• Σχόλιο του χρήστη 'ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΧΗΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ' | 23 Δεκεμβρίου 2010, 14:24
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 3  0

    Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Χημικών Μηχανικών και το Περιφερειακό Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, εκπροσωπούν ένα σημαντικό αριθμό συναδέλφων Χημικών Μηχανικών που εργάζονται στην βιομηχανία, σε επιχειρήσεις και στο δημόσιο τομέα, Σημαντικός αριθμός των συναδέλφων εμπλέκονται στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων, είτε από την πλευρά του δημοσίου (αδειοδοτούσα αρχή), είτε από τη πλευρά των μελετητών, είτε από τη πλευρά των επιχειρήσεων ως υπευθύνων για τα θέματα αδειοδότησης. Στη θετική κατεύθυνση είναι η δημόσια διαβούλευση, όπου κατατίθενται οι απόψεις των πολιτών και ελπίζω και των ενδιαφερόμενων φορέων (ΤΕΕ, ΣΕΒ, κλπ). Δυστυχώς όμως δίνεται εξαιρετικά μικρός χρόνος για διαβούλευση σε ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο. Η οποιαδήποτε πίεση από εξωτερικούς παράγοντες, δεν πρέπει να επιτρέψει μια ακόμα αποτυχία σε αυτό το τόσο σημαντικό θέμα. Ο ΠΣΧΜ ΤΚΔΜ επεξεργάζεται ήδη μια σειρά προτάσεων για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου αδειοδότησης των επιχειρήσεων. Παρά το εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα για διαβούλευση όμως, υποβάλουμε τις προτάσεις μας συνοπτικά, με την επιφύλαξη να υποβάλουμε σε εύλογο χρονικό διάστημα και την πλήρη πρότασή μας. Χωρίς αμφιβολία, η απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης των επιχειρήσεων, είναι στη σωστή κατεύθυνση. Στη χώρα μας οι επενδύσεις μπορεί να καθυστερούν για χρόνια, ο επενδυτής να αισθάνεται αβέβαιος για το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας μας και εν τέλει να εγκαταλείπει την προσπάθεια, λόγω των γραφειοκρατικών εμποδίων και της κακής ενημέρωσης των ενδιαφερομένων μερών. Η εικόνα αυτή είναι γνωστή και στους ξένους επενδυτές, που σε συνδυασμό με το ασαφές και μεταβλητό φορολογικό πλαίσιο και τη διαφθορά, καθιστούν την χώρα μας μη ελκυστικό πόλο για επενδύσεις. Από πλευράς μας θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι το θέμα των αδειοδοτήσεων, απαιτεί μια ριζοσπαστική ανατροπή, που θα χτυπήσει τη καθυστέρηση στη ρίζα της. Παλαιότερες προσπάθειες απλούστευσης των διαδικασιών αδειοδότησης απέτυχαν, για τον απλό λόγο, ότι το κάθε υπουργείο δρούσε ξεχωριστά εξαγγέλλοντας ρυθμίσεις, χωρίς να υπάρχει συνεργασία με συναρμόδια υπουργεία. Και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών (δες προηγούμενη απόπειρα του πρώην ΥΠΑΝ για one stop shop γραφείο αδειοδότησης, χωρίς τη συμμετοχή του ΥΠΕΧΩΔΕ). Δυστυχώς η εσπευσμένη υποβολή του νομοσχεδίου, φοβούμαστε ότι δεν θα ξεφύγει και αυτή, από την δυσκολία στην εφαρμογή του και στην ουσία αυτοκατάργηση, καθόσον το μέγεθος των θεμάτων που καλύπτει το νομοσχέδιο είναι πλατύ και ανομοιογενές, όπως και αποσπασματικό. Δεν είναι κατανοητό, γιατί θα πρέπει σε ένα νομοσχέδιο να περιληφθούν τόσο ανόμοια θέματα, όπως Απλοποίηση Αδειοδότησης Τεχνικών Επαγγελματικών Δραστηριοτήτων (!), Μεταποιητικών Δραστηριοτήτων, Επιχειρηματικών Πάρκων και Λοιπές Διατάξεις (!). Επιπλέον αν και στο εισηγητικό δηλώνεται ότι στοχεύει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, βάζει θέματα λειτουργίας ανταγωνισμού και της αρμόδιας επιτροπής και πολλά άλλα., δηλαδή διοικητικά και όχι ουσιαστικά. Προφανές είναι λοιπόν ότι σε ένα ν/σ με τόσο ευρύ θεματικό πεδίο, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το πρόβλημα της αδειοδότησης. Επίσης υπάρχει απουσία (για άλλη μια φορά) της συνεργασίας με το ΥΠΕΚΑ που είναι αρμόδιο για μια σειρά περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων, που έχουν μεγάλους χρόνος στην έκδοσή τους. Ενδεικτικό για το θέμα της αδειοδότησης σας αναφέρουμε τα άρθρα 28 και 29 του σχεδίου νόμου, που κινούνται στη παλαιά πεπατημένη των πολλαπλών αδειών και χρονοδιαγραμμάτων, που αναμενόμενο είναι να μην φέρουν καμία ουσιαστική αλλαγή στο αδειοδοτικό πλαίσιο. Και θα εξηγήσουμε τους λόγους παρακάτω. Μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα που έχουμε για διαβούλευση, για ένα τόσο σημαντικό θέμα για την ανάπτυξη, σας παραθέσαμε ενδεικτικά τα κυριότερα σημεία, που καταδεικνύουν το πρόβλημα που υπάρχει στο υποβαλλόμενο σ/ν. Αναλύοντας το σ/ν σας παραθέτουμε τα σχόλιά μας, για τα πολλαπλά αντικείμενα που καλύπτει, σχολιάζοντας ανά άρθρο. Άρθρο 1. Γενικό σχόλιο Θεωρούμε εξαιρετικά σημαντικό το Μέρος Ι του Σ/Ν και συμφωνούμε με τους σκοπούς του, αλλά και με πολλές διατάξεις του. Είναι όμως δυστυχώς πρόδηλος ο συντεχνιακός χαρακτήρας του, αφού διατηρεί αγκυλώσεις και στρεβλώσεις ενός θεσμικού πλαισίου, που δεν βασίζεται στην επιστημονική δεοντολογία, τον ορθολογισμό και την πρακτική, αφού ακυρώνει αν δεν προσβάλλει την έννοια και το επάγγελμα του «μηχανικού», που παρεμπόδισε την ενεργοποίηση του τεχνικού δυναμικού της χώρας προς τη δημιουργία και τελικά τροχοπέδησε την ανάπτυξη. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν το σύνολο του Σ/Ν να κυριαρχείται στις σημερινές συνθήκες, από τον γενικό και αόριστο όρο «μηχανολογικές εγκαταστάσεις», με προφανή σκοπό όλες οι επαγγελματικές δραστηριότητες σε κάθε είδος εγκατάστασης, αν όχι να συνδέονται αποκλειστικά, τουλάχιστον να προσανατολίζονται ή να ελέγχονται από επαγγελματίες, που έχουν την ειδικότητα του «μηχανολόγου». Ειδικότητα, που στις σημερινές συνθήκες και σε παγκόσμιο επίπεδο συνδέεται κυρίως με την κατασκευαστική βιομηχανία και όχι με τη χημική βιομηχανία ή τη βιομηχανία των διεργασιών (PROCESS INDUSTRIES). Επί πλέον σημειώνουμε την αοριστία του Σ/Ν σε κρίσιμα σημεία που δημιουργεί ερωτήματα όπως : • Εντάσσονται πράγματι στο Σ/Ν όλες οι ειδικότητες και βαθμίδες των τεχνικών επαγγελμάτων π.χ. διπλωματούχοι μηχανικοί, τεχνολόγοι μηχανικοί, ή μόνον οι τεχνίτες και χειριστές ? • Μήπως με το Σ/Ν προοιωνίζεται η κατάργηση της έννοιας «χημική εγκατάσταση» του Άρθρου 4 του ν.6422/34 ? Θεωρούμε ότι με τα σχόλια μας στα επί μέρους άρθρα του Σ/Ν, αιτιολογούμε τις αιτιάσεις μας και τις απορίες μας και πιστεύουμε ότι ο κ. Υπουργός θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για απαιτούμενες αλλαγές, βελτιώσεις και διασαφηνίσεις. Παρ. 3.0 «Επαγγελματικές δραστηριότητες» • Ο ορισμός δεν απαντάται στη διεθνή βιβλιογραφία. Απαιτείται ορισμός και διάκριση των «τεχνικών επαγγελμάτων» σε βαθμίδες. • Οι διάφορες τεχνικές εγκαταστάσεις (όπως αναφέρονται σε Ευρωπαϊκές Οδηγίες) αλλά και τα τεχνικά έργα διακρίνονται και ορίζονται με βάση το λειτουργικό σκοπό τους και όχι από τον μηχανολογικό, ηλεκτρολογικό ή ηλεκτρονικό εξοπλισμό ή γενικότερα από τα μέσα, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του σκοπού. Εγκαταστάσεις με διαφορετικούς λειτουργικούς σκοπούς, έχουν οδηγήσει στην ανάγκη ύπαρξης διαφόρων ειδικοτήτων και εξειδικεύσεων επαγγελματιών με κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα. Ειδικότερα οι μηχανικοί διαφόρων ειδικοτήτων, μελετούν διάφορες εγκαταστάσεις και η υλοποίηση των μελετών αυτών από τα επαγγέλματα τεχνιτών που προσδιορίζονται στο Σ/Ν, δεν μπορεί να ορίζεται ως υλοποίηση μελετών μηχανολογικών ή ηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Εξ άλλου όσοι εγκαθιστούν μηχανολογικό εξοπλισμό δεν είναι απαραίτητα και κατάλληλοι χειριστές για τη λειτουργία του. Σε διαφορετική περίπτωση, τεχνίτης εγκατάστασης εξοπλισμού οδοντιατρείου θα μπορούσε να είναι και οδοντίατρος. Τέλος οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις δεν αυτονομούνται, διότι είναι εξυπηρετικές εγκαταστάσεις κάθε είδους εγκατάστασης ακόμη και αν ορίζεται (!) ως μηχανολογική ή κάθε τεχνικού έργου. Ο τεχνίτης ηλεκτρικών εγκαταστάσεων εξυπηρετεί λειτουργικό σκοπό και εφόσον τον αγνοεί, ελέγχεται για το αποτέλεσμα της εργασίας του από τον μηχανικό του λειτουργικού σχεδιασμού της εγκατάστασης. • Το 1934 οι αρμόδιοι είχαν αντιληφθεί την ύπαρξη «χημικών εγκαταστάσεων» (Αρθρο 4 του ν.6422/34), που δυστυχώς χαρακτηρίσθηκαν το 1997 (!) (Π.Δ. 274/97). Η «ολιγωρία», που οφείλεται σε συντεχνιακές παρεμβάσεις με ερείσματα στη Δημόσια Διοίκηση και στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του ΤΕΕ, είχε τραγικές επιπτώσεις στον εγχώριο σχεδιασμό, κατασκευή αλλά και στην αποδοτική και ασφαλή λειτουργία εξοπλισμού και εγκαταστάσεων της χημικής βιομηχανίας ή της βιομηχανίας διεργασιών (PROCESS INDUSTRIES). Πώς άραγε είναι δυνατόν το 2010 να «αγνοείται» στο Σ/Ν ο ρόλος των χημικών μηχανικών και των λοιπών τεχνικών διαφόρων εξειδικεύσεων και βαθμίδων για την ασφαλή λειτουργία και διαχείριση των χημικών εγκαταστάσεων, που διέπεται από πλήθος Ευρωπαϊκών Οδηγιών, που έχουν ενταχθεί και στο Ελληνικό δίκαιο? • Σύμφωνα με τον Κώδικα Επαγγελμάτων του ΟΗΕ, της Ε.Ε. αλλά και της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας οι τεχνίτες εγκαταστάσεων διαφοροποιούνται από τους χειριστές. Δεν είναι επομένως δυνατόν να ταυτίζονται σε ορισμό, διαφορετικές επαγγελματικές δραστηριότητες, χωρίς βέβαια τούτο να σημαίνει ότι πρέπει να αποκλείεται στην πράξη ο χειρισμός κάθε είδους εγκατάστασης από τεχνίτη, ή τούμπαλιν. Επί πλέον δεν είναι κατανοητή η διάκριση στον ορισμό, του χειρισμού του εξοπλισμού μιας εγκατάστασης από την επιτήρηση της λειτουργίας της. Πρέπει να είναι γνωστό στους αρμόδιους, ότι η υπεύθυνη επίβλεψη η «επιτήρηση» της λειτουργίας μίας τεχνικής εγκατάστασης, εμπεριέχει τη γνώση σε βάθος του λειτουργικού σκοπού της και εκτείνεται στην ορθή συνολική εποπτεία αλλά και διαχείριση και χειρισμό διεργασιών και διαδικασιών, που πραγματοποιούνται με υλικά, συνταγές, εξοπλισμό, όργανα και εξυπηρετικές τεχνικές εγκαταστάσεις. • Τα ανωτέρω θα μπορούσαν οι αρμόδιοι του Υπ. Ανάπτυξης να πληροφορηθούν και από το ΕΚΕΠΙΣ, όπου έχουν δημιουργηθεί «επαγγελματικά περιγράμματα» για διάφορες ειδικότητες και βαθμίδες τεχνικών επαγγελμάτων, πλην διπλ. και τεχνολόγων μηχανικών. Γενικότερα διαφαίνεται η παντελής απουσία συνεργασίας, μεταξύ συναρμόδιων Υπουργείων και Υπηρεσιών σε θέματα που είναι εξόχως σημαντικά για το ξεπέρασμα της κρίσης που μαστίζει τη χώρα και την πορεία προς την ανάπτυξη. • Πιστεύουμε ότι ο κ. Υπουργός επιθυμεί να διαμορφώσει ένα σύγχρονο και αντισυντεχνιακό θεσμικό πλαίσιο για κάθε τεχνικό επάγγελμα. Στον συγκεκριμένο ορισμό μπορεί να εξειδικεύσει και όχι να ορίσει επαγγελματικές δραστηριότητες που αναφέρονται σε «υλοποίηση μελετών τεχνικών εγκαταστάσεων, στην υπεύθυνη επίβλεψη της λειτουργίας τους και στη συντήρηση τους». Θα ήταν επίσης σκόπιμο να ορίσει στο νόμο την τεχνική ιεραρχία, όπως διεθνώς ισχύει με τη διάκριση διπλ. μηχανικών, τεχνολόγων μηχανικών, τεχνιτών και χειριστών. Σχετικά δημοσιεύματα του ΟΟΣΑ “The field of Engineering and Engineering Education” θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν το έργο του. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά τον ορισμό για το Engineering : Εngineering has classically be defined as the profession that deals with the application of technical, scientific and mathematical knowledge in order to utilize natural laws and physical resources to help design and implement materials, sctructures, machines, devices, systems and processes that safely realize a desired objective. As such, engineering is at the interface between scientific and mathematical knowledge and human society. The primary activity of engineers is to conceive, design, implement, and operate innovative solutions – apparatus, process, and sustems – to improve the quality of life, address social needs or problems, and improve the competitiveness and commercial success of society. Άρθρο 3, Παρ. 1.0 Ισχύουν τα σχόλια της παρ. 1α. Μολονότι οι κατηγορίες της παρ. 1(β) φαίνεται να αφορούν συγκεκριμένους τεχνίτες και οι κατηγορίες της παρ. 1(α) υψηλότερες βαθμίδες τεχνικών επαγγελμάτων απαιτείται αποσαφήνιση αν η διάταξη (1α) αφορά διπλ. και τεχνολόγους μηχανικούς. Επιμένουμε επίσης στη σαφή γενική διάκριση τεχνιτών και χειριστών. Παρ. 2.0 Το «όπου αυτό απαιτείται» μπορεί όπως αποδεικνύεται από το παρελθόν, να δημιουργήσει στρεβλώσεις, διακρίσεις και άνιση μεταχείριση. Θεωρούμε ότι στο νόμο πρέπει να υπάρχουν κριτήρια για τη διάκριση ειδικοτήτων και βαθμίδων. Προτείνουμε την αναφορά τουλάχιστον σε «επαγγελματικά περιγράμματα». Άρθρο 4, Παρ. 1.0 Με βάση τα σχόλια μας στα άρθρα 1.0 και 3.0 θεωρούμε ότι η παρ. 1.0 του άρθρου σε συνδυασμό με τις παρ. 1.0 και 3.0 του Άρθρου 71 για τις καταργούμενες διατάξεις, παρέχει τη δυνατότητα στους εκάστοτε Υπουργούς να αποφασίζουν κατά το δοκούν, για τη δυνατότητα πρόσβασης και άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων τεχνικών διαφόρων ειδικοτήτων και βαθμίδων, στην υλοποίηση μελετών διαφόρων τεχνικών εγκαταστάσεων, στην επίβλεψη της λειτουργίας τους και στη συντήρηση τους. Δηλαδή παρέχει τη δυνατότητα να διατηρηθεί ένα καθεστώς αοριστιών και αγκυλώσεων, που επέτρεψε με Π.Δ. και ΥΑ αυθαίρετα «βαπτίσματα» των εγκαταστάσεων ως Η/Μ, προσανατόλισε την κοινωνία στην ανάθεση εργασιών προς ορισμένες ειδικότητες άσχετες πολλές φορές με το αντικείμενο και αφαίρεσε από πλήθος ειδικοτήτων διπλ. και τεχνολόγων μηχανικών τη δυνατότητα να ασκήσουν το επάγγελμα τους, να προσφέρουν στην ανάπτυξη της χώρας, να καινοτομήσουν και να δημιουργήσουν. Είναι επομένως η ώρα ο κ. Υπουργός να απαντήσει στα ερωτήματα : • Ποιες επαγγελματικές δραστηριότητες θα ασκεί πλήθος ειδικοτήτων διπλ. και τεχνολόγων μηχανικών, τεχνιτών και χειριστών, που δεν περιλαμβάνουν στον τίτλο τους τον όρο «μηχανολόγος» ή «ηλεκτρολόγος» ? • Τι υπονοείται με τη διατύπωση «με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.6422/34»? Θα εξακολουθεί να ισχύει το καθεστώς απονομής ίδιων «επαγγελματικών δικαιωμάτων» σε τελείως διαφορετικές ειδικότητες όπως αυτές του ΜΜ, ΗΜ και ΝΜ ? • Ποια είναι η ισχύς του Αρθρου 4 του ν.6422/34 μετά τη ψήφιση του παρόντος Σ/Ν ? Παρ. 4.0 Στην παρ. αυτή αναδεικνύεται περίτρανα το συντεχνιακό σύνδρομο των συντακτών του Σ/Ν, που συνδέουν επαγγελματικές δραστηριότητες π.χ. σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, με την τεχνολογική εξέλιξη σε μηχανολογικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις(!). Δεν αντιλαμβάνονται οι κύριοι ότι εκθέτουν ανεπανόρθωτα τον κ. Υπουργό και την Κυβέρνηση? Και τούτο διότι φαίνεται να αγνοούν την επιστήμη και το επάγγελμα του Χημικού Μηχανικού που δημιουργήθηκε το 1897 στο ΜΙΤ με υποδομή τη μηχανολογία και τη βιομηχανική χημεία πριν αποκτήσει την αυτονομία του, που συνετέλεσε και συντελεί καθοριστικά στην παγκόσμια βιομηχανική ανάπτυξη και στην προστασία του περιβάλλοντος. Αρθρο 12 Η εκπαίδευση χειριστών σε διάφορες παραγωγικές εγκαταστάσεις δεν είναι δυνατόν να εντοπίζεται μόνον στις απαιτήσεις (?) του μηχανολογικού ή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού. Εκτός από προηγούμενη αναφορά μας στο θέμα, καλούμε τους συντάκτες του Σ/Ν να αναγνώσουν «επαγγελματικά περιγράμματα» του ΕΚΕΠΙΣ για χειριστές ειδικά στις χημικές βιομηχανίες. Αρθρο 13 Γενικά σχόλια 1.0.Πιστεύουμε ότι βασικός σκοπός της αδειοδότησης μίας τεχνικής δραστηριότητας είναι η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών και η προστασία του περιβάλλοντος. Οι ορισμοί του Άρθρου 13 δεν είναι συμβατοί ως οφείλουν με ορισμούς Ευρωπαϊκών Οδηγιών που έχουν εισαχθεί στο δίκαιο μας. Αναφερόμαστε ειδικότερα στη ΚΥΑ 5697/590 (Υ.Α. 12044/613 φεκ β 376/2007), όπου ορίζονται ορθολογικά οι «εγκαταστάσεις» και οι «μονάδες» και επιβάλλεται η σύνθεση, επικαιροποίηση και ουσιαστικοποίηση όλων των υφιστάμενων εγχώριων διατάξεων με βάση τις οποίες πραγματοποιείται ο απαιτούμενος έλεγχος των βιομηχανικών δραστηριοτήτων για την προστασία της υγείας, της ασφάλειας των εργαζομένων και των περιοίκων καθώς και του περιβάλλοντος. Το πνεύμα και το γράμμα αυτής της ΚΥΑ, όπως και άλλων σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών δεν έχει δυστυχώς μεταφερθεί στις υπηρεσίες του Υπ. Ανάπτυξης, που εξακολουθούν για συντεχνιακούς λόγους και παρά τις κατά καιρούς καταγγελίες μας, (Βλ. ΑΠ Υπ. Ανάπτυξης 9680/21.07.2008) να εισηγούνται ορισμούς και ορολογίες αντίθετες με την επιστημονική και τεχνική δεοντολογία, τον ορθολογισμό, την πρακτική, αλλά και τις υποχρεώσεις της χώρας στις Ευρωπαϊκές συνθήκες. Πιστεύουμε ειδικότερα ότι οι ορισμοί για τις «μηχανολογικές εγκαταστάσεις» και τις «ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις υπηρεσιών», σε συνδυασμό και με τη διατήρηση του καθεστώτος μελετών του 1922, σκοπεύουν και μόνον σε παραχώρηση με Π.Δ. ή Υ.Α. αποκλειστικών επαγγελματικών δικαιωμάτων σε ορισμένες ειδικότητες μηχανικών, με κίνδυνο να μεταφερθούμε από την εποχή των κλειστών επαγγελμάτων στην εποχή των αρπακτικών επαγγελμάτων. 2.0.Αναφερόμενοι στις διατάξεις του Σ/Ν που σκοπεύουν στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, φοβούμεθα το αντίθετο αποτέλεσμα ιδιαίτερα σε μεγάλες επενδύσεις, ενώ συγχρόνως παρατηρούμε ότι το Σ/Ν δεν δημιουργεί προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των πολιτών καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος. Συμπερασματικά το Σ/Ν κινείται στο πνεύμα και στο γράμμα των νόμων που αντικαθιστά, με ορισμένες μόνον θετικές παρεμβάσεις, που όμως δεν μεταβάλλουν ένα υφιστάμενο καθεστώς υπεύθυνο για τη σημερινή βιομηχανική εικόνα της χώρας. Για την αιτιολόγηση των θέσεων μας αναφέρουμε το ακόλουθο χαρακτηριστικό παράδειγμα : Σύμφωνα με το Άρθρο 40 «Διαχείριση Αποβλήτων» του Σ/Ν οι μελέτες επεξεργασίας αποβλήτων ενσωματώνονται όπου απαιτούνται (!) στις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, με βάση τις οποίες εγκρίνονται Περιβαλλοντικοί Όροι, που αποτελούν προϋπόθεση για την «Άδεια Εγκατάστασης». Είναι όμως αδύνατο ένας επενδυτής να υποβάλλει σοβαρή μελέτη επεξεργασίας αποβλήτων, ή άλλες αντίστοιχες μελέτες όταν π.χ. για χωροταξικούς λόγους δεν είναι δυνατόν να σιγουρευτεί για την επένδυση του. Άλλωστε οι ΜΠΕ δεν αποτελούν μελέτες οριστικού σχεδιασμού εγκαταστάσεων. Επειδή η σύγχυση μεταξύ «Άδειας Ίδρυσης» και «Άδειας Εγκατάστασης» έχει ταλαιπωρήσει τον τόπο, τους επενδυτές και τους μηχανικούς, λαμβάνουμε την ευκαιρία να σημειώσουμε τα ακόλουθα : α. Η αδειοδότηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων πρέπει να αντιστοιχεί στα διακριτά στάδια από τα οποία διέρχεται στην πράξη μία επένδυση από τη σύλληψη, την υλοποίηση και τη θέση σε λειτουργία των εγκαταστάσεων. O έλεγχος που πρέπει να είναι ουσιαστικός σε κάθε στάδιο, διευκολύνεται με τη διάκριση αυτή ώστε να περιορισθεί η γραφειοκρατία και δεν αντικαθίσταται από Υπεύθυνες Δηλώσεις (!) όπως προβλέπεται στο Σ/Ν. Διακρίνουμε : • Στάδιο Βασικού Σχεδιασμού – Άδεια Ίδρυσης. • Στάδιο Εφαρμογής – Άδεια Κατασκευής ή Εγκατάστασης. • Στάδιο Έναρξης Λειτουργίας – Άδεια λειτουργίας με προϋπόθεση μελλοντικούς ελέγχους. Το περιεχόμενο των μελετών στο στάδιο βασικού σχεδιασμού είναι περιεχόμενο μελετών σκοπιμότητας με δεδομένους χωροταξικούς, και πολεοδομικούς περιορισμούς, όπως προσδιορίζονται από το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο και περιβαλλοντικούς, εργασιακούς ή άλλους όρους που προσδιορίζονται μεν αλλά δεν μπορούν να ελεγχθούν στο στάδιο ίδρυσης. Ο αιτών άδεια ίδρυσης ελέγχεται για τη συμβατότητα της επένδυσης με τους συγκεκριμένους περιορισμούς του πλαισίου αυτού και δεσμεύεται για την εφαρμογή κανονισμών, προδιαγραφών και κατάλληλων τεχνικών λύσεων κατασκευής και λειτουργίας στα επόμενα στάδια της αδειοδότησης, προκειμένου η δραστηριότητα να είναι ασφαλής για τους εργαζόμενους, τους περιοίκους και το περιβάλλον. Η ενοποίηση των δύο πρώτων ως άνω σταδίων δεν πρέπει βέβαια να αποκλείεται και τούτο εξαρτάται κυρίως από το είδος, το μέγεθος και το βαθμό όχλησης των δραστηριοτήτων. Στην περίπτωση αυτή και με επιλογή των επενδυτών μπορεί να χορηγείται ενιαία «Άδεια ίδρυσης – εγκατάστασης». Επισημαίνουμε την ανάγκη ενιαίου φακέλου για τη χορήγηση «άδειας ίδρυσης» ενδεχόμενα με τα κατάλληλα ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ. Θεωρούμε προφανές ότι όσοι μηχανικοί εμπλέκονται στη φάση της αδειοδότησης για την χορήγηση «Άδειας Ίδρυσης» ευθύνονται μόνον για όσα στοιχεία φέρουν την υπογραφή τους στο στάδιο αυτό της αδειοδότησης. β. Η «Άδεια Κατασκευής» ή «Άδεια Εγκατάστασης» πρέπει να χορηγείται ενιαία με την «Άδεια Οικοδομής» με βάση ενιαία μελέτη που ενδεχόμενα μπορεί να συμπληρώνεται τμηματικά. Σ’ αυτό το στάδιο αδειοδότησης δεν ελέγχονται προθέσεις ή δεσμεύσεις επενδυτών, αλλά η καταλληλότητα συγκεκριμένων τεχνικών λύσεων με βάση κανονισμούς και προδιαγραφές, που απαιτούνται συνολικά για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων καθώς και για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο προληπτικός αυτός έλεγχος κατασκευών και εγκαταστάσεων από Σώμα Ορκωτών Μηχανικών δεν επιφέρει καθυστερήσεις, αφού συνδέεται με το στάδιο υλοποίησης της επένδυσης και μπορεί να προγραμματισθεί τμηματικά από κάθε ενδιαφερόμενο ο οποίος έχει επιλέξει μελετητές, προμηθευτές και κατασκευαστές. Παρόλα αυτά αναγνωρίζουμε προβλήματα στη διαδικασία που κυρίως συνδέονται με κοινοποίηση «απόρρητων στοιχείων» πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα ζητήματα όμως αυτά έχουν λυθεί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και καλούμεθα να εφαρμόσουμε τις λύσεις. Θεωρούμε ότι η απουσία αυτού του σταδίου από την «Αδειοδότηση» στη λογική μετέπειτα ελέγχων και μάλιστα χωρίς κατάλληλους μηχανισμούς κατά τη λειτουργία των εγκαταστάσεων, ευνοεί τη δημιουργία καθεστώτος παραβατικότητας και δεν εξυπηρετεί την απασχόληση μηχανικών, το Δημόσιο συμφέρον και την ορθολογική ανάπτυξη της χώρας. γ. Άδεια λειτουργίας. Σε πρώτη φάση μετά το πέρας ανέγερσης πρέπει να επιτρέπεται η έναρξη λειτουργίας προκειμένου η εγκατάσταση να προσαρμοσθεί στις συνθήκες σχεδιασμού. Είναι το στάδιο που ονομάζουμε “COMMISSIONING” και πρέπει να προσδιορίζεται στην άδεια εγκατάστασης. Σε δεύτερη φάση πραγματοποιούνται απαιτούμενες μετρήσεις για τη διαπίστωση τήρησης των όρων και δεσμεύσεων των αδειών ίδρυσης και κατασκευής και χορηγείται άδεια λειτουργίας αορίστου χρόνου ή ορισμένης διάρκειας με τη δέσμευση του ενδιαφερόμενου ότι θα τηρεί τους όρους της. Η διαφοροποίηση της άδειας λειτουργίας σε «αορίστου χρόνου» ή «ορισμένης διάρκειας» εξαρτάται κυρίως από το είδος, το μέγεθος της μονάδας, το τόπο εγκατάστασης ή τυχόν άλλες προϋποθέσεις, που είναι σκόπιμο να είναι γνωστές στους επενδυτές με την άδεια ίδρυσης. Συμπεραίνουμε από τα προηγούμενα ότι οι διατάξεις του Σ/Ν για την αδειοδότηση των μεταποιητικών δραστηριοτήτων δεν αποσαφηνίζουν τα στάδια αδειοδότησης και παραλείπουν απαιτούμενους ελέγχους στο στάδιο υλοποίησης κατασκευών και εγκαταστάσεων. Εφόσον δεν βελτιωθούν οι διατάξεις αυτές θεωρούμε ότι δεν εξυπηρετούνται οι σκοποί του Σ/Ν. Άρθρο 13,Παρ. 3.0 Η ταύτιση εγκατάστασης έστω και «μηχανολογικής», με ορισμένα μόνο μηχανήματα και δοχεία τα οποία αναφέρονται σε διατάξεις που εκδόθηκαν για λόγους πιστοποίησης και κυκλοφορίας μεμονωμένου εξοπλισμού, αποτελεί ακατανόητο εφεύρημα για το οποίο πρέπει να αναζητηθεί βραβείο GINES. Παρακαλώ απαντήσατε : • Η μεταποιητική δραστηριότητα δεν περιλαμβάνει, αλλά συνδέεται με μηχανήματα ή δοχεία υπό πίεση? Δεν συνδέεται με δοχεία σε ατμοσφαιρική πίεση? Δεν συνδέεται με δοχεία υπό κενό ? • Τα όργανα ελέγχου ή αισθητήρια συνθηκών ανήκουν ή όχι στην εγκατάσταση ? • Οι ηλεκτρικοί πίνακες λειτουργούν ανεξάρτητα από την εγκατάσταση ? Άρθρο 13 Παρ. 8.0 Ως λειτουργία νοείται «η ενεργοποίηση μηχανολογικού εξοπλισμού». Παρακαλώ αποσαφηνίσατε. Εν κενώ ή υπό φορτίο ? Αυτός και μόνον ο ορισμός της λειτουργίας μίας βιομηχανικής εγκατάστασης και όχι μόνον επιβάλλει τη λήψη μέτρων από τον κ. Υπουργό για τους συνεργάτες του ή τους εισηγητές του Σ/Ν. Άρθρο 13 Παρ. 15 Το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 13, §15 η αδειοδοτούσα αρχή δεν θα είναι πλέον μία αλλά περισσότερες θεωρούμε ότι το πλέον απαράδεκτο και λανθασμένο διότι αυτό θα σημαίνει ουσιαστική διάλυση και απαξίωση της δημόσιας διοίκησης. Αντί ο Νόμος να είναι προς την κατεύθυνση ανασυγκρότησης αποτελεσματικών και αξιόπιστων υπηρεσιών, όπου με την απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης θα μπορούν να εκδίδονται σε σύντομο χρονικό διάστημα οι διοικητικές πράξεις και θα κατασταλεί σε σημαντικό βαθμό το πρόβλημα της διαφθοράς, ο Νόμος κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δημιουργεί πολλές αδειοδοτούσες αρχές με αποτέλεσμα καταρχήν να απαξιώνεται η δημόσια διοίκηση, να χάνεται η συνοχή και η ομοιογένεια της διαδικασίας αδειοδότησης, να δημιουργείται σύγχυση στους πολίτες για το που πρέπει να απευθύνονται και το χειρότερο να χάνεται η έννοια του Κράτους . Εκτός αυτού θα ευνοείται ακόμα περισσότερο από όσο υπάρχει σήμερα η ανάπτυξη "πελατειακών σχέσεων" η διαφθορά .Επιπλέον θα παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση ως προς τον χειρισμό υποθέσεων καταγγελιών αφού μία καταγγελία π.χ. μπορεί να υποβληθεί σε μια αδειοδοτούσα αρχή που δεν έχει εκδώσει την σχετική άδεια ή να παρατηρείται το τραγικό για την ίδια καταγγελία να γίνονται ταυτόχρονα έλεγχοι από δύο και περισσότερες αρχές. Εν κατακλείδι η αδειοδοτούσα αρχή πρέπει να είναι μία και μοναδική. Άρτια οργανωμένη και στελεχωμένη όπου θα τηρούνται τυποποιημένες διαδικασίες (γιατί όχι και διαπιστευμένες) ώστε να είναι αποτελεσματική, αξιόπιστη και με κύρος απέναντι στον πολίτη. Σε κανένα κράτος δεν νομίζουμε να λειτουργεί αντίστοιχο σχήμα πολλαπλών αρχών αδειοδότησης Άρθρο 16 Βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει αυτό το σχήμα είναι να υπάρχει θεσμοθετημένο χωροταξικό σχέδιο, ώστε να γνωρίζουν όλοι εκ των προτέρων που επιτρέπεται και τι. Ειδικότερα, για τα επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης τα "απαραίτητα δικαιολογητικά και εγκρίσεις " που θα συνοδεύουν την Υπεύθυνη δήλωση θα πρέπει να είναι το δυνατόν ολιγάριθμα και όχι χρονοβόρα η έκδοσή τους, ώστε να υπάρχει πραγματική απλοποίηση των διαδικασιών. Άρθρο 25 Θεωρούμε τα επιμελητήρια είναι ελεγχόμενοι φορείς και επομένως δεν μπορούν να είναι ελέγχοντες. Η υπάρχουσα ανάγκη πρόσθετων ελεγκτικών μηχανισμών για την εφαρμογή του νόμου μπορεί να αντιμετωπισθεί με την ίδρυση και οργάνωση «Σώματος Ορκωτών Μηχανικών». Σε κάθε περίπτωση η αδειοδότηση είναι ευθύνη του Κράτους. Άρθρο 27 παρ. 2 Παρατηρούμε ότι πέραν της «άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας των δραστηριοτήτων…» υπεισέρχεται και η «μηχανολογική άδεια εγκατάστασης, επέκτασης και εκσυγχρονισμού σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές εγκαταστάσεις, επαγγελματικά εργαστήρια και αποθήκες». Επισημαίνουμε : • Η «μηχανολογική άδεια» δεν ορίζεται στο νόμο και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί ως έχει με βάση κανονιστικές διατάξεις, να συνδέεται με την άδεια εγκατάστασης (ίδρυσης). Δηλαδή και έως σήμερα το περιεχόμενο της μελέτης μηχανολογικής ή χημικής εγκατάστασης δεν ανταποκρίνεται σε περιεχόμενο οριστικής μελέτης αλλά αποτελεί μία περιγραφική μελέτη, που περιλαμβάνει προθέσεις ή δεσμεύσεις του επενδυτή. • Εισάγονται οι όροι βιομηχανική, βιοτεχνική εγκατάσταση, που είναι μεν ορθοί αλλά έχουν καταργηθεί στους ορισμούς του Σ/Ν. Άρθρο 28 Η σύσταση του Αυτοτελούς τμήματος στην Δ/νση Ανάπτυξης της Περιφέρειας (άρθρο 28) δεν έχει νόημα αφού βάσει νόμου οι αρμοδιότητες της Δ/νσης Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων ταυτίζονται με αυτές του αυτοτελούς τμήματος. Άρα τι νόημα θα έχει η ύπαρξη δύο ίδιων Υπηρεσιών. Θεωρούμε ότι το πρόβλημα δεν λύνεται με την σύσταση νέων υπηρεσιών ή μετονομασία των κάποιων άλλων. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι η εξυγίανση των υπαρχουσών υπηρεσιών, η αξιοποίηση του προσωπικού και η πραγματική απλούστευση των διαδικασιών. Άρθρο 32 παρ. 4α Εμφανίζεται ο ορθός όρος «παραγωγικός εξοπλισμός» σε σύγκρουση όμως με τον ορισμό «μηχανολογικές εγκαταστάσεις, που συνδέονται με τη μεταποιητική δραστηριότητα» του Άρθρου 1 του Σ/Ν. Είναι προφανής η σύγχυση όρων από τους εισηγητές του Σ/Ν, που φαίνεται δεν έχουν γνώση της πραγματικότητας στις εγκαταστάσεις και στη μεταποίηση. Κύριοι, Προϋπόθεση για την επιτυχία της απλούστευσης των διαδικασιών είναι τα παρακάτω: 1. Η ύπαρξη χωροταξικού σχεδίου και η κωδικοποίηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, αποτελούν προϋπόθεση για την επιτυχία οποιασδήποτε πρότασης για αναδιαμόρφωσε του αδειοδοτικού πλαισίου 2. Μια περιβαλλοντική άδεια θα καλύπτει όλες τις διαστάσεις του θέματος (στερεά, υγρά, αέρια, χρήση νερού, κλπ) 3. Τυποποίηση των περιβαλλοντικών αδειών για κατηγορίες δραστηριοτήτων σύμφωνα με την ΚΥΑ για το βαθμό όχλησης. Η τυποποίηση θα είναι κυρίως για της χαμηλής και μέσης όχλησης εγκαταστάσεις. 4. Ανάρτηση στο διαδίκτυο των τυποποιημένων περιβαλλοντικών όρων 5. Ηλεκτρονική υποβολή των αιτήσεων (συμπλήρωση στοιχείων) για τις κατηγορίες χαμηλής και μέσης όχλησης Επιπλέον των παραπάνω προϋποθέσεων θα πρέπει να γίνουν και τα ακόλουθα: Πρώτο σημείο είναι η δημιουργία του φορέα μίας στάσης (όπως προβλέπεται και σε αυτό το νομοσχέδιο), ο οποίος όμως θα πρέπει να είναι διυπουργικός. Δηλαδή συμμετοχή και των συναρμόδιων υπουργείων. Ο επενδυτής θα πρέπει να καταθέτει το φάκελο στο συγκεκριμένο γραφείο, το οποίο με βάση μια λίστα ελέγχου, θα πρέπει να κάνει τον έλεγχο των δικαιολογητικών. Η λίστα αυτή θα πρέπει να είναι ανηρτημένη στο διαδίκτυο. Οι υπηρεσίες θα πρέπει να απαντούν και να γνωμοδοτούν στο γραφείο μιας στάσης, το οποίο στη συνέχεια θα προωθεί τα τελικά έγγραφα για έλεγχο και υπογραφή. Το δεύτερο σημείο, αφορά το στάδιο ελέγχου, που αναφέρθηκε προηγούμενα. Η καινοτομία είναι σε αυτό το σημείο. Αφορά τη δημιουργία ενός διοικητικού δικαστικού τμήματος (Περιβαλλοντικό δικαστήριο), στο οποίο θα γίνεται ο τελικός έλεγχος των αποφάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ενστάσεις που έχουν κατατεθεί κατά τη φάση των προηγούμενων σταδίων της αδειοδότησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για τη συμμετοχή και ενημέρωση του κοινού, με βάση τη συμφωνία του Aarhous. Η εφαρμογή του παραπάνω τμήματος θα είναι για τις δραστηριότητες υψηλής όχλησης και κατηγορίας Α (μεγάλα έργα). Η αντιμετώπιση του προβλήματος των αδειοδοτήσεων μπορεί να λυθεί μόνο αν αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα είναι νομικό και η αδειοδότηση θα πρέπει να γίνεται μέσω δικαστικής διαδικασίας, που θα ξεκινά αυτόματα με την αίτηση, θα ελέγχει τη νομιμότητα της πράξης και των αποφάσεων της διοίκησης, θα γνωμοδοτεί και θα λαμβάνει υπόψη τελεσιδίκως τυχόν ενστάσεις, επί της πράξεως (στο προβλεπόμενο από το νομικό πλαίσιο χρόνο), που θα διατυπωθούν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και μέσα στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών συνθηκών. Στη φάση της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, η οποία δεν θα πρέπει να καταργηθεί, θα πρέπει να λήγει οριστικά το θέμα της χωροθέτησης. Μετά από το στάδιο αυτό θα πρέπει να απαγορεύεται ρητά οποιαδήποτε προσφυγή για το θέμα αυτό. Το Περιβ. Δικαστήριο θα γνωμοδοτεί επί του θέματος αυτού τελεσίδικα και με βάση τους χωροταξικούς χάρτες, την αποτίμηση της υφιστάμενης κατάστασης (επέκταση, νέα δραστηριότητα, κλπ). Οι πολίτες θα υποβάλλουν τυχόν ενστάσεις στο στάδιο αυτό, χωρίς δικαίωμα να επανέλθουν αργότερα. Το στάδιο της ΠΠΕ είναι πολύ πρώιμο για την επένδυση και χαμηλού κόστους, χωρίς να εκτίθεται ο επενδυτής σε μεγάλα έξοδα, στη περίπτωση απόρριψης της αίτησής του. Η ΜΠΕ και τα επόμενα αδειοδοτικά στάδια, σημαίνουν ουσιαστικότερες μελέτες και ξεκίνημα της επένδυσης. Όλα τα παραπάνω μπορεί να λήξουν μέσα σε 60-90 ημέρες. Μετά την έκδοση της άδειας θα θεωρείται ότι έχει εκδοθεί και τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Πέραν αυτού του σημείου ο επενδυτής θα μπορεί να προχωρήσει απρόσκοπτα, χωρίς περαιτέρω παρεμβάσεις στην επένδυσή του και χωρίς τον κίνδυνο νέων ενστάσεων. Η λύση αυτή φαίνεται να προκαλεί καθυστερήσεις λόγω της εμπλοκής της δικαστικής εξουσίας. Στην πραγματικότητα όμως, ο πραγματικός χρόνος έγκρισης της άδειας μειώνεται, γιατί οι εμπλεκόμενοι φορείς, που σήμερα καθυστερούν μέχρι να βεβαιωθούν ότι είναι σύννομοι και καταστρατηγούν τις προθεσμίες που θέτει ο νόμος, θα προχωρούν ταχύτερα έχοντας την κάλυψη της δικαστικής εξουσίας. Ο δε επενδυτής γνωρίζει ότι θα έχει στα χέρια του άδειες οι οποίες δεν πρόκειται να προσβληθούν. Προϋπόθεση της επιτυχίας της εν λόγω διαδικασίας, αποτελεί α) η κωδικοποίηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (σήμερα λόγω των πολλών αποφάσεων υπάρχουν αναιρέσεις άρθρων νόμων, που δυσχεραίνουν την αδειοδότηση) και β) η θεματική τυποποίηση των περιβαλλοντικών όρων, που θα ολοκληρωθεί προβλεπτικά για ομάδες επιχειρήσεων. Θα πρέπει να ακολουθήσουμε παραδείγματα άλλων χωρών, όπου υπάρχουν στο διαδίκτυο ανηρτημένα μεθοδολογίες και οδηγοί σύνταξης ΜΠΕ ανά θεματική ενότητα, πρότυπα κείμενα περιβαλλοντικών όρων και λίστες περιβαλλοντικών ελέγχων. Επί πλέον η ανάρτηση στο διαδίκτυο των Π.Ο. θα δίνει τη δυνατότητα σε επενδυτές να γνωρίζουν τις απαιτήσεις των όρων παρόμοιων δραστηριοτήτων. Φυσικά όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν τη δημιουργία βάσης δεδομένων στο ΥΠΕΚΑ, κάτι που το πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ είχε ξεκινήσει, με δαπάνη σημαντικών ποσών, χωρίς ποτέ να λειτουργήσει. Η λειτουργία ενός περιβαλλοντικού διοικητικού δικαστηρίου (με ακροαματική διαδικασία), σε συνεργασία με τον περιβαλλοντικό εισαγγελέα, που θα λειτουργεί παράλληλα ή αμέσως μετά την έκδοση της διοικητικής πράξης, θα μπορούσε συμπληρωματικά με τα παραπάνω, να εξαντλήσει κάθε έννομο δικαίωμα του πολίτη, στα πλαίσια της συνθήκης του Aarhus. Η πηγή του προβλήματος στη διαδικασία αδειοδότησης επιχειρήσεων είναι, ότι ο κάθε πολίτης μετά το στάδιο έκδοσης των αδειών (περιβαλλοντικοί όροι, άδεια εγκατάστασης) μπορεί να προσφύγει κατά αυτών στο δικαστήριο, στα πλαίσια κάποιων προσωπικών του ή άλλων στρατηγικών. Παρά την εφαρμογή της συμφωνίας του Aarhus για την ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία της αδειοδότησης, γίνεται ουσιαστικά καταστρατήγηση/κατάχρηση αυτής της διαδικασίας, με τις προσφυγές επί των αποφάσεων με προβολή επιχειρημάτων που είτε δεν κατατέθηκαν στην πορεία της διαδικασίας, είτε εσκεμμένα δεν παρουσιάστηκαν στη φάση της προβλεπόμενης διαδικασίας αδειοδότησης. Η πλειοψηφία των επιχειρημάτων αυτών απορρίπτεται ως αβάσιμα ή νομικά αστήρικτα, αλλά στη πράξη έχουν πετύχει το σκοπό τους που είναι, στη καλύτερη των περιπτώσεων, η καθυστέρηση της επένδυσης. Η ηλεκτρονική υποβολή των δικαιολογητικών για την αδειοδότηση των επιχειρήσεων μέσης και χαμηλής όχλησης, σε συνδυασμό με την τυποποίηση της ενιαίας άδειας που θα δίνεται στην επιχείρηση, θα συμβάλει σημαντικά στην ελαχιστοποίηση της καθυστέρησης για την έκδοσή της. Η υπογραφή της αίτησης άδειας από τον ιδιοκτήτη και τον υπεύθυνο μηχανικό, θα ενέχει θέση υπεύθυνης κατά το νόμο δήλωσης περί της ορθότητας και ακρίβειας των δηλούμενων στοιχείων. Και αυτό σε συνδυασμό με την εγγυητική επιστολή που θα κατατίθεται. Ο σκοπός της απλούστευσης είναι να μην απασχολείται το προσωπικό των υπηρεσιών για τον έλεγχο των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών, αλλά στον έλεγχο της λειτουργίας της εγκατάστασης, με βάση τα στοιχεία που υποβλήθηκαν. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, δεν λύνει τα προβλήματα της αδειοδότησης και δεν εξασφαλίζει τον επενδυτή από την περίπτωση προσβολής της διοικητικής πράξης των Π.Ο. ή άλλων αδειών. Επιπλέον η πολυνομία, οι συναρμοδιότητες (αρχαιολογία, δασικές υπηρεσίες, κλπ) και η χρονοτριβή στις γνωμοδοτήσεις, σε συνδυασμό με το ασαφές χωροταξικό πλαίσιο (δεν υπάρχουν λεπτομερή χωροταξικά πλαίσια και σαφής χρήσης γης) καθιστούν βέβαιο, ότι δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι του νομοσχεδίου. Είναι καλύτερα να αργήσετε λίγο να εκδώσετε το νομοσχέδιο, αναδιαμορφώνοντας ριζικά το πλαίσιο όλων των αδειοδοτήσεων, παρά να έχουμε μία ακόμα ΚΥΑ, στο δαιδαλώδες υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Χημικών Μηχανικών και το Περιφερειακό τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας παραμένει στη διάθεση σας, για να συμβάλει στην αποτελεσματική εφαρμογή ενός νόμου, που θα αντιμετωπίζει συνολικά το θέμα της αδειοδότσης των επιχειρήσεων, καλύπτοντάς όλες τις διαστάσεις, άδεια ίδρυσης, άδεια, εγκατάστασης και άδεια λειτουργίας και περιλαμβάνοντας όλες τις πτυχές του θέματος, ηλεκτρολογικομηχανικές, διεργασίας, περιβαλλοντικές.