- Εργαζόμενοι στα Νοσοκομεία και στα Κέντρα Υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), καθώς και στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), και συγκεκριμένα σε Κλινικές, Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια των ανωτέρω, με τις ειδικότητες των νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών, οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων διασωστών, οι οποίοι υπάγονται στη συνταξιοδοτική προστασία του δημοσίου και απασχολούνται αποκλειστικά στις ως άνω ειδικότητες, για τις οποίες εργαζόμενοι των αντίστοιχων ειδικοτήτων που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εμπίπτουν στις περ. 31 και 51 της υπό στοιχεία Φ10221/οικ.26816/929/2.12.2011 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β’ 2778), δικαιούνται σύνταξης από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και λοιπών παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α. με τη συμπλήρωση του εξηκοστού δεύτερου (62ου) έτους της ηλικίας τους, εφόσον έχουν τουλάχιστον δεκαπέντε (15) συντάξιμα έτη, εκ των οποίων δώδεκα (12) έτη αποκλειστικά στις ειδικότητες αυτές και τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκαεπτά (17) έτη, πριν από τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας ή την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης. Για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος για επικουρική σύνταξη εφαρμόζεται το άρθρο 96Α του ν. 4387/2016 (Α’ 85).
- Για τα πρόσωπα της παρ. 1 καταβάλλεται πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, η οποία ανέρχεται:
α) για τον κλάδο κύριας σύνταξης σε ποσοστό τρία κόμμα εξήντα τοις εκατό (3,60%), επιμεριζόμενη σε ποσοστό δύο κόμμα είκοσι τοις εκατό (2,20%) για τον ασφαλισμένο και ένα κόμμα σαράντα τοις εκατό (1,40%) για τον εργοδότη, και
β) για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης πρόσθετη ειδική εισφορά σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%), επιμεριζόμενη σε ποσοστό ένα κόμμα είκοσι πέντε τοις εκατό (1,25%) για τον ασφαλισμένο και μηδέν κόμμα εβδομήντα πέντε τοις εκατό (0,75%) για τον εργοδότη.
Οι εισφορές της παρούσας υπολογίζονται επί των αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
- Η υπαγωγή στις ρυθμίσεις των παρ. 1 και 2 διενεργείται μόνο κατόπιν αίτησης των εργαζομένων, η οποία υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η υπαγωγή εκκινεί από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα της υποβολής της αίτησης. Η αίτηση του προηγούμενου εδαφίου είναι κοινή για κύρια και επικουρική ασφάλιση.
- α) Σε όσους εργαζόμενους επιθυμούν, παρέχεται η δυνατότητα αναγνώρισης κατόπιν εξαγοράς, του χρόνου πραγματικής απασχόλησής τους στις ειδικότητες της παρ. 1 έως και την ημερομηνία υπαγωγής κατά την παρ. 3, προκειμένου να συμπληρώσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης, ήτοι δώδεκα (12) έτη απασχόλησης αποκλειστικά στις ειδικότητες αυτές και τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκαεπτά (17) έτη πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας της παρ. 1 ή την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης.
β) Στην περίπτωση αναγνώρισης κατόπιν εξαγοράς στον κύριο φορέα του χρόνου πραγματικής απασχόλησης στις ειδικότητες της παρ. 1 έως και την ημερομηνία υπαγωγής κατά την παρ. 3, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης για την κύρια ασφάλιση, ο ασφαλισμένος υποχρεούται στην αναγνώριση κατόπιν εξαγοράς και στον επικουρικό φορέα ίδιου χρονικού διαστήματος με αυτόν που αναγνώρισε στον κύριο φορέα. Η αίτηση για την εξαγορά είναι κοινή για κύρια και επικουρική ασφάλιση.
γ) Η αίτηση για την αναγνώριση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης.
Η αναγνώριση πραγματοποιείται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων ασφαλισμένου και εργοδότη κύριας και επικουρικής ασφάλισης στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς και επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η αναγνώριση λαμβάνει χώρα με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης.
Μετά την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς εκδίδεται βεβαίωση από την εν λόγω αρμόδια υπηρεσία, η οποία τίθεται στον υπηρεσιακό φάκελο του ασφαλισμένου.
δ) Η αναγνώριση μπορεί να γίνει με εφάπαξ καταβολή ή με δόσεις ισάριθμες των αναγνωριζόμενων μηνών απασχόλησης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πριν από τον χρόνο εξόφλησης του συνολικού ποσού εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με ποσοστό ενός τετάρτου (1/4) του ποσού της σύνταξης. Για τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4670/2020 (Α’ 43) και για το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης» (Τ.Ε.Κ.Α.) εφαρμόζεται το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 (Α’ 160).
ε) Ο χρόνος που αναγνωρίζεται είναι πραγματικός χρόνος ασφάλισης και ως τέτοιος δεν συμπεριλαμβάνεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 17 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) και το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης.
- α) Για τα πρόσωπα της παρ. 1 που προσλαμβάνονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και εφεξής, τα οποία υπάγονται στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010 και για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στην κύρια ασφάλιση, για την κάλυψή τους ως προς την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται η πρόσθετη ειδική εισφορά υπέρ επικουρικής ασφάλισης της παρ. 2.
β) Για τα πρόσωπα της παρ. 1 που έχουν ήδη προσληφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, τα οποία υπάγονται στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010 και για τα οποία καταβάλλεται ήδη πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στην κύρια ασφάλιση, για την κάλυψή τους ως προς την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται υποχρεωτικά η πρόσθετη ειδική εισφορά υπέρ επικουρικής ασφάλισης της παρ. 2.
Για την εφαρμογή του άρθρου 96Α του ν. 4387/2016 και του άρθρου 52 του ν. 4826/2021 σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου, τα πρόσωπα της περ. β) της παρούσας παραγράφου υποχρεούνται στην αναγνώριση κατόπιν εξαγοράς και στον επικουρικό φορέα τόσου χρονικού διαστήματος, όσου απαιτείται για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων χρόνου ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση με τις διατάξεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.. Η αίτηση για την αναγνώριση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης. Η αναγνώριση γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων υπέρ επικουρικής ασφάλισης ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς και επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η αναγνώριση λαμβάνει χώρα με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης. Μετά την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς εκδίδεται βεβαίωση από την εν λόγω αρμόδια υπηρεσία, η οποία τίθεται στον υπηρεσιακό φάκελο του ασφαλισμένου.
Ο χρόνος που αναγνωρίζεται είναι πραγματικός χρόνος ασφάλισης και δεν συμπεριλαμβάνεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πριν από τον χρόνο εξόφλησης του συνολικού ποσού εξαγοράς, ως προς τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4670/2020 και ως προς το Τ.Ε.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 64 του ν. 4826/2021.
- Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δύναται να καθορίζονται η διαδικασία υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του.




Ασφάλιση στα ΒΑΕ όλων των υγειονομικών ειδικοτήτων χωρίς εξαιρέσεις! Πάντα οι Τεχνολόγοι Ιατρικων Εργαστηρίων εξαιρούνται. Το ίδιο κράτος που απαιτεί και υποχρεώνει τους ιδιώτες να ασφαλίζουν τους συναδέλφους με ΒΑΕ, το ίδιο άδικο κράτος μας πετάει και δεν μας εξασφαλίζει ούτε με τα ένσημα ούτε με τις εφημερίες. Πρεσβεύει το «διαίρει και βασίλευε».Μας διχάζει σε εναν εμφύλιο πόλεμο. Το ίδιο κράτος που στα χρόνια της καραντίνας δεν μας έδινε ούτε μερα άδειας και απλά οι πολίτες μας χειροκροτουσαν στα μπαλκόνια τους. Ένταξη όλων των υγειονομικών στα ΒΑΕ!
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Χωρίς πολλά λόγια, ελάτε μια ημέρα να δουλέψετε στον εργαστηριακό τομέα των δημοσίων νοσοκομείων και μετά ελάτε να συζητήσουμε τα βαρέα και ανθυγιεινά. Ελάτε να συζητήσουμε για τις συνθήκες και την ασφάλεια.
Η αναγνώριση των Μικροβιολογικών και Βιοχημικών Εργαστηρίων (άρθρο 38 παράγραφος 1), ως χώρων υπαγωγής στα ΒΑΕ, χωρίς την ένταξη των Βιοϊατρικών Επιστημών ειδικότητας Ιατρικών Εργαστηρίων, των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και των Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων που τα στελεχώνουν, αποτελεί προφανή αντίφαση και αδικία. Οι επαγγελματίες αυτοί εκτίθενται καθημερινά σε βιολογικούς, χημικούς και άλλους επαγγελματικούς κινδύνους, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάγνωση και τη φροντίδα των ασθενών. Η ένταξή τους στα ΒΑΕ είναι ζήτημα ίσης μεταχείρισης, αναγνώρισης της επικινδυνότητας της εργασίας τους και αποκατάστασης μιας διαχρονικής αδικίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Με ιδιαίτερη έκπληξη πληροφορηθήκαμε, για ακόμη μία φορά, τις κυβερνητικές εξαγγελίες σχετικά με την ένταξη επαγγελματιών Υγείας στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων – Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες (κατεύθυνσης Ιατρικών Εργαστηρίων).
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί ότι η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη», η οποία αποτέλεσε τη βάση αξιολόγησης επαγγελμάτων για την ένταξη στα ΒΑΕ, συμπεριελάμβανε τον κλάδο μας, αναγνωρίζοντας έμπρακτα τις ιδιαίτερα επιβαρυμένες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων.
Παράλληλα, αισθανόμαστε την ευθύνη απέναντι στους χιλιάδες συναδέλφους μας που εργάζονται καθημερινά στα Διαγνωστικά Εργαστήρια των Μονάδων Υγείας της χώρας, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στον προγεννητικό έλεγχο στις Αιμοδοσίες, στα Τμήματα Διάλυσης Κυτταροτοξικών Φαρμάκων, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια, καθώς και σε όσους διενεργούν καθημερινά λήψεις βιολογικών δειγμάτων εντός και εκτός κλινικών, να αναδείξουμε τη βαρύτητα και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματός μας.
Το επάγγελμά μας συγκαταλέγεται αδιαμφισβήτητα μεταξύ των πλέον ανθυγιεινών επαγγελμάτων στον χώρο της Υγείας, καθώς συνεπάγεται καθημερινή έκθεση σε δυνητικά μολυσματικά βιολογικά δείγματα, τοξικές χημικές ουσίες και επικίνδυνα αναλώσιμα υλικά, υπό συνθήκες αυξημένου επαγγελματικού κινδύνου.
Και κλείνει με:
Καλούμε την Πολιτεία, να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και Παρασκευαστών Εργαστηρίων και εντάξει το επάγγελμα στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα και εντάξει τους παραπάνω εργαζόμενους στην Α’ Κατηγορία στο Επίδομα Ανθυγιεινής Εργασίας.
Τι κερδίζουν οι νοσηλευτές που είναι άνω τον 55 -60 ετών που έχουν 30 χρόνια υπηρεσίας.
Θα πρέπει να πληρώσουν τα μαλιοκεφαλα τους για να βγουν σύνταξη στα 62.
Μας δουλεύετε κανονικά.
Και δεν πρέπει να μείνουν έξω όλοι όσοι ανήκουν στην νοσηλευτική υπηρεσία ( τραυματιοφορείς ,βοηθοί θαλάμων, μαίες)
Το άρθρο 38 αποτελεί θετική και αναγκαία ρύθμιση, καθώς αναγνωρίζει, έστω σε συνταξιοδοτικό επίπεδο, την ιδιαίτερη φύση της εργασίας των νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών και λοιπών εργαζομένων που απασχολούνται σε κλινικές, εργαστήρια, νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και στο ΕΚΑΒ. Η πρόβλεψη για δυνατότητα συνταξιοδότησης στο 62ο έτος με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθώς και η καταβολή πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, επιβεβαιώνει θεσμικά ότι η εργασία αυτών των ειδικοτήτων συνδέεται με αυξημένη σωματική, ψυχική και επαγγελματική επιβάρυνση.
Ωστόσο, η αναγνώριση αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο συνταξιοδοτικό σκέλος. Η Νοσηλευτική στο Εθνικό Σύστημα Υγείας χρειάζεται πλέον ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο νόμου, το οποίο θα ρυθμίζει συνολικά την επαγγελματική υπόσταση, το καθηκοντολόγιο, τη μισθολογική αναγνώριση, την επαγγελματική εξέλιξη και τις συνθήκες εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού.
Η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο επιτακτική αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του OECD Health at a Glance 2025, η Ελλάδα διαθέτει 3,8 ασκούντες νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι μέσου όρου 9,2 στον ΟΟΣΑ. Πρόκειται για σοβαρή ένδειξη υποστελέχωσης, η οποία επηρεάζει άμεσα την ποιότητα, την ασφάλεια και τη συνέχεια της φροντίδας. Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι νοσηλευτές αποτελούν κεντρικό πυλώνα της παροχής υπηρεσιών υγείας και, στις περισσότερες χώρες, τη μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα του υγειονομικού προσωπικού.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η θεσμοθέτηση:
1.
Αυτοτελούς Κλάδου Νοσηλευτών ΕΣΥ, στον οποίο θα εντάσσονται οι ΠΕ και ΤΕ Νοσηλευτές, με σαφές επαγγελματικό αντικείμενο, καθηκοντολόγιο, δυνατότητα εξέλιξης, ειδικές κλινικές αρμοδιότητες, αναγνώριση εξειδικεύσεων και διακριτή υπηρεσιακή ταυτότητα.
2.
Κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΕΣΥ, στον οποίο θα εντάσσονται οι ΔΕ Βοηθοί Νοσηλευτών, με σαφώς καθορισμένο ρόλο, αρμοδιότητες, όρια ευθύνης, δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και αναγνώριση της ουσιαστικής συμβολής τους στη λειτουργία των δομών υγείας.
Η δημιουργία δύο διακριτών αλλά συνεργαζόμενων κλάδων αποσκοπεί στην ορθολογική αποτύπωση των διαφορετικών εκπαιδευτικών επιπέδων, επαγγελματικών ευθυνών και καθηκόντων όπως άλλωστε συμβαίνει και διεθνώς. Η σαφής διάκριση ρόλων ενισχύει την ασφάλεια των ασθενών, μειώνει τις ασάφειες στην καθημερινή κλινική πράξη και επιτρέπει δίκαιη υπηρεσιακή και μισθολογική μεταχείριση για κάθε κατηγορία προσωπικού.
Παράλληλα, η ένταξη των νοσηλευτών και των βοηθών νοσηλευτών σε ειδικό μισθολόγιο ΕΣΎ αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική αναβάθμιση του επαγγέλματος. Οι νοσηλευτές και οι βοηθοί νοσηλευτές εργάζονται σε περιβάλλοντα υψηλής ευθύνης, με κυκλικό ωράριο, νυχτερινή εργασία, βιολογικούς κινδύνους, μυοσκελετική καταπόνηση, ψυχική επιβάρυνση, έκθεση σε λοιμώδεις παράγοντες και συνεχή επαφή με ανθρώπινο πόνο, κρίσιμες καταστάσεις και θάνατο. Η ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα αναγνωρίζει ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας, αλλά δεν επαρκεί εάν δεν συνοδευτεί από μισθολογική και επαγγελματική αναγνώριση κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου.
Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να προβλεφθεί η απόδοση επαρκούς επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το νοσηλευτικό προσωπικό, με τρόπο οριζόντιο, δίκαιο και ανάλογο της πραγματικής έκθεσης σε επαγγελματικούς κινδύνους. Το επίδομα αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τυπική παροχή, αλλά ως θεσμική αναγνώριση της επικινδυνότητας, της ανθυγιεινής φύσης και της διαρκούς επιβάρυνσης της νοσηλευτικής εργασίας.
Η διεθνής κατεύθυνση είναι σαφής: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, στην έκθεση State of the World’s Nursing 2025, καλεί τα κράτη να επενδύσουν στη νοσηλευτική εκπαίδευση, στις θέσεις εργασίας, στην ηγεσία και στην ενίσχυση του ρόλου των νοσηλευτών στα συστήματα υγείας. Αντίστοιχα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει σημαντικό έλλειμμα υγειονομικού προσωπικού, με εκτιμώμενη έλλειψη 1,2 εκατομμυρίων γιατρών, νοσηλευτών και μαιών το 2022.
Συνεπώς, το άρθρο 38 πρέπει να αποτελέσει αφετηρία και όχι τελικό σημείο. Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε συνολική θεσμική παρέμβαση για τη Νοσηλευτική, με:
– θεσμοθέτηση Κλάδου Νοσηλευτών ΕΣΥ,
– θεσμοθέτηση ξεχωριστού Κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΕΣΥ,
– ειδικό μισθολόγιο με αυξημένες αποδοχές,
– δίκαιο και ουσιαστικό επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας,
– σαφές καθηκοντολόγιο και επαγγελματικά όρια,
– αναγνώριση εξειδικεύσεων και μεταπτυχιακών προσόντων,
– επαγγελματική εξέλιξη και κίνητρα παραμονής στο ΕΣΥ,
– ασφαλείς αναλογίες στελέχωσης και μέτρα πρόληψης επαγγελματικής εξουθένωσης.
Η αναβάθμιση της Νοσηλευτικής δεν αποτελεί μόνο κλαδικό αίτημα. Αποτελεί προϋπόθεση για την ασφάλεια των ασθενών, τη βιωσιμότητα του ΕΣΥ, την ποιότητα της φροντίδας και την παραμονή έμπειρου και εξειδικευμένου προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας. Το άρθρο 38 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά χρειάζεται να ενταχθεί σε μια ευρύτερη, συνεκτική και μόνιμη πολιτική για τη Νοσηλευτική στο ΕΣΥ.
Η ένταξη των νοσηλευτών και αλλων κλαδων στα ΒΑΕ θα επρεπε να ειχε ρυθμιστει πριν απο 15 χρονια ,τότε που εγινε η ρυθμιση για τους προσληφθέντες μετα το 2011.Βαση του αρθρου 38 δεν υπάρχει μέριμνα για οσους βρισκονται στο σκαλοπάτι της εξοδου και τους απομένουν 5 με 6 ετη να συνταξιοδοτηθούν.Ωφελος κανενα.
θα πρέπει να νομοθετήσετε ωστε με ΒΑΕ να βγαίνουμε στην συνταξη στα 60 ετη με προϋπηρεσία τουλάχιστον 25 πραγματικά ετη.
Επισης μετα τα βαρέα ηρθε η ωρα του ΕΝΙΑΊΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ στον οποιο θα ειναι μεσα και οι τρεις βαθμιδες ΔΕ ΤΕ ΠΕ.
Τα ποιό κραυγαλέα παραδείγματα προς μίμηση ειναι
1) Ενιαίος κλάδος στα σώματα ασφαλείας που περιλαμβανει ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΦΡΟΥΡΟΥΣ, ΣΥΝΟΡΙΟΦΥΛΑΚΕΣ (χωρις καν μεταλυκειακο πτυχιο και με εισαγωγη εκτος πανελληνιων εξεταδεων )ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΕΣ (με πανελληνιες εξετασεις και 3 ετη σπουδων) και τους ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥΣ (εισαγωγή μεσω πανελληνίων εξετασεων 4ετης σπουδες )
2) Ενιαιος κλαδος στελεχών Στρατού
περιλάμβανει ΕΠΟΠ ΕΜΘ (πολλα στελεχη χωρις μεταλυκειακο πτυχιο αλλα μονο με απολυτήριο Λυκείου ,και χωρις εισαγωγη στο στρατο μεσω πανελληνιων εξετάσεων)ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ (εισαγωγη μεσω πανελληνιων εξετασεων και 3ης σπουδες )και ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ οι οποιοι εισάγονται μεσω πανελληνίων εξετασεω)Ειναι ΗΘΙΚΟ και ΝΌΜΙΜΟ.
Ηρθε η ωρα η κυβέρνηση να πράξει τα ΝΟΜΙΜΑ και ΗΘΙΚΑ .
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Αποτελεί σοβαρή θεσμική ασυνέπεια, ο αποκλεισμός των Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας Ακτινολογίας του ΕΣΥ από την ένταξη στα Β.Α.Ε., αν και περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη.
Ζητάμε άμεση αποκατάσταση της ισονομίας και εφαρμογή του πορίσματος χωρίς εξαιρέσεις.
Με την λόγω διάταξη στα Β.Α.Ε. εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, αλλά όχι οι Τ.Α.Α. των δημόσιων νοσοκομείων. Η απόφαση αυτή είναι σε αντίθεση με το πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη, το οποίο από το 2020 έχει αξιολογήσει και εντάξει στους δικαιούχους και τους Τ.Α.Α του ΕΣΥ.
Σε ποιο θεσμικό πλαίσιο βασίζεται η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος και με ποιο επιχείρημα αποκλείονται επαγγελματίες που εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με όσους εντάσσονται στα ΒΑΕ; Από το 2020 δεν έχει εκδοθεί νέο πόρισμα ούτε έχει συσταθεί άλλη επιτροπή, γεγονός που καθιστά αδικαιολόγητη κάθε διαφοροποίηση.
Οι Τ.Α.Α. που υπηρετούν στο ΕΣΥ εργάζονται καθημερινά σε ιδιαίτερα απαιτητικά και επικίνδυνα περιβάλλοντα διαχειριζόμενοι ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες. Πέραν των εργαστηρίων, παρέχουν φροντίδα επί κλίνης (ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές κλινικές, κλινικές αποκατάστασης, μονάδες λοιμώξεων, κλινικών COVID κ.α.), ερχόμενοι σε άμεση επαφή με βαρέως πάσχοντες και πολυτραυματίες.
Οι συνθήκες αυτές είναι απολύτως συγκρίσιμες με εκείνες των νοσηλευτών και των διασωστών, για τους οποίους η Πολιτεία ορθά αναγνωρίζει την ανάγκη ένταξης στα ΒΑΕ. Η μη ένταξη των Τ.Α.Α. συνιστά αδικία και υποβάθμιση της συμβολής τους στη λειτουργία του ΕΣΥ.
Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αυτονόητη πράξη θεσμικής συνέπειας. Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται το πόρισμα Μπεχράκη για ορισμένους κλάδους και να το αγνοεί για άλλους που περιλαμβάνονται στην ίδια λίστα.
Η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος δημιουργεί εργαζόμενους «δύο ταχυτήτων» μέσα στο ίδιο σύστημα υγείας, υπονομεύοντας την ισότητα και την αξιοπιστία των θεσμών.
Ζητάμε από την Υπουργό Εργασίας, την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τον Πρωθυπουργό να προχωρήσουν άμεσα στην ένταξη των Τ.Α.Α. στα Β.Α.Ε., αποκαθιστώντας την ισονομία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας.
Η προτεινόμενη ρύθμιση για την ένταξη των νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών υγείας του ΕΣΥ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αποτελεί όμως μια καθυστερημένη αναγνώριση μιας πραγματικότητας που υφίσταται εδώ και δεκαετίες.
Οι νοσηλευτές του ΕΣΥ εργάζονται καθημερινά σε συνθήκες αυξημένης σωματικής και ψυχικής καταπόνησης, με νυχτερινή εργασία, κυλιόμενα ωράρια, έκθεση σε βιολογικούς, χημικούς και φυσικούς κινδύνους, διαχείριση επειγόντων περιστατικών και συνεχή επαφή με τον ανθρώπινο πόνο και την απώλεια. Οι συνθήκες αυτές δεν δημιουργήθηκαν σήμερα, αλλά υφίστανται διαχρονικά και επιβεβαιώθηκαν με τον πιο εμφατικό τρόπο κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19.
Η Πολιτεία επί σειρά ετών αναγνώριζε έμπρακτα την επικινδυνότητα και τη βαρύτητα της εργασίας μας μόνο μέσω ενός επιδόματος, χωρίς όμως να έχει προχωρήσει στη θεσμική ένταξη των παλαιών νοσηλευτών στα ΒΑΕ. Ως εκ τούτου, δεν είναι δίκαιο το κόστος αυτής της καθυστέρησης να μετακυλίεται σήμερα στους ίδιους τους εργαζόμενους μέσω υψηλών ποσών εξαγοράς.
Ζητούμε:
Την πλήρη αναγνώριση του συνόλου του πραγματικού χρόνου νοσηλευτικής υπηρεσίας που έχει διανυθεί σε δημόσιες δομές υγείας πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ, χωρίς υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων.
Τη θέσπιση ιδιαίτερα ευνοϊκών όρων εξαγοράς για όσους επιλέξουν να αναγνωρίσουν τον χρόνο αυτό, με σημαντική συμμετοχή του κράτους και όχι αποκλειστική επιβάρυνση των εργαζομένων.
Τη διασφάλιση ότι οι νοσηλευτές που υπηρέτησαν επί δεκαετίες το ΕΣΥ δεν θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση από νεότερους συναδέλφους που εντάχθηκαν ήδη σε καθεστώς ΒΑΕ.
Τη δυνατότητα συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη στο 62ο έτος ηλικίας για όσους συμπληρώνουν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, χωρίς πρόσθετους περιορισμούς που ακυρώνουν στην πράξη το ευεργέτημα της ένταξης.
Την αναγνώριση και αξιοποίηση όλων των θεσμοθετημένων πλασματικών χρόνων, ώστε οι εργαζόμενοι να μην αναγκάζονται να επιλέγουν ανάμεσα σε διαφορετικά δικαιώματα που έχουν αποκτήσει νόμιμα.
Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία την αναβάθμιση του νοσηλευτικού επαγγέλματος και τη σαφή επαγγελματική του οριοθέτηση. Η νοσηλευτική αποτελεί αυτοτελή επιστήμη και οφείλει να αντιμετωπίζεται ως διακριτός επαγγελματικός κλάδος.
Για τον λόγο αυτό ζητούμε:
• Τη δημιουργία ξεχωριστού κλάδου Νοσηλευτών ΠΕ και ΤΕ, με σαφές επαγγελματικό περίγραμμα, αρμοδιότητες και μισθολογική εξέλιξη.
• Τη δημιουργία διακριτού κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, με αντίστοιχη κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων και καθηκόντων.
• Τη μισθολογική αναβάθμιση του συνόλου του νοσηλευτικού προσωπικού, καθώς οι σημερινές αποδοχές δεν ανταποκρίνονται ούτε στο επίπεδο ευθύνης ούτε στις συνθήκες εργασίας που καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε καθημερινά.
Οι νοσηλευτές δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν την αναγνώριση μιας πραγματικότητας που το ίδιο το κράτος γνωρίζει εδώ και δεκαετίες. Η κοινωνία αναγνώρισε την προσφορά μας στα δύσκολα χρόνια της πανδημίας. Ήρθε η ώρα η Πολιτεία να την αναγνωρίσει και θεσμικά, με δίκαιες μισθολογικές, ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις.
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ως τεχνολόγοι ιατρικών εργαστηρίων, επιτελούμε το έργο μας σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξημένους επαγγελματικούς κινδύνους και ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Η καθημερινή μας δραστηριότητα περιλαμβάνει τη διαχείριση και ανάλυση βιολογικών δειγμάτων, γεγονός που συνεπάγεται συνεχή έκθεση σε λοιμογόνους παράγοντες και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης μολυσματικών νοσημάτων.
Παράλληλα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μας χρησιμοποιούμε εξειδικευμένα χημικά αντιδραστήρια και ουσίες, η μακροχρόνια έκθεση στις οποίες μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υγεία μας. Επιπλέον, η εργασία μας απαιτεί χειρισμό αιχμηρών αντικειμένων και εργαστηριακού εξοπλισμού υψηλής ακρίβειας, με αποτέλεσμα να υφίσταται διαρκώς ο κίνδυνος ατυχημάτων και επαγγελματικών τραυματισμών.
Η φύση του επαγγέλματός μας επιβάλλει απόλυτη συγκέντρωση, υπευθυνότητα και ακρίβεια, καθώς τα αποτελέσματα των εξετάσεων συμβάλλουν καθοριστικά στη διάγνωση, την παρακολούθηση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών. Η ευθύνη αυτή, σε συνδυασμό με την καθημερινή έκθεση σε βιολογικούς, χημικούς και φυσικούς παράγοντες, δημιουργεί σημαντική σωματική και ψυχική επιβάρυνση.
Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρούμε ότι το επάγγελμα του τεχνολόγου ιατρικών εργαστηρίων πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, καθώς οι συνθήκες εργασίας μας συνεπάγονται αυξημένους κινδύνους και επιβαρύνσεις που δικαιολογούν την αντίστοιχη ασφαλιστική και εργασιακή αναγνώριση.
Ως τεχνολόγοι ιατρικών εργαστηρίων, θεωρούμε ότι πρέπει να υπαγόμαστε στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), καθώς κατά την άσκηση των καθηκόντων μας εκτιθέμεθα καθημερινά σε παράγοντες που ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά μας.
Ειδικότερα:
• Ερχόμαστε σε συνεχή επαφή με βιολογικά δείγματα, όπως αίμα, ούρα, ιστοί και άλλα βιολογικά υλικά, τα οποία ενδέχεται να φέρουν λοιμογόνους παράγοντες και να μας εκθέτουν σε κίνδυνο επαγγελματικής μόλυνσης.
• Χειριζόμαστε καθημερινά χημικές ουσίες, αντιδραστήρια και διαλύτες, αρκετά από τα οποία είναι τοξικά, ερεθιστικά ή δυνητικά επικίνδυνα για τη μακροχρόνια υγεία μας.
• Αντιμετωπίζουμε αυξημένο κίνδυνο εργατικών ατυχημάτων από αιχμηρά αντικείμενα, βελόνες, γυάλινα σκεύη και εξειδικευμένο εργαστηριακό εξοπλισμό.
• Σε ορισμένους εργαστηριακούς χώρους εκτιθέμεθα σε φυσικούς παράγοντες κινδύνου, όπως ακτινοβολία ή άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες του εργασιακού περιβάλλοντος.
• Εργαζόμαστε υπό συνθήκες αυξημένης ευθύνης και έντονης ψυχολογικής πίεσης, καθώς η ακρίβεια και η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων που παράγουμε επηρεάζουν άμεσα τη διάγνωση, τη θεραπεία και την υγεία των ασθενών.
• Η πολυετής και σωρευτική έκθεση στους παραπάνω κινδύνους επιβαρύνει σημαντικά την υγεία μας, παρά την τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων προστασίας.
Για τους λόγους αυτούς, η αναγνώριση της εργασίας μας ως βαριάς και ανθυγιεινής αποτελεί ζήτημα ίσης μεταχείρισης, προστασίας της επαγγελματικής μας υγείας και αναγνώρισης των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες παρέχουμε τις υπηρεσίες μας.
Αποκατάσταση της αδικιας τωρα η ειδικότητα των Τεχνολογων και βοηθων ιατρικών εργαστηρίων ειναι μια απο τις ειδικότητες που θα έπρεπε να ανήκουν πρωτίστως στα βαρέα επαγγελματα
Αποκατάσταση της αδικιας τωρα η ειδικότητα των Τεχνολογων και βοηθων ιατρικών εργαστηρίων ειναι μια απο τις ειδικότητες που θα έπρεπε να ανήκουν πρωτίστως στα βαρέα επαγγελματα
Το άρθρο 38 αποτελεί θετική και αναγκαία ρύθμιση, καθώς αναγνωρίζει θεσμικά ότι η εργασία των νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών υγείας σε Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και ΕΚΑΒ έχει χαρακτηριστικά αυξημένης σωματικής, ψυχικής και επαγγελματικής επιβάρυνσης.
Η πρόβλεψη ειδικών συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων και πρόσθετης εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποτυπώνει τη διαρκή έκθεση του προσωπικού σε βιολογικούς, εργονομικούς και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στο συνταξιοδοτικό πεδίο. Αντιθέτως, πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για ένα συνολικό πλαίσιο νόμου για τη Νοσηλευτική στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Η Νοσηλευτική αποτελεί βασικό πυλώνα της φροντίδας υγείας, ενώ διεθνώς οι νοσηλευτές αναγνωρίζονται ως η πολυπληθέστερη επαγγελματική ομάδα στα συστήματα υγείας και ως κρίσιμος παράγοντας για την ποιότητα και την ασφάλεια των υπηρεσιών υγείας.Η ανάγκη θεσμικής αναβάθμισης είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα, όπου, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αντιστοιχούν μόλις 3,8 ασκούντες νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι μέσου όρου 9,2 στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ παραμένουν αναλογικά στους πολύ χαμηλά αμοιβώμενους. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει σοβαρή υποστελέχωση και καθιστά αναγκαία τη λήψη μέτρων προσέλκυσης και παραμονής προσωπικού στο ΕΣΥ.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η θεσμοθέτηση αυτοτελούς Κλάδου Νοσηλευτών ΕΣΥ, στον οποίο θα εντάσσονται οι ΠΕ και ΤΕ Νοσηλευτές, καθώς και ξεχωριστού Κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΕΣΥ, για τους ΔΕ Βοηθούς Νοσηλευτών. Η διάκριση αυτή δεν αποσκοπεί στη διάσπαση του νοσηλευτικού προσωπικού, αλλά στην ορθολογική αποτύπωση των διαφορετικών εκπαιδευτικών επιπέδων, επαγγελματικών αρμοδιοτήτων και βαθμών ευθύνης.Παράλληλα, είναι απαραίτητη η ένταξη των δύο αυτών κλάδων σε ειδικό μισθολόγιο ΕΣΥ, με αυξημένες αποδοχές που θα ανταποκρίνονται στην ευθύνη, την επικινδυνότητα, την κυκλική εργασία, τη νυχτερινή απασχόληση και τη διαρκή κλινική επιβάρυνση.
Επίσης, πρέπει να προβλεφθεί ουσιαστικό και δίκαιο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ανάλογο της πραγματικής έκθεσης στους κινδύνους του νοσοκομειακού περιβάλλοντος.Ο Παγκόσμιος Οργάνισμος Υγείας επισημαίνει την ανάγκη επένδυσης στη νοσηλευτική εκπαίδευση, στην απασχόληση, στην ηγεσία και στην αμοιβή των νοσηλευτών.
Συνεπώς, η αναβάθμιση της Νοσηλευτικής δεν αποτελεί μόνο κλαδικό αίτημα, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την ασφάλεια των ασθενών, τη συγκράτηση έμπειρου προσωπικού και τη βιωσιμότητα του δημόσιου συστήματος υγείας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Να μην αποκλειστούν οι εργαζόμενοι στα μικροβιολογικά, κυτταρολογικά, παθολογοανατομικά Εργαστήρια, Εργαστήρια Αιμοδοσίας κ.α. Πρόκειται για τους Τεχνολόγος Ιατρικών Εργαστηρίων που λαμβάνουν και χειρίζονται δείγματα ανθρωπίνων ιστών και υλικών, υλικά δυνητικά μολυσματικά αλλά και τοξικά.
Η προτεινόμενη διάταξη αποτελεί θετική εξέλιξη ως προς την αναγνώριση του χαρακτήρα της εργασίας των εργαζομένων του Ε.Σ.Υ. και του Ε.Κ.Α.Β. στο καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων. Ωστόσο, η επιλογή συγκεκριμένων μόνο ειδικοτήτων οδηγεί σε αδικαιολόγητο αποκλεισμό άλλων υγειονομικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων που εργάζονται υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες επαγγελματικού κινδύνου.
Ειδικότερα, παραμένουν εκτός ρύθμισης οι μαίες, οι φυσικοθεραπευτές, οι τεχνολόγοι ακτινολογίας – ακτινοθεραπείας, οι τεχνολόγοι ιατρικών εργαστηρίων, οι εργοθεραπευτές, οι λογοθεραπευτές και άλλοι επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι παρέχουν καθημερινά υπηρεσίες σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας, εργαστήρια, απεικονιστικά τμήματα και λοιπές δομές του Ε.Σ.Υ. Οι επαγγελματίες αυτοί εκτίθενται σε βιολογικούς παράγοντες, λοιμώδη νοσήματα, ιονίζουσα και μη ιονίζουσα ακτινοβολία, χημικούς παράγοντες, μυοσκελετικές καταπονήσεις, βάρδιες, επείγοντα περιστατικά και έντονο ψυχικό φόρτο. Οι συνθήκες αυτές συνιστούν αντικειμενικά βαρύ και ανθυγιεινό περιβάλλον εργασίας και δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι ειδικότητες που περιλαμβάνονται στη διάταξη.
Η διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων που υπηρετούν στις ίδιες δημόσιες δομές υγείας και εκτίθενται σε παρόμοιους επαγγελματικούς κινδύνους εγείρει ζήτημα συμμόρφωσης με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. Η υπαγωγή στο καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων θα πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά χαρακτηριστικά της εργασίας και στην έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους και όχι αποκλειστικά στην ονομασία της ειδικότητας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η τροποποίηση της διάταξης ώστε να συμπεριληφθούν όλες οι υγειονομικές και παραϊατρικές ειδικότητες που εργάζονται σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας του Ε.Σ.Υ. και του Ε.Κ.Α.Β., με κριτήριο τις συνθήκες εργασίας και την αποδεδειγμένη επαγγελματική έκθεση σε ανθυγιεινούς και επικίνδυνους παράγοντες.
Εφόσον η Πολιτεία αναγνωρίζει σήμερα ότι οι συγκεκριμένες ειδικότητες υπάγονται στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, οφείλει να αναγνωρίσει ως χρόνο ΒΑΕ και τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας που έχει ήδη διανυθεί στις ίδιες θέσεις εργασίας, χωρίς την επιβολή οικονομικής επιβάρυνσης στους εργαζομένους. Η απαίτηση εξαγοράς οδηγεί σε άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με τα ίδια χρόνια πραγματικής υπηρεσίας, καθώς η δυνατότητα θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος εξαρτάται τελικά από την οικονομική δυνατότητα του καθενός να καταβάλει μεγάλα ποσά αναγνώρισης. Έτσι, η πρόσβαση σε ένα δικαίωμα που απορρέει από τη φύση της εργασίας μετατρέπεται σε ζήτημα οικονομικής επάρκειας.
Ζητείται η αυτοδίκαιη αναγνώριση του συνόλου του πραγματικού χρόνου απασχόλησης στις προβλεπόμενες ειδικότητες ως χρόνου Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, χωρίς εξαγορά, με βάση βεβαίωση υπηρεσίας και πραγματικής άσκησης καθηκόντων. Η λύση αυτή αποκαθιστά την αρχή της ισότητας, αναγνωρίζει την πραγματική επαγγελματική επιβάρυνση των εργαζομένων και εξασφαλίζει ότι η συνταξιοδοτική προστασία θα στηρίζεται στις πραγματικές συνθήκες εργασίας και όχι στην οικονομική δυνατότητα καταβολής εξαγοράς. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η αναμόρφωση των σχετικών διατάξεων ώστε να διασφαλίζεται πλήρης ισοτιμία ως προς τη θεμελίωση και την άσκηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χωρίς διακρίσεις μεταξύ παλαιών και νέων ασφαλισμένων, μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ή μεταξύ διαφορετικών ασφαλιστικών καθεστώτων, όταν οι συνθήκες εργασίας και η επαγγελματική έκθεση είναι ουσιαστικά ίδιες.
Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθούν ενιαίες συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις για όλους τους υγειονομικούς που υπάγονται στα ΒΑΕ, χωρίς διακρίσεις λόγω ασφαλιστικού καθεστώτος, χρόνου πρόσληψης ή φορέα ασφάλισης, καθώς η επικινδυνότητα και η ανθυγιεινότητα της εργασίας είναι κοινή και ανεξάρτητη από τις ασφαλιστικές διακρίσεις. Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ισότιμα το έργο όλων των επαγγελματιών υγείας που στηρίζουν καθημερινά το δημόσιο σύστημα υγείας και να άρει τις αδικίες που δημιουργούνται από επιλεκτικές εξαιρέσεις μεταξύ εργαζομένων με αντίστοιχη επαγγελματική επιβάρυνση.
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Υπάρχουν Νοσηλευτές δύο ταχυτήτων! πρέπει να εξηθωθούν! Είναι άδικο και άνισο!Θερμή παράκληση όλοι στα βαρέα και ανθυγιεινά με τα ίδια κριτήρια! Κατάργηση ορίων ηλικίων !
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Απαράδεκτος διαχωρισμός των υγειονομικών!Δεν στηρίζεται η αδικία αυτή δε καμία λογική !Είμαστε άνθρωποι έχουμε οικογένειες ,δεν είμαστε αριθμοι
Επιτρέπεται στο ίδιο εργαστήριο να δουλεύουν και να κάνουν την ίδια δουλεια
1.νοσηλευτές που διορίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια και είναι στα ΒΑΕ.
2. Νοσηλευτές που θα μπουν στα ΒΑΕ με αυτό το νομοσχέδιο
3. Τεχνολόγοι που δεν είναι στα ΒΑΕ επειδή διορίστηκαν στο δημόσιο πριν το 2011
4. Τεχνολόγοι Ιατρικών εργαστηρίων που ήρθαν από κάποιο ΙΚΑ κι έχουν ΒΑΕ
5. Τεχνολόγοι που διορίστηκαν τα τελευταία χρόνια κι έχουν βαρεα αλλά όχι τα ίδια στο ανθυγιεινό?
Με αυτό το άρθρο είναι ευκαιρία να διορθωθούν αδικίες και μισθολογικού διαχωρισμοί, μη τη χάσουμε!
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
ΜΕ ΕΚΠΛΗΞΗ ΚΑΙ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 1 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 38 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΣΩΣΤΩΝ ΤΟΥ ΕΚΑΒ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΡΕΑ ΚΑΙ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ. ΣΤΗΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΒΙΟΧΗΜΙΚΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ , ΕΦΟΣΟΝ ΤΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΣΤΕΛΕΧΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΜΑΣ (ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ-ΤΕΧΝΟΛΟΓΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ -ΒΟΗΘΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ) ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΑΥΤΗ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΚΑ ΑΝΕΦΑΡΜΟΣΤΗ. ΖΗΤΑΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΚΑΙ ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΓΩ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΜΑΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ .
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα)
Επίσης το ίδιο ισχύει για τους τραυματιοφορείς και βοηθούς θαλάμων.
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Μόλις το υπέβαλα 🙂
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Μόλις
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Μόλις
Με ιδιαίτερη έκπληξη πληροφορηθήκαμε, για ακόμη μία φορά, τις κυβερνητικές εξαγγελίες σχετικά με την ένταξη επαγγελματιών Υγείας στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων – Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες (κατεύθυνσης Ιατρικών Εργαστηρίων).
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί ότι η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη», η οποία αποτέλεσε τη βάση αξιολόγησης επαγγελμάτων για την ένταξη στα ΒΑΕ, συμπεριελάμβανε τον κλάδο μας, αναγνωρίζοντας έμπρακτα τις ιδιαίτερα επιβαρυμένες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων.
Παράλληλα, αισθανόμαστε την ευθύνη απέναντι στους χιλιάδες συναδέλφους μας που εργάζονται καθημερινά στα Διαγνωστικά Εργαστήρια των Μονάδων Υγείας της χώρας, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στις Αιμοδοσίες, στα Τμήματα Διάλυσης Κυτταροτοξικών Φαρμάκων, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια, καθώς και σε όσους διενεργούν καθημερινά λήψεις βιολογικών δειγμάτων εντός και εκτός κλινικών, να αναδείξουμε τη βαρύτητα και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματός μας.
Το επάγγελμά μας συγκαταλέγεται αδιαμφισβήτητα μεταξύ των πλέον ανθυγιεινών επαγγελμάτων στον χώρο της Υγείας, καθώς συνεπάγεται καθημερινή έκθεση σε δυνητικά μολυσματικά βιολογικά δείγματα, τοξικές χημικές ουσίες και επικίνδυνα αναλώσιμα υλικά, υπό συνθήκες αυξημένου επαγγελματικού κινδύνου.
Και κλείνει με:
Καλούμε την Πολιτεία, να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και Παρασκευαστών Εργαστηρίων και εντάξει το επάγγελμα στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα και εντάξει τους παραπάνω εργαζόμενους στην Α’ Κατηγορία στο Επίδομα Ανθυγιεινής Εργασίας.
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών νοσοκομειακών και κτηνιατρικών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα ανθρώπινα και ζωικά).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Δεν μπορεί η Πολιτεία να αναγνωρίζει την επικινδυνότητα των εργαστηρίων και να αρνείται την ένταξη στα ΒΑΕ των ανθρώπων που τα λειτουργούν. Όταν εργαζόμενοι σε Κτηνιατρικά Εργαστήρια δεν λαμβάνουν ούτε το ανθυγιεινό επίδομα που δίνεται στα νοσοκομεία, η αντίφαση δεν είναι απλώς εμφανής — είναι κραυγαλέα. Αυτό είναι καθαρή εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών. Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν είναι διεκδίκηση· είναι η ελάχιστη θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας.
Για τους παλιούς νοσηλευτές, σε ηλικίες άνω των 55,
η εξαγορά ΒΑΕ είναι οικονομικά ασύμφορη.
Για όσες διορίστηκαν 22 ετών, είναι κοροϊδία
καθώς, ούτως ή άλλως, βγαίνουν στη σύνταξη στα 62
με 40 ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ έτη υπηρεσίας.
Πώς, λοιπόν, θα ανταμείψετε τους παλιούς νοσηλευτές?
Μόνη λύση η νομοθέτηση:
Α) Πλήρους συνταξιοδότησης των «παλαιών ασφαλισμένων»
(διορισμός πριν την 1-1-1993)
με 40 συντάξιμα χωρίς όριο ηλικίας
ή εναλλακτικά
Β) πλήρης σύνταξη σε ηλικία 60 ετών με 35 πραγματικά χρόνια εργασίας.
Η αναγνώριση των Μικροβιολογικών και Βιοχημικών Εργαστηρίων (άρθρο 38 παράγραφος 1), ως χώρων υπαγωγής στα ΒΑΕ, χωρίς την ένταξη των Βιοϊατρικών Επιστημών ειδικότητας Ιατρικών Εργαστηρίων, των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και των Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων που τα στελεχώνουν, αποτελεί προφανή αντίφαση και αδικία. Οι επαγγελματίες αυτοί εκτίθενται καθημερινά σε βιολογικούς, χημικούς και άλλους επαγγελματικούς κινδύνους, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάγνωση και τη φροντίδα των ασθενών. Η ένταξή τους στα ΒΑΕ είναι ζήτημα ίσης μεταχείρισης, αναγνώρισης της επικινδυνότητας της εργασίας τους και αποκατάστασης μιας διαχρονικής αδικίας.
Αποτελεί σοβαρή θεσμική ασυνέπεια, ο αποκλεισμός των Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας Ακτινολογίας του ΕΣΥ από την ένταξη στα Β.Α.Ε., αν και περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη.
Ζητάμε άμεση αποκατάσταση της ισονομίας και εφαρμογή του πορίσματος χωρίς εξαιρέσεις.
Με την λόγω διάταξη στα Β.Α.Ε. εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, αλλά όχι οι Τ.Α.Α. των δημόσιων νοσοκομείων. Η απόφαση αυτή είναι σε αντίθεση με το πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη, το οποίο από το 2020 έχει αξιολογήσει και εντάξει στους δικαιούχους και τους Τ.Α.Α του ΕΣΥ.
Σε ποιο θεσμικό πλαίσιο βασίζεται η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος και με ποιο επιχείρημα αποκλείονται επαγγελματίες που εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με όσους εντάσσονται στα ΒΑΕ; Από το 2020 δεν έχει εκδοθεί νέο πόρισμα ούτε έχει συσταθεί άλλη επιτροπή, γεγονός που καθιστά αδικαιολόγητη κάθε διαφοροποίηση.
Οι Τ.Α.Α. που υπηρετούν στο ΕΣΥ εργάζονται καθημερινά σε ιδιαίτερα απαιτητικά και επικίνδυνα περιβάλλοντα διαχειριζόμενοι ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες. Πέραν των εργαστηρίων, παρέχουν φροντίδα επί κλίνης (ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές κλινικές, κλινικές αποκατάστασης, μονάδες λοιμώξεων, κλινικών COVID κ.α.),ερχόμενοι σε άμεση επαφή με βαρέως πάσχοντες και πολυτραυματίες.
Οι συνθήκες αυτές είναι απολύτως συγκρίσιμες με εκείνες των νοσηλευτών και των διασωστών, για τους οποίους η Πολιτεία ορθά αναγνωρίζει την ανάγκη ένταξης στα ΒΑΕ. Η μη ένταξη των Τ.Α.Α. συνιστά αδικία και υποβάθμιση της συμβολής τους στη λειτουργία του ΕΣΥ.
Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αυτονόητη πράξη θεσμικής συνέπειας. Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται το πόρισμα Μπεχράκη για ορισμένους κλάδους και να το αγνοεί για άλλους που περιλαμβάνονται στην ίδια λίστα.
Η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος δημιουργεί εργαζόμενους «δύο ταχυτήτων» μέσα στο ίδιο σύστημα υγείας, υπονομεύοντας την ισότητα και την αξιοπιστία των θεσμών.
Ζητάμε απο την Υπουργό Εργασίας, την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τον Πρωθυπουργό να προχωρήσουν άμεσα στην ένταξη των Τ.Α.Α. στα Β.Α.Ε., αποκαθιστώντας την ισονομία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η ελληνική Πολιτεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους νοσηλευτές ως ένα «βοηθητικό» επάγγελμα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν τον βασικό πυλώνα λειτουργίας του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Χωρίς νοσηλευτές δεν λειτουργεί ούτε ΜΕΘ, ούτε χειρουργείο, ούτε ΤΕΠ, ούτε κλινική.
Οι νοσηλευτές εργάζονται 24 ώρες το 24ωρο, 365 ημέρες τον χρόνο, σε νυχτερινές βάρδιες, αργίες, Σαββατοκύριακα, υπό συνθήκες σωματικής και ψυχικής καταπόνησης που ελάχιστα επαγγέλματα αντιμετωπίζουν. Έρχονται καθημερινά σε επαφή με λοιμώδη νοσήματα, βιολογικούς παράγοντες κινδύνου, χημικές ουσίες, βία από ασθενείς ή συνοδούς, ενώ αναλαμβάνουν ευθύνη που συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη ζωή.
Παρά τα παραπάνω, οι αποδοχές τους παραμένουν δυσανάλογα χαμηλές σε σχέση με την ευθύνη, την επιστημονική κατάρτιση και τις συνθήκες εργασίας τους. Το αποτέλεσμα είναι η μαζική φυγή νέων νοσηλευτών στο εξωτερικό, η υποστελέχωση των νοσοκομείων και η συνεχής υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας.
Αναγνώριση του νοσηλευτικού επαγγέλματος ως Βαρέου και Ανθυγιεινού για όλους τους νοσηλευτές χωρίς εξαιρέσεις.
Αυτοτελές νοσηλευτικό μισθολόγιο, αντίστοιχο της ευθύνης και της επιστημονικής εκπαίδευσης του κλάδου.
Αύξηση του βασικού μισθού κατά τουλάχιστον 25%, ώστε να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Διπλασιασμός του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας.
Πλήρης συνταξιοδοτική αναγνώριση των νυχτερινών βαρδιών και των αργιών, καθώς αποτελούν πραγματική φθορά της υγείας των εργαζομένων.
Δυνατότητα συνταξιοδότησης σε μικρότερη ηλικία για όσους έχουν συμπληρώσει μεγάλο αριθμό ετών σε βάρδιες και τμήματα υψηλής επικινδυνότητας.
Ειδικό επίδομα νοσηλευτικής ευθύνης, καθώς οι νοσηλευτές διαχειρίζονται καθημερινά φάρμακα υψηλού κινδύνου, επεμβατικές πράξεις και κρίσιμες καταστάσεις ασθενών.
Φορολογικά κίνητρα και στεγαστική ενίσχυση για νοσηλευτές που υπηρετούν σε νησιά, απομακρυσμένες περιοχές και υποστελεχωμένες δομές.
Πλήρης μισθολογική αναγνώριση μεταπτυχιακών τίτλων, ειδικοτήτων και εξειδικεύσεων.
Θεσμοθέτηση ανώτατου ασφαλούς αριθμού ασθενών ανά νοσηλευτή, ώστε να προστατεύονται τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι ασθενείς.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά ευρωπαϊκού επιπέδου υπηρεσίες υγείας με μισθούς και συνθήκες που οδηγούν τους νοσηλευτές στην επαγγελματική εξουθένωση ή στη μετανάστευση. Η ενίσχυση των νοσηλευτών δεν είναι συντεχνιακό αίτημα. Είναι επένδυση στη δημόσια υγεία, στην ασφάλεια των ασθενών και στη βιωσιμότητα του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Όταν ο νοσηλευτής εγκαταλείπει το επάγγελμα, δεν χάνει μόνο ο ίδιος. Χάνει ολόκληρη η κοινωνία.
Οι νοσοκομειακοι φυσικοθεραπευτες εργαζονται με τις ιδιες συνθηκες με τους νοσηλευτες. Ειναι αδικια που δεν συμπριλαμβανονται στα Βαρεα και ανθυγιεινα οπως οι νοσηλευτες
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Εύχομαι η παραληψεις που διαπυστώνουμε να ελεγχθούν και να διορθωθούν. Όλο το νοσηλευτικό προσωπικό , προσωπικό εργαστηριων και γενικα όλοι όσοι εργάζονται σε δομές υγείας δημοσίου η ιδιωτικού φορέα επιβάλλεται να αμείβονται για βαρέα-ανθυγιεινή εργασία. Σαν Μαία νιώθω να πλήττεται εκ νέου ο κλάδος μας. Πριν λίγους μήνες το καθηκοντολόγιο μας, τώρα η εξαίρεση απο τα βαρέα ανθυγιεινά. Σαν εργαζόμενη σε Δημοτικά Ιατρεια έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια και το επίδομα που παίρνουμε για ανθυγιεινή εργασία, το οποίο δεν επανήλθε όταν δόθηκε (μετά απο διόρθωση)στα Νοσοκομεία. Οι διαχωρισμοί ποτέ δεν βοήθησαν. Αν θέλουμε ΥΓΕΙΑ θα πρέπει να σταθούν όλοι αρωγοί των εργαζομένων.
Με ιδιαίτερη έκπληξη πληροφορηθήκαμε, για ακόμη μία φορά, τις κυβερνητικές εξαγγελίες σχετικά με την ένταξη επαγγελματιών Υγείας στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων – Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες (κατεύθυνσης Ιατρικών Εργαστηρίων).Aξίζει να επισημανθεί ότι η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη», η οποία αποτέλεσε τη βάση αξιολόγησης επαγγελμάτων για την ένταξη στα ΒΑΕ, συμπεριελάμβανε τον κλάδο μας, αναγνωρίζοντας έμπρακτα τις ιδιαίτερα επιβαρυμένες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων. Oι συναδέλφοι μας εργάζονται καθημερινά στα Διαγνωστικά Εργαστήρια των Μονάδων Υγείας της χώρας, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στις Αιμοδοσίες, στα Τμήματα Γενετικής, στα Τμήματα Διάλυσης Κυτταροτοξικών Φαρμάκων, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια και διενεργούν καθημερινά λήψεις βιολογικών δειγμάτων εντός και εκτός κλινικών.Το επάγγελμά μας συγκαταλέγεται αδιαμφισβήτητα μεταξύ των πλέον ανθυγιεινών επαγγελμάτων στον χώρο της Υγείας, καθώς συνεπάγεται καθημερινή έκθεση σε δυνητικά μολυσματικά βιολογικά δείγματα, τοξικές χημικές ουσίες και επικίνδυνα αναλώσιμα υλικά, υπό συνθήκες αυξημένου επαγγελματικού κινδύνου.Καλούμε την Πολιτεία, να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και Παρασκευαστών Εργαστηρίων και να εντάξει το επάγγελμα στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα και τους παραπάνω εργαζόμενους στην Α’ Κατηγορία στο Επίδομα Ανθυγιεινής Εργασίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων