έτος στο υπηρεσιακό συμβούλιο του αρ. 25 ν. 3432/2006, αλλά έχουμε δικαίωμα συμμετοχής και από το έτος 2021-2022 στις ίδιες διαδικασίες που ακολουθούν και οι εκπαιδευτικοί της Γενικής Δευτεροβάθμιας ή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (πχ. επιλογής στελεχών εκπαίδευσης κ.α.). ΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΕΣ: γ. ΑΙΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ Συμπερασματικά, μετά τη δημοσιοποίηση, του νομοσχεδίου από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων με τίτλο: «Αναβάθμιση του Σχολείου, Ενδυνάμωση των Εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις» στο οποίο στο Κεφάλαιο Γ΄, στο άρθρο 165 αναφέρονται οι «Μεταβατικές διατάξεις για εκπαιδευτικούς και διευθυντές Γενικών Εκκλησιαστικών Λυκείων – Γυμνασίων και Γενικών Εκκλησιαστικών Λυκείων»: Ως μόνιμοι εκπαιδευτικοί με οργανική θέση στη Δευτεροβάθμια Εκκλησιαστική Εκπαίδευση, επειδή οι οργανικές μας θέσεις καταργούνται από τα Εκκλησιαστικά Σχολεία με το νέο νομοσχέδιο που είναι προς διαβούλευση, αιτούμαστε τα εξής: 1. Να μας εξασφαλιστούν νέες οργανικές θέσεις σε σχολεία κατά προτεραιότητα του ΠΥΣΔΕ ή ΠΥΣΠΕ της επιλογής μας και όχι σε ΠΥΣΔΕ κατόπιν μιας αυθαίρετης χωροταξικής κατανομής (στην Α/θμια για τις ειδικότητες που μπορούν να εργαστούν) και να μη βρεθούμε στη διάθεση και να αναγκαζόμαστε να γυρνάμε από σχολείο σε σχολείο, καθώς δεν επιλέξαμε εμείς την αναγκαστική μεταφορά μας. 2. Να μας δίνεται η δυνατότητα να καταθέτουμε αίτηση για επιλογή εκπαιδευτικών, σε εκκλησιαστικό σχολείο, ανεξαρτήτως ΠΔΕ και όχι μόνο της οικείας ΠΔΕ. 3. Να διευκρινιστεί το status της υπηρεσιακής κατάστασης μας ως αναγκαστικής μετάταξης στο νέο κλάδο όπου θα ανήκουμε μετά τη μεταφορά μας 4. Να προηγούμαστε κατά απόλυτη προτεραιότητα των οργανικά/λειτουργικά υπεράριθμων στην επιλογή οργανική θέσης και η προτεραιότητα μας αυτή να ισχύει έναντι πάντων, μέχρι τη λήψη οργανικής θέσης (χωρίς να απαιτείται η γνωμοδότηση από το ΠΥΣΔΕ ή ΠΥΣΠΕ κάθε φορά για την προτεραιότητά μας). 5. Να οριστεί δικαίωμα στην επιλογή μουσικών και καλλιτεχνικών σχολείων στο ΠΥΣΔΕ της επιλογής μας για τις ειδικότητες που μπορούν να εργαστούν στα σχολεία αυτά. 6. Να οριστεί ρητά στις μεταβατικές διατάξεις ότι έχουμε δικαίωμα συμμετοχής από το έτος 2021-2022 στις ίδιες διαδικασίες που ακολουθούν και οι εκπαιδευτικοί της Γενικής Δευτεροβάθμιας ή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (πχ. επιλογής στελεχών εκπαίδευσης κ.α.). Οι εκπαιδευτικοί των Εκκλησιαστικών Σχολείων