• Σχόλιο του χρήστη 'Μαρία Μαρκάκη' | 19 Μαΐου 2010, 10:19

    Το κριτήριο «Ύψος Επένδυσης» πώς προβλέπεται να εφαρμοσθεί; Όσο μεγαλύτερη επένδυση τόσο υψηλότερη βαθμολογία; Αυτό όμως αντιβαίνει στο πολλάκις λεγόμενο (και τεκμηριωμένο) ότι οι μικρές-μεσαίες επιχειρήσεις συνεισφέρουν αναλογικά περισσότερο από τις μεγάλες στη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ είναι και πιο ευέλικτες σε περιόδους κρίσεων από τις μεγάλες. Δεδομένης δε της αναμενόμενης στενότητας διαθέσιμων πόρων, θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστό όχι μόνο το διαθέσιμο συνολικό ποσό για τη χρηματοδότηση επενδύσεων αλλά και η επιθυμητή κατανομή του μεταξύ προτάσεων με προϋπολογισμό διαφορετικής τάξης μεγέθους. Θα ήταν νομίζω παράλογο να συγκρίνονται μεταξύ τους προτάσεις π.χ. ύψους 150.000 και 15.000.000 €.   Η «Εξωστρέφεια» συνδυάζεται κυρίως με τις εξαγωγές προς άλλες χώρες. Για τις επιχειρήσεις όμως της Ελληνικής Περιφέρειας (πλην Αττικής και Θεσσαλονίκης) ανάπτυξη εξωστρέφειας σαφώς αποτελεί η αναζήτηση-απόκτηση πελατείας και εκτός της Περιφέρειας ή ακόμα και του Νομού στον οποίο εδρεύουν. Θεωρώ ότι θα πρέπει να ληφθεί και αυτό υπ’ όψιν στον τρόπο βαθμολόγησης της «Εξωστρέφειας».   Η εφαρμογή των κριτηρίων για την «Πράσινη Ανάπτυξη», όπως αυτά διατυπώνονται κατ’αρχήν, παραπέμπουν στις μεταποιητικές δραστηριότητες. Θα πρέπει τα κριτήρια να αναπροσαρμοστούν για τους άλλους κλάδους της οικονομίας, διαφορετικά θα δημιουργηθούν στρεβλώσεις. Η πριμοδότηση εγκατάστασης επιχειρήσεων σε ΒΕΠΕ (Βιομηχανικές, Βιοτεχνικές Περιοχές και Βιοτεχνικά Πάρκα) πρέπει να συνδυαστεί και με την αλλαγή της νομοθεσίας για τις ΒΕΠΕ, ώστε να μπορούν να μετεξελιχθούν και τυπικά σε Επιχειρηματικές Περιοχές και να μπορεί να εγκατασταθούν σε αυτές επιχειρήσεις και των άλλων κλάδων της οικονομίας και όχι μόνο της μεταποίησης (π.χ. κέντρα χονδρεμπορίου-logistics-ηλεκτρονικού εμπορίου, συνεργεία, ερευνητικά εργαστήρια κ.α.).   «Εγκατάσταση σε φθίνουσα περιοχή»: ο χαρακτηρισμός μίας περιοχής ως φθίνουσας θα γίνεται βάσει ποιων κριτηρίων; Θα είναι ανά κλάδο ή γενικά; Οι περιοχές θα διαφοροποιούνται σε επίπεδο Περιφέρειας, Νομού, Δήμου (Καποδιστριακού ή Καλλικράτειου) ή Δημοτικού Διαμερίσματος; Για πόσο καιρό θα ξέρουμε εκ των προτέρων ότι θα ισχύει ο χαρακτηρισμός;   Το κριτήριο «Καθετοποίηση Οικονομικής Δραστηριότητας» θεωρώ ότι δε συνάδει με τις σύγχρονες απαιτήσεις ευελιξίας των επιχειρήσεων και ενσωματώνει σιωπηρά τη ΛΑΘΟΣ παραδοχή ότι πάντα αυξάνεται η παραγωγικότητα και μειώνεται το κόστος μιας επιχείρησης αν προχωρήσει σε Καθετοποίηση. Οι σύγχρονες επιχειρήσεις αναθέτουν όλο και περισσότερες δραστηριότητες σε υπεργολάβους – εξωτερικούς συνεργάτες (π.χ. είσπραξη λογαριασμών, παραγωγή ανταλλακτικών, συντήρηση εξοπλισμού, καθαρισμός ιματισμού, διανομή προϊόντων κ.α.). Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να ελέγξουν το κόστος τους, μεταβάλλοντας τα έξοδά τους ανάλογα με τις ανάγκες τους και όχι να επιβαρύνονται με μεγάλα σταθερά κόστη, που μπορεί να τις καταστήσουν πιο εύκολα μη ανταγωνιστικές και ζημιογόνες. Στη σημερινή οικονομική συγκυρία δε θεωρώ λογική την (συνήθη) υπερεπένδυση σε πάγια, που θα καταστήσει μία μονάδα καθετοποιημένη  αλλά θα την επιβαρύνει με τοκοχρεολύσια, σε πάρα πολλές περιπτώσεις μεγαλύτερα από τα έξοδα-αμοιβές για την «αγορά» προϊόντων ή υπηρεσιών από τρίτους. Θεωρώ ότι το κριτήριο αυτό δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ ‘όψιν ανεξάρτητα αλλά να εξετάζεται εντός του κριτηρίου της Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης του Επενδυτικού Σχεδίου, εφόσον μπορεί να τεκμηριωθεί μείωση του κόστους – καλύτερη βιωσιμότητα στην περίπτωση της καθετοποίησης. Επίσης ουσιαστικά λαμβάνεται υπ’ όψιν έμμεσα και στην «Προστιθέμενη Αξία ανά μονάδα κόστους».   Στο κριτήριο «Συνεργασίες σε τοπική και περιφερειακή κλίμακα» δε γίνεται σαφές αν αναφέρεται στην πριμοδότηση προτάσεων, που υποβάλλονται από συμπράξεις-δίκτυα επιχειρήσεων ή αν αναφέρεται στην πριμοδότηση πρότασης μεμονωμένης επιχείρησης, που είναι μέλος ενός υφιστάμενου (ή και υπό σύσταση;) δικτύου. Στην περίπτωση που εννοεί το πρώτο, τι δαπάνες θα είναι επιλέξιμες; Για τη δημιουργία δικτύων – clusters επιχειρήσεων είναι κρίσιμη η φάση προετοιμασίας, ώστε να πεισθούν για τη συμμετοχή τους τα εν δυνάμει μέλη τους και να γίνουν οι σχετικές απαραίτητες μελέτες – ανοικτές συγκεντρώσεις κ.λπ. Θα μπορούν να είναι επιλέξιμες τέτοιες δαπάνες (μέχρι κάποιου ποσοστού της συνολικής επένδυσης), εφόσον η προτεινόμενη συνολική πρόταση τύχει χρηματοδότησης;   Δεν περιλαμβάνεται στα κριτήρια, το κριτήριο «Ωριμότητας» ενός έργου. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να εξετάζεται και να βαθμολογείται θετικά η ετοιμότητα ενός έργου να ξεκινήσει άμεσα την υλοποίησή του, ώστε να υπάρχει επιτάχυνση της απορρόφησης κονδυλίων προς όφελος της εθνικής οικονομίας. Επίσης συνήθως αυτοί που έχουν μπει σε έξοδα ωρίμανσης ενός έργου, θέλουν πράγματι και να το υλοποιήσουν (αρκετές φορές ακόμα και χωρίς επιχορήγηση). Π.χ. στο κριτήριο «Ωριμότητα» θα μπορούσε να λαμβάνονται υπ’όψιν κατά σειρά ενδεικτικά τα εξής: αν υπάρχει ήδη η ιδιοκτησία της γης, αν έχει εκδοθεί θετική ΠΠΕ (όπου χρειάζεται), αν έχει κατατεθεί προς έγκριση ΜΠΕ, αν έχουν ήδη εκδοθεί Περιβαλλοντικοί Όροι, αν έχει ήδη εκδοθεί η (τυχόν) απαιτούμενη άδεια εγκατάστασης ή αν υπάρχει έγκριση σχεδίων από τον ΕΟΤ για τα ξενοδοχεία, αν έχει εκδοθεί η τυχόν απαιτούμενη Οικοδομική άδεια ή/και Άδεια Εργασιών Μικρής Κλίμακας κ.α. Θα μπορούσε δε να είναι επιλέξιμες οι δαπάνες ωρίμανσης έργων, που γίνονται προφανώς πριν την ημερομηνία επιλεξιμότητας των λοιπών δαπανών υλοποίησης του έργου.   Δεν υπάρχει επίσης το κριτήριο «Εμπειρία – Γνώσεις Επενδυτή», το οποίο τουλάχιστον για τις υπό σύσταση ή τις νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις θεωρώ ότι είναι κρίσιμο, καθώς δε μπορούν να εφαρμοσθούν κριτήρια βιωσιμότητας, όπως στις υφιστάμενες επιχειρήσεις.   Δεν λαμβάνεται επίσης υπ’ όψιν στα κριτήρια καθόλου το θέμα «Εντοπιότητα», το οποίο μάλλον στο πλαίσιο της προσπάθειας προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων θεωρείται τελικά αντικίνητρο. Σημειώνω όμως ότι γενικά οι επενδύσεις σε περιοχές της Περιφέρειας με μόνο κίνητρο την (συνήθως υψηλή σε σχέση με την Αθήνα) επιχορήγηση έχουν αποδειχθεί εν πολλοίς προβληματικές και με μικρή διάρκεια, σε σχέση με επενδύσεις που έγιναν από κατοίκους της ίδιας ή έστω γειτονικής περιοχής.