ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2023/2226 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 17ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2023 ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2025/872 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 14ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2025 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ (Άρθρα 1-23)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ – ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

 

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η ενίσχυση της φορολογικής διαφάνειας και η πρόληψη και καταστολή των φαινομένων φορολογικής απάτης, φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, που σχετίζονται με συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία και με τη χρήση εναλλακτικών μορφών πληρωμής και επενδύσεων, επεκτείνοντας την υφιστάμενη διακρατική και διοικητική συνεργασία στους τομείς αυτούς, μέσω αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με τα έσοδα που προέρχονται από συναλλαγές κρυπτοστοιχείων, και την υποχρεωτική αναφορά από τους παρόχους τέτοιων συναλλαγών και των εμπλεκόμενων μερών στην αρμόδια φορολογική αρχή, καθώς και η θέσπιση ενός ελάχιστου επιπέδου φορολογίας για τους πολυεθνικούς ομίλους επιχειρήσεων και τους εγχώριους ομίλους μεγάλης κλίμακας, με την ενσωμάτωση: α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 2023, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (L 24.10.2023) και β) της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2025, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (L 6.5.2025).

 

Άρθρο 2

Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι:

α) η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του ν. 4170/2013 (Α’ 163) αναφορικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών,

β) η θέσπιση κανόνων για την υποβολή και ανταλλαγή πληροφοριών:

βα) σχετικά με τα κρυπτοστοιχεία και τους χρήστες τους και

ββ) σχετικά με φυσικά πρόσωπα και τα εισοδήματα που προέρχονται από μερίσματα εκτός θεματοφυλακής, για τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις,

γ) η θέσπιση ρυθμίσεων για:

γα) την ευρύτερη χρήση των πληροφοριών που ανταλλάσσονται σε περιπτώσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερα και σοβαρά χαρακτηριστικά, για τις οποίες έχει συμφωνηθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναληφθεί δράση,

γβ) την ενίσχυση της αποτελεσματικής χρήσης των διατιθέμενων πόρων,

γγ) τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών και

γδ) τη μείωση του διοικητικού κόστους,

δ) η διεύρυνση:

δα) του πεδίου της διοικητικής συνεργασίας για τη διευκόλυνση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών σε σχέση με τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου και, ειδικότερα, για τη θέσπιση πλαισίου για την πρακτική εφαρμογή των υποχρεώσεων υποβολής δηλώσεων που προβλέπονται στον ν. 5100/2024 (Α’ 49) και

δβ) των πληροφοριών επί χρηματοοικονομικών λογαριασμών που ανταλλάσσονται μέσω της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΣΤΟ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 4170/2013

 

Άρθρο 3

Προσθήκη ορισμών – Τροποποίηση παρ. 9 άρθρου 4 ν. 4170/2013 (παρ. 1 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872) – Αντικατάσταση περ. δ) παρ. 14 άρθρου 4 ν. 4170/2013 (περ. β) παρ. 1 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226) – Προσθήκη παρ. 28, 29, 30 και 31 στο άρθρο 4 του ν. 4170/2013

(περ. γ) παρ. 1 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στην παρ. 9 του άρθρου 4 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί ορισμών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α), οι λέξεις «άρθρων 9Α, 9ΑΑ, 9ΑΒ και 9ΑΓ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρων 9Α έως 9ΑΕ», β) στην περ. γ), βα) στο πρώτο εδάφιο, i) οι λέξεις «του παρόντος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των άρθρων 1 έως και 25» και ii) οι λέξεις «άρθρων 9Α, 9ΑΑ, 9ΑΒ και 9ΑΓ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρων 9Α έως 9ΑΕ», ββ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 9, της παρ. 5 του άρθρου 9, της παρ. 2 του άρθρου 21» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του παρόντος άρθρου, της περ. β) της παρ. 1 και της περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 9, των παρ. 2 και 4 του άρθρου 21», βγ) στο τρίτο εδάφιο, i) πριν από τις λέξεις «των παρ. 2 και 3 του άρθρου 24», προστίθενται οι λέξεις «της παρ. 6 του άρθρου 21 και» και ii) οι λέξεις «Παράρτημα I ή στο Παράρτημα V» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Παράρτημα I, V ή VI», βδ) προστίθενται εδάφια έκτο, έβδομο και όγδοο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:

«9. «αυτόματη ανταλλαγή»:

α) Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 9 και των άρθρων 9A έως 9ΑΕ, η συστηματική κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά καθορισμένα εκ των προτέρων τακτά διαστήματα. Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 9, ως διαθέσιμες πληροφορίες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους μέλους που κοινοποιεί τις πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών του εν λόγω κράτους μέλους,

β) για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 9, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών σχετικά με φορολογικούς κατοίκους άλλων κρατών μελών στο οικείο κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας, χωρίς προηγούμενο αίτημα και ανά καθορισμένα εκ των προτέρων τακτά διαστήματα,

γ) για τους σκοπούς των άρθρων 1 έως και 25, πλην των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 9 και των άρθρων 9Α έως 9ΑΕ, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών των περ. α) και β).

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, της περ. β) της παρ. 1 και της περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 9, των παρ. 2 και 4 του άρθρου 21, και του Παραρτήματος IV, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαίο αρχικό έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα I.

Στο πλαίσιο της παρ. 6 του άρθρου 21 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 24, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα I, V ή VI.

Στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΑ και του Παραρτήματος III, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα III.

Στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΓ και του Παραρτήματος V, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα V.

Στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΔ και του Παραρτήματος VI, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα VI. Στο πλαίσιο των άρθρων 9ΑΕ και 10Α και του Παραρτήματος VII του παρόντος, κάθε όρος έχει την ίδια έννοια με εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 4, στην περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 10, στις παρ. 4, 6, 8 και 11 του άρθρου 17, στην παρ. 1 του άρθρου 18, στην παρ. 5 του άρθρου 22, στην παρ. 1 του άρθρου 23, στις παρ. 4 και 6 του άρθρου 25, στην παρ. 2 του άρθρου 27, στις παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 28, στην παρ. 1 του άρθρου 29, στην παρ. 2 του άρθρου 31, στην παρ. 1 του άρθρου 32, στην παρ. 1 του άρθρου 34, στην παρ. 1 του άρθρου 35, στην παρ. 1 του άρθρου 36, στην παρ. 1 του άρθρου 37, στην παρ. 1 του άρθρου 39, στην παρ. 1 του άρθρου 40, στην παρ. 1 του άρθρου 41, στην παρ. 1 του άρθρου 43, στην παρ. 1 του άρθρου 46, στην παρ. 1 του άρθρου 48, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 52 και στην παρ. 3 του άρθρου 54 του ν. 5100/2024 (Α’ 49). Επιπλέον, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την ίδια έννοια με αυτήν που ορίζεται στο Τμήμα I του Παραρτήματος VII.».

  1. Η περ. δ) της παρ. 14 του άρθρου 4 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«δ) αφορά διασυνοριακή συναλλαγή ή το ζήτημα του κατά πόσο οι δραστηριότητες που ασκούνται από πρόσωπο σε άλλη δικαιοδοσία δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση ή το ζήτημα του κατά πόσο ένα φυσικό πρόσωπο έχει τη φορολογική κατοικία του ή όχι στο κράτος μέλος που εκδίδει την απόφαση, και».

  1. Στο άρθρο 4 του ν. 4170/2013 προστίθενται παρ. 28, 29, 30 και 31 ως εξής:

«28. «εισόδημα από μερίσματα εκτός θεματοφυλακής»: μερίσματα ή άλλα εισοδήματα που αντιμετωπίζονται ως μερίσματα στο κράτος μέλος του πληρωτή και τα οποία καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό διαφορετικό από Λογαριασμό Θεματοφυλακής, όπως ορίζεται στην περ. 3 της παρ. Γ’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος I.

  1. «προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα»: Ασφαλιστήρια Συμβόλαια, εκτός από τα Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς που υπόκεινται σε υποβολή στοιχείων βάσει του Τμήματος Ι του Παραρτήματος I, όπου οι παροχές δυνάμει των συμβολαίων είναι πληρωτέες, σε περίπτωση θανάτου του λήπτη της ασφάλισης.
  2. «διεύθυνση κατανεμημένου καθολικού»: όπως ορίζεται στο σημείο 18) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150).
  3. «πελάτης», για τους σκοπούς του άρθρου 9ΑΒ: κάθε ενδιάμεσος ή σχετικός φορολογούμενος ο οποίος λαμβάνει υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της συνδρομής, της παροχής γνωμών και συμβουλών ή της καθοδήγησης, από ενδιάμεσο που υπόκειται σε δικηγορικό απόρρητο σε σχέση με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση.».

 

Άρθρο 4

Διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής και των προϋποθέσεων της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών – Εξουσιοδοτική διάταξη – Τροποποίηση παρ. 1 και 2 και αντικατάσταση παρ. 3 και περ. β) παρ. 5 άρθρου 9 ν. 4170/2013

(περ. α) παρ. 2 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 και παρ. 2 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

  1. Στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί πεδίου εφαρμογής και προϋποθέσεων της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της περ. α), αα) στο εισαγωγικό εδάφιο, οι λέξεις «του άρθρου 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 5», αβ) οι υφιστάμενες υποπερ. α), β), γ), δ), ε), και στ) του πρώτου εδαφίου αριθμούνται ως υποπερ. αα), αβ), αγ), αδ), αε), και αστ) αντίστοιχα, αγ) στην υποπερ. αγ), i) πριν από τη λέξη «προϊόντα», προστίθενται οι λέξεις «εισόδημα από», ii) οι λέξεις «νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ενωσιακές νομικές πράξεις», αδ) οι υποπερ. αε) και αστ) αντικαθίστανται, αε) προστίθεται υποπερ. αζ), β) στην περ. β), βα) στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της παρ. 1 του άρθρου 5», ββ) οι υφιστάμενες υποπερ. α), β), γ), δ), ε), στ) και ζ) του δεύτερου εδαφίου αριθμούνται ως υποπερ. βα), ββ), βγ), βδ), βε), βστ) και βζ), αντίστοιχα, βγ) τα υφιστάμενα στοιχεία (αα) και (ββ) της υποπερ. βα) τίθενται ως εδάφια, πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, βδ) το στοιχείο iii) του πρώτου εδαφίου της υποπερ. βα) καταργείται, βε) στο δεύτερο εδάφιο της υποπερ. βα), i) μετά τις λέξεις «είναι Οντότητα» προστίθενται οι λέξεις «, σύμφωνα με την παρ. 3 της Ενότητας Ε’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι», ii) το στοιχείο iii) καταργείται, iii) το υφιστάμενο στοιχείο (vi) αριθμείται στο ορθό (v), iv) το υποστοιχείο iii) του στοιχείου (v) καταργείται, βστ) στην υποπερ. βστ), i) η λέξη «στην» αντικαθίσταται από τη λέξη «σε» και ii) η λέξη «και» αντικαθίσταται από το σημείο στίξης «,», βζ) προστίθενται υποπερ. βη), βθ), βι) και βια), βη) στο τρίτο εδάφιο, i) οι λέξεις «στα Παραρτήματα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο Παράρτημα I ή II», ii) μετά τις λέξεις «σύμφωνα με τις», η λέξη «ισχύουσες» διαγράφεται, βθ) το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. α) Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή, όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με άτομα που κατοικούν στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος, όσον αφορά τις ακόλουθες συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως αυτές ορίζονται στην ελληνική νομοθεσία:

αα) Εισόδημα από απασχόληση,

αβ) αμοιβές διευθυντών,

αγ) εισόδημα από προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα,

αδ) συντάξεις,

αε) κυριότητα και εισόδημα από ακίνητη περιουσία,

αστ) δικαιώματα (royalties),

Για φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2024, η Ελλάδα επιδιώκει να συμπεριλάβει τον αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) των κατοίκων που έχει εκδοθεί από το κράτος μέλος κατοικίας στην κοινοποίηση των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου.

β) Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους και λαμβάνει από την αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην περ. β) της παρ. 2, τις πληροφορίες του επόμενου εδαφίου σχετικά με τα φορολογικά έτη από την 1η Ιανουαρίου 2016 και εξής όσον αφορά έναν Δηλωτέο Λογαριασμό.

Τα Δηλούντα Ελληνικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά έναν Δηλωτέο Λογαριασμό με βάση τους εφαρμοστέους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που περιέχονται στα Παραρτήματα Ι και II, και να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και σύμφωνη εφαρμογή αυτών των κανόνων με βάση το Τμήμα IX του Παραρτήματος Ι:

βα) Στην περίπτωση κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και το οποίο είναι φυσικό πρόσωπο:

(i) το όνομα,

(ii) τη διεύθυνση,

(iii) [Καταργείται],

(iv) τον/ τους Α.Φ.Μ.,

(ν) την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του παραπάνω φυσικού προσώπου.

Στην περίπτωση κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και είναι Οντότητα, σύμφωνα με την παρ. 3 της Ενότητας Ε’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι:

(i) την επωνυμία,

(ii) τη διεύθυνση,

(iii) [Καταργείται],

(iv) τον/ τους Α.Φ.Μ. της παραπάνω Οντότητας και

(v) όπου ο Δικαιούχος Λογαριασμού, κατόπιν εφαρμογής κανόνων δέουσας επιμέλειας σύμφωνων προς τα Παραρτήματα, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα και τις ακόλουθες πληροφορίες: (i) το όνομα, (ii) τη διεύθυνση, iii) [Καταργείται], iv) τον/ τους Α.Φ.Μ., (ν) την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου.

ββ) τον αριθμό λογαριασμού ή το λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού,

βγ) την επωνυμία και τον αριθμό ταυτοποίησης, εάν υπάρχει, του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος,

βδ) το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Προσόδων, της Αξίας Εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς, σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου, στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους,

βε) σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:

  1. i) το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό ή σε σχέση με τον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, και
  2. ii) τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Δικαιούχου Λογαριασμού,

βστ) σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους,

βζ) σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στις υποπερ. βε) ή βστ), το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους,

βη) αν έχει παρασχεθεί έγκυρη αυτοπιστοποίηση για κάθε Δικαιούχο Λογαριασμού,

βθ) τον ρόλο ή τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο που είναι Ελέγχον Πρόσωπο ενός Δικαιούχου Λογαριασμού-Οντότητας είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας και αν έχει παρασχεθεί έγκυρη αυτοπιστοποίηση για κάθε τέτοιο Δηλωτέο Πρόσωπο,

βι) το είδος του λογαριασμού, αν είναι Προϋπάρχων Λογαριασμός ή Νέος Λογαριασμός, καθώς και αν είναι κοινός λογαριασμός, περιλαμβανομένου του αριθμού των Δικαιούχων του κοινού Λογαριασμού και

βια) στην περίπτωση Συμμετοχικού Δικαιώματος που κατέχεται σε Επενδυτική Οντότητα της παρ. 6 της Ενότητας Α’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι που είναι νομικό μόρφωμα, ο ρόλος ή οι ρόλοι δυνάμει των οποίων το Δηλωτέο Πρόσωπο είναι κάτοχος Συμμετοχικού Δικαιώματος.

Για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο ή στο Παράρτημα I ή II, το ποσό και ο χαρακτηρισμός των πληρωμών που πραγματοποιούνται σε σχέση με Δηλωτέο Λογαριασμό καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας.

Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περ. β) της παρούσας παραγράφου κατισχύουν της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρούσας παραγράφου ή κάθε άλλης ενωσιακής νομικής πράξης στον βαθμό που η σχετική ανταλλαγή πληροφοριών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρούσας παραγράφου ή άλλης ενωσιακής νομικής πράξης.».

  1. Στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4170/2013 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η κοινοποίηση πληροφοριών πραγματοποιείται ως ακολούθως:

α) όσον αφορά τις κατηγορίες που ορίζονται στην περ. α) της παρ. 1, κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι (6) μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες,

β) όσον αφορά τις κατηγορίες που ορίζονται στην περ. β) της παρ. 1, κοινοποιούνται ετησίως, εντός εννέα (9) μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους που αφορούν οι πληροφορίες. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις υποπερ. βη), βθ), βι) και βια) της περ. β) της παρ. 1 κοινοποιούνται για τις φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2026.».

  1. Η παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2026, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τουλάχιστον πέντε (5) κατηγορίες που απαριθμούνται στην περ. α) της παρ. 1 αναφορικά με τις οποίες κοινοποιεί, με αυτόματη ανταλλαγή, στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους πληροφορίες που αφορούν κατοίκους του εν λόγω άλλου κράτους μέλους. Οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν φορολογικές περιόδους που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2026.».

  1. Η περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας αρχής της παρ. 1 του άρθρου 5, εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος των οντοτήτων και των λογαριασμών που πρέπει να αντιμετωπίζονται, αντιστοίχως, ως Μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται στην περ. γ) της παρ. 1 της Ενότητας Β’ και στην περ. ζ) της παρ. 17 της Ενότητας Γ’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος I, αντιστοίχως, και ορίζονται όλα τα ειδικότερα θέματα, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα είδη των Μη Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Λογαριασμών και των Εξαιρούμενων Λογαριασμών πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις, κατά περίπτωση και ιδιαίτερα ότι το καθεστώς των Μη Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Λογαριασμών και των Εξαιρούμενων Λογαριασμών, δεν παρακωλύει την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 1 έως και 25. Με όμοια απόφαση, εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος για τις «Συμμετέχουσες Δικαιοδοσίες» έναντι της Ελλάδας σύμφωνα με την παρ. 4 της Ενότητας Δ’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι.».

 

Άρθρο 5

Διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής και των προϋποθέσεων της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά στις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης – Αντικατάσταση παρ. 4 και τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 9Α ν. 4170/2013

(περ. α) και β) παρ. 3 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Η παρ. 4 του άρθρου 9Α του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί πεδίου εφαρμογής και προϋποθέσεων της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Οι παρ. 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, σε περίπτωση που η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά και περιλαμβάνει αποκλειστικά τις φορολογικές υποθέσεις ενός (1) ή περισσότερων φυσικών προσώπων, εκτός εάν μια τέτοια εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση εκδόθηκε, τροποποιήθηκε ή ανανεώθηκε μετά από την 1η Ιανουαρίου 2026 και, σε περίπτωση που:

α) το ποσό της συναλλαγής ή της σειράς συναλλαγών της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ ή ισοδύναμο ποσό σε άλλο νόμισμα, εάν ένα τέτοιο ποσό αναφέρεται στην εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση, ή

β) η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση καθορίζει εάν ένα πρόσωπο έχει ή όχι τη φορολογική κατοικία του στο κράτος μέλος που εκδίδει την απόφαση.

Για τους σκοπούς της περ. α) και με την επιφύλαξη του ποσού που αναφέρεται στην εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση, σε σειρά συναλλαγών που αφορούν διαφορετικά αγαθά, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία, το ποσό της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης περιλαμβάνει τη συνολική υποκείμενη αξία. Τα ποσά δεν αθροίζονται, εάν τα ίδια αγαθά, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία αποτελούν αντικείμενο πολλαπλών συναλλαγών.

Κατά παρέκκλιση της περ. β), η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις που αφορούν σε φυσικά πρόσωπα δεν περιλαμβάνει τέτοιες αποφάσεις σχετικά με τη φορολόγηση στην πηγή όσον αφορά το εισόδημα μη μόνιμων κατοίκων από απασχόληση, αμοιβές διευθυντών ή συντάξεις.».

  1. Στην παρ. 6 του άρθρου 9Α του ν. 4170/2013 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο, οι λέξεις «παραγράφου 1 του άρθρου 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παρ. 1 του άρθρου 5», β) στην περ. α), μετά τις λέξεις «πλην φυσικού προσώπου,» προστίθενται οι λέξεις «εκτός εάν η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά φυσικό πρόσωπο και κοινοποιείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 4,», γ) στην περ. ια), γα) μετά τις λέξεις «φυσικού προσώπου,» προστίθενται οι λέξεις «εκτός εάν η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά φυσικό πρόσωπο και κοινοποιείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 4,», γβ) πριν από τις λέξεις «άλλα κράτη μέλη» προστίθεται η λέξη «τυχόν», γγ) η λέξη «θίγεται» αντικαθίσταται από τη λέξη «θίγονται» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) τα στοιχεία αναγνώρισης του προσώπου, πλην φυσικού προσώπου, εκτός εάν η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά φυσικό πρόσωπο και κοινοποιείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 4, και, κατά περίπτωση, της ομάδας προσώπων στην οποία ανήκει,

β) σύνοψη του περιεχομένου της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, περιλαμβανομένης περιγραφής των σχετικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή συναλλαγών ή σειράς συναλλαγών και οποιωνδήποτε άλλων πληροφοριών που μπορούν να βοηθήσουν την αρμόδια αρχή στην εκτίμηση του δυνητικού φορολογικού κινδύνου, χωρίς να αποκαλύπτεται εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο, εμπορική διαδικασία ή πληροφορία της οποίας η κοινοποίηση αντιβαίνει στη δημόσια τάξη,

γ) τις ημερομηνίες έκδοσης, τροποποίησης ή ανανέωσης της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,

δ) την ημερομηνία έναρξης της περιόδου ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν προσδιορίζεται,

ε) την ημερομηνία λήξης της περιόδου ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν προσδιορίζεται,

στ) το είδος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,

ζ) το ποσό της συναλλαγής ή της σειράς συναλλαγών της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, εφόσον το ποσό αυτό αναφέρεται στην ανωτέρω σχετική απόφαση ή συμφωνία,

η) την περιγραφή του συνόλου των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,

θ) τον προσδιορισμό της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,

ι) τον προσδιορισμό των άλλων κρατών μελών, εφόσον υπάρχουν, τα οποία είναι πιθανό να αφορά η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή η εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης,

ια) τα στοιχεία αναγνώρισης οποιουδήποτε προσώπου, πλην φυσικού προσώπου, εκτός εάν η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά φυσικό πρόσωπο και κοινοποιείται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 4, στα τυχόν άλλα κράτη μέλη που είναι πιθανό να θίγονται από την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή την εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης, αναφέροντας το κράτος μέλος με το οποίο συνδέονται τα θιγόμενα πρόσωπα, και

ιβ) την ένδειξη για το αν η πληροφορία που κοινοποιείται βασίζεται στην ίδια την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης ή στο αίτημα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3.».

 

Άρθρο 6

Εναρμόνιση του πεδίου εφαρμογής και των προϋποθέσεων της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις – Τροποποίηση παρ. 4 και 13 άρθρου 9ΑΒ ν. 4170/2013

(παρ. 4 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 9ΑΒ του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί πεδίου εφαρμογής και των προϋποθέσεων της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις, οι λέξεις «σε κάθε άλλον ενδιάμεσο ή, αν δεν υπάρχει άλλος ενδιάμεσος, στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στον πελάτη του, εάν ο εν λόγω πελάτης είναι ενδιάμεσος, ή εάν δεν υπάρχει τέτοιος ενδιάμεσος, εάν ο εν λόγω πελάτης είναι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Ο ενδιάμεσος, στον βαθμό που δραστηριοποιείται εντός των ορίων του νομοθετικού πλαισίου που διέπει το επάγγελμα του δικηγόρου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα, όταν η συμμόρφωση προς την εν λόγω υποχρέωση συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης του δικηγόρου για την τήρηση απορρήτου και εχεμύθειας. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιάμεσος γνωστοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, στον πελάτη του, εάν ο εν λόγω πελάτης είναι ενδιάμεσος, ή εάν δεν υπάρχει τέτοιος ενδιάμεσος, εάν ο εν λόγω πελάτης είναι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, τις υποχρεώσεις υποβολής πληροφοριών που υπέχουν δυνάμει της παρ. 6.».

  1. Στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ του ν. 4170/2013 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο, οι λέξεις «άρθρου 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρου 5», β) η περ. α) αντικαθίσταται, γ) στην περ. γ), γα) οι λέξεις «που περιλαμβάνουν» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μεταξύ άλλων,», γβ) οι λέξεις «επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή ρυθμίσεων με γενικούς όρους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ρυθμίσεων και κάθε άλλη πληροφορία που θα μπορούσε να βοηθήσει την αρμόδια αρχή στην εκτίμηση του δυνητικού φορολογικού κινδύνου», γγ) οι λέξεις «κανόνες δημόσιας τάξης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τη δημόσια τάξη» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 13 διαμορφώνεται ως εξής:

«13. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 σύμφωνα με την παρ. 12 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα:

α) τα στοιχεία αναγνώρισης ενδιαμέσων, πλην ενδιαμέσων που απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής στοιχείων λόγω του δικηγορικού απορρήτου σύμφωνα με την παρ. 4, και ενδιαφερόμενων φορολογούμενων, μεταξύ άλλων, το όνομα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (για φυσικά πρόσωπα), τη φορολογική κατοικία και τον Α.Φ.Μ., και, κατά περίπτωση, των προσώπων που είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο,

β) λεπτομερείς πληροφορίες για τα διακριτικά που αναφέρονται στο Παράρτημα IV και τα οποία καθιστούν δηλωτέα τη διασυνοριακή ρύθμιση,

γ) σύνοψη του περιεχομένου της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, μεταξύ άλλων, αναφορά της ονομασίας με την οποία είναι ευρέως γνωστή, εφόσον υπάρχει, και περιγραφή των σχετικών ρυθμίσεων και κάθε άλλη πληροφορία που θα μπορούσε να βοηθήσει την αρμόδια αρχή στην εκτίμηση του δυνητικού φορολογικού κινδύνου, χωρίς να αποκαλύπτεται τυχόν εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή εμπορική διαδικασία ή πληροφορία της οποίας η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη,

δ) την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε ή θα ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο της εφαρμογής της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,

ε) λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις εθνικές διατάξεις που συνιστούν τη βάση της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,

στ) αξία της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,

ζ) αναφορά του κράτους μέλους του ενδιαφερόμενου προσώπου/ ενδιαφερόμενων προσώπων και τυχόν άλλων κρατών μελών που είναι πιθανό να αφορά η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση,

η) τα στοιχεία ταυτοποίησης οποιουδήποτε άλλου προσώπου στο κράτος μέλος που είναι πιθανό να επηρεάσει η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, με αναφορά των κρατών μελών με τα οποία συνδέεται το εν λόγω πρόσωπο.».

 

Άρθρο 7

Αναγνωριστικός Κωδικός Υπηρεσίας Ταυτοποίησης – Προσθήκη περ. ιγ) στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΓ του ν. 4170/2013

(παρ. 5 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9ΑΓ του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί πεδίου εφαρμογής και προϋποθέσεων της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που υποβάλλονται από Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, προστίθεται περ. ιγ) ως εξής:

«ιγ) τον αναγνωριστικό κωδικό Υπηρεσίας Ταυτοποίησης και το κράτος μέλος έκδοσης, όταν ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας βασίζεται στην άμεση επιβεβαίωση της ταυτότητας και της κατοικίας του πωλητή μέσω Υπηρεσίας Ταυτοποίησης που διατίθεται από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξακρίβωση της ταυτότητας και της φορολογικής κατοικίας του πωλητή. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι απαραίτητο να κοινοποιούνται στο κράτος μέλος έκδοσης του αναγνωριστικού κωδικού της Υπηρεσίας Ταυτοποίησης οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. γ) έως ζ).».

 

Άρθρο 8

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που υποβάλλονται από Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων – Εξουσιοδοτική διάταξη – Προσθήκη άρθρου 9ΑΔ στον ν. 4170/2013

(παρ. 6 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

Στον ν. 4170/2013 (Α’ 163) προστίθεται άρθρο 9ΑΔ ως εξής:

«Άρθρο 9ΑΔ

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που υποβάλλονται από Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων

  1. Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πληρούν τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας των Τμημάτων II και III του Παραρτήματος VI, αντίστοιχα.
  2. Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας των Τμημάτων II και ΙΙΙ του Παραρτήματος VI, αντιστοίχως, όταν υποβάλλονται στοιχεία στην Ελλάδα σύμφωνα με την παρ. 1, η αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής και εντός της προθεσμίας της παρ. 3, στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις του άρθρου 21, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο:

α) το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και, στην περίπτωση φυσικού προσώπου, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Χρήστη και, στην περίπτωση Οντότητας για την οποία, μετά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που καθορίζονται στο Τμήμα III του Παραρτήματος VI, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας και τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. της Οντότητας και το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Ελέγχοντος Προσώπου της Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, καθώς και τον ρόλο ή τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε τέτοιο Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων βασίζεται στην άμεση επιβεβαίωση της ταυτότητας και της κατοικίας του Δηλωτέου Προσώπου μέσω Υπηρεσίας Ταυτοποίησης που διατίθεται από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξακρίβωση της ταυτότητας και της φορολογικής κατοικίας του Δηλωτέου Προσώπου, οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στο κράτος μέλος έκδοσης του αναγνωριστικού κωδικού της Υπηρεσίας Ταυτοποίησης σχετικά με το Δηλωτέο Πρόσωπο περιλαμβάνουν το όνομα, τον αναγνωριστικό κωδικό της Υπηρεσίας Ταυτοποίησης και το κράτος μέλος έκδοσης, καθώς και τον ρόλο ή τους ρόλους βάσει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας,

β) το όνομα, τη διεύθυνση, τον Α.Φ.Μ. και, εάν υπάρχει, τον ατομικό αριθμό ταυτοποίησης που αναφέρεται στην παρ. 4 και τον παγκόσμιο αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας, σε σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων,

γ) για κάθε είδος Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει πραγματοποιήσει Δηλωτέες Συναλλαγές κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους, κατά περίπτωση:

γα) την πλήρη ονομασία του είδους του Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου,

γβ) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,

γγ) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,

γδ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων,

γε) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων,

γστ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών Πληρωμών Λιανικής,

γζ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις στον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπερ. γβ) και γδ),

γη) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις από τον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπερ. γγ), γε) και γστ), και

γθ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, καθώς και τον συνολικό αριθμό μονάδων Μεταβιβάσεων που πραγματοποιεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε διευθύνσεις κατανεμημένου καθολικού, όπως ορίζονται στο σημείο 18) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150), οι οποίες δεν είναι γνωστό ότι συνδέονται με πάροχο υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.

Για τους σκοπούς των υποπερ. γβ) και γγ), το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε κοινοποιείται στο Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε. Σε περίπτωση που τα ποσά καταβλήθηκαν ή εισπράχθηκαν σε πολλαπλά Παραστατικά Νομίσματα, τα ποσά κοινοποιούνται σε ενιαίο Παραστατικό Νόμισμα, τα οποία μετατρέπονται κατά τον χρόνο κάθε Δηλωτέας Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

Για τους σκοπούς των υποπερ. γδ) έως γθ), η πραγματική εμπορική αξία καθορίζεται και κοινοποιείται σε ενιαίο Παραστατικό Νόμισμα, που αποτιμάται κατά τον χρόνο κάθε Δηλωτέας Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

Στις πληροφορίες που κοινοποιούνται διευκρινίζεται το Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.

  1. Η κοινοποίηση βάσει της παρ. 2 πραγματοποιείται με χρήση του τυποποιημένου ηλεκτρονικού εντύπου που αναφέρεται στην παρ. 6 του άρθρου 20 εντός εννέα (9) μηνών από τη λήξη του ημερολογιακού έτους που αφορούν οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων που εφαρμόζονται στους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. Οι πρώτες πληροφορίες κοινοποιούνται για το ημερολογιακό έτος 2026.
  2. Οι Φορείς Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων κατά την παρ. 2 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος VI, καταχωρίζονται από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, η οποία χορηγεί ατομικό αριθμό αναγνώρισης στους ανωτέρω Φορείς.

Oι Φορείς Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων καταχωρίζονται από την αρμόδια αρχή ενός (1) μόνο κράτους μέλους, σύμφωνα με την Ενότητα Δ’ του Τμήματος V του Παραρτήματος VI.

  1. O Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων, κατά την παρ. 2 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος VI, του οποίου η καταχώριση έχει ανακληθεί σύμφωνα με την παρ. 6 της Ενότητας Δ’ του Τμήματος V του Παραρτήματος VI, μπορεί να λάβει άδεια να καταχωριστεί εκ νέου στην Ελλάδα, μόνο εάν παράσχει στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κατάλληλη διαβεβαίωση όσον αφορά τη δέσμευσή του να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εκκρεμών ανεκπλήρωτων απαιτήσεων υποβολής στοιχείων.
  2. Οι παρ. 4 και 5 δεν εφαρμόζονται στους Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια της παρ. 1 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος IV.
  3. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 καταχωρίζει στο μητρώο Φορέων Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τον Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 της Ενότητας Δ’ του Τμήματος V του Παραρτήματος VI. Η ανωτέρω γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών τον ατομικό αριθμό αναγνώρισης της περ. α) της παρ. 4 της Ενότητας Δ’ του Τμήματος V του Παραρτήματος VI.
  4. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 δύναται να αποστείλει αιτιολογημένο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να καθορίσει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, αν οι πληροφορίες που απαιτείται να ανταλλάσσονται αυτόματα βάσει συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ελλάδας και μίας δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιστοιχούν στις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην Ενότητα Β’ του Τμήματος ΙΙ του Παραρτήματος VI κατά την έννοια της παρ. 5 της Ενότητας ΣΤ’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος VI. Η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για να καθοριστεί ότι οι πληροφορίες δεν είναι πλέον αντίστοιχες κατά την έννοια της παρ. 5 της Ενότητας ΣΤ’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος VI.
  5. Κατά παρέκκλιση της παρ. 8, όταν ένα διεθνές πρότυπο για την υποβολή στοιχείων και την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με Κρυπτοστοιχεία, καθορίζεται ως ελάχιστο ή ισοδύναμο πρότυπο, δεν απαιτείται απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω εκτελεστικών πράξεων, σχετικά με το ότι οι πληροφορίες που απαιτείται να ανταλλάσσονται αυτόματα κατ’ εφαρμογή του εν λόγω προτύπου και της συμφωνίας αρμόδιων αρχών μεταξύ της αρμόδιας αρχής της Ελλάδας ή των ενδιαφερομένων κρατών μελών και δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αντίστοιχες πληροφορίες. Οι εν λόγω πληροφορίες θεωρείται ότι αντιστοιχούν στις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παρόντος και του Παραρτήματος VI, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει συμφωνία αρμόδιας αρχής μεταξύ των αρμόδιων αρχών όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών και της δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία απαιτεί την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με φυσικό πρόσωπο ή οντότητα που είναι πελάτης Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της διενέργειας Δηλωτέων Συναλλαγών. Οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος και του Παραρτήματος VI δεν εφαρμόζονται πλέον για τέτοιους σκοπούς.
  6. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζονται:

α) Η αρμόδια αρχή στην οποία ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια των Ενοτήτων Α’ και Β’ του Τμήματος I του Παραρτήματος VI υποβάλλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην Ενότητα Β’ του Τμήματος ΙΙ του ως άνω Παραρτήματος, καθώς και ο χρόνος υποβολής αυτών.

β) Οι αρμόδιες υπηρεσίες και οι διαδικασίες για την καταχώριση των Φορέων Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων, για την ανάκληση της καταχώρισης και την επανακαταχώρισή τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 κατά τα οριζόμενα στην Ενότητα Δ’ του Τμήματος V του Παραρτήματος VI.

γ) Οι διαδικασίες για την απαλλαγή των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, σύμφωνα με την Ενότητα Ε’ του Τμήματος II του Παραρτήματος VI, από την υποχρέωση υποβολής των πληροφοριών που ορίζονται στην Ενότητα Β’ του Τμήματος ΙΙ του Παραρτήματος VI, στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5.

δ) Οι διαδικασίες για την εξαίρεση των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την παρ. 3 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος VI, από την υποχρέωση υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, σύμφωνα με τις Ενότητες Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’, Ζ’ και Η’ του Τμήματος I του Παραρτήματος VI.

ε) Οι διαδικασίες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και ΙΙΙ του Παραρτήματος VI.

στ) Οι διαδικασίες για επακόλουθες ενέργειες έναντι των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όταν υποβάλλονται ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία.

ζ) Τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, αρχείων σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τυχόν πληροφορίες στις οποίες βασίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα Τμήματα II και ΙΙΙ του Παραρτήματος VI, για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά, τον χρόνο και τον τρόπο τήρησής τους καθώς και για την υποβολή των ανωτέρω στοιχείων στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5.

η) Κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής των υποχρεώσεων των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που επιβάλλονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών.».

 

Άρθρο 9

Μορφότυπος υποβολής και ανταλλαγή πληροφοριών σε σχέση με τις Δηλώσεις Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου βάσει του άρθρου 48 του ν. 5100/2024 – Εξουσιοδοτική διάταξη – Προσθήκη άρθρου 9ΑΕ στον ν. 4170/2013

(παρ. 3 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στον ν. 4170/2013 (Α’ 163) προστίθεται άρθρο 9ΑΕ ως εξής:

«Άρθρο 9ΑΕ

Μορφότυπος υποβολής και ανταλλαγή πληροφοριών σε σχέση με τις Δηλώσεις Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου βάσει του άρθρου 48 του ν. 5100/2024

  1. Η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα ομίλου Πολυεθνικής Επιχείρησης (ΠΕ) χρησιμοποιεί το τυποποιημένο υπόδειγμα που παρέχεται στο Τμήμα IV του Παραρτήματος VII για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων υποβολής δηλώσεων δυνάμει του άρθρου 48 του ν. 5100/2024 (Α’ 49), περί Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου.
  2. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος που έχει λάβει τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, η οποία υποβλήθηκε από την τελική μητρική οντότητα ή την ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα των περ. α) και β) αντίστοιχα της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 5100/2024, κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής και σύμφωνα με την ακόλουθη προσέγγιση διάδοσης, τα ακόλουθα:

α) το Γενικό τμήμα της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εφαρμογής στο οποίο είναι εγκατεστημένη η τελική μητρική οντότητα ή οι συνιστώσες οντότητες του ομίλου ΠΕ,

β) το Γενικό τμήμα της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, με εξαίρεση τη συνοπτική παρουσίαση πληροφοριών στο Τμήμα 1.4 αυτής, στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μόνο με ενδεδειγμένο εγχώριο συμπληρωματικό φόρο:

βα) όπου είναι εγκατεστημένες οι συνιστώσες οντότητες του ομίλου ΠΕ,

ββ) όπου είναι εγκατεστημένη επιχειρηματική σύμπραξη ή μέλος ομίλου επιχειρηματικής σύμπραξης του ομίλου ΠΕ, εάν ο ενδεδειγμένος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος επιβάλλεται σε σχέση με επιχειρηματική σύμπραξη στο κράτος μέλος,

βγ) όταν ο ενδεδειγμένος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος επιβάλλεται στο κράτος μέλος σε σχέση με συνιστώσα οντότητα χωρίς εθνικότητα ή επιχειρηματική σύμπραξη χωρίς εθνικότητα του ομίλου ΠΕ,

γ) ένα (1) ή περισσότερα Τμήματα δικαιοδοσίας της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου προς τις αρχές των κρατών μελών που έχουν δικαιώματα φορολόγησης δυνάμει της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2523, περιλαμβανομένου του ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου, σε σχέση με τα κράτη μέλη στα οποία αφορούν τα εν λόγω Τμήματα δικαιοδοσίας.

Κατά παρέκκλιση από την περ. γ), στις δικαιοδοσίες που εφαρμόζουν τον ενδεδειγμένο κανόνα υποφορολογημένων κερδών (Κ.Υ.Κ./ UTPR), με μηδενικό ποσοστό βάσει του κανόνα UTPR παρέχεται μόνο το μέρος της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου που περιέχει πληροφορίες σχετικά με την απόδοση συμπληρωματικού φόρου βάσει του ανωτέρω κανόνα σε σχέση με την εν λόγω δικαιοδοσία, οι οποίες συνάδουν με απόσπασμα του Τμήματος 3.4.3 της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, στο δε κράτος μέλος εφαρμογής στο οποίο είναι εγκατεστημένη η τελική μητρική οντότητα παρέχονται όλα τα Τμήματα δικαιοδοσίας.

  1. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου που λαμβάνεται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2, και η κοινοποίηση αυτή λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής για το οικονομικό έτος αναφοράς.
  2. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου που λαμβάνεται μετά από την προθεσμία υποβολής, και η κοινοποίηση αυτή λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της.
  3. Η κοινοποίηση της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, κατά τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 πραγματοποιείται με τη χρήση του τυποποιημένου μηχανογραφημένου μορφότυπου της παρ. 4 του άρθρου 20.
  4. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζονται:

α) Η αρμόδια αρχή στην οποία η συνιστώσα οντότητα ομίλου ΠΕ υποβάλλει τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, κατά το άρθρο 48 του ν. 5100/2024, καθώς και ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής αυτής.

β) Οι διαδικασίες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας ομίλου ΠΕ αναφορικά με τη χρήση του τυποποιημένου υποδείγματος που παρέχεται στο Τμήμα IV του Παραρτήματος VII για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων υποβολής δηλώσεων που υπέχει δυνάμει του άρθρου 48 του ν. 5100/2024.

γ) Οι διαδικασίες για επακόλουθες ενέργειες έναντι της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας ομίλου ΠΕ, όταν υποβάλλονται ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία αναφορικά με τη χρήση του τυποποιημένου υποδείγματος που παρέχεται στο Τμήμα IV του Παραρτήματος VII.

δ) Κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με τη διαδικασία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων υποβολής της Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου εκ μέρους της συνιστώσας οντότητας ομίλου ΠΕ.».

 

Άρθρο 10

Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αυτόματες ανταλλαγές – Τροποποίηση άρθρου 9Β ν. 4170/2013

(παρ. 4 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στο άρθρο 9Β του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις αυτόματες ανταλλαγές, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «, τα άρθρα 9ΑΑ και 9ΑΓ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και τα άρθρα 9ΑΑ, 9ΑΓ και 9ΑΕ», β) οι λέξεις «το όφελος» αντικαθίστανται από τη λέξη «οφέλη» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 9Β διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 9Β

Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αυτόματες ανταλλαγές

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 παρέχει στην Επιτροπή, κατ’ έτος, στατιστικά στοιχεία για τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών, σύμφωνα με τις περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 9 και τα άρθρα 9ΑΑ, 9ΑΓ και 9ΑΕ και πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές και άλλες συναφείς δαπάνες και οφέλη, που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές, καθώς και οποιεσδήποτε ενδεχόμενες μεταβολές, τόσο για τη φορολογική διοίκηση όσο και για τρίτους.».

 

Άρθρο 11

Υποβολή στοιχείων και κοινοποίηση του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου – Εξουσιοδοτική διάταξη – Προσθήκη άρθρου 9Γ στον ν. 4170/2013

(παρ. 11 και 16 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 και παρ. 8 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στον ν. 4170/2013 (Α’ 163) προστίθεται άρθρο 9Γ ως εξής:

«Άρθρο 9Γ

Υποβολή στοιχείων και κοινοποίηση του Α.Φ.Μ.

  1. Ο Α.Φ.Μ. των αναφερόμενων προσώπων ή οντοτήτων που έχει εκδοθεί από το κράτος μέλος κατοικίας δηλώνεται από τη δηλούσα οντότητα ή το δηλούν πρόσωπο και κοινοποιείται από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, όταν αυτό απαιτείται ρητά από τα άρθρα και τα παραρτήματα του παρόντος νόμου και σύμφωνα με αυτά.
  2. Για τις φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2030, ο Α.Φ.Μ. κατοίκων που έχει εκδοθεί από το κράτος μέλος κατοικίας δηλώνεται όταν είναι δυνατό, σε σχέση με τις πληροφορίες που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 9, στον βαθμό που πρόκειται για κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου για τις οποίες θα είχαν κοινοποιηθεί πληροφορίες ακόμη και αν δεν ήταν διαθέσιμος ο Α.Φ.Μ..
  3. Για τις φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2028, δηλώνονται: α) ο Α.Φ.Μ. των φυσικών προσώπων και οντοτήτων που έχει εκδοθεί από το κράτος μέλος κατοικίας, όταν είναι δυνατό, σε σχέση με τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α) και ια) της παρ. 6 του άρθρου 9Α, καθώς και β) ο Α.Φ.Μ. των αναφερόμενων προσώπων και οντοτήτων σε σχέση με τις πληροφορίες που αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 9ΑΑ και στην περ. η) της παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ.
  4. Για τις φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2028, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, περιλαμβάνει, εφόσον έχει κοινοποιηθεί σε αυτήν, τον Α.Φ.Μ. φυσικών προσώπων και οντοτήτων που έχει εκδοθεί από το κράτος μέλος κατοικίας κατά την κοινοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στις περ. α) και ια) της παρ. 6 του άρθρου 9Α, καθώς και τον Α.Φ.Μ. των αναφερόμενων προσώπων και οντοτήτων κατά την κοινοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 9ΑΑ και στην περ. η) της παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ.
  5. Για τις φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2028, η δηλούσα οντότητα δύναται να λαμβάνει επιβεβαίωση με ηλεκτρονικά μέσα της εγκυρότητας των στοιχείων Α.Φ.Μ. κάθε φορολογουμένου που υπόκειται στην ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 9ΑΕ. Η επιβεβαίωση των στοιχείων Α.Φ.Μ. μπορεί να ζητηθεί μόνο για τον σκοπό της επικύρωσης της ορθότητας των δεδομένων που αναφέρονται στις περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 9, στην παρ. 6 του άρθρου 9Α, στην παρ. 3 του άρθρου 9ΑΑ, στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ, στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΓ, στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ και στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΕ.
  6. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζονται η διαδικασία υποβολής στοιχείων και κοινοποίησης του Α.Φ.Μ. και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή των παρ. 1 έως 5.».

 

Άρθρο 12

Πρώτο οικονομικό έτος αναφοράς και κοινοποίηση των πληροφοριών στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΕ για πρώτη φορά – Μεταβατική διάταξη – Προσθήκη άρθρου 9Δ στον ν. 4170/2013

(παρ. 10 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στον ν. 4170/2013 (Α’ 163) προστίθεται άρθρο 9Δ ως εξής:

«Άρθρο 9Δ

Πρώτο οικονομικό έτος αναφοράς και κοινοποίηση των πληροφοριών στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΕ για πρώτη φορά

  1. Το πρώτο οικονομικό έτος αναφοράς για το οποίο κοινοποιούνται οι πληροφορίες βάσει του άρθρου 9ΑΕ είναι το πρώτο οικονομικό έτος που αρχίζει από την 31η Δεκεμβρίου 2023.
  2. Αναφορικά με τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου που υποβάλλεται από ορισθείσα οντότητα, στην περίπτωση κατά την οποία η τελική μητρική οντότητα αυτής είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που έχει επιλέξει να μην εφαρμόσει τον κανόνα σχετικά με τη συμπερίληψη του εισοδήματος (κανόνα IIR) και τον κανόνα σχετικά με τα κέρδη που υπόκεινται σε μειωμένη φορολόγηση (κανόνα UTPR), δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 50 της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2523, το πρώτο οικονομικό έτος αναφοράς για το οποίο κοινοποιούνται οι πληροφορίες βάσει του άρθρου 9ΑΕ, είναι το πρώτο οικονομικό έτος μετά τη λήξη της εν λόγω επιλογής.

Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο, αναφορικά με τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου που υποβάλλεται από ορισθείσα οντότητα στην περίπτωση κατά την οποία η τελική μητρική οντότητα αυτής είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που έχει επιλέξει να μην εφαρμόσει τον κανόνα IIR και τον κανόνα UTPR, δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 50 της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2523 και έχει επιλέξει να εφαρμόσει ενδεδειγμένο εγχώριο συμπληρωματικό φόρο, δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 11 της εν λόγω Οδηγίας, το πρώτο οικονομικό έτος αναφοράς για το οποίο κοινοποιούνται οι πληροφορίες βάσει του άρθρου 9ΑΕ, είναι το πρώτο οικονομικό έτος κατά τη διάρκεια του οποίου εφαρμόζεται ο ενδεδειγμένος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος.

  1. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί τις πληροφορίες στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΕ, σε σχέση με το πρώτο οικονομικό έτος αναφοράς, το αργότερο έξι (6) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής.
  2. Σε κάθε περίπτωση, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί για πρώτη φορά τις πληροφορίες στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΕ, το νωρίτερο την 1η Δεκεμβρίου 2026.».

 

Άρθρο 13

Συνεργασία σχετικά με τις διορθώσεις, τη συμμόρφωση και την επιβολή όσον αφορά στις Δηλώσεις Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου – Εξουσιοδοτική διάταξη – Προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4170/2013

(παρ. 5 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στον ν. 4170/2013 (Α’ 163) προστίθεται άρθρο 10Α ως εξής:

«Άρθρο 10Α

Συνεργασία σχετικά με τις διορθώσεις, τη συμμόρφωση και την επιβολή όσον αφορά τις Δηλώσεις Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου – Εξουσιοδοτική διάταξη

  1. Όταν η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 έχει λόγους να πιστεύει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σε Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου την οποία έχει υποβάλει τελική μητρική οντότητα ή ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία του άλλου κράτους μέλους, και η οποία έχει κοινοποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8αε της Οδηγίας (ΕΕ) 2011/16, όπως προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872, χρήζουν διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων, ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους.
  2. Όταν η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους έχει λόγους να πιστεύει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σε Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου την οποία έχει υποβάλει τελική μητρική οντότητα ή ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία της Ελλάδας, και η οποία έχει κοινοποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9ΑΕ, χρήζουν διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων ενημερώνει σχετικώς την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, η οποία, εφόσον συμφωνεί ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου χρήζουν διορθώσεων, λαμβάνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατάλληλα μέτρα, ώστε να της παρασχεθεί διορθωτική Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου από την οικεία τελική μητρική οντότητα ή ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα και κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τη διορθωμένη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου σε όλες τις αρμόδιες αρχές για τις οποίες οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται σε ανταλλαγή σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 25.
  3. Όταν η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος έχει λάβει τη γνωστοποίηση της παρ. 4 του άρθρου 48 του ν. 5100/2024 (Α’ 49) από συνιστώσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα ότι η Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου για τις συνιστώσες οντότητες του ομίλου ΠΕ που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, θα έπρεπε να υποβαλλόταν από την τελική μητρική οντότητα ή την ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, αλλά οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου δεν κοινοποιήθηκαν εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 8αε ή στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 27δ της Οδηγίας 2011/16/EE, όπως προστέθηκαν με την Οδηγία (ΕΕ) 2025/872, ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους, ότι οι πληροφορίες δεν έχουν ληφθεί.
  4. Όταν η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους έχει λάβει γνωστοποίηση από μία ή περισσότερες συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε αυτό το κράτος μέλος ότι η Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου για τις εν λόγω συνιστώσες οντότητες θα υποβαλλόταν από την τελική μητρική οντότητα ή την ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, αλλά οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου δεν κοινοποιήθηκαν εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 9ΑΕ ή στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 9Δ, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, η οποία προσδιορίζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τον λόγο για τη μη κοινοποίηση της σχετικής Δήλωσης Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου και τον γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους εντός ενός (1) μήνα, αφότου λάβει τη γνωστοποίηση, περιλαμβανομένης της αναμενόμενης ημερομηνίας ανταλλαγής για τη Δήλωση Πληροφοριών Συμπληρωματικού Φόρου, κατά περίπτωση. Η αναμενόμενη ημερομηνία ανταλλαγής ορίζεται ότι θα είναι το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης περί μη ανταλλαγής.
  5. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ορίζονται οι ειδικότερες διαδικασίες και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή των παρ. 1 έως 4.».

 

Άρθρο 14

Γνωστοποίηση και αξιοποίηση πληροφοριών και εγγράφων από τις αρμόδιες αρχές – Τροποποίηση παρ. 1, 4 και 5 άρθρου 16 ν. 4170/2013

(παρ. 7 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στην παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί γνωστοποίησης πληροφοριών και εγγράφων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) μετά τις λέξεις «υπό οποιαδήποτε μορφή» προστίθενται οι λέξεις «δυνάμει των άρθρων 1 έως και 25,», αβ) οι λέξεις «άρθρου 17 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α’ 206)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρου 21 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58)», β) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «και άλλους έμμεσους φόρους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, άλλους έμμεσους φόρους, τελωνειακούς δασμούς και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας», και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 υπό οποιαδήποτε μορφή δυνάμει των άρθρων 1 έως και 25, καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και προστατεύονται από το φορολογικό απόρρητο δυνάμει του άρθρου 21 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58). Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση, την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, άλλους έμμεσους φόρους, τελωνειακούς δασμούς και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α’ 86) ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.».

  1. Στην παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 4170/2013 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) οι λέξεις «στην παρ. 1 χωρίς την άδεια της παρ. 2» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις παρ. 1 και 2 χωρίς την άδεια της παρ. 3», αβ) οι λέξεις «το εθνικό δίκαιο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «την εθνική νομοθεσία», β) προστίθεται νέο, δεύτερο, εδάφιο, γ) στο νέο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «στην παρ. 1» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις παρ. 1 και 2», δ) στο νέο πέμπτο εδάφιο, δα) οι λέξεις «του άρθρου 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 5», δβ) οι λέξεις «στην παρ. 1, η άδεια του πρώτου εδαφίου της παρούσας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις παρ. 1 και 2, η άδεια της παρ. 3», ε) προστίθεται έκτο εδάφιο και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, που λαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, δύναται να χρησιμοποιεί τις ληφθείσες πληροφορίες και έγγραφα για σκοπούς άλλους από αυτούς που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 χωρίς την άδεια της παρ. 3 για οποιονδήποτε σκοπό, εφόσον ο σκοπός αυτός περιλαμβάνεται σε κατάλογο της αρμόδιας αρχής αυτού του κράτους μέλους, ο οποίος της κοινοποιείται και απαριθμεί τους σκοπούς για τους οποίους επιτρέπεται η χρήση των πληροφοριών και εγγράφων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους.

Με την άδεια της αρμόδιας αρχής της παρ. 1 του άρθρου 5, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από αυτούς που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στην Ελλάδα. Αν η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιήσει στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών κατάλογο των σκοπών για τους οποίους, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, μπορούν να χρησιμοποιούνται πληροφορίες και έγγραφα, πλην των αναφερομένων στις παρ. 1 και 2, η άδεια της παρ. 3 δεν απαιτείται.

Η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους δύναται, επίσης, να χρησιμοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες και τα έγγραφα χωρίς την άδεια της παρ. 3, για κάθε σκοπό που καλύπτεται από πράξη βασιζόμενη στο άρθρο 215 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τις κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για τα περιοριστικά μέτρα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.».

  1. Στην παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 4170/2013 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «άρθρου 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρου 5», β) στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «δέκα (10) εργάσιμων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκαπέντε (15) ημερολογιακών» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Όταν η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1 στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μέλους, δύναται να τις διαβιβάζει σε αυτήν, αν η διαβίβαση αυτή συνάδει προς τους κανόνες και τις διαδικασίες των άρθρων 1 έως και 25. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης των πληροφοριών για την πρόθεσή της να διαβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος μέλος. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται στο τρίτο κράτος μέλος, εφόσον το κράτος μέλος προέλευσης των πληροφοριών δεν αντιταχθεί στη διαβίβαση εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη σχετική κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5.».

 

Άρθρο 15

Υποχρεώσεις – Αξιοποίηση της χρήσης των πληροφοριών – Εξουσιοδοτική διάταξη – Προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 18 του ν. 4170/2013

(παρ. 8 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 και παρ. 6 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στο άρθρο 18 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί υποχρεώσεων, προστίθεται παρ. 4 ως εξής:

«4. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ορίζονται τα ειδικότερα μέτρα για την αξιοποίηση της χρήσης των πληροφοριών που αποκτώνται, μέσω της υποβολής στοιχείων ή της ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει των άρθρων 9 έως 9ΑΕ.».

 

Άρθρο 16

Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι – Προσθήκη περιπτώσεων – Τροποποίηση παρ. 4 και 6 άρθρου 20 ν. 4170/2013

(παρ. 7 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872 και παρ. 9 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στην παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί τυποποιημένων εντύπων και ηλεκτρονικών μορφότυπων, οι λέξεις «άρθρα 9 και 9ΑΓ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρα 9, 9ΑΓ και 9ΑΕ» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 9, 9ΑΓ και 9ΑΕ πραγματοποιείται χρησιμοποιώντας τυποποιημένο μηχανογραφημένο μορφότυπο που έχει στόχο τη διευκόλυνση αυτής της αυτόματης ανταλλαγής και ο οποίος εγκρίνεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 26 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.».

  1. Στην παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 4170/2013 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) στο τέλος της περ. α), η λέξη «και» διαγράφεται, αβ) προστίθεται περ. γ), αγ) μετά τη λέξη «τυποποιημένων» προστίθεται η λέξη «ηλεκτρονικών», β) στο δεύτερο εδάφιο, βα) μετά τη λέξη «τυποποιημένα» προστίθεται η λέξη «ηλεκτρονικά», ββ) οι λέξεις «και στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ και στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ», βγ) οι λέξεις «άρθρων 9Α και 9ΑΒ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρων 9Α, 9ΑΒ και 9ΑΔ», γ) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται, δ) προστίθεται τέταρτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με:

α) Τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης, σύμφωνα με το άρθρο 9Α,

β) τις δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΒ, και

γ) τα Δηλωτέα Κρυπτοστοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΔ,

διενεργείται με τη χρήση τυποποιημένων ηλεκτρονικών εντύπων, που εγκρίνονται από την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών ρυθμίσεων. Τα τυποποιημένα ηλεκτρονικά έντυπα περιλαμβάνουν μόνο τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 9Α, στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ και στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ για την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και άλλα σχετικά πεδία που συνδέονται με αυτά τα στοιχεία και απαιτούνται για την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 9Α, 9ΑΒ και 9ΑΔ αντίστοιχα. Οι γλωσσικές ρυθμίσεις του πρώτου εδαφίου δεν εμποδίζουν την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 να κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 9Α και 9ΑΒ σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, οι εν λόγω γλωσσικές ρυθμίσεις είναι δυνατό να προβλέπουν ότι τα βασικά στοιχεία αυτών των πληροφοριών αποστέλλονται, επίσης, και σε κάθε άλλη επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

 

Άρθρο 17

Κεντρικό ευρετήριο για πληροφορίες επί των κρυπτοστοιχείων – Επαλήθευση ορθότητας Αριθμού Φορολογικού Μητρώου – Εξουσιοδοτική διάταξη – Τροποποίηση παρ. 6 και προσθήκη παρ. 9 και 10 στο άρθρο 21 του ν. 4170/2013

(παρ. 10 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στην παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί πρακτικών ρυθμίσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) μετά τις λέξεις «άρθρου 9Α,» προστίθενται οι λέξεις «των παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ και της παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ,», αβ) η λέξη «που» αντικαθίσταται από τις λέξεις «το οποίο», αγ) οι λέξεις «, το οποίο αφορά τη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και αφορά στη», β) τα εδάφια, δεύτερο και τρίτο, αντικαθίστανται, γ) στο τέταρτο εδάφιο, μετά τις λέξεις «άρθρου 9ΑΒ» προστίθενται οι λέξεις «και στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Οι προς κοινοποίηση πληροφορίες, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9Α, των παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ και της παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ, καταγράφονται σε ασφαλές κεντρικό ευρετήριο για τα κράτη μέλη, το οποίο αναπτύσσεται και υποστηρίζεται υλικοτεχνικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αφορά στη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, ώστε να πραγματοποιείται η προβλεπόμενη στις εν λόγω παραγράφους αυτόματη ανταλλαγή.

Η αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που καταγράφονται στο ευρετήριο του πρώτου εδαφίου. Σε ό,τι αφορά στις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται στο πλαίσιο της παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ, η αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 έχει πρόσβαση μόνο σε πληροφορίες που αφορούν Δηλωτέους Χρήστες και Δηλωτέα Πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα.

Μέχρι να τεθεί σε λειτουργία το ανωτέρω ασφαλές κεντρικό ευρετήριο, η αυτόματη ανταλλαγή που προβλέπεται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 9Α, στις παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ και στην παρ. 2 του άρθρου 9ΑΔ διενεργείται, σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος και τις ισχύουσες πρακτικές ρυθμίσεις.».

  1. Στο άρθρο 21 του ν. 4170/2013 προστίθενται παρ. 9 και 10 ως εξής:

«9. Η αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 δύναται να επαληθεύει με ηλεκτρονικό και αυτοματοποιημένο τρόπο την ορθότητα του Α.Φ.Μ. που παρέχεται από δηλούσα οντότητα ή φορολογούμενο, με σκοπό την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, μέσω εργαλείου, οι τεχνικές παράμετροι του οποίου αναπτύσσονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

  1. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, δύναται να καθορίζεται η διαδικασία, καθώς και κάθε ειδικότερο ζήτημα για την επαλήθευση της ορθότητας του Α.Φ.Μ. από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παρ. 9.».

 

Άρθρο 18

Αρμόδια αρχή αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας καθώς και της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής – Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 22 ν. 4170/2013

(παρ. 12 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

Η παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί αξιολόγησης, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 παρακολουθεί και αξιολογεί, σε σχέση με την Ελλάδα, την αποτελεσματικότητα της διοικητικής συνεργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25, καθώς και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, και κοινοποιεί τα αποτελέσματα της αξιολόγησής της στην Επιτροπή μία (1) φορά ανά έτος.».

 

Άρθρο 19

Προστασία δεδομένων – Τροποποίηση παρ. 2, 3 και 4 άρθρου 24 ν. 4170/2013

(παρ. 11 και 13 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 και παρ. 8 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

  1. Στην παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4170/2013 (Α’ 163), περί προστασίας δεδομένων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) μετά τη λέξη «Πλατφόρμας», προστίθενται οι λέξεις «, οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων», β) οι λέξεις «άρθρου 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρου 5», γ) οι λέξεις «όταν, ενεργώντας μεμονωμένα ή από κοινού, καθορίζουν τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον ν. 4624/2019» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, ενεργώντας μεμονωμένα ή από κοινού» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα, οι ενδιάμεσοι, οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων και η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων, ενεργώντας μεμονωμένα ή από κοινού.».

  1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 4170/2013 οι λέξεις «, ανάλογα με την» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ή ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, κατά» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Κάθε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή ο ενδιάμεσος ή ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας ή ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, κατά περίπτωση:

α) Ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ότι οι πληροφορίες που το αφορούν συλλέγονται και διαβιβάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25, και

β) παρέχει σε κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο όλες τις πληροφορίες που δικαιούται να λάβει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων, ώστε να έχει επαρκή χρόνο να ασκήσει τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων του και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την υποβολή των πληροφοριών.

Παρά την περ. β), οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας ενημερώνουν τους Δηλωτέους Πωλητές για το δηλωθέν Αντίτιμο.».

  1. Στην παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 4170/2013 προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Οι πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών των εν λόγω άρθρων και σύμφωνα με τους κανόνες περί παραγραφής κάθε υπευθύνου επεξεργασίας. Από 1ης.1.2028, τα αρχεία των πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 9ΑΕ, διατηρούνται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο, αλλά, σε κάθε περίπτωση, όχι λιγότερο από πέντε (5) έτη από την ημερομηνία παραλαβής τους για την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 1 έως και 25.».

 

Άρθρο 20

Τροποποίηση Παραρτήματος Ι «ΚΑΝΟΝΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ» του ν. 4170/2013

(παρ. 17 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στο Τμήμα Ι του Παραρτήματος Ι του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), περί γενικών απαιτήσεων υποβολής στοιχείων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην Ενότητα Α΄, αα) το εισαγωγικό εδάφιο και οι παρ. 1 και 2 αντικαθίστανται, αβ) στην παρ. 6, η λέξη «και» διαγράφεται», αγ) προστίθεται παρ. 6Α, β) στην Ενότητα Γ΄, βα) στο πρώτο εδάφιο, i) μετά τις λέξεις «παρέκκλιση από», οι λέξεις «τα οριζόμενα» διαγράφονται, ii) οι λέξεις «ο/οι ΑΦΜ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ο Α.Φ.Μ. ή οι Α.Φ.Μ.», iii) μετά τη λέξη «βάσει», οι λέξεις «των ισχυουσών διατάξεων» διαγράφονται, ββ) στο δεύτερο εδάφιο, i) η λέξη «Εντούτοις» αντικαθίσταται από τη λέξη «Ωστόσο», ii) η λέξη «πρέπει» αντικαθίσταται από τη λέξη «απαιτείται», iii) οι λέξεις «τον/τους ΑΦΜ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ.», iv) οι λέξεις «το τέλος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τα τέλη», v) μετά τις λέξεις «ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί» προστίθενται οι λέξεις «και οποτεδήποτε απαιτείται η επικαιροποίηση των πληροφοριών σε σχέση με τον Προϋπάρχοντα Λογαριασμό σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον ν. 4557/2018 (Α’ 139) μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη», γ) στην παρ. 2 της Ενότητας Ε’, οι λέξεις «τις διατάξεις του ν. 3691/2008» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του ν. 4557/2018», δ) προστίθεται Ενότητα ΣΤ΄ και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το Τμήμα Ι διαμορφώνεται ως εξής:

«ΤΜΗΜΑ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

  1. Με την επιφύλαξη των Ενοτήτων Γ’ έως ΣΤ’, κάθε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υποβάλλει στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 σε σχέση με κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό του:
  2. Τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης στην περίπτωση φυσικού προσώπου κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και εάν ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει παράσχει έγκυρη αυτοπιστοποίηση,

β) στην περίπτωση οντότητας, η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας κατά τα Τμήματα V, VI και VII, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα, που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη και (εάν υπάρχει) άλλη ή άλλες δικαιοδοσίες κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. της Οντότητας και το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου, καθώς και τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας και εάν έχει παρασχεθεί έγκυρη αυτοπιστοποίηση για κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο.

γ) εάν ο λογαριασμός είναι κοινός, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των Δικαιούχων κοινού Λογαριασμού,

  1. Τον αριθμό λογαριασμού ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού, το είδος λογαριασμού και εάν ο λογαριασμός είναι Προϋπάρχων Λογαριασμός ή Νέος Λογαριασμός.
  2. Την ονομασία και τον αριθμό ταυτοποίησης, εάν υπάρχει, του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος.
  3. Το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή του Συμβολαίου Προσόδων, της αξίας εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου, στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους.
  4. Σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:

α) το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό, ή σε σχέση με τον λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και

β) τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στο λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του δικαιούχου του λογαριασμού.

  1. Σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.

6Α. Σε περίπτωση συμμετοχικού δικαιώματος που κατέχεται σε Επενδυτική Οντότητα που είναι νομικό μόρφωμα, οι ρόλοι δυνάμει των οποίων το Δηλωτέο Πρόσωπο είναι κάτοχος Συμμετοχικού Δικαιώματος, και

  1. Σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στην Ενότητα Α΄ παρ. 5 ή 6, το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με το λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.

Β. Στις υποβληθείσες πληροφορίες πρέπει να διευκρινίζεται το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.

Γ. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 της Ενότητας A’, όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό που συνιστά Προϋπάρχοντα Λογαριασμό, ο Α.Φ.Μ. ή οι Α.Φ.Μ. ή η ημερομηνία γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθούν εάν δεν υπάρχουν στα αρχεία του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος και εάν δεν απαιτείται άλλως η απόκτησή τους από το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας ή οποιασδήποτε ενωσιακής νομικής πράξης. Ωστόσο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα απαιτείται να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια, προκειμένου να αποκτήσει τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και την ημερομηνία γέννησης όσον αφορά Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς έως τα τέλη του δεύτερου ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο οι Προϋπάρχοντες Λογαριασμοί ταυτοποιήθηκαν ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί και οποτεδήποτε απαιτείται η επικαιροποίηση των πληροφοριών σε σχέση με τον Προϋπάρχοντα Λογαριασμό σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον ν. 4557/2018 (Α’ 139) μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη.

Δ. Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην Ενότητα Α΄ παρ. 1, ο ΑΦΜ δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί εάν δεν έχει εκδοθεί από το οικείο κράτος μέλος ή από άλλη δικαιοδοσία κατοικίας.

Ε. Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην Ενότητα Α΄ παρ. 1, ο τόπος γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί, εκτός εάν:

  1. το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υποχρεούται άλλως να τον πληροφορηθεί και να τον δηλώσει βάσει των ισχυουσών διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας ή το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υποχρεούται ή έχει άλλως υποχρεωθεί να τον πληροφορηθεί και να τον δηλώσει βάσει οποιασδήποτε ενωσιακής νομικής πράξης η οποία ισχύει ή ήταν σε ισχύ την 5η Ιανουαρίου 2015 και
  2. διατίθεται στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

ΣΤ. Κατά παρέκκλιση από την περ. β) της παρ. 5 της Ενότητας A’ και εκτός εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα επιλέξει διαφορετικά όσον αφορά οποιαδήποτε σαφώς προσδιορισμένη ομάδα λογαριασμών, τα ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικού Περιουσιακού Στοιχείου δεν απαιτείται να δηλώνονται στον βαθμό που τα εν λόγω ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά του εν λόγω Χρηματοοικονομικού Περιουσιακού Στοιχείου δηλώνονται από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΔ.».

  1. Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του Τμήματος VΙ του Παραρτήματος Ι του ν. 4170/2013, περί δέουσας επιμέλειας για νέους λογαριασμούς οντοτήτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο, οι λέξεις «Ενοτήτων Α΄ παράγραφος 2 στοιχεία α΄ ως γ΄» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περ. α) έως γ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’», β) στο δεύτερο εδάφιο της περ. α), οι λέξεις «Ενότητα Α΄ παράγραφος 6 στοιχείο β΄» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περ. β) της παρ. 6 της Ενότητας Α’», γ) στην περ. β), γα) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες / Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML-KYC)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο πλαίσιο λήψης μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018 (Α’ 139)», γβ) προστίθεται τρίτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Νέου Λογαριασμού Οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένης Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ακολουθεί την καθοδήγηση των περ. α) έως γ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’ με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις:

α) Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να βασιστεί σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού, ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκτός Επενδυτικής Οντότητας η οποία περιγράφεται στην περ. β) της παρ. 6 της Ενότητας Α’ του Τμήματος VIII που δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

β) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιοριστούν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται στο πλαίσιο λήψης μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018 (Α’ 139). Εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν υποχρεούται από τον νόμο να εφαρμόζει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018, εφαρμόζει ουσιαστικά παρόμοιες διαδικασίες για τους σκοπούς του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων.

γ) Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον το Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο.».

  1. Στο Τμήμα VII του Παραρτήματος Ι του ν. 4170/2013, περί ειδικών κανόνων δέουσας επιμέλειας, προστίθεται Ενότητα ΑΑ΄ ως εξής:

«ΑΑ. Προσωρινή έλλειψη αυτοπιστοποίησης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν ένα Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν μπορεί να εξασφαλίσει εγκαίρως αυτοπιστοποίηση σε σχέση με νέο λογαριασμό, ώστε να εκπληρώσει τις οικείες υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας και υποβολής στοιχείων αναφορικά με την περίοδο υποβολής στοιχείων κατά την οποία ανοίχθηκε ο λογαριασμός, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εφαρμόζει τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς, έως ότου αποκτηθεί και επικυρωθεί η εν λόγω αυτοπιστοποίηση.».

  1. Στο Τμήμα VIIΙ του Παραρτήματος Ι του ν. 4170/2013, περί ορισμών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην Ενότητα Α΄, αα) οι παρ. 5 και 6 αντικαθίστανται, αβ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7, i) οι λέξεις «ή παρεμφερείς συμφωνίες), ασφαλιστικές συμβάσεις ή συμβάσεις περιοδικών προσόδων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και παρεμφερείς συμφωνίες), ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων», ii) μετά τις λέξεις «επί τίτλου,» προστίθενται οι λέξεις «Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου,», iii) οι λέξεις «ασφαλιστικής σύμβασης ή σύμβασης περιοδικών προσόδων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων», αγ) προστίθενται παρ. 9, 10, 11, 12, 13 και 14, β) στην παρ. 1 της Ενότητας Β΄, βα) η περ. α) αντικαθίσταται, ββ) στην περ. γ), οι λέξεις «στην Ενότητα Β΄ παράγραφος 1 στοιχεία α΄ και β΄» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις περ. α) και β) της παρ. 1 της Ενότητας Β΄», γ) στην Ενότητα Γ΄, γα) στην περ. β) του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1, οι λέξεις «Ενότητα Γ΄ παράγραφος 1 στοιχείο α΄» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περ. α) της παρ. 1 της Ενότητας Γ΄», γβ) στην παρ. 2, i) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρόμοιων δραστηριοτήτων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ίδρυμα Καταθέσεων», ii) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται, γγ) οι παρ. 9 και 10 αντικαθίστανται, γδ) στην παρ. 17, i) στην περ. ε) προστίθεται υποπερ. v), ii) προστίθεται περ. η), δ) η παρ. 2 της Ενότητας Δ΄ αντικαθίσταται, ε) στην Ενότητα Ε΄, προστίθεται παρ. 7 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το Τμήμα VIIΙ διαμορφώνεται ως εξής:

«ΤΜΗΜΑ VIII

ΟΡΙΣΜΟΙ

Οι ακόλουθοι ορισμοί έχουν την έννοια που ορίζεται κάτωθι:

Α. Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

  1. Ως «Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται κάθε Ελληνικό Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που δεν είναι Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα. Ως «Ελληνικό Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται:
  2. i) κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι κάτοικος στην Ελλάδα, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός της Ελλάδας και
  3. ii) κάθε ευρισκόμενο στην Ελλάδα υποκατάστημα Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος το οποίο δεν είναι κάτοικος στην Ελλάδα.
  4. Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας» νοείται:
  5. i) κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι κάτοικος σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός της Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας αυτής και
  6. ii) κάθε ευρισκόμενο σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία υποκατάστημα Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία αυτή.
  7. Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται κάθε Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Ίδρυμα Καταθέσεων, Επενδυτική Οντότητα ή Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.
  8. Ως «Ίδρυμα Θεματοφυλακής» νοείται κάθε Οντότητα που αναπτύσσει δραστηριότητα της οποίας ουσιώδης πτυχή είναι η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων. Η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων συνιστά ουσιώδη πτυχή της δραστηριότητας οντότητας εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας από τη φύλαξη χρηματοοικονομικών στοιχείων και συναφείς χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ανέρχεται τουλάχιστον στο είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:
  9. i) την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου πριν από το έτος του προσδιορισμού ή
  10. ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.
  11. Ως «Ίδρυμα Καταθέσεων», νοείται κάθε Οντότητα η οποία:

α) δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων, ή β) κατέχει ηλεκτρονικό χρήμα ή ψηφιακά νομίσματα κεντρικής τράπεζας προς όφελος των πελατών.

  1. Ως «Επενδυτική Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα:

α) η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:

αα) διαπραγμάτευση σε μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, πιστοποιητικά καταθέσεων, παράγωγα κ.λπ.), συνάλλαγμα, μέσα σε συνάλλαγμα, επιτόκια και δείκτες, κινητές αξίες, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων,

αβ) ατομική και συλλογική διαχείριση χαρτοφυλακίου ή

αγ) άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, χρημάτων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων εξ ονόματος τρίτων ή

β) το ακαθάριστο εισόδημα της οποίας προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων, εάν την Οντότητα διαχειρίζεται άλλη Οντότητα που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα περιγραφόμενη στην περ. α) της παρ. 6 της Ενότητας Α’.

Μία Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις εργασίες που περιγράφονται στην περ. α) της παρ. 6 της Ενότητας Α’ ή το ακαθάριστο εισόδημά της προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 6 της Ενότητας A’, εάν το ακαθάριστο εισόδημά της από τις σχετικές εργασίες ισούται ή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: α) την τριετία που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους του προσδιορισμού ή β) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα. Για τους σκοπούς της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 6 της Ενότητας Α’, ο όρος «άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων εξ ονόματος τρίτων» δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών που υλοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής για πελάτες ή για λογαριασμό τους. Στον όρο «Επενδυτική Οντότητα» δεν περιλαμβάνονται Οντότητες που αποτελούν Ενεργές ΜΧΟ σύμφωνα με τα κριτήρια των περ. δ) έως ζ) της παρ. 8 της Ενότητας Δ’.

Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του «χρηματοπιστωτικού οργανισμού» στην περ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018.

  1. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα, γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής (όπως συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων, συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων διαφορετικής βάσης, συμβάσεις ανώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις κατώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις ανταλλαγής εμπορευμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής μετοχών, συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με δείκτες μετοχών και παρεμφερείς συμφωνίες), ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων ή κάθε δικαίωμα (συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης, των προθεσμιακών συμβάσεων ή συναφών δικαιωμάτων προαίρεσης) επί τίτλου, Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.
  2. Ως «Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία» νοείται κάθε Οντότητα, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία ή η εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.
  3. Για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος, ως «Ηλεκτρονικό Χρήμα» νοείται κάθε προϊόν το οποίο:

α) αποτελεί ψηφιακή αναπαράσταση ενός ενιαίου Παραστατικού Νομίσματος,

β) εκδίδεται κατά την παραλαβή χρηματικών ποσών, με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων πληρωμής,

γ) αντιπροσωπεύεται από απαίτηση έναντι του εκδότη, εκφρασμένη στο ίδιο Παραστατικό Νόμισμα,

δ) γίνεται αποδεκτό έναντι πληρωμής από φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από τον εκδότη και

ε) βάσει των κανονιστικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκειται ο εκδότης, εξαγοράζεται ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία για το ίδιο Παραστατικό Νόμισμα, κατόπιν αιτήματος του κατόχου του προϊόντος.

Ο όρος «Ηλεκτρονικό Χρήμα» δεν περιλαμβάνει προϊόν που δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών από έναν πελάτη σε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη. Ένα προϊόν δεν δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών, εάν, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της μεταβιβάζουσας Οντότητας, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών από τη λήψη των οδηγιών για τη διευκόλυνση της μεταφοράς ή, εάν δεν ληφθούν οδηγίες, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών από τη λήψη τους.

  1. Ως «Παραστατικό Νόμισμα» νοείται το επίσημο νόμισμα μιας δικαιοδοσίας, το οποίο εκδίδεται από δικαιοδοσία ή από ορισθείσα κεντρική τράπεζα ή νομισματική αρχή μιας δικαιοδοσίας, όπως αντιπροσωπεύεται από τραπεζογραμμάτια ή κέρματα ή από χρήμα σε διάφορες ψηφιακές μορφές, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών αποθεμάτων και των Ψηφιακών Νομισμάτων Κεντρικής Τράπεζας. Ο όρος περιλαμβάνει, επίσης, το χρήμα εμπορικών τραπεζών και τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος (Ηλεκτρονικό Χρήμα).
  2. Ως «Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας» νοείται κάθε ψηφιακό Παραστατικό Νόμισμα που εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή άλλη νομισματική αρχή.
  3. Ως «Κρυπτοστοιχεία» νοούνται τα Κρυπτοστοιχεία, όπως ορίζονται στο σημείο 5 της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150).
  4. Ως «Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο» νοείται κάθε Κρυπτοστοιχείο εκτός από Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας, Ηλεκτρονικό Χρήμα ή οποιοδήποτε Κρυπτοστοιχείο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει προσδιορίσει επαρκώς ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής ή επένδυσης.
  5. Ως «Συναλλαγή Ανταλλαγής» νοείται:

α) ανταλλαγή μεταξύ Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων και Παραστατικών Νομισμάτων, και

β) ανταλλαγή μεταξύ μίας ή περισσότερων μορφών Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων.

Β. Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα

  1. Ως «Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι:

α) κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός ή κεντρική τράπεζα, όχι όμως:

αα) όσον αφορά πληρωμή προκύπτουσα από υποχρέωση που έχει αναληφθεί σε σχέση με εμπορική χρηματοοικονομική δραστηριότητα ανήκουσα σε είδος δραστηριότητας που ασκείται από καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία, Ίδρυμα Θεματοφυλακής ή Ίδρυμα Καταθέσεων, ή

αβ) όσον αφορά τη δραστηριότητα διατήρησης ψηφιακών νομισμάτων κεντρικής τράπεζας για Δικαιούχους Λογαριασμών που δεν είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κρατικές οντότητες, διεθνείς οργανισμοί ή κεντρικές τράπεζες,

β) Συνταξιοδοτικό Ταμείο Ευρείας Συμμετοχής, Συνταξιοδοτικό Ταμείο Περιορισμένης Συμμετοχής, Συνταξιοδοτικό Ταμείο Κρατικής Οντότητας, Διεθνούς Οργανισμού ή Κεντρικής Τράπεζας ή Εγκεκριμένος Εκδότης Πιστωτικών Καρτών,

γ) άλλη Οντότητα που παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει παρεμφερή επί της ουσίας χαρακτηριστικά με οποιαδήποτε από τις οντότητες που περιγράφονται στις περ. α) και β) της παρ. 1 της Ενότητας Β΄ και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Μη Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων που ορίζεται στην περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 9, εφόσον το καθεστώς της Οντότητας αυτής ως Μη Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος δεν παρεμποδίζει την επίτευξη των σκοπών του παρόντος νόμου.

δ) Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων ή

ε) καταπίστευμα στον βαθμό που ο καταπιστευματοδόχος είναι Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται, σύμφωνα με το Τμήμα Ι για όλους τους Δηλωτέους Λογαριασμούς του καταπιστεύματος.

  1. Ως «Κρατική Οντότητα» νοείται η κυβέρνηση κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας, κάθε πολιτική υποδιαίρεση κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας που, για την αποφυγή αμφιβολιών, καλύπτει ως όρος τα κράτη, τις επαρχίες, τις περιφέρειες και τους δήμους ή κάθε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσοτέρων εκ των προαναφερόμενων καθένα από τα οποία αποτελεί «Κρατική Οντότητα». Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συνιστώντα μέρη, οι ελεγχόμενες οντότητες και οι πολιτικές υποδιαιρέσεις κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας.

α) Ως «συνιστών μέρος» κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας, που αποτελεί διοικούσα αρχή στο κράτος μέλος ή τη δικαιοδοσία. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται στο λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς του κράτους μέλους ή της δικαιοδοσίας και κανένα μερίδιο τους δεν πρέπει να καταλήγει προς όφελος ιδιώτη.

Στον όρο «συνιστών μέρος» δεν περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

β) Ως «ελεγχόμενη οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα που είναι διακριτή ως προς τη μορφή της από κάθε κράτος μέλος ή άλλη δικαιοδοσία ή συνιστά άλλως διακριτή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:

  1. i) η Οντότητα τελεί υπό την πλήρη κυριότητα και τον πλήρη έλεγχο μιας ή περισσοτέρων Κρατικών Οντοτήτων είτε άμεσα είτε μέσω μιας ή περισσοτέρων ελεγχόμενων οντοτήτων,
  2. ii) τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στο λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς μίας ή περισσοτέρων Κρατικών Οντοτήτων και κανένα μερίδιο του εισοδήματος της δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη και

iii) με τη διάλυση της, τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες.

γ) Το εισόδημα δεν θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται υπέρ της κοινής ωφέλειας του γενικού πληθυσμού ή αφορούν τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της διακυβέρνησης. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το εισόδημα θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν προκύπτει από τη χρήση Κρατικής Οντότητας για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως, παραδείγματος χάρη, εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων παρέχονται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.

  1. Ως «Διεθνής Οργανισμός» νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα αυτού. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται κάθε διακυβερνητικός οργανισμός συμπεριλαμβανομένων των υπερεθνικών:
  2. i) που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από κυβερνήσεις,
  3. ii) που έχει σε ισχύ συμφωνία έδρας ή παρεμφερή επί της ουσίας συμφωνία με κάθε κράτος μέλος ή άλλη δικαιοδοσία και

iii) του οποίου το εισόδημα δεν καταλήγει προς όφελος ιδιωτών.

  1. Ως «Κεντρική Τράπεζα» νοείται κάθε ίδρυμα, το οποίο, είτε δια νόμου είτε με την έγκριση της κυβέρνησης, αποτελεί, εκτός από την κυβέρνηση του κράτους μέλους ή της δικαιοδοσίας αυτή καθεαυτή, την κύρια αρχή έκδοσης μέσων προοριζόμενων να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Στα ιδρύματα αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται όργανα διακριτά από την κυβέρνηση του κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας είτε βρίσκονται υπό την πλήρη ή μερική κυριότητα του κράτους μέλους ή της δικαιοδοσίας είτε όχι.
  2. Ως «Συνταξιοδοτικό Ταμείο Ευρείας Συμμετοχής» νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου ή συνδυασμό αυτών, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι το ταμείο:

α) δεν έχει δικαιούχο με δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου που να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%),

β) υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει δηλώσεις πληροφοριών στις φορολογικές αρχές και

γ) πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  1. i) το ταμείο απαλλάσσεται γενικά από φόρους επί του εισοδήματος του που προέρχεται από επενδύσεις ή στο εισόδημα αυτό επιβάλλεται αναβαλλόμενος φόρος ή φόρος με μειωμένο συντελεστή, επειδή πρόκειται για συνταξιοδοτικό πρόγραμμα,
  2. ii) το ταμείο λαμβάνει από τους εργοδότες που το χρηματοδοτούν τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) των συνολικών εισφορών του πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από άλλα προγράμματα περιγραφόμενα στις παρ. 5 έως 7 της Ενότητας Β΄ ή από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο α΄,

iii) διανομή ή ανάληψη ποσών από το ταμείο επιτρέπεται μόνον όταν επέρχονται συγκεκριμένα περιστατικά σχετιζόμενα με συνταξιοδότηση, αναπηρία ή θάνατο πλην διανεμόμενων ποσών που επανατοποθετούνται σε άλλα συνταξιοδοτικά ταμεία περιγραφόμενα στις παρ. 5 έως 7 της Ενότητας Β΄ ή σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο α΄, διαφορετικά, εάν η διανομή ή η ανάληψη πραγματοποιηθεί πριν από τα οριζόμενα αυτά περιστατικά, επιβαρύνεται με ποινή ή

iν) οι εισφορές πλην ορισμένων επιτρεπόμενων συμπληρωματικών εισφορών των εργαζομένων στο ταμείο περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα του εργαζομένου ή δεν επιτρέπεται να υπερβούν ετησίως ποσό εκφρασμένο σε ευρώ που αντιστοιχεί σε 50.000 δολάρια ΗΠΑ, εφαρμοζομένων των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα VII Ενότητα Γ΄ για την άθροιση των λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

  1. Ως «Συνταξιοδοτικό Ταμείο Περιορισμένης Συμμετοχής» νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) το ταμείο έχει λιγότερους από πενήντα (50) συμμετέχοντες,

β) το ταμείο χρηματοδοτείται από έναν ή περισσότερους εργοδότες που δεν είναι Επενδυτικές Οντότητες ή Παθητικές ΜΧΟ,

γ) οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών στο ταμείο, πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο α΄ περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα και την αμοιβή του εργαζομένου, αντιστοίχως,

δ) οι συμμετέχοντες που δεν είναι κάτοικοι κάθε κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του το ταμείο δεν έχουν δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου που να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) και

ε) το ταμείο υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει πληροφορίες στις φορολογικές αρχές.

  1. Ως «Συνταξιοδοτικό Ταμείο Κρατικής Οντότητας, Διεθνούς Οργανισμού ή Κεντρικής Τράπεζας» νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται από Κρατική Οντότητα, Διεθνή Οργανισμό ή Κεντρική Τράπεζα για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου σε δικαιούχους ή συμμετέχοντες που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς ή που δεν είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι, εάν οι παροχές προς τους δικαιούχους ή τους συμμετέχοντες αυτούς χορηγούνται ως αντάλλαγμα για προσωπικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για την Κρατική Οντότητα, τον Διεθνή Οργανισμό ή την Κεντρική Τράπεζα.
  2. Ως «Εγκεκριμένος Εκδότης Πιστωτικών Καρτών» νοείται κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα απλώς και μόνον επειδή είναι εκδότης πιστωτικών καρτών, ο οποίος δέχεται καταθέσεις μόνον όταν ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας και το καταβληθέν πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη και

β) από ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλει πλεονάζον ποσό που να υπερβαίνει ποσό σε ευρώ που αντιστοιχεί σε 50.000 δολάρια ΗΠΑ, είτε να επιστρέφεται στον πελάτη εντός εξήντα (60) ημερών κάθε καταβληθέν πλεονάζον ποσό που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα VII Ενότητα Γ΄ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στο βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.

  1. Ως «Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων» νοείται κάθε Επενδυτική Οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα δικαιώματα επί του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων τηρούνται από φυσικά πρόσωπα ή Οντότητες που δεν είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή μέσω τέτοιων φυσικών προσώπων ή Οντοτήτων, εκτός από Παθητικές ΜΧΟ με Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.

Επενδυτική Οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν παύει να θεωρείται δυνάμει της παρ. 9 της Ενότητας Β΄ Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων απλώς και μόνον επειδή ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων έχει εκδώσει υλικές μετοχές στον κομιστή, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν έχει εκδώσει και δεν εκδίδει υλικές μετοχές στον κομιστή μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2015,

β) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων αποσύρει όλες τις μετοχές αυτές όταν του παραδίδονται,

γ) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εκτελεί όλες τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II έως VII και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται για τις μετοχές αυτές όταν προσκομίζονται για εξαγορά ή άλλη πληρωμή και

δ) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες που διασφαλίζουν την εξαγορά ή την ακινητοποίηση των μετοχών αυτών το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση πριν από την 1 η Ιανουαρίου 2018.

Γ. Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός

  1. Ως «Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός» νοείται λογαριασμός που τηρείται σε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα. Στον όρο περιλαμβάνονται οι Καταθετικοί Λογαριασμοί, οι Λογαριασμοί θεματοφυλακής και:

α) σε περίπτωση Επενδυτικής Οντότητας, κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος «Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός» δεν περιλαμβάνει συμμετοχικά ή συνδεόμενα με οφειλή δικαιώματα επί Οντότητας που αποτελεί Επενδυτική Οντότητα απλώς και μόνον επειδή:

  1. i) παρέχει επενδυτικές συμβουλές σε πελάτη και ενεργεί εξ ονόματος του για την επένδυση ή τη διαχείριση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατατεθειμένων στο όνομα του πελάτη σε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα διαφορετικό από την εν λόγω Οντότητα ή
  2. ii) διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια και ενεργεί εξ ονόματος πελάτη για τους ίδιους ως άνω σκοπούς,

β) σε περίπτωση Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που δεν περιγράφεται στην περ. α) της παρ. 1 της Ενότητας Γ΄, κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, εάν η κατηγορία των εν λόγω δικαιωμάτων δημιουργήθηκε με σκοπό την αποφυγή της υποβολής δηλώσεων σύμφωνα με το Τμήμα Ι και

γ) κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων που προσφέρεται από Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή τηρείται σε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, πλην των μη συνδεόμενων με επενδύσεις και μη μεταβιβάσιμων συμβολαίων προσόδων άμεσης καταβολής που προσφέρονται σε φυσικά πρόσωπα και καλύπτουν παροχές σύνταξης ή αναπηρίας καταβαλλόμενες στο πλαίσιο Εξαιρούμενων Λογαριασμών.

Στον όρο «Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός» δεν περιλαμβάνονται οι Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί.

  1. Ως «Καταθετικός Λογαριασμός» νοείται κάθε εμπορικός, τρεχούμενος, αποταμιευτικός ή προθεσμιακός λογαριασμός ή λογαριασμός βεβαιούμενος από πιστοποιητικό καταθέσεων, πιστοποιητικό αποταμίευσης, πιστοποιητικό επενδύσεων, πιστοποιητικό οφειλής ή άλλο παρόμοιο μέσο που τηρείται σε Ίδρυμα Καταθέσεων. Στον Καταθετικό Λογαριασμό περιλαμβάνονται επίσης:

α) κάθε ποσό που τηρείται σε ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει συμβολαίου εγγυημένης απόδοσης ή παρόμοιας συμφωνίας για την καταβολή ή την πίστωση τόκου επί του ποσού αυτού,

β) λογαριασμός ή θεωρητικός λογαριασμός που αντιπροσωπεύει το σύνολο του ηλεκτρονικού χρήματος που τηρείται προς όφελος πελάτη, και

γ) λογαριασμός που τηρεί ένα ή περισσότερα Ψηφιακά Νομίσματα Κεντρικής Τράπεζας προς όφελος πελάτη.

  1. Ως «Λογαριασμός Θεματοφυλακής» νοείται κάθε λογαριασμός πλην του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων στον οποίο φυλάσσεται ένα ή περισσότερα Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία προς όφελος τρίτου.
  2. Ως «Συμμετοχικό Δικαίωμα» νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, Συμμετοχικό Δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Τα Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται δικαιούχοι καταπιστεύματος εάν έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα (επί παραδείγματι, μέσω εντολοδόχου) υποχρεωτική διανομή ή μπορούν να λαμβάνουν, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.
  3. Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο» νοείται κάθε συμβόλαιο πλην των Συμβολαίων Προσόδων βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει ποσό όταν επέλθει καθορισμένο περιστατικό που αφορά θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.
  4. Ως «Συμβόλαιο Προσόδων» νοείται κάθε συμβόλαιο βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει πληρωμές για χρονική περίοδο που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων. Στον όρο περιλαμβάνονται επίσης συμβόλαια που θεωρούνται συμβόλαια προσόδων σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς ή τις πρακτικές κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου συνάπτονται τα συμβόλαια και βάσει των οποίων ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει πληρωμές για μία σειρά ετών.
  5. Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» νοείται κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο πλην συμβολαίου αντασφάλισης ζημιών μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών που έχει αξία εξαγοράς.
  6. Ως «Αξία Εξαγοράς» νοείται το μεγαλύτερο από τα δύο ακόλουθα ποσά:
  7. i) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο λήπτης της ασφάλισης σε περίπτωση εξαγοράς ή λύσης της σύμβασης χωρίς αφαίρεση τυχόν ποινής εξαγοράς ή δανείου ληφθέντος δυνάμει της ασφαλιστικής σύμβασης και
  8. ii) το ποσό που μπορεί να δανείζεται ο λήπτης της ασφάλισης δυνάμει της σύμβασης ή σε σχέση με τη σύμβαση αυτή.

Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος «Αξία Εξαγοράς» δεν περιλαμβάνει τα ποσά που είναι καταβλητέα δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου:

α) αποκλειστικά λόγω θανάτου του φυσικού προσώπου που ήταν ασφαλισμένο με συμβόλαιο ασφάλισης ζωής,

β) ως παροχή λόγω προσωπικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που χορηγείται ως αποζημίωση για οικονομική ζημιά προκαλούμενη με την επέλευση του περιστατικού που καλύπτεται από την ασφάλιση,

γ) ως επιστροφή καταβληθέντων ασφαλίστρων μείον το κόστος των ασφαλιστικών τελών, είτε έχουν όντως επιβληθεί είτε όχι δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου πλην συνδεδεμένης με επενδύσεις συμβολαίου ασφάλισης ζωής ή προσόδων λόγω ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κινδύνους κατά την περίοδο ισχύος του συμβολαίου ή διόρθωσης καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος σε σχέση με τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για το συμβόλαιο,

δ) ως μέρισμα υπέρ του λήπτη της ασφάλισης πλην του μερίσματος λύσης, εφόσον το μέρισμα σχετίζεται με Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο δυνάμει της οποίας καταβλητέες είναι μόνον οι παροχές που περιγράφονται στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 8 στοιχείο β΄ ή

ε) ως επιστροφή προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή ποσού κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων στο πλαίσιο Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου για την οποία το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή του κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων ποσού δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του συμβολαίου.

  1. Ως «Προϋπάρχων Λογαριασμός» νοείται:

α) Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 ή, εάν ο λογαριασμός λογίζεται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός αποκλειστικά δυνάμει των τροποποιήσεων που επήλθαν με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2226 του Συμβουλίου, από την 31η Δεκεμβρίου 2025,

β) κάθε Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός Δικαιούχου, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία ανοίχθηκε, εάν:

βα) ο Δικαιούχος τηρεί στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή σε Συνδεόμενη Οντότητα εντός του ίδιου κράτους μέλους με το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που είναι Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την περ. α) της παρ. 9 της Ενότητας Γ’,

ββ) το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και, κατά περίπτωση, η Συνδεόμενη Οντότητα εντός του ιδίου κράτους μέλους με το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, θεωρεί τους δύο προαναφερόμενους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς, καθώς και κάθε άλλο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό του Δικαιούχου του λογαριασμού που θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την περ. β) της παρ. 9 της Ενότητας Γ’, ενιαίο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό για τους σκοπούς της τήρησης των απαιτήσεων γνώσης που ορίζονται στην Ενότητα Α’ του Τμήματος VII και για τους σκοπούς του προσδιορισμού του υπολοίπου ή της αξίας οποιουδήποτε από τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς αυτούς, όταν εφαρμόζει οποιοδήποτε από τα όρια για τους λογαριασμούς,

βγ) για Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό, για τον οποίο εφαρμόζονται μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με τον ν. 4557/2018, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα επιτρέπεται να εφαρμόσει για τον συγκεκριμένο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό τα προβλεπόμενα μέτρα, στηριζόμενο στα μέτρα δέουσας επιμέλειας που έχουν εφαρμοστεί για τον προϋπάρχοντα λογαριασμό που περιγράφεται στην περ. α) της παρ. 9 της Ενότητας Γ’, και

βδ) το άνοιγμα του χρηματοοικονομικού λογαριασμού δεν απαιτεί την παροχή νέων, πρόσθετων ή τροποποιημένων πληροφοριών πελάτη από τον δικαιούχο του λογαριασμού, εκτός εάν απαιτείται για τους σκοπούς του παρόντος νόμου.

  1. Ως «Νέος Λογαριασμός» νοείται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και έχει ανοιχθεί την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 ή, εάν ο λογαριασμός λογίζεται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός αποκλειστικά δυνάμει των τροποποιήσεων που επήλθαν με την οδηγία (ΕΕ) 2023/2226 του Συμβουλίου, από την 1η Ιανουαρίου 2026 και εφεξής.
  2. Ως «Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.
  3. Ως «Νέος Ατομικός Λογαριασμός» νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.
  4. Ως «Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες οντότητες.
  5. Ως «Λογαριασμός Χαμηλότερης Αξίας» νοείται Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός με συνολικό υπόλοιπο ή αξία κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 που δεν υπερβαίνει ποσό σε ευρώ που αντιστοιχεί σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δολάρια ΗΠΑ.
  6. Ως «Λογαριασμός Υψηλής Αξίας» νοείται Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός με συνολικό υπόλοιπο ή αξία που υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 ή κατά την 31η Δεκεμβρίου οποιουδήποτε επόμενου έτους, ποσό εκφρασμένο σε ευρώ που αντιστοιχεί σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δολάρια ΗΠΑ.
  7. Ως «Νέος Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.
  8. Ως «Εξαιρούμενος Λογαριασμός» νοείται οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους λογαριασμούς:

α) Συνταξιοδοτικός λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  1. i) ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως προσωπικός συνταξιοδοτικός λογαριασμός ή αποτελεί μέρος καταχωρισμένου ή ρυθμιζόμενου συνταξιοδοτικού προγράμματος για παροχές σύνταξης περιλαμβανομένων των παροχών αναπηρίας ή θανάτου,
  2. ii) Ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς δηλαδή, οι εισφορές στο λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από το λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή,

iii) απαιτείται η διαβίβαση πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές, σε ό,τι αφορά το λογαριασμό,

  1. iv) επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχει συμπληρωθεί συγκεκριμένο όριο ηλικίας, έχει επέλθει αναπηρία ή θάνατος ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την επέλευση τέτοιων καθορισμένων γεγονότων και

ν) είτε

  1. i) οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες ποσού εκφρασμένου σε ευρώ που αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δολάρια ΗΠΑ ή
  2. ii) προβλέπεται μέγιστο όριο εισφορών εφόρου ζωής στον λογαριασμό ίσου ή κατώτερου ποσού εκφρασμένου σε ευρώ που αντιστοιχεί σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δολάρια ΗΠΑ, ενώ εφαρμόζονται και στις δύο περιπτώσεις οι κανόνες που προβλέπονται στο Τμήμα VII Ενότητα Γ΄ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο α΄ σημείο ν΄, δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για το λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο α΄ ή β΄ ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην Ενότητα Β΄ παρ. 5 έως 7.

β) Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  1. i) ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός επενδύσεων με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης και αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός αποταμίευσης με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης,
  2. ii) ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, δηλαδή, οι εισφορές στο λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από το λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή,

iii) επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχουν εκπληρωθεί συγκεκριμένα κριτήρια που αφορούν το σκοπό του λογαριασμού επένδυσης ή αποταμίευσης (για παράδειγμα την παροχή εκπαιδευτικών ή ιατρικών ωφελειών) ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την εκπλήρωση των εν λόγω κριτηρίων και

  1. iv) οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες ποσού εκφρασμένου σε ευρώ που αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δολάρια ΗΠΑ, εφαρμοζόμενων των κανόνων που προβλέπονται στο Τμήμα VII Ενότητα Γ΄ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί, κατά τα λοιπά, την απαίτηση που προβλέπεται στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο β΄ σημείο iv, δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο α΄ ή β΄ ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην Ενότητα Β΄ παρ. 5 έως 7.

γ) Συμβόλαιο ασφάλισης ζωής με περίοδο κάλυψης που λήγει πριν συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό (90ό) έτος της ηλικίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το συμβόλαιο πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  1. i) καταβάλλονται περιοδικά ασφάλιστρα, τα οποία δεν μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, τουλάχιστον σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του συμβολαίου ή μέχρι να συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, αναλόγως ποιο χρονικό διάστημα είναι βραχύτερο,
  2. ii) δεν είναι δυνατόν για οποιοδήποτε πρόσωπο να λάβει παροχές του συμβολαίου μέσω ανάληψης, δανείου ή με άλλον τρόπο, χωρίς λύση του,

iii) το ποσό εκτός των παροχών θανάτου που είναι πληρωτέο σε περίπτωση ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου δεν μπορεί να υπερβεί το άθροισμα των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί για το συμβόλαιο, μείον το ποσό που αντιστοιχεί στις επιβαρύνσεις λόγω θανάτου, ασθένειας και δαπανών είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι, για την περίοδο ή τις περιόδους ισχύος του συμβολαίου και τυχόν ποσών που έχουν καταβληθεί πριν από την ακύρωση ή τη λύση του συμβολαίου και

iν) το συμβόλαιο δεν διακρατείται από εκδοχέα έναντι αξίας.

δ) Λογαριασμός που ανήκει αποκλειστικά σε κληρονομιά, εφόσον στα έγγραφα του λογαριασμού περιλαμβάνεται αντίγραφο της διαθήκης του θανόντος ή πιστοποιητικό θανάτου.

ε) Λογαριασμός που έχει ανοιχθεί σε σύνδεση με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

  1. i) διαταγή ή απόφαση δικαστηρίου,
  2. ii) πώληση, ανταλλαγή ή μίσθωση εμπράγματης ή προσωπικής περιουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

– ο λογαριασμός τροφοδοτείται αποκλειστικά με ποσά που προέρχονται από προκαταβολή, αρραβώνα, κατάθεση ποσού κατάλληλου για την εξασφάλιση υποχρέωσης που συνδέεται άμεσα με τη συναλλαγή ή παρόμοια πληρωμή ή τροφοδοτείται με Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο που κατατίθεται στον λογαριασμό σε σύνδεση με την πώληση, την ανταλλαγή ή τη μίσθωση περιουσιακού στοιχείου,

– ο λογαριασμός ανοίγεται και χρησιμοποιείται με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση της υποχρέωσης του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου, του πωλητή να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση για τα τυχηρά, ή του εκμισθωτή ή του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση σχετικά με το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο, όπως έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο της μίσθωσης,

– τα περιουσιακά στοιχεία που περιέχονται στο λογαριασμό, περιλαμβανομένου του εισοδήματος που προέρχεται από το λογαριασμό, θα καταβληθούν ή θα διατεθούν με άλλον τρόπο προς όφελος του αγοραστή, του πωλητή, του εκμισθωτή ή του μισθωτή, μεταξύ άλλων για να εκπληρωθεί υποχρέωση του εν λόγω προσώπου, όταν το περιουσιακό στοιχείο πωληθεί, ανταλλαγεί ή παραδοθεί ή όταν λυθεί η μίσθωση,

– ο λογαριασμός δεν είναι λογαριασμός περιθωρίου ή παρόμοιος λογαριασμός που έχει ανοιχθεί στα πλαίσια πώλησης ή ανταλλαγής Χρηματοοικονομικού Περιουσιακού Στοιχείου και

– ο λογαριασμός δεν συνδέεται με λογαριασμό περιγραφόμενο στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχείο στ΄,

iii) υποχρέωση Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που διαχειρίζεται δάνειο εξασφαλιζόμενο με εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο να κρατά μέρος του καταβαλλόμενου ποσού με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της πληρωμής φόρων ή ασφάλισης σχετικά με το εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο σε μεταγενέστερο χρόνο,

iν) υποχρέωση Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που έχει αποκλειστικό σκοπό την πληρωμή φόρων σε μεταγενέστερο χρόνο.

  1. v) ίδρυση ή αύξηση κεφαλαίου εταιρείας, εφόσον ο λογαριασμός πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

– ο λογαριασμός χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κατάθεση κεφαλαίου που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την ίδρυση ή την αύξηση κεφαλαίου μιας εταιρείας, όπως προβλέπεται από τον νόμο,

– τυχόν ποσά που τηρούνται στον λογαριασμό δεσμεύονται έως ότου το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λάβει ανεξάρτητη επιβεβαίωση σχετικά με την ίδρυση ή την αύξηση κεφαλαίου,

– ο λογαριασμός κλείνει ή μετατρέπεται σε λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας μετά την ίδρυση ή την αύξηση κεφαλαίου,

– τυχόν επιστροφές που προκύπτουν από αποτυχημένη ίδρυση ή αύξηση κεφαλαίου, μετά την αφαίρεση των αμοιβών του παρόχου υπηρεσιών και παρόμοιων αμοιβών, καταβάλλονται αποκλειστικά στα πρόσωπα που εισέφεραν τα ποσά, και

– δεν έχουν παρέλθει δώδεκα (12) μήνες από τη δημιουργία του λογαριασμού.

στ) Καταθετικός Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  1. i) ο λογαριασμός υπάρχει μόνον διότι ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας ή άλλης ανακυκλούμενης πιστωτικής διευκόλυνσης και το πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη και
  2. ii) από ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλει πλεονάζον ποσό που να υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο σε ευρώ που αντιστοιχεί σε 50.000 δολάρια Η.Π.Α., είτε να επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε καταβληθέν πλεονάζον ποσό που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα VII Ενότητα Γ΄ για τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στο βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.

ζ) Οποιοσδήποτε άλλος λογαριασμός παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει παρεμφερή επί της ουσίας χαρακτηριστικά με οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς που περιγράφονται στην Ενότητα Γ΄ παράγραφος 17 στοιχεία α΄ έως στ΄ και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εξαιρούμενων λογαριασμών, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 περίπτωση β΄ του παρόντος νόμου, εφόσον το καθεστώς του λογαριασμού αυτού ως Εξαιρούμενου Λογαριασμού δεν αντιβαίνει στους σκοπούς του παρόντος νόμου.

η) Καταθετικός λογαριασμός που αντιπροσωπεύει το σύνολο του ηλεκτρονικού χρήματος που τηρείται προς όφελος πελάτη, εάν ο κυλιόμενος μέσος όρος ενενήντα (90) ημερών του αθροιστικού υπολοίπου ή της αξίας του λογαριασμού στο τέλος ημέρας κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ενενήντα (90) συνεχόμενων ημερών δεν υπερέβη τα δέκα χιλιάδες (10.000) δολάρια Η.Π.Α. σε οποιαδήποτε ημέρα κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.

Δ. Δηλωτέος Λογαριασμός

  1. Ως «Δηλωτέος Λογαριασμός» νοείται χρηματοοικονομικός λογαριασμός που τηρείται από Δηλούν Ελληνικό Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα με δικαιούχους ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εφόσον προσδιορίζεται ως τέτοιος σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στα Τμήματα II έως VII.
  2. Ως «Δηλωτέο Πρόσωπο» νοείται πρόσωπο άλλου κράτους μέλους, εκτός από:

α) Οντότητες, οι τίτλοι κεφαλαίου των οποίων αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών,

β) Οντότητες που είναι Συνδεόμενες Οντότητες Οντότητας που περιγράφεται στην περ. α),

γ) κρατικές οντότητες,

δ) διεθνείς οργανισμοί,

ε) κεντρικές τράπεζες ή

στ) χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

  1. Ως «Πρόσωπο Άλλου κράτους μέλους» σχετικά με την Ελλάδα νοείται φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα με κατοικία σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του εν λόγω άλλου κράτους μέλους ή κληρονομιά θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους. Για τον σκοπό αυτόν, Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησης τους.
  2. Ως «Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία» έναντι της Ελλάδας νοείται:

α) κάθε άλλο κράτος μέλος,

β) οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία:

  1. i) με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει συμφωνία σύμφωνα με την οποία η εν λόγω δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Τμήμα Ι και
  2. ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα και κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή,

γ) οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία:

  1. i) με την οποία η Ένωση έχει συνάψει συμφωνία σύμφωνα με την οποία η εν λόγω δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Τμήμα Ι και
  2. ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
  3. Ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί Οντότητας. Στην περίπτωση του καταπιστεύματος, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται ο ή οι καταπιστευματοπάροχοι, ο ή οι καταπιστευματοδόχοι, ο ή οι προστάτες, εφόσον υπάρχουν, ο ή οι δικαιούχοι ή οι τάξεις των δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ασκούν τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος. Σε περίπτωση νομικού μορφώματος που δεν είναι καταπίστευμα, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται τα πρόσωπα που βρίσκονται σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» ερμηνεύεται κατά τρόπο συμβατό με τις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης.
  4. Ως «ΜΧΟ» νοείται οποιαδήποτε Οντότητα δεν είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
  5. Ως «Παθητική ΜΧΟ» νοείται:
  6. i) ΜΧΟ που δεν είναι Ενεργή ΜΧΟ ή
  7. ii) Επενδυτική Οντότητα περιγραφόμενη στην Ενότητα Α΄ παράγραφος 6 στοιχείο β΄, η οποία δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.
  8. Ως «Ενεργή ΜΧΟ» νοείται οποιαδήποτε ΜΧΟ πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

α) το ποσοστό του παθητικού εισοδήματος για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι μικρότερο του 50% του ακαθάριστου εισοδήματος της ΜΧΟ και το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν παθητικό εισόδημα ή διακρατούνται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι μικρότερο του 50% των περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ,

β) οι τίτλοι κεφαλαίου της ΜΧΟ αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή η ΜΧΟ είναι Συνδεόμενη Οντότητα Οντότητας οι τίτλοι κεφαλαίου της οποίας αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών,

γ) η ΜΧΟ είναι Κρατική Οντότητα, Διεθνής Οργανισμός, Κεντρική Τράπεζα ή Οντότητα που ανήκει εξολοκλήρου σε μία ή περισσότερες από τις εν λόγω οντότητες,

δ) κατ’ ουσίαν, όλες οι δραστηριότητες της ΜΧΟ συνίστανται στην κατοχή εν όλω ή εν μέρει των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μίας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές, στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο («private equity fund»), εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου («venture capital fund») ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης («leveraged buyout fund»), ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς,

ε) η ΜΧΟ δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην ΜΧΟ μετά την πάροδο 24 μηνών από την ημερομηνία αρχικής σύστασης της ΜΧΟ,

στ) η ΜΧΟ δεν υπήρξε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη και βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή η ΜΧΟ αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων,

ζ) η ΜΧΟ ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεόμενες Οντότητες που δεν είναι Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε Οντότητα που δεν είναι Συνδεόμενη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεόμενης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων ή

η) η ΜΧΟ πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  1. i) έχει συσταθεί και λειτουργεί σε κάθε κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς ή έχει συσταθεί και λειτουργεί σε κάθε κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της και αποτελεί επαγγελματική οργάνωση, σύλλογο επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλλεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας,
  2. ii) απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος σε κάθε κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της,

iii) δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων,

  1. iv) η ισχύουσα νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελος τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στα πλαίσια της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της ΜΧΟ ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η ΜΧΟ και

ν) η ισχύουσα νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ΜΧΟ σε Κρατική Οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται σε κάθε κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση, αυτού του κράτους μέλους ή αυτής της δικαιοδοσίας.

Ε. Διάφορα

  1. Ως «Δικαιούχος Λογαριασμού» νοείται πρόσωπο που καταχωρίζεται ή ταυτοποιείται ως δικαιούχος Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού από το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που τηρεί το λογαριασμό. Πρόσωπο, άλλο από Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, που τηρεί Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή ενδιάμεσος δεν λογίζεται Δικαιούχος Λογαριασμού για τους σκοπούς του παρόντος νόμου. Δικαιούχος Λογαριασμού λογίζεται το εν λόγω άλλο πρόσωπο. Σε περίπτωση Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Προσόδων, Δικαιούχος Λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα να λάβει την Αξία Εξαγοράς ή να αλλάξει το δικαιούχο της σύμβασης. Αν κανείς δεν δύναται να λάβει την Αξία Εξαγοράς ή να αλλάξει το δικαιούχο, Δικαιούχος Λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο ορίζεται στο συμβόλαιο ως κύριος και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει κατοχυρωμένη απαίτηση για την πληρωμή σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Κατά τη λήξη Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Προσόδων, κάθε πρόσωπο που δικαιούται να λάβει πληρωμή σύμφωνα με το συμβόλαιο είναι Δικαιούχος Λογαριασμού.
  2. Ως «Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML-KYC)» νοούνται οι σχετικές με τον πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, σύμφωνα με τον ν. 4557/2018 και τις απορρέουσες διαδικασίες και απαιτήσεις που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις, στις οποίες υπόκειται το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο.
  3. Ως «Οντότητα» νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.
  4. Μία Οντότητα είναι «Συνδεόμενη Οντότητα» άλλης Οντότητας αν:
  5. i) οποιαδήποτε εκ των δύο Οντοτήτων ελέγχει την άλλη,
  6. ii) οι δύο Οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο ή

iii) οι δύο Οντότητες είναι Επενδυτικές Οντότητες περιγραφόμενες στην Ενότητα Α΄ παράγραφος 6 στοιχείο β΄, τελούν υπό κοινή διαχείριση και η εν λόγω διαχείριση εκπληρώνει τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας των εν λόγω Επενδυτικών Οντοτήτων. Για το σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του 50% των δικαιωμάτων ψήφου και αξίας της Οντότητας.

  1. Ως «ΑΦΜ» νοείται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ή λειτουργικό ισοδύναμο αν δεν υπάρχει Αριθμός Φορολογικού Μητρώου.
  2. Ως «Αποδεικτικό Έγγραφο» νοείται οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) πιστοποιητικό κατοικίας που εκδίδεται από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κεντρική διοίκηση ή αντιπρόσωπο της ή από δήμο) του άλλου κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία του ο δικαιούχος,

β) σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα, οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο ταυτότητας έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα, (για παράδειγμα, από την κεντρική διοίκηση ή αντιπρόσωπο της ή από δήμο), στο οποίο περιέχεται το όνομα του προσώπου και το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα για ταυτοποίηση,

γ) σε ό,τι αφορά τις Οντότητες, οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κεντρική διοίκηση ή αντιπρόσωπο της ή από δήμο), στο οποίο περιέχεται η ονομασία της Οντότητας και είτε η διεύθυνση του κεντρικού της γραφείου σε άλλο κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της είτε το άλλο κράτος μέλος ή άλλη δικαιοδοσία στην οποία συστάθηκε ή οργανώθηκε,

δ) οποιαδήποτε ελεγμένη οικονομική κατάσταση, έκθεση τρίτου για τη φερεγγυότητα, αίτηση πτώχευσης ή έκθεση από ρυθμιστική αρχή αγοράς κινητών αξιών.

Σε ό,τι αφορά τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιήσουν ως Αποδεικτικό Έγγραφο οποιαδήποτε κατάταξη έχει γίνει στα αρχεία του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος σχετικά με τον Δικαιούχο Λογαριασμού βάσει τυποποιημένου συστήματος κωδικοποίησης ανά κλάδο, η οποία καταχωρίστηκε από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, σύμφωνα με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική του, για σκοπούς που αφορούν τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες / Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML-KYC) ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς εκτός των φορολογικών και η οποία εφαρμοζόταν από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κατάταξη του Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού ως Προϋπάρχοντος Λογαριασμού, εφόσον το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν γνωρίζει ή δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η εν λόγω κατάταξη είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη. Ως «τυποποιημένο σύστημα κωδικοποίησης ανά κλάδο» νοείται σύστημα που χρησιμοποιείται για την κατάταξη των μορφωμάτων ανά είδος επιχείρησης για σκοπούς άλλους από τους φορολογικούς.

  1. Ως «Υπηρεσία Ταυτοποίησης» νοείται ηλεκτρονική διαδικασία που διατίθεται δωρεάν από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας και της φορολογικής κατοικίας Δικαιούχου Λογαριασμού ή Ελέγχοντος Προσώπου.».
  2. Στο Τμήμα ΙΧ του Παραρτήματος Ι του ν. 4170/2013, περί αποτελεσματικής εφαρμογής, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και το ΤΜΗΜΑ IX διαμορφώνεται ως εξής:

«ΤΜΗΜΑ IX

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3α της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, όπως τροποποιείται με την Οδηγία 2014/107/ ΕΕ που ενσωματώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 1 περίπτωση β΄ και 7 περίπτωση β΄ του παρόντος νόμου, τα κράτη – μέλη θεσπίζουν κανόνες και διοικητικές διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται ανωτέρω, περιλαμβανομένων των κάτωθι:

  1. κανόνες ώστε να αποτρέπονται οι πρακτικές Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, προσώπων ή ενδιαμέσων, οι οποίες αποσκοπούν στην καταστρατήγηση των διαδικασιών υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας,
  2. κανόνες που απαιτούν από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται για την τήρηση των ανωτέρω διαδικασιών, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά,
  3. διοικητικές διαδικασίες ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων προς τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, διοικητικές διαδικασίες για τις επακόλουθες ενέργειες στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, όταν δηλώνονται λογαριασμοί χωρίς τεκμηρίωση,
  4. διοικητικές διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται ότι εξακολουθεί να είναι μικρός ο κίνδυνος χρήσης των Οντοτήτων και των λογαριασμών που ορίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ως Μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί για σκοπούς φοροδιαφυγής,
  5. αποτελεσματικές διατάξεις επιβολής των κανόνων για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης.

Για την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 1 έως 25, τα αρχεία που αναφέρονται στην περ. 2 του πρώτου εδαφίου παραμένουν διαθέσιμα όχι περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο, αλλά, σε κάθε περίπτωση, όχι λιγότερο από πέντε (5) έτη.».

  1. Στο Παράρτημα Ι του ν. 4170/2013 προστίθεται Τμήμα Χ ως εξής:

«ΤΜΗΜΑ X

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Κατά παρέκκλιση από την περ. β) της παρ. 1 της Ενότητας Α’ του Τμήματος I και την παρ. 6Α της Ενότητας Α΄ του Τμήματος Ι, όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό που τηρείται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα από την 31η Δεκεμβρίου 2025 και για τις περιόδους υποβολής στοιχείων που λήγουν έως το δεύτερο ημερολογιακό έτος μετά την εν λόγω ημερομηνία, οι πληροφορίες σχετικά με τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο ή κάτοχος συμμετοχικών δικαιωμάτων της Οντότητας απαιτείται να υποβάλλονται, μόνον εάν οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.».

 

Άρθρο 21

Τροποποίηση Παραρτήματος V «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ, ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΦΟΡΕΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ» του ν. 4170/2013

(παρ. 18 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

  1. Στην Ενότητα Γ΄ του Τμήματος Ι του Παραρτήματος V του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), περί ορισμών, προστίθεται παρ. 10 ως εξής:

«10. «Υπηρεσία Ταυτοποίησης»: ηλεκτρονική διαδικασία που διατίθεται δωρεάν από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση σε Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας και της φορολογικής κατοικίας πωλητή.».

  1. Στην Ενότητα Β΄ του Τμήματος ΙΙ του Παραρτήματος V του ν. 4170/2013, περί διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, η παρ. 3 καταργείται και η Ενότητα Β΄ διαμορφώνεται ως εξής:

«Β. Συλλογή των στοιχείων του Πωλητή

  1. Ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας συλλέγει όλα τα ακόλουθα στοιχεία για κάθε Πωλητή ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο και όχι Εξαιρούμενος Πωλητής:

α) το όνομα και το επώνυμο,

β) την Κύρια Διεύθυνση,

γ) κάθε Α.Φ.Μ. που έχει χορηγηθεί στον εν λόγω Πωλητή, περιλαμβανομένου κάθε κράτους μέλους έκδοσης, και ελλείψει Α.Φ.Μ., τον τόπο γέννησης του εν λόγω Πωλητή,

δ) τον αριθμό μητρώου Φ.Π.Α. του εν λόγω Πωλητή, εάν υπάρχει,

ε) την ημερομηνία γέννησης.

  1. Ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας συλλέγει όλα τα ακόλουθα στοιχεία για κάθε Πωλητή που είναι Οντότητα και όχι Εξαιρούμενος Πωλητής:

α) την επωνυμία,

β) την Κύρια Διεύθυνση,

γ) κάθε Α.Φ.Μ. που έχει χορηγηθεί στον εν λόγω Πωλητή, περιλαμβανομένου κάθε κράτους μέλους έκδοσης,

δ) τον αριθμό μητρώου Φ.Π.Α. του εν λόγω Πωλητή, εάν υπάρχει,

ε) τον αριθμό μητρώου της επιχείρησης,

στ) την ύπαρξη κάθε μόνιμης εγκατάστασης μέσω της οποίας πραγματοποιούνται Σχετικές Δραστηριότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν υπάρχει, αναφέροντας κάθε αντίστοιχο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται μια τέτοια μόνιμη εγκατάσταση.

  1. [Καταργείται].
  2. Παρά την περ. γ) της παρ. 1 της Ενότητας Β’ και τις περ. γ) και ε) της παρ. 2 της Ενότητας Β’, ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας δεν υποχρεούται να συλλέγει τον Α.Φ.Μ. ή τον αριθμό μητρώου της επιχείρησης, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Το κράτος μέλος κατοικίας του Πωλητή δεν χορηγεί Α.Φ.Μ. ή αριθμό μητρώου επιχείρησης στον Πωλητή,

β) το κράτος μέλος κατοικίας του Πωλητή δεν απαιτεί τη συλλογή του Α.Φ.Μ. που έχει χορηγηθεί στον Πωλητή.».

  1. Στην Ενότητα Β΄ του Τμήματος ΙΙΙ του Παραρτήματος V του ν. 4170/2013, περί απαιτήσεων υποβολής στοιχείων, προστίθεται παρ. 4 ως εξής:

«4. Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην περ. α) της παρ. 2 και στην περ. α) της παρ. 3 της Ενότητας Β’, ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας δεν υποχρεούται να αναφέρει τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτείται να συλλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Ενότητα Β’ του Τμήματος II, όταν ενημερώνει αρμόδια αρχή που χρησιμοποιεί Υπηρεσία Ταυτοποίησης και βασίζεται σε άμεση επιβεβαίωση της ταυτότητας και της κατοικίας του πωλητή μέσω Υπηρεσίας Ταυτοποίησης που διατίθεται από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξακρίβωση της ταυτότητας και όλων των φορολογικών κατοικιών του πωλητή. Σε περίπτωση που ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας βασίστηκε σε Υπηρεσία Ταυτοποίησης για να εξακριβώσει την ταυτότητα και όλες τις φορολογικές κατοικίες ενός Δηλωτέου Πωλητή, αναφέρονται το όνομα, ο αναγνωριστικός ή οι αναγνωριστικοί κωδικοί Υπηρεσίας Ταυτοποίησης και το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη έκδοσης.».

  1. Στην περ. β) της παρ. 4 της Ενότητας Δ’ του Τμήματος IV του Παραρτήματος V του ν. 4170/2013, περί αποτελεσματικής εφαρμογής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «ζητεί από την Επιτροπή να διαγράψει» αντικαθίστανται από τις λέξεις «προβαίνει στη διαγραφή», β) η λέξη «Δηλούντα» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ενός Δηλούντος» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Εάν η Ελλάδα αποτελεί το κράτος μέλος της μοναδικής καταχώρισης, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5:

α) Χορηγεί ατομικό αριθμό ταυτοποίησης στον Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας και τον γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών με ηλεκτρονικά μέσα,

β) προβαίνει στη διαγραφή από το κεντρικό μητρώο ενός Δηλούντος Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

βα) εάν ο Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας γνωστοποιεί ότι δεν διεξάγει πλέον καμία δραστηριότητα ως Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας,

ββ) εάν ελλείψει γνωστοποίησης βάσει της υποπερ. βα), υπάρχει λόγος να θεωρείται ότι η δραστηριότητα ενός Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας έχει παύσει,

βγ) εάν ο Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της περ. β) της παρ. 4 της Ενότητας Α’ του Τμήματος I,

βδ) αν ανακάλεσε την καταχώριση σύμφωνα με την παρ. 6 της Ενότητας Δ’.».

 

Άρθρο 22

Προσθήκη Παραρτήματος VΙ στον ν. 4170/2013

(Παράρτημα VI της Οδηγίας (ΕΕ) 2011/16, όπως προστέθηκε με την παρ. 19 του άρθρου 1 και το Παράρτημα ΙΙΙ της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226)

Στο Κεφάλαιο Η’ του Μέρους Πρώτου του ν. 4170/2013 (Α΄ 163) προστίθεται Παράρτημα VI ως εξής:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΙΣΧΥΟΝΤΕΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΛΟΥΝΤΕΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Στο παρόν Παράρτημα ορίζονται οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων, οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας και άλλοι κανόνες που πρέπει να εφαρμόζουν οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί να κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 9ΑΔ. Επίσης, ορίζονται οι κανόνες και οι διοικητικές διαδικασίες που πρέπει να διαθέτει η Ελλάδα, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που ορίζονται σε αυτό, καθώς και η συμμόρφωση προς αυτές.

ΤΜΗΜΑ I

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΗΛΟΥΝΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Α. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην παρ. 3 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV, υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα, εάν:

  1. είναι Οντότητα που έχει λάβει άδεια από την Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (L 150) ή επιτρέπεται να παρέχει Υπηρεσίες Κρυπτοστοιχείων, κατόπιν κοινοποίησης στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 60 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, ή
  2. δεν είναι Οντότητα που έχει λάβει άδεια από την Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 ή επιτρέπεται να παρέχει υπηρεσίες Κρυπτοστοιχείων κατόπιν κοινοποίησης στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 60 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και είναι:

α) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα,

β) Οντότητα που

βα) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ελλάδας και

ββ) είτε έχει νομική προσωπικότητα στην Ελλάδα, είτε έχει υποχρέωση να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ή δηλώσεις φορολογικών πληροφοριών στις φορολογικές αρχές της Ελλάδας όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας,

γ) Οντότητα της οποίας η διοίκηση ασκείται στην Ελλάδα, ή

δ) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που έχει συνήθη τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.

Β. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα όσον αφορά τις Δηλωτέες Συναλλαγές που πραγματοποιούνται, μέσω υποκαταστήματος εγκατεστημένου στην Ελλάδα.

Γ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα στην οποία υπόκειται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περ. β), γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’ εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην εν λόγω Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα στην οποία υπόκειται σύμφωνα με τις περ. γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή πρόκειται για Οντότητα η οποία α) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ή της Εγκεκριμένης Δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και β) είτε έχει νομική προσωπικότητα στο άλλο κράτος μέλος ή στην Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε έχει υποχρέωση να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ή δηλώσεις φορολογικών πληροφοριών στις φορολογικές αρχές του άλλου κράτους μέλους ή της Εγκεκριμένης Δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας.

Ε. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα στην οποία υπόκειται σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω του ότι η διοίκησή του ασκείται από το εν λόγω κράτος μέλος ή την Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΣΤ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα στην οποία υπόκειται σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην εν λόγω Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ζ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντιστοίχως, στην Ελλάδα στην οποία υπόκειται σύμφωνα με τις περ. α), β), γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’, εάν έχει υποβάλει κοινοποίηση στην Ελλάδα στον μορφότυπο που καθορίζεται από την Ελλάδα, με την οποία επιβεβαιώνει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τους κανόνες οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους ή Εγκεκριμένης Δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ’ εφαρμογή κριτηρίων που είναι ουσιαστικά παρόμοια με τα κριτήρια των περ. α), β), γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’, αντίστοιχα.

Η. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στην Ελλάδα όσον αφορά τις Δηλωτέες Συναλλαγές που πραγματοποιεί μέσω υποκαταστήματος σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από το εν λόγω Υποκατάστημα σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΤΜΗΜΑ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Α. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια των Ενοτήτων Α’ και Β’ του Τμήματος I υποβάλλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην Ενότητα Β’ του παρόντος Τμήματος στην Ελλάδα στην οποία υπόκειται σε απαιτήσεις υποβολής στοιχείων σύμφωνα με το Τμήμα I.

Β. Για κάθε σχετικό ημερολογιακό έτος και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που ορίζονται στο Τμήμα I και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο Τμήμα III, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τους οικείους Χρήστες Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέοι Χρήστες ή έχουν Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:

  1. το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και, στην περίπτωση φυσικού προσώπου, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Χρήστη και, στην περίπτωση Οντότητας για την οποία, μετά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στο Τμήμα III, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας και τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. της Οντότητας και το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον Α.Φ.Μ. ή τους Α.Φ.Μ. και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Ελέγχοντος Προσώπου της Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο καθώς και τον ρόλο ή τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε τέτοιο Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 της Ενότητας Β’, όταν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει πληροφορίες σε αρμόδια αρχή που χρησιμοποιεί Υπηρεσία Ταυτοποίησης και βασίζεται στην άμεση επιβεβαίωση της ταυτότητας και της κατοικίας του Δηλωτέου Προσώπου μέσω υπηρεσίας ταυτοποίησης που διατίθεται από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξακρίβωση της ταυτότητας και όλων των φορολογικών κατοικιών του Δηλωτέου Προσώπου, οι πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σχετικά με το Δηλωτέο Πρόσωπο είναι το όνομα, ο αναγνωριστικός κωδικός της Υπηρεσίας Ταυτοποίησης και το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη έκδοσης, καθώς και ο ρόλος ή οι ρόλοι βάσει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας,

  1. το όνομα, τη διεύθυνση, τον Α.Φ.Μ. και, εάν υπάρχει, τον ατομικό αριθμό ταυτοποίησης που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 9ΑΔ και τον παγκόσμιο αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας, σε σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων,
  2. για κάθε είδος Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει πραγματοποιήσει Δηλωτέες Συναλλαγές κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους, κατά περίπτωση:

α) την πλήρη ονομασία του είδους του Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου,

β) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,

γ) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,

δ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων,

ε) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων,

στ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών Πληρωμών Λιανικής,

ζ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά μεταφορές στον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτεται από τις περ. β) και δ),

η) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά μεταφορές από τον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτεται από τις περ. γ), ε) και στ) και

θ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, καθώς και τον συνολικό αριθμό μονάδων μεταφορών που πραγματοποιεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε διευθύνσεις κατανεμημένου καθολικού, όπως ορίζονται στο σημείο 18) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150), οι οποίες δεν είναι γνωστό ότι συνδέονται με πάροχο υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.

Για τους σκοπούς των περ. β) και γ) της παρ. 3 της Ενότητας Β’, το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε αναφέρεται στο παραστατικό νόμισμα στο οποίο καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε. Σε περίπτωση που τα ποσά καταβλήθηκαν ή εισπράχθηκαν σε πολλαπλά παραστατικά νομίσματα, τα ποσά αναφέρονται σε ενιαίο νόμισμα, μετατρεπόμενα κατά τον χρόνο κάθε Δηλωτέας Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

Για τους σκοπούς των περ. δ) έως θ) της παρ. 3 της Ενότητας Β’, η πραγματική εμπορική αξία καθορίζεται και αναφέρεται σε ενιαίο νόμισμα, αποτιμώμενη κατά τον χρόνο κάθε Δηλωτέας Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

Στις υποβληθείσες πληροφορίες διευκρινίζεται το Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.

Γ. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 της Ενότητας Β’, ο τόπος γέννησης δεν απαιτείται να δηλώνεται, εκτός εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται διαφορετικά να τον λάβει και να τον δηλώσει σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Δ. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην Ενότητα Β’ υποβάλλονται ετησίως το ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους το οποίο αφορούν οι πληροφορίες. Οι πρώτες πληροφορίες υποβάλλονται για το ημερολογιακό έτος 2026.

Ε. Κατά παρέκκλιση από τις Ενότητες Α’ και Δ’ του παρόντος Τμήματος, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια των περ. α), β), γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας A’ του Τμήματος I, δεν υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στην Ενότητα Β’ του παρόντος Τμήματος όσον αφορά Δηλωτέο Χρήστη ή Ελέγχον Πρόσωπο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων ολοκληρώνει την υποβολή των εν λόγω πληροφοριών σε δικαιοδοσία εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καλύπτεται από Ισχύουσα Ειδική Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών με το κράτος μέλος κατοικίας του εν λόγω Δηλωτέου Χρήστη ή Ελέγχοντος Προσώπου.

ΤΜΗΜΑ III

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζεται ως Δηλωτέος Χρήστης από την ημερομηνία κατά την οποία ταυτοποιείται ως τέτοιος σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στο παρόν Τμήμα.

Α. Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων

Οι ακόλουθες διαδικασίες εφαρμόζονται, προκειμένου να καθοριστεί εάν ο ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης.

  1. Κατά τη θέσπιση της σχέσης με τον ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή σε σχέση με προϋπάρχοντες ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων έως την 1η Ιανουαρίου 2027, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων λαμβάνει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που έχουν συλλεχθεί σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.
  2. Εάν κάποια στιγμή υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά έγγραφα για την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης.

Β. Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Οντότητες – Χρήστες Κρυπτοστοιχείων

Για να προσδιοριστεί εάν η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης ή Οντότητα, εκτός από Εξαιρούμενο Πρόσωπο ή Ενεργή Οντότητα, με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διαδικασίες.

  1. Προσδιορισμός του εάν η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

α) Κατά τον καθορισμό της σχέσης με την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή σε σχέση με Προϋπάρχουσες Οντότητες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων έως την 1η Ιανουαρίου 2027, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων λαμβάνει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες της Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας. Εάν η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων πιστοποιεί ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασιστεί στον τόπο άσκησης της πραγματικής διοίκησης ή στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου για τον προσδιορισμό της κατοικίας της Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.

β) Εάν από την αυτοπιστοποίηση προκύπτει ότι η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι κάτοικος κράτους μέλους, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ως Δηλωτέο Χρήστη, εκτός εάν εύλογα προσδιορίσει, βάσει της αυτοπιστοποίησης ή των πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Εξαιρούμενο Πρόσωπο.

  1. Προσδιορισμός του εάν η Οντότητα διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, εκτός από Εξαιρούμενο Πρόσωπο, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων προσδιορίζει εάν διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εκτός εάν διαπιστώσει ότι η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Ενεργή Οντότητα, βάσει αυτοπιστοποίησης από την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.

α) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων της Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων. Προκειμένου να προσδιοριστούν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα της Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται στο πλαίσιο λήψης μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018 (Α’ 139). Εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται εκ του νόμου να εφαρμόζει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018, εφαρμόζει ουσιαστικά παρόμοιες διαδικασίες για τον σκοπό του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων.

β) Προσδιορισμός του εάν ένα Ελέγχον Πρόσωπο Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Για να καθοριστεί εάν ένα Ελέγχον Πρόσωπο είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων στηρίζεται στην αυτοπιστοποίηση από την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή στο Ελέγχον Πρόσωπο που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του Ελέγχοντος Προσώπου και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.

  1. Εάν κάποια στιγμή υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή τα οικεία Ελέγχοντα Πρόσωπα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά έγγραφα για την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης.

Γ. Απαιτήσεις για την εγκυρότητα των αυτοπιστοποιήσεων

  1. Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή Ελέγχον Πρόσωπο είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή επιβεβαιωθεί με άλλο τρόπο από τον ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο, έχει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τον ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο:

α) όνομα και επώνυμο,

β) διεύθυνση κατοικίας,

γ) κράτος μέλος ή κράτη μέλη φορολογικής κατοικίας,

δ) για κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον Α.Φ.Μ. για κάθε κράτος μέλος,

ε) ημερομηνία γέννησης.

  1. Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή Ελέγχον Πρόσωπο είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή επιβεβαιωθεί με άλλο τρόπο από την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, έχει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά την Οντότητα – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων:

α) επωνυμία,

β) διεύθυνση,

γ) κράτος μέλος ή κράτη μέλη φορολογικής κατοικίας,

δ) για κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον Α.Φ.Μ. για κάθε κράτος μέλος,

ε) στην περίπτωση Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων εκτός Ενεργής Οντότητας ή Εξαιρούμενου Προσώπου, τις πληροφορίες που περιγράφονται στην παρ. 1 της Ενότητας Γ’ σχετικά με κάθε Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας – Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, εκτός αν το Ελέγχον Πρόσωπο έχει παράσχει αυτοπιστοποίηση σύμφωνα με την παρ. 1 της Ενότητας Γ’, καθώς και τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας, εάν δεν έχει ήδη προσδιοριστεί με βάση τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας,

στ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια που πληροί για να αντιμετωπιστεί ως Ενεργή Οντότητα ή Εξαιρούμενο Πρόσωπο.

Δ. Γενικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας

  1. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι επίσης Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα για τους σκοπούς του άρθρου 9ΑΔ μπορεί να βασίζεται στις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ολοκληρώνονται δυνάμει των Τμημάτων IV και VI του Παραρτήματος I για τους σκοπούς των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με το παρόν Τμήμα. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί, επίσης, να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση που έχει ήδη συλλεχθεί για άλλους φορολογικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αυτοπιστοποίηση πληροί τις απαιτήσεις της Ενότητας Γ’.
  2. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασίζεται σε τρίτο μέρος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο παρόν, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές εξακολουθούν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

ΤΜΗΜΑ IV

ΟΡΙΣΜΟΙ

Οι ακόλουθοι ορισμοί έχουν την έννοια που ορίζεται κάτωθι:

Α. Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο

  1. Ως «Κρυπτοστοιχείο» νοείται το κρυπτοστοιχείο, όπως ορίζεται στο σημείο 5) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150).
  2. Ως «Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας» νοείται κάθε ψηφιακό Παραστατικό Νόμισμα που εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή άλλη νομισματική αρχή.
  3. Ως «Κεντρική Τράπεζα» νοείται κάθε ίδρυμα το οποίο, είτε διά νόμου είτε με την έγκριση της κυβέρνησης, αποτελεί, εκτός από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας αυτή καθαυτή, την κύρια αρχή έκδοσης μέσων προοριζόμενων να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Στα ιδρύματα αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται όργανα διακριτά από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας, είτε βρίσκονται υπό την πλήρη ή μερική κυριότητα της δικαιοδοσίας είτε όχι.
  4. Ως «Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο» νοείται κάθε Κρυπτοστοιχείο εκτός από Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας, Ηλεκτρονικό Χρήμα ή κάθε Κρυπτοστοιχείο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει προσδιορίσει επαρκώς ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής ή επένδυσης.
  5. Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, ως «Ηλεκτρονικό Χρήμα» νοείται κάθε Κρυπτοστοιχείο το οποίο:

α) αποτελεί ψηφιακή αναπαράσταση ενός ενιαίου Παραστατικού Νομίσματος,

β) εκδίδεται κατά την παραλαβή χρηματικών ποσών με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων πληρωμής,

γ) αντιπροσωπεύεται από απαίτηση έναντι του εκδότη εκφρασμένη στο ίδιο Παραστατικό Νόμισμα,

δ) γίνεται αποδεκτό έναντι πληρωμής από φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από τον εκδότη, και

ε) βάσει των κανονιστικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκειται ο εκδότης, εξαγοράζεται ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία για το ίδιο Παραστατικό Νόμισμα κατόπιν αιτήματος του κατόχου του προϊόντος.

Ο όρος «Ηλεκτρονικό Χρήμα» δεν περιλαμβάνει προϊόν που δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών από έναν πελάτη σε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη. Ένα προϊόν δεν δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών εάν, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της μεταβιβάζουσας οντότητας, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών από τη λήψη των οδηγιών για τη διευκόλυνση της μεταφοράς ή, εάν δεν ληφθούν οδηγίες, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών από τη λήψη τους.

  1. Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων
  2. Ως «Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο πάροχος υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στο σημείο 15) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.
  3. Ως «Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο πάροχος υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που δεν είναι Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
  4. Ως «Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων» νοείται κάθε Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων και κάθε Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που παρέχει μία ή περισσότερες υπηρεσίες Κρυπτοστοιχείων που υλοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό Δηλωτέου Χρήστη.
  5. Ως «Υπηρεσία Κρυπτοστοιχείων» νοείται η υπηρεσία Κρυπτοστοιχείων όπως ορίζεται στο σημείο 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης Κρυπτοστοιχείων και του δανεισμού Κρυπτοστοιχείων.

Γ. Δηλωτέα Συναλλαγή

  1. Ως «Δηλωτέα Συναλλαγή» νοείται κάθε:

α) Συναλλαγή Ανταλλαγής, και

β) Μεταβίβαση Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων.

  1. Ως «Συναλλαγή Ανταλλαγής» νοείται οποιαδήποτε:

α) ανταλλαγή μεταξύ Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων και Παραστατικών Νομισμάτων, και

β) ανταλλαγή μεταξύ ενός ή περισσότερων μορφών Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων.

  1. Ως «Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής» νοείται η Μεταβίβαση Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων έναντι αγαθών ή υπηρεσιών, αξίας άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων Η.Π.Α. (ή το αντίστοιχο ποσό σε άλλο νόμισμα).
  2. Ως «Μεταβίβαση» νοείται η συναλλαγή με την οποία μεταφέρεται Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο από ή προς τη διεύθυνση ή λογαριασμό Κρυπτοστοιχείων ενός Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, πλην εκείνου που τηρείται από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό του ίδιου Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, περίπτωση κατά την οποία, βάσει των γνώσεων που έχει στη διάθεσή του ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τον χρόνο της συναλλαγής, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να προσδιορίσει ότι η συναλλαγή είναι Συναλλαγή Ανταλλαγής.
  3. Ως «Παραστατικό Νόμισμα» νοείται το επίσημο νόμισμα μιας δικαιοδοσίας, το οποίο εκδίδεται από δικαιοδοσία ή από ορισθείσα κεντρική τράπεζα ή νομισματική αρχή μιας δικαιοδοσίας, όπως αντιπροσωπεύεται από τραπεζογραμμάτια ή κέρματα ή από χρήμα σε διάφορες ψηφιακές μορφές, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών αποθεμάτων και των Ψηφιακών Νομισμάτων Κεντρικής Τράπεζας. Ο όρος περιλαμβάνει επίσης το χρήμα εμπορικών τραπεζών και τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος (Ηλεκτρονικό Χρήμα).

Δ. Δηλωτέος Χρήστης

  1. Ως «Δηλωτέος Χρήστης» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο κάτοικος κράτους μέλους.
  2. Ως «Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που είναι πελάτης Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για τη διενέργεια Δηλωτέων Συναλλαγών. Φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα, πλην Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, που ενεργεί ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου φυσικού προσώπου ή Οντότητας ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή ενδιάμεσος δεν λογίζεται Χρήστης Κρυπτοστοιχείων και το εν λόγω άλλο φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα λογίζεται Χρήστης Κρυπτοστοιχείων. Όταν ένας Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων παρέχει υπηρεσία που εκτελεί Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής για έμπορο ή εξ ονόματός του, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει επίσης τον πελάτη που είναι ο αντισυμβαλλόμενος του εμπόρου για τις εν λόγω Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής ως τον Χρήστη Κρυπτοστοιχείων σε σχέση με τις εν λόγω Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής, υπό την προϋπόθεση ότι ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να επαληθεύσει την ταυτότητα του εν λόγω πελάτη στο πλαίσιο της Δηλωτέας Συναλλαγής Πληρωμών Λιανικής σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
  3. Ως «Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο.
  4. Ως «Προϋπάρχων Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
  5. Ως «Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα.
  6. Ως «Προϋπάρχουσα Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται η Οντότητα – Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
  7. Ως «Δηλωτέο Πρόσωπο» νοείται πρόσωπο κράτους μέλους εκτός από Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
  8. Ως «Πρόσωπο κράτους μέλους» σχετικά με την Ελλάδα, νοείται η Οντότητα ή το φυσικό πρόσωπο με κατοικία σε οποιοδήποτε κράτος μέλος σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ή κληρονομία θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος οποιουδήποτε κράτους μέλους. Για τον σκοπό αυτό, Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς, λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.
  9. Ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί Οντότητας. Στην περίπτωση του καταπιστεύματος, ως ελέγχον πρόσωπο νοείται ο καταπιστευματοπάροχος ή οι καταπιστευματοπάροχοι, ο καταπιστευματοδόχος ή οι καταπιστευματοδόχοι, ο προστάτης ή οι προστάτες (εφόσον υπάρχουν), ο δικαιούχος ή οι δικαιούχοι ή η τάξη ή οι τάξεις των δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ασκούν τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος και, σε περίπτωση νομικού μορφώματος που δεν είναι καταπίστευμα, ως ελέγχον πρόσωπο νοείται το πρόσωπο που βρίσκεται σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή προς τον όρο «πραγματικός δικαιούχος» όπως ορίζεται στην περ. 17 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 όσον αφορά τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
  10. Ως «Ενεργή Οντότητα» νοείται οποιαδήποτε Οντότητα πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

α) το ποσοστό του παθητικού εισοδήματος για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας και το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν παθητικό εισόδημα ή διακρατούνται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%) των περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας,

β) κατ’ ουσία, όλες οι δραστηριότητες της Οντότητας συνίστανται στην κατοχή, εν όλω ή εν μέρει, των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μίας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές· στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο, εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς,

γ) η Οντότητα δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην Οντότητα μετά την πάροδο εικοσιτεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία αρχικής σύστασης της Οντότητας,

δ) η Οντότητα δεν υπήρξε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη και βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή η Οντότητα αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

ε) η Οντότητα ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεόμενες Οντότητες που δεν είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε Οντότητα που δεν είναι Συνδεόμενη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεόμενης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή

στ) η Οντότητα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

στα) έχει συσταθεί και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς ή έχει συσταθεί και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της και αποτελεί επαγγελματική οργάνωση, σύνδεσμο επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλλεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας,

στβ) απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της,

στγ) δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων,

στδ) η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελός τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της Οντότητας ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η Οντότητα, και

στε) η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας σε κρατική οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση.

Ε. Εξαιρούμενο Πρόσωπο

  1. Ως «Εξαιρούμενο Πρόσωπο» νοείται:

α) Οντότητα, οι τίτλοι κεφαλαίου της οποίας αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών,

β) Οντότητα που είναι Συνδεόμενη Οντότητα Οντότητας που περιγράφεται στην περ. α),

γ) Κρατική Οντότητα,

δ) Διεθνής Οργανισμός,

ε) Κεντρική Τράπεζα, ή

στ) Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκτός από Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην περ. β) της παρ. 5 της Ενότητας Ε’.

  1. Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται κάθε Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Ίδρυμα Καταθέσεων, Επενδυτική Οντότητα ή Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.
  2. Ως «Ίδρυμα Θεματοφυλακής» νοείται κάθε Οντότητα που αναπτύσσει δραστηριότητα της οποίας ουσιώδης πτυχή είναι η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων. Η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων συνιστά ουσιώδη πτυχή της δραστηριότητας Οντότητας εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας από τη φύλαξη χρηματοοικονομικών στοιχείων και από συναφείς χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ισούται ή υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: α) την τριετία που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου (ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου) πριν από το έτος του προσδιορισμού ή β) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.
  3. Ως «Ίδρυμα Καταθέσεων» νοείται κάθε Οντότητα η οποία:

α) δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων, ή

β) κατέχει Ηλεκτρονικό Χρήμα ή Ψηφιακά Νομίσματα Κεντρικής Τράπεζας προς όφελος των πελατών.

  1. Ως «Επενδυτική Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα:

α) η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:

αα) διαπραγμάτευση σε μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, πιστοποιητικά καταθέσεων, παράγωγα κ.λπ.), συνάλλαγμα μέσα σε συνάλλαγμα, επιτόκια και δείκτες, κινητές αξίες, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων,

αβ) ατομική και συλλογική διαχείριση χαρτοφυλακίου, ή

αγ) άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων εξ ονόματος τρίτων, ή

β) το ακαθάριστο εισόδημα της οποίας προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων, εάν την Οντότητα διαχειρίζεται άλλη Οντότητα που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην περ. α) της παρ. 5 της Ενότητας Ε’.

Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις εργασίες που περιγράφονται στην περ. α) της παρ. 5 της Ενότητας Ε’ ή το ακαθάριστο εισόδημά της προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 5 της Ενότητας Ε’, εάν το ακαθάριστο εισόδημά της από τις σχετικές εργασίες ισούται ή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: α) την τριετία που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους του προσδιορισμού, ή β) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.

Για τους σκοπούς της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 5 της Ενότητας Ε’ ο όρος «άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων εξ ονόματος τρίτων» δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών που υλοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό πελατών. Στον όρο «Επενδυτική Οντότητα» δεν περιλαμβάνονται Οντότητες που αποτελούν ενεργές οντότητες σύμφωνα με τα κριτήρια των περ. β) έως ε) της παρ. 10 της Ενότητας Δ’.

Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του «χρηματοπιστωτικού οργανισμού» στην περ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018.

  1. Ως «Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία» νοείται κάθε Οντότητα η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία ή η εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.
  2. Ως «Κρατική Οντότητα» νοείται η κυβέρνηση δικαιοδοσίας, κάθε πολιτική υποδιαίρεση δικαιοδοσίας που, για την αποφυγή αμφιβολιών, καλύπτει ως όρος τα κράτη, τις επαρχίες, τις περιφέρειες και τους δήμους ή κάθε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσοτέρων εκ των προαναφερόμενων. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συνιστώντα μέρη, οι ελεγχόμενες οντότητες και οι πολιτικές υποδιαιρέσεις δικαιοδοσιών.

α) Ως «συνιστόν μέρος» δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας, που αποτελεί διοικούσα αρχή δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πιστώνονται στον λογαριασμό της ή σε άλλους λογαριασμούς της δικαιοδοσίας και κανένα μερίδιό τους δεν πρέπει να καταλήγει προς όφελος ιδιώτη. Στον όρο «συνιστόν μέρος» δεν περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

β) Ως «ελεγχόμενη οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα που είναι διακριτή ως προς τη μορφή της από τη δικαιοδοσία ή συνιστά άλλως διακριτή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:

βα) η Οντότητα τελεί υπό την πλήρη κυριότητα και τον πλήρη έλεγχο μίας ή περισσότερων κρατικών οντοτήτων, είτε άμεσα είτε μέσω μίας ή περισσότερων ελεγχόμενων οντοτήτων,

ββ) τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσότερων κρατικών οντοτήτων και κανένα μερίδιο του εισοδήματός της δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη, και

βγ) με τη διάλυσή της, τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μία ή περισσότερες κρατικές οντότητες.

γ) Το εισόδημα δεν θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται υπέρ της κοινής ωφέλειας του γενικού πληθυσμού ή αφορούν τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της διακυβέρνησης. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το εισόδημα θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν προκύπτει από τη χρήση κρατικής οντότητας για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως, παραδείγματος χάριν, εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων παρέχονται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.

  1. Ως «Διεθνής Οργανισμός» νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα αυτού. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται κάθε διακυβερνητικός οργανισμός (συμπεριλαμβανομένων των υπερεθνικών):

α) που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από κυβερνήσεις,

β) που έχει συνάψει συμφωνία έδρας ή παρεμφερή επί της ουσίας συμφωνία με τη δικαιοδοσία, και

γ) του οποίου το εισόδημα δεν καταλήγει προς όφελος ιδιωτών.

  1. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα, γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής (όπως συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων, συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων διαφορετικής βάσης, συμβάσεις ανώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις κατώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις ανταλλαγής εμπορευμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής μετοχών, συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με δείκτες μετοχών και παρεμφερείς συμφωνίες), ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων, ή κάθε δικαίωμα (συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης, των προθεσμιακών συμβάσεων ή συναφών δικαιωμάτων προαίρεσης) επί τίτλου, Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.
  2. Ως «Συμμετοχικό Δικαίωμα» νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Το Δηλωτέο Πρόσωπο λογίζεται δικαιούχος καταπιστεύματος εάν έχει το δικαίωμα να λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα (επί παραδείγματι, μέσω εντολοδόχου) υποχρεωτική διανομή ή μπορεί να λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.
  3. Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο» νοείται κάθε συμβόλαιο (πλην των Συμβολαίων Προσόδων) βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει ποσό όταν επέλθει καθορισμένο περιστατικό που αφορά θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.
  4. Ως «Συμβόλαιο Προσόδων» νοείται κάθε συμβόλαιο βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για χρονική περίοδο που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων. Στον όρο περιλαμβάνονται επίσης συμβόλαια που θεωρούνται προσόδων σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς ή τις πρακτικές του κράτους μέλους ή της δικαιοδοσίας όπου συνάπτεται το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για μια σειρά ετών.
  5. Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» νοείται κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (πλην συμβολαίου αντασφάλισης ζημιών μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών) που έχει Αξία Εξαγοράς.
  6. Ως «Αξία Εξαγοράς» νοείται το μεγαλύτερο από τα δύο ακόλουθα ποσά: α) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο λήπτης της ασφάλισης σε περίπτωση εξαγοράς ή λύσης του συμβολαίου (χωρίς αφαίρεση τυχόν ποινής εξαγοράς ή δανείου ληφθέντος δυνάμει του ασφαλιστήριου συμβολαίου) και β) το ποσό που μπορεί να δανείζεται ο λήπτης της ασφάλισης δυνάμει του συμβολαίου ή σε σχέση με το συμβόλαιο αυτό. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος «αξία εξαγοράς» δεν περιλαμβάνει τα ποσά που είναι καταβλητέα δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου:

α) αποκλειστικά λόγω θανάτου του φυσικού προσώπου που ήταν ασφαλισμένο με συμβόλαιο ασφάλισης ζωής,

β) ως παροχή λόγω προσωπικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που χορηγείται ως αποζημίωση για οικονομική ζημία που προκαλείται με την επέλευση του περιστατικού που καλύπτεται από την ασφάλιση,

γ) ως επιστροφή καταβληθέντων ασφαλίστρων (μείον το κόστος των ασφαλιστικών τελών, είτε έχουν όντως επιβληθεί είτε όχι) δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου (πλην συνδεδεμένου με επενδύσεις συμβολαίου ασφάλισης ζωής ή προσόδων) λόγω ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κινδύνους κατά την περίοδο ισχύος του συμβολαίου, ή διόρθωσης καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος σε σχέση με τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για το συμβόλαιο,

δ) ως μέρισμα υπέρ του λήπτη της ασφάλισης (πλην του μερίσματος λύσης) εφόσον το μέρισμα σχετίζεται με ασφαλιστήριο συμβόλαιο δυνάμει του οποίου καταβλητέες είναι μόνον οι παροχές που περιγράφονται στην περ. β), ή

ε) ως επιστροφή προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή ποσού κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων στο πλαίσιο ασφαλιστήριου συμβολαίου για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή του κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων ποσού δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του συμβολαίου.

ΣΤ. Διάφορα

  1. Ως «σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας» νοούνται τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον Πελάτη που λαμβάνει ένας Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018 ή παρόμοιες απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται ο εν λόγω Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
  2. Ως «Οντότητα» νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.
  3. Μια Οντότητα είναι «Συνδεόμενη Οντότητα» άλλης Οντότητας αν οποιαδήποτε εκ των δύο Οντοτήτων ελέγχει την άλλη ή οι δύο Οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο. Για τον σκοπό αυτό, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου και αξίας της Οντότητας.
  4. Ως «Υποκατάστημα» νοείται μονάδα, επιχείρηση ή γραφείο Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που λογίζεται υποκατάστημα σύμφωνα με το κανονιστικό καθεστώς μιας δικαιοδοσίας ή που άλλως ρυθμίζεται από τη νομοθεσία μιας δικαιοδοσίας χωριστά από άλλα γραφεία, μονάδες ή υποκαταστήματα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. Όλες οι μονάδες, οι επιχειρήσεις ή τα γραφεία ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε μια ενιαία δικαιοδοσία λογίζονται ενιαίο υποκατάστημα.
  5. Ως «Ισχύουσα Ειδική Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών» νοείται η συμφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών ενός κράτους μέλους και μιας δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία απαιτείται η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών αντίστοιχων με εκείνες της Ενότητας Β’ του Τμήματος II, όπως καθορίζεται με εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8αδ της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (L 64).
  6. Ως «Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης» νοείται μη ενωσιακή δικαιοδοσία που εφαρμόζει Ισχύουσα Ειδική Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών με τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών, που χαρακτηρίζονται ως δηλωτέες δικαιοδοσίες σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιοδοσία.
  7. Ως «Α.Φ.Μ.» νοείται ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ή λειτουργικό ισοδύναμο αν δεν υπάρχει αριθμός φορολογικού μητρώου). Ο Α.Φ.Μ. είναι κάθε αριθμός ή κωδικός που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή για την ταυτοποίηση φορολογουμένου.
  8. Ως «Υπηρεσία Ταυτοποίησης» νοείται η ηλεκτρονική διαδικασία που διατίθεται δωρεάν από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση σε Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας και της φορολογικής κατοικίας Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.

ΤΜΗΜΑ V

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Α. Κανόνες για την επιβολή των απαιτήσεων συλλογής και επαλήθευσης που ορίζονται στο Τμήμα IIΙ

  1. Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων επιβάλλουν τις απαιτήσεις συλλογής και επαλήθευσης δυνάμει του Τμήματος IIΙ αναφορικά με τους οικείους Χρήστες Κρυπτοστοιχείων.
  2. Αν ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων δεν παρέχει τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του Τμήματος IIΙ μετά από δύο (2) υπενθυμίσεις, κατόπιν του αρχικού αιτήματος από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, αλλά όχι πριν από την παρέλευση προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν επιτρέπει στον Χρήστη Κρυπτοστοιχείων να πραγματοποιήσει Δηλωτέες Συναλλαγές.

Β. Κανόνες που επιβάλλουν στους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων την υποχρέωση να τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τυχόν πληροφορίες στις οποίες βασίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, καθώς και κατάλληλα μέτρα για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά.

Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τυχόν πληροφορίες στις οποίες στηρίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα Τμήματα II και ΙΙΙ, αντιστοίχως. Τα εν λόγω αρχεία παραμένουν διαθέσιμα για επαρκώς μεγάλο χρονικό διάστημα και για τουλάχιστον πέντε (5) έτη αλλά όχι πάνω από δέκα (10) έτη, από τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων απαιτείται να δηλώσει τις πληροφορίες εφόσον αυτές είναι δηλωτέες σύμφωνα με το Τμήμα II.

Γ. Διοικητική διαδικασία για τη χορήγηση άδειας σε Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων

Οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 101 του ν. 5193/2025 (Α’ 56) οι οποίες χορηγούν άδεια σε Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 κοινοποιούν στην αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος, κατάλογο όλων των αδειοδοτημένων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων τακτικά και το αργότερο πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του σχετικού ημερολογιακού έτους.

Δ. Διοικητική διαδικασία για μία μόνο καταχώριση Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων

  1. Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την παρ. 3 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV καταχωρίζεται, δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 9ΑΔ, από την αρμόδια αρχή της Ελλάδας σύμφωνα με τις περ. α), β), γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’ του Τμήματος I ή σύμφωνα με την Ενότητα Β’ του Τμήματος I, πριν από τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων πρέπει να υποβάλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην Ενότητα Β’ του Τμήματος II. Εάν ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων πληροί τις προϋποθέσεις των περ. α), β), γ) ή δ) της παρ. 2 της Ενότητας Α’ του Τμήματος I ή της Ενότητας Β’ του Τμήματος I, αντιστοίχως, σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, καταχωρίζεται, από την αρμόδια αρχή ενός από αυτά τα κράτη μέλη, πριν από τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων πρέπει να υποβάλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην Ενότητα Β’ του Τμήματος II.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 της Ενότητας Δ’, ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων όπως ορίζεται στην παρ. 3 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV δεν καταχωρίζεται από την αρμόδια αρχή της Ελλάδας στην οποία ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, δυνάμει των Ενοτήτων Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ,’ Ζ’ ή Η’ του Τμήματος I, λόγω της εκπλήρωσης των απαιτήσεων αυτών από τον εν λόγω Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.

  1. Ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή της Ελλάδας ως κράτους μέλους της μοναδικής καταχώρισής του, σύμφωνα με την παρ. 1 της Ενότητας Δ’, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) όνομα,

β) ταχυδρομική διεύθυνση,

γ) ηλεκτρονικές διευθύνσεις και ιστοσελίδες,

δ) κάθε Α.Φ.Μ. που έχει χορηγηθεί στον Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων,

ε) τα κράτη μέλη των οποίων είναι κάτοικοι οι Δηλωτέοι Χρήστες κατά την έννοια των Ενοτήτων Α’ και Β’ του Τμήματος III,

στ) κάθε Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αναφέρεται στις Ενότητες Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ ή Η’ του Τμήματος I.

  1. Ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή της Ελλάδας ως κράτους μέλους της μοναδικής καταχώρισής του, αλλαγές στα στοιχεία που παρέχονται βάσει της παρ. 2 της Ενότητας Δ’.
  2. Εάν η Ελλάδα αποτελεί το κράτος μέλος της μοναδικής καταχώρισης, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5:

α) χορηγεί ατομικό αριθμό ταυτοποίησης στον Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων και τον γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών με ηλεκτρονικά μέσα,

β) διαγράφει έναν Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων από το μητρώο Φορέων Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

βα) εάν ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων γνωστοποιεί ότι δεν διαθέτει πλέον Δηλωτέους Χρήστες στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

ββ) εάν ελλείψει γνωστοποίησης βάσει της υποπερ. βα), υπάρχει λόγος να θεωρείται ότι η δραστηριότητα ενός Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων έχει διακοπεί,

βγ) εάν ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της παρ. 2 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV,

βδ) εάν ανακάλεσε την καταχώριση σύμφωνα με την παρ. 6 της Ενότητας Δ’.

  1. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 ενημερώνει πάραυτα την Επιτροπή σχετικά με κάθε Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια της παρ. 2 της Ενότητας Β’ του Τμήματος IV. Εάν ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση καταχώρισης ή η καταχώρισή του έχει ανακληθεί σύμφωνα με την παρ. 6 της Ενότητας Δ’, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 25α της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα για να επιβάλλουν την τήρηση της συμμόρφωσης εντός της δικαιοδοσίας τους.
  2. Εάν ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση υποβολής στοιχείων σύμφωνα με την Ενότητα Β’ του Τμήματος II, μετά από δύο (2) υπενθυμίσεις από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, όταν η Ελλάδα αποτελεί το κράτος μέλος μοναδικής καταχώρισης, ανακαλείται η καταχώρισή του που είχε γίνει σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 9ΑΔ, με την επιφύλαξη των παρ. 10 και 11 του άρθρου 59 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, A’ 58). Η καταχώριση ανακαλείται το αργότερο μετά την παρέλευση ενενήντα (90) ημερών, αλλά όχι πριν από την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από τη δεύτερη υπενθύμιση.».

 

Άρθρο 23

Προσθήκη Παραρτήματος VΙI στον ν. 4170/2013

(Παράρτημα VII της Οδηγίας (ΕΕ) 2011/16, όπως προστέθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 1 και το Παράρτημα της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872)

Στο Κεφάλαιο Η’ του Μέρους Πρώτου του ν. 4170/2013 (Α΄ 163) προστίθεται Παράρτημα VII ως εξής:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΚΑΝΟΝΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΥ ΦΟΡΟΥ

ΤΜΗΜΑ I

ΟΡΙΣΜΟΙ

Για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) «Κράτος μέλος εφαρμογής»: κράτος μέλος που έχει εφαρμόσει είτε ενδεδειγμένο κανόνα σχετικά με τη συμπερίληψη του εισοδήματος (κανόνας IIR) είτε ενδεδειγμένο κανόνα σχετικά με τα κέρδη που υπόκεινται σε μειωμένη φορολόγηση (κανόνας UTPR), όπως ορίζονται, αντίστοιχα, στα σημεία 18) και 43) του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2523 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την εξασφάλιση παγκόσμιου ελάχιστου επιπέδου φορολογίας των ομίλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας στην Ένωση (L 328), ή και τους δύο, για το δεδομένο οικονομικό έτος αναφοράς.

2) «Κράτος μέλος μόνο με ενδεδειγμένο εγχώριο συμπληρωματικό φόρο»: κράτος μέλος που έχει εφαρμόσει μόνο ενδεδειγμένο εγχώριο συμπληρωματικό φόρο, όπως ορίζεται στο σημείο 28) του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2523 για το δεδομένο οικονομικό έτος αναφοράς.

3) «Δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου»: η Δήλωση πληροφοριών που υποβάλλεται από τελική μητρική οντότητα, ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα, ορισθείσα τοπική οντότητα ή συνιστώσα οντότητα, για την οποία παρατίθεται τυποποιημένο υπόδειγμα στο Τμήμα IV.

4) «Γενικό τμήμα»: το τμήμα της Δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου το οποίο περιέχει γενικές πληροφορίες για τον όμιλο ΠΕ στο σύνολό του, περιλαμβανομένων της εταιρικής δομής του και της συνοπτικής παρουσίασης πληροφοριών σχετικά με την εφαρμογή του ν. 5100/2024 (Α΄ 49), και το οποίο συνάδει με το τμήμα 1 του τυποποιημένου υποδείγματος της Δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου.

5) «Τμήμα δικαιοδοσίας»: τα τμήματα της Δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου τα οποία περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ενδεδειγμένου Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος (Κ.Σ.Ε.), του ενδεδειγμένου Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών (Κ.Υ.Κ.) και του ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου σε σχέση με κάθε δικαιοδοσία στην οποία ασκεί δραστηριότητες ο όμιλος ΠΕ, και τα οποία συνάδουν με τα τμήματα 2 και 3 του τυποποιημένου υποδείγματος της Δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου.

6) «Οικονομικό έτος αναφοράς»: το οικονομικό έτος στο οποίο αφορά η Δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου.

ΤΜΗΜΑ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ

Η συνιστώσα οντότητα που υποβάλλει τη Δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου προσδιορίζει τα σχετικά τμήματα, και τα σχετικά κράτη μέλη στα οποία διανέμονται οι πληροφορίες, σύμφωνα με την προσέγγιση διάδοσης που ορίζεται στο άρθρο 9ΑΕ.

ΤΜΗΜΑ III

ΜΟΡΦΟΤΥΠΟΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΕΓΧΩΡΙΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΜΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΑΞΕΙΣ

Όταν μητρική οντότητα εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας κατέχει άμεση ή έμμεση ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε επιχειρηματική σύμπραξη ή συνδεδεμένη εταιρεία επιχειρηματικής σύμπραξης που υπόκειται σε ενδεδειγμένο εγχώριο συμπληρωματικό φόρο σε κράτος μέλος διαφορετικό από την Ελλάδα, ο εν λόγω εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας χρησιμοποιεί το τυποποιημένο υπόδειγμα για την υποβολή της Δήλωσης πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου που παρατίθεται στο Τμήμα IV.

Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το πρώτο εδάφιο, η Ελλάδα λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 9ΑΕ και του άρθρου 10Α.

ΤΜΗΜΑ IV

ΣΗΜΕΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

  1. Πληροφορίες για τον όμιλο ΠΕ

1.1. Προσδιορισμός της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας

1. Η τελική μητρική οντότητα είναι η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα2. Επωνυμία της υποβάλλουσας συνιστώσας οντότητας3. Αριθμός φορολογικού μητρώου4. Ρόλος5. Δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα6. Αποδέκτριες δικαιοδοσίες για την ανταλλαγή πληροφοριών (κατά περίπτωση)
Ναι/Όχι     

 

1.2. Γενικές πληροφορίες για τον όμιλο ΠΕ

1.2.1. Όμιλος ΠΕ και οικονομικό έτος αναφοράς

1.Επωνυμία του ομίλου ΠΕ:
2.Ημερομηνία έναρξης του οικονομικού έτους αναφοράς
3.Ημερομηνία λήξης του οικονομικού έτους αναφοράς
4.Διορθωτική Δήλωση
   Ναι/Όχι

1.2.2. Γενικές λογιστικές πληροφορίες της ΠΕ

1.Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας (τύπος)
2.Χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο που χρησιμοποιείται για τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας
3.Νόμισμα παρουσίασης που χρησιμοποιείται για τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας (κωδικός ISO)
   

 

 

1.3. Εταιρική δομή

1.3.1. Τελική μητρική οντότητα

1. Δικαιοδοσία της τελικής μητρικής οντότητας
2. Εφαρμοστέοι κανόνες∙
3. Επωνυμία της τελικής μητρικής οντότητας
4. ΑΦΜ της τελικής μητρικής οντότητας
5. ΑΦΜ της τελικής μητρικής οντότητας στη δικαιοδοσία υποβολής (εάν είναι διαφορετικός και εάν υπάρχει)
6. Καθεστώς για τους σκοπούς των κανόνων
7. Εάν η τελική μητρική οντότητα είναι εξαιρούμενη οντότητα — Τύπος
8. Η δικαιοδοσία εντός της οποίας μια μητρική οντότητα με διπλή κατοικία τεκμαίρεται ότι υπόκειται σε Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. (εάν βάσει των κανόνων η εν λόγω μητρική οντότητα τεκμαίρεται ότι είναι εγκατεστημένη σε άλλη δικαιοδοσία όπου δεν υπόκειται σε Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε.) (εάν υπάρχει)

 

1.3.2. Οντότητες του ομίλου (πλην της τελικής μητρικής οντότητας) και μέλη ομίλων επιχειρηματικών συμπράξεων

1.3.2.1. Συνιστώσες οντότητες και μέλη ομίλων επιχειρηματικών συμπράξεων

Μεταβολές
1.Υπάρχουν μεταβολές σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος αναφοράς;
Ναι/Όχι 
Δικαιοδοσία
2.Δικαιοδοσία
  
3.Εφαρμοστέοι κανόνες∙
  
Προσδιορισμός της συνιστώσας οντότητας, της επιχειρηματικής σύμπραξης ή της συνδεδεμένης εταιρείας επιχειρηματικής σύμπραξης
4.Επωνυμία της συνιστώσας οντότητας, της επιχειρηματικής σύμπραξης ή της συνδεδεμένης εταιρείας επιχειρηματικής σύμπραξης
  
5.ΑΦΜ
  
6.ΑΦΜ για τη δικαιοδοσία υποβολής (εάν υπάρχει)
  
7.Είδος οντότητας για τους σκοπούς των κανόνων
  
Ιδιοκτησιακή δομή της συνιστώσας οντότητας, της επιχειρηματικής σύμπραξης ή της συνδεδεμένης εταιρείας επιχειρηματικής σύμπραξηςΓια κάθε οντότητα που κατέχει ιδιοκτησιακές συμμετοχές στη συνιστώσα οντότητα, την επιχειρηματική σύμπραξη ή τη συνδεδεμένη εταιρεία επιχειρηματικής σύμπραξης:

8.Τύπος

 

9. ΑΦΜ (για συνιστώσες οντότητες ή μέλη ομίλων επιχειρηματικών συμπράξεων)

 

10. Ιδιοκτησιακή συμμετοχή (ποσοστό)
  
Εάν η συνιστώσα οντότητα είναι μια μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα, ή μια ενδιάμεση μητρική οντότητα, υποχρεούται η οντότητα να εφαρμόσει Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε.;
11.Καθεστώς μητρικής οντότητας
  
12.Εάν η ενδιάμεση μητρική οντότητα δεν εφαρμόζει Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε., επειδή η τελική μητρική οντότητα υπόκειται σε Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. ή επειδή υπάρχει άλλη ενδιάμεση μητρική οντότητα που κατέχει ελέγχουσα συμμετοχή σε αυτήν και υπόκειται σε Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε., προσδιορίστε την εν λόγω τελική μητρική οντότητα ή την άλλη ενδιάμεση μητρική οντότητα (ΑΦΜ)
  
13.Εάν η μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα δεν εφαρμόζει Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε., επειδή άλλη μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα και υπόκειται σε Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. κατέχει το 100 % των ιδιοκτησιακών συμμετοχών της, προσδιορίστε την εν λόγω άλλη μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα και υποχρεούται να εφαρμόσει Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. (ΑΦΜ)
  
Εφαρμόζεται ο Ενδεδειγμένος Κανόνας Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. όσον αφορά την οντότητα;
14.Εφαρμόζεται η αρχική φάση της διεθνούς δραστηριότητας;
Ναι/Όχι 
15.Συνολικές ιδιοκτησιακές συμμετοχές (αντίστοιχα το αναλογούν μερίδιο των συμπληρωματικών φόρων) των μητρικών οντοτήτων που υποχρεούνται να εφαρμόζουν Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. όσον αφορά τη συνιστώσα οντότητα (το μέλος του ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων, αντίστοιχα) (σε ποσοστό)
  
16.Είναι οι ιδιοκτησιακές συμμετοχές της τελικής μητρικής οντότητας στη συνιστώσα οντότητα (αντίστοιχα το αναλογούν μερίδιο συμπληρωματικού φόρου της τελικής μητρικής οντότητας για το μέλος του ομίλου επιχειρηματικής σύμπραξης) μεγαλύτερες από τις συνολικές ιδιοκτησιακές συμμετοχές (αντίστοιχα το αναλογούν μερίδιο) των μητρικών οντοτήτων που υποχρεούνται να εφαρμόζουν Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. στην εν λόγω συνιστώσα οντότητα (το μέλος του ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων, αντίστοιχα);
Ναι/Όχι 

 

1.3.2.2. Εξαιρούμενες οντότητες

1. Υπάρχουν μεταβολές σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος αναφοράς;Ναι/Όχι
2. Επωνυμία της εξαιρούμενης οντότητας 
3. Τύπος της εξαιρούμενης οντότητας 

 

 

1.3.3. Μεταβολές στην εταιρική δομή που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους αναφοράς

α. Δεν αναφέρθηκαν μεταβολές στην εταιρική δομή που σημειώθηκαν κατά το οικονομικό έτος αναφοράς, διότι δεν επηρέασαν ούτε τον υπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή ούτε τον υπολογισμό ή την κατανομή του συμπληρωματικού φόρου;Ναι/Όχι
1.Επωνυμία της συνιστώσας οντότητας (ή άλλης οντότητας του ομίλου ΠΕ) ή του μέλους του ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων
2.ΑΦΜ
3.Ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταβολής
4.Κατάσταση πριν από τη μεταβολή
5.Κατάσταση μετά τη μεταβολή
6.Οντότητες που κατέχουν ιδιοκτησιακές συμμετοχές στην εν λόγω συνιστώσα οντότητα (ή σε άλλη οντότητα) ή σε μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων πριν ή μετά τη μεταβολή
7.Ιδιοκτησιακές συμμετοχές που κατέχονται στην εν λόγω συνιστώσα οντότητα (ή σε άλλη οντότητα) ή σε μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων πριν από τη μεταβολή (ποσοστό)
8.Ιδιοκτησιακές συμμετοχές που κατέχονται στην εν λόγω συνιστώσα οντότητα (ή άλλη οντότητα) ή σε μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων μετά τη μεταβολή (ποσοστό)
        

 

 

 

1.4. Συνοπτική παρουσίαση πληροφοριών

 

1. .Ονομασία της δικαιοδοσίας
2.Τύπος υπο-ομίλου (εάν υπάρχει)
3.Φορολογικό Αναγνωριστικό υπο-ομίλου (εάν υπάρχει)
4.Ονομασία/-ες δικαιοδοσίας/-ιών με δικαιώματα φορολόγησης
5.Εφαρμόζεται ασφαλής λιμένας ή εξαίρεση;
6.Εύρος τιμών πραγματικού φορολογικού συντελεστή
7.Η εφαρμογή της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας έχει ως αποτέλεσμα τη μη επιβολή συμπληρωματικού φόρου;
8.Πληρωτέος συμπληρωματικός φόρος (Ενδεδειγμένος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος) — εύρος τιμών
9.Πληρωτέος συμπληρωματικός φόρος (Ενδεδειγμένος Κανόνας Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. / Ενδεδειγμένος Κανόνας Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. — εύρος τιμών)
    [Να προστεθεί η σχετική επιλογή][Να προστεθεί η σχετική επιλογή]Ναι/Όχι[Να προστεθεί η σχετική επιλογή][Να προστεθεί η σχετική επιλογή]

 

  1. Ασφαλείς λιμένες και εξαιρέσεις βάσει δικαιοδοσίας

2.1. Χαρακτηριστικά της δικαιοδοσίας

1.Ονομασία της δικαιοδοσίας
 
2.Τύπος υπο-ομίλου (εάν υπάρχει)
 
3.Φορολογικό Αναγνωριστικό υπο-ομίλου (εάν υπάρχει)
 
4.Δικαιοδοσία με δικαιώματα φορολόγησης
 
5.Ύπαρξη δηλωτέων διαφορών (Ναι/Όχι)
 

 

 

2.2. Εξαιρέσεις που ισχύουν για την εν λόγω δικαιοδοσία (συμπληρωματικός φόρος που μηδενίζεται)

2.2.1. Επιλογή δικαιοδοσίας ασφαλούς λιμένα

2.2.1.1. Επιλογή ασφαλούς λιμένα

1.Επιλογή ασφαλούς λιμένα
[Να προστεθεί η σχετική προτίμηση]

 

2.2.1.2. Μόνιμοι ασφαλείς λιμένες

Απλοποιημένος υπολογισμός για μη ουσιώδεις συνιστώσες οντότητες

 

 
1.Συνολικά έσοδα όλων των μη ουσιωδών συνιστωσών οντοτήτων στη δικαιοδοσία
2.Συγκεντρωτικός απλοποιημένος φόρος όλων των μη ουσιωδών συνιστωσών οντοτήτων στη δικαιοδοσία
α.Οικονομικό έτος αναφοράς
  
β. 1ο προηγούμενο οικονομικό έτος (κατά περίπτωση)
 Δεν εφαρμόζεται
γ. 2ο προηγούμενο οικονομικό έτος (κατά περίπτωση)
 Δεν εφαρμόζεται
δ. Μέσος όρος των τριών οικονομικών ετών (κατά περίπτωση)
 Δεν εφαρμόζεται

 

2.2.1.3. Προσωρινοί ασφαλείς λιμένες

α) Προσωρινός ασφαλής λιμένας για την υποβολή έκθεσης ανά χώρα (CbCR)

1.Σύνολο εσόδων
 
2.Κέρδη (ζημίες) προ φόρου εισοδήματος
 
3.Απλοποιημένοι καλυπτόμενοι φόροι
 

β) Προσωρινός ασφαλής λιμένας ως προς τον κανόνα σχετικά με τα κέρδη που υπόκεινται σε μειωμένη φορολόγηση (Ενδεδειγμένος Κανόνας Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ.)

1. Συντελεστής φορολογίας εισοδήματος εταιρειών
 

 

2.2.2. Επιλογή για εξαίρεση de minimis

Επιλογή εφαρμογής της εξαίρεσης de minimis για το οικονομικό έτος αναφοράς

 

Απλοποιημένοι υπολογισμοί για μη ουσιώδεις συνιστώσες οντότητες — συνιστώσες οντότητες που δεν είναι μη ουσιώδεις συνιστώσες οντότητες

 

 
1.Έσοδα (χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί)
2.Αποδεκτά έσοδα
3.Καθαρό χρηματοοικονομικό λογιστικό εισόδημα ή ζημία
4.Αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
α.Οικονομικό έτος αναφοράς
    
β. 1ο προηγούμενο οικονομικό έτος (κατά περίπτωση)
    
γ. 2ο προηγούμενο οικονομικό έτος (κατά περίπτωση)
    
δ. Μέσος όρος των τριών οικονομικών ετών
    

 

2.3. Όμιλος ΠΕ σε αρχική φάση διεθνούς δραστηριότητας (κατά περίπτωση)

1. Πρώτη ημέρα του πρώτου οικονομικού έτους κατά το οποίο ο όμιλος ΠΕ εμπίπτει αρχικά στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων
 
2.Δικαιοδοσία αναφοράς
 
3. Καθαρή λογιστική αξία των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων στη δικαιοδοσία αναφοράς για το οικονομικό έτος κατά το οποίο ο όμιλος ΠΕ εμπίπτει αρχικά στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων
 
4. Αριθμός δικαιοδοσιών στις οποίες ο όμιλος ΠΕ έχει συνιστώσες οντότητες για το οικονομικό έτος κατά το οποίο ο όμιλος ΠΕ εμπίπτει αρχικά στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων
 
5. Ενσώματα περιουσιακά στοιχεία συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες εκτός της δικαιοδοσίας αναφοράς για το οικονομικό έτος κατά το οποίο ο όμιλος ΠΕ εμπίπτει αρχικά στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων
α.Δικαιοδοσία
β.Καθαρές λογιστικές αξίες των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες σε κάθε δικαιοδοσία
6. Αριθμός δικαιοδοσιών στις οποίες ο όμιλος ΠΕ έχει συνιστώσες οντότητες κατά το οικονομικό έτος αναφοράς
 
7. Άθροισμα των καθαρών λογιστικών αξιών των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων όλων των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες σε δικαιοδοσίες άλλες από τη δικαιοδοσία αναφοράς κατά το οικονομικό έτος αναφοράς
 

 

  1. Υπολογισμοί

3.1. Χαρακτηριστικά της δικαιοδοσίας

1.Ονομασία της δικαιοδοσίας
 
2.Τύπος υπο-ομίλου (εάν υπάρχει)
 
3.Φορολογικό Αναγνωριστικό υπο-ομίλου (εάν υπάρχει) για τον υπολογισμό του πραγματικού φορολογικού συντελεστή και του συμπληρωματικού φόρου
 
4.Δικαιοδοσία με δικαιώματα φορολόγησης
 
5.Πραγματικός φορολογικός συντελεστής
 
6.Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
 
7.Καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
 
8.Εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας
 
9.Πρόσθετος τρέχων συμπληρωματικός φόρος
 
10.Ποσό συμπληρωματικού φόρου βάσει της εγχώριας νομοθεσίας
 
11.Επιλογές
 
12. Συνολικά τρέχοντα έξοδα φόρου για καλυπτόμενους φόρους μετά τις κατανομές των καλυπτόμενων φόρων που οφείλουν ορισμένοι τύποι συνιστωσών οντοτήτων
 
13.Ενδεδειγμένες επιστρεπτέες πιστώσεις φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου (έξοδο φόρου)
 
14.Άλλες πιστώσεις φόρου (έξοδο φόρου)
 
15.Ποσό εξόδου αναβαλλόμενου φόρου
 
16. Ενδεδειγμένες επιστρεπτέες πιστώσεις φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου (εισόδημα)
 
17.Πλεονάζον αρνητικό έξοδο φόρου μεταφερόμενο σε επόμενα έτη
 
18.Μεταβατικοί κανόνες
 

 

3.2. Υπολογισμός πραγματικού φορολογικού συντελεστή

3.2.1. Πραγματικός φορολογικός συντελεστής

α. Καθαρό χρηματοοικονομικό λογιστικό εισόδημα ή ζημία
β. Καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
γ. Έξοδο φόρου εισοδήματος
δ. Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
ε. Πραγματικός φορολογικός συντελεστής
 [Α] [Β][Γ] = [Β] / [Α]

3.2.1.1. Υπολογισμός του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας

 

1.Συνολικό ποσό καθαρού χρηματοοικονομικού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας μετά τις κατανομές (όλες οι συνιστώσες οντότητες στη δικαιοδοσία)
 
2.Αναπροσαρμογές
Καθαρό ποσό
α)Καθαρό έξοδο φόρων
 
β)Εξαιρούμενα μερίσματα
 
γ)Εξαιρούμενο κέρδος ή ζημία ιδίων κεφαλαίων
 
δ)Συμπεριλαμβανόμενο κέρδος ή ζημία βάσει της μεθόδου αναπροσαρμογής
 
ε)Κέρδος ή ζημία από τη διάθεση εξαιρούμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων λόγω αναδιάρθρωσης
 
στ)Ασύμμετρα συναλλαγματικά κέρδη ή ζημίες
 
ζ)Μη επιτρεπόμενα έξοδα για παράνομες πληρωμές, πρόστιμα και ποινές
 
η)Σφάλματα προηγούμενων περιόδων
 
θ)Μεταβολές αρχών λογιστικής
 
ι)Δεδουλευμένες συνταξιοδοτικές δαπάνες
 
ια)Αποδέσμευση χρεών
 
ιβ)Αποζημίωση βάσει μετοχών
 
ιγ)Αναπροσαρμογές βάσει της αρχής των ίσων αποστάσεων
 
ιδ)Ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου ή εμπορεύσιμη μεταβιβάσιμη πίστωση φόρου
 
ιε)Επιλογή για κέρδη και ζημίες με χρήση της αρχής της πραγματοποίησης
 
ιστ)Επιλογή για αναπροσαρμοσμένο κέρδος από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων
 
ιζ)Έξοδα ενδοομιλικής χρηματοδοτικής ρύθμισης
 
ιη)Επιλογή για ενδοομιλικές συναλλαγές στην ίδια δικαιοδοσία
 
ιθ)Φόροι ασφαλιστικών εταιρειών που χρεώνονται στους αντισυμβαλλομένους
 
κ)Αύξηση/μείωση στα ίδια κεφάλαια που αποδίδεται σε καταβληθείσες/πληρωτέες ή εισπραχθείσες/εισπρακτέες διανομές πρόσθετου κεφαλαίου κατηγορίας 1 και κεφαλαίου κατηγορίας 1 υποκείμενου σε περιορισμούς
 
κα)Συνιστώσες οντότητες που προσχωρούν και αποχωρούν από όμιλο ΠΕ
 
κβ)Μείωση του αποδεκτού εισοδήματος της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου
 
κγ)Μείωση του αποδεκτού εισοδήματος της τελικής μητρικής οντότητας που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος
 
κδ)Επιλέξιμο σύστημα φόρου διανομής
 
κε)Διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα
 
κστ)Συναλλαγές μεταξύ συνιστωσών οντοτήτων
 
3.Καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της δικαιοδοσίας
 

 

3.2.1.2. Υπολογισμός των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων

α) Συνολικό ποσό αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων

1. Συνολικά τρέχοντα έξοδα φόρου σε σχέση με καλυπτόμενους φόρους μετά τις κατανομές (όλες οι συνιστώσες οντότητες στη δικαιοδοσίας)
 
2.Αναπροσαρμογές
Καθαρό ποσό
α) Καλυπτόμενοι φόροι που περιλαμβάνονται ως δεδουλευμένα έξοδα στα κέρδη προ φόρων στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς
 
β)Αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αποδεκτής ζημίας που προέκυψε ή χρησιμοποιήθηκε
 
γ) Καλυπτόμενοι φόροι αναφορικά με αβέβαιη φορολογική κατάσταση που καταγράφηκε ως μείωση των καλυπτόμενων φόρων κατά το προηγούμενο έτος
 
δ) Ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου που καταγράφονται ως μείωση στο τρέχον έξοδο φόρου
 
ε)Ενδεδειγμένα φορολογικά πλεονεκτήματα μετακύλισης φόρου από ενδεδειγμένες ιδιοκτησιακές συμμετοχές
 
στ)Τρέχον έξοδο φόρου εισοδήματος που εξαιρείται από το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
 
ζ) Μη ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου, μη εμπορεύσιμη μεταβιβάσιμη πίστωση φόρου ή άλλες πιστώσεις φόρου που δεν καταγράφονται ως μείωση στο τρέχον έξοδο φόρου
 
η) Καλυπτόμενοι φόροι που επιστρέφονται ή πιστώνονται (εκτός από τυχόν ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου) που δεν αντιμετωπίζονται ως αναπροσαρμογή στο τρέχον έξοδο φόρου
 
θ)Τρέχον έξοδο φόρου που σχετίζεται με αβέβαιη φορολογική κατάσταση
 
ι)Τρέχον έξοδο φόρου που δεν αναμένεται να καταβληθεί εντός τριών (3) ετών
 
ια)Αναπροσαρμογές μετά την υποβολή
 
ιβ) Καλυπτόμενοι φόροι που σχετίζονται με καθαρό κέρδος ή καθαρή ζημία από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων
 
ιγ)Μείωση των καλυπτόμενων φόρων της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου
 
ιδ)Καλυπτόμενοι φόροι για το αποδεκτό εισόδημα της τελικής μητρικής οντότητας που μειώνεται βάσει καθεστώτος εκπίπτοντος μερίσματος
 
ιε)Φόρος τεκμαρτής διανομής
 
ιστ)Επιλογή μεθόδου φορολογητέας διανομής
 
ιζ)Συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου
 
ιη) Αύξηση ή μείωση των καλυπτόμενων φόρων που καταγράφεται στα ίδια κεφάλαια ή στα λοιπά συνολικά εισοδήματα (OCI) σε σχέση με ποσά που περιλαμβάνονται στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία και υπόκεινται σε φόρο σύμφωνα με τους τοπικούς φορολογικούς κανόνες
 
ιθ)Πλεονάζον αρνητικό έξοδο φόρου που μεταφέρθηκε σε επόμενη χρήση
 
κ) Μείωση των καλυπτόμενων φόρων (αλλά όχι κάτω του μηδενός) κατά το υπόλοιπο ποσό του πλεονάζοντος αρνητικού εξόδου φόρου που μεταφέρεται σε επόμενη χρήση
 
3.Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
 

 

β) Πλεονάζον αρνητικό έξοδο φόρου που μεταφέρεται σε επόμενο οικονομικό έτος

1.Υπόλοιπο προηγούμενων ετών
[Α]
2. Πλεονάζον αρνητικό έξοδο φόρου που μεταφέρεται σε επόμενο οικονομικό έτος το οποίο δημιουργήθηκε κατά το οικονομικό έτος αναφοράς
[Β]
3. Πλεονάζον αρνητικό έξοδο φόρου που μεταφέρεται σε επόμενο οικονομικό έτος το οποίο χρησιμοποιήθηκε για το οικονομικό έτος αναφοράς
[Γ]
4. Πλεονάζον αρνητικό έξοδο φόρου που μεταφέρεται σε επόμενο οικονομικό έτος το οποίο απομένει για επόμενα έτη
[Δ] = [Α] + [Β] – [Γ]

γ) Υπολογισμός στο πλαίσιο μεταβατικού μεικτού καθεστώτος για τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες (ΕΑΕ) (εάν υπάρχει)

1. Δικαιοδοσίες ΕΑΕ
2. Υπο-όμιλος
3. Συνολικοί φόροι που κατανέμονται στον εν λόγω υπο-όμιλο στο πλαίσιο μεικτού φορολογικού καθεστώτος για τις ΕΑΕ
   
   
Σύνολο 

 

3.2.2. Υπολογισμοί βάσει δικαιοδοσίας σχετικά με την αναβαλλόμενη φορολογία για λογιστικούς σκοπούς

3.2.2.1. Αναπροσαρμογές αναβαλλόμενου φόρου

α) Συνοπτική παρουσίαση

1. Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου για τους σκοπούς των κανόνων πριν από την εφαρμογή άλλου συντελεστή και τις προσαρμογές
α)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς
[Α]
β) Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με απαιτήσεις ή υποχρεώσεις των οποίων η λογιστική αξία βάσει των κανόνων διαφέρει από τη λογιστική αξία του ισολογισμού
[Β]
γ) Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου με βάση την λογιστική αξία των απαιτήσεων ή υποχρεώσεων, όπως προσδιορίζεται βάσει των κανόνων
[Γ]
δ) Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου για τους σκοπούς των κανόνων πριν από την εφαρμογή άλλου συντελεστή και τις προσαρμογές
[Δ] = [Α] – [Β] + [Γ]
2.Συνολικό ποσό των αναπροσαρμογών
[Ε]
3.Εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή στο έξοδο αναβαλλόμενου φόρου
ε)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου για τους σκοπούς των κανόνων πριν από την εφαρμογή άλλου συντελεστή
[ΣΤ] = [Δ] + [Ε]
στ) Διαφορά μεταξύ του εξόδου αναβαλλόμενου φόρου όπως καταγράφηκε με εφαρμογή φορολογικού συντελεστή χαμηλότερου του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή και του ίδιου εξόδου αναβαλλόμενου φόρου με εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή
[Ζ]
ζ) Διαφορά μεταξύ του εξόδου αναβαλλόμενου φόρου όπως καταγράφηκε με εφαρμογή φορολογικού συντελεστή υψηλότερου του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή και του ίδιου εξόδου αναβαλλόμενου φόρου με εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή
[Η]
4.Συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου
[Θ] = [ΣΤ] + [Ζ] – [Η]

 

β) Ανάλυση των αναπροσαρμογών

1.Αναπροσαρμογές σε έξοδο αναβαλλόμενου φόρου
Καθαρό ποσό
α)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με στοιχεία που εξαιρούνται από το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
 
β)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με μη επιτρεπόμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις
 
γ)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με μη διεκδικούμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις
 
δ) Αναπροσαρμογή αποτίμησης ή αναπροσαρμογή λογιστικής αναγνώρισης που σχετίζεται με αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση
 
ε) Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από την επανεπιμέτρηση που σχετίζεται με μεταβολές στον φορολογικό συντελεστή
 
στ)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με τη δημιουργία και τη χρήση πιστώσεων φόρου
 
ζ) Αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που προκύπτει από υποκατάσταση της μεταφοράς της ζημίας ή αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που προκύπτει από τεκμαιρόμενη υποκατάσταση της μεταφοράς της ζημίας
 
η) Μη επιτρεπόμενες δεδουλευμένες ή μη διεκδικούμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους
 
θ)Ανάκτηση αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους
 
ι) Αναγνώριση αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ζημίας που δεν περιλαμβάνεται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς
 
ια)Αναπροσαρμογή εξόδου αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από μείωση φορολογικού συντελεστή
 
ιβ)Αναπροσαρμογή εξόδου αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από αύξηση φορολογικού συντελεστή
 
ιγ)Συνιστώσες οντότητες που προσχωρούν και αποχωρούν από όμιλο ΠΕ
 
ιδ)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου
 
ιε)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου της τελικής μητρικής οντότητας που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος
 
ιστ)Αναπροσαρμογή αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από συναλλαγές μεταξύ συνιστωσών οντοτήτων
 
2.Συνολικό ποσό των αναπροσαρμογών
[Ε]

 

γ) Μεταφορές ζημιών σε προηγούμενα έτη

 
1. Τεκμαιρόμενες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που αποδίδονται σε μεταφορές ζημιών σε προηγούμενα έτη
2. Επιστροφή καλυπτόμενου φόρου που σχετίζεται με τη μεταφορά ζημιών σε προηγούμενα έτη
α. Ποσό που αποδίδεται στο προηγούμενο οικονομικό έτος X
  
β. Ποσό που αποδίδεται στο προηγούμενο οικονομικό έτος Y κ.λπ.
  
γ.Σύνολο
  

 

3.2.2.2. Μηχανισμός ανάκτησης

α) Ετήσιο ποσό αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κανόνα ανάκτησης

1.Ποσό αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κανόνα ανάκτησης και δηλώθηκαν κατά το πέμπτο οικονομικό έτος πριν από το οικονομικό έτος αναφοράς
 
2. Ποσό ανακτηθείσας αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που προσδιορίζεται στο οικονομικό έτος αναφοράς σε σχέση με το πέμπτο οικονομικό έτος πριν από το οικονομικό έτος αναφοράς
 
3. Ποσό αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κανόνα ανάκτησης και δηλώθηκαν για το οικονομικό έτος αναφοράς
 

 

β) Λογαριασμοί ανάκτησης συνολικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων

 
1.Οικονομικό έτος αναφοράς
2.Προηγούμενο οικονομικό έτος
α. Ποσό αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων πριν από το μεταβατικό έτος
  
β.Ποσό ανεξόφλητου υπολοίπου
  
γ.Ποσό αδικαιολόγητου υπολοίπου
  

3.2.2.3. Μεταβατικοί κανόνες

1.Μεταβατικό έτος
 

α) Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις κατά την έναρξη του μεταβατικού έτους

Αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις
1.Αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις κατά την έναρξη του μεταβατικού έτους
2. Αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις με εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή (κατά περίπτωση)
  
Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις
3.Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις κατά την έναρξη του μεταβατικού έτους
4.Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις με εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή (κατά περίπτωση)
5.Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από εξαιρούμενα στοιχεία
6.Αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς των κανόνων
[Α][Β][Γ][Δ] = [[Α] ή [Β], κατά περίπτωση] – [Γ]

 

β) Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων μετά την 30ή Νοεμβρίου 2021 και πριν από την έναρξη του μεταβατικού έτους

1. Δικαιοδοσία των μεταβιβαζουσών οντοτήτων
2. Φόρος που καταβλήθηκε για την/τις συναλλαγή/-ές
3. Καθαρή αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση ή υποχρέωση που απεικονίζεται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της μεταβιβάζουσας οντότητας ή των μεταβιβαζουσών οντοτήτων
4. Λογιστική αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων για τους σκοπούς των κανόνων
5. Η καθαρή αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση ή υποχρέωση προσδιορίζεται σε σχέση με τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία για τους σκοπούς των κανόνων για την αποκτώσα συνιστώσα οντότητα ή τις αποκτώσες συνιστώσες οντότητες
     

 

3.2.3. Επιλογές βάσει δικαιοδοσίας (κατά περίπτωση)

3.2.3.1. Επιλογές βάσει δικαιοδοσίας

α) Επιλογές

1.Ετήσιες επιλογές
 
α.Επιλογή συνολικού κέρδους από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων
β.Επιλογή της επουσιώδους μείωσης των καλυπτόμενων φόρων
γ.Επιλογή μη εφαρμογής της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας
δ.Αρνητικό έξοδο φόρου μεταφερόμενο σε επόμενη χρήση
2.Πενταετείς επιλογές
3.Έτος επιλογής
4.Έτος ανάκλησης
ε.Επιλογή συμπερίληψης επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου
  
στ.Επιλογή αποζημίωσης βάσει μετοχών
  
ζ.Επιλογή βάσει της αρχής της πραγματοποίησης
  
η.Επιλογή ενδοομιλικών συναλλαγών
  
θ.Επιλογή μη κατανομής του διασυνοριακού αναβαλλόμενου φόρου
  
5.Άλλες επιλογές
6.Έτος επιλογής
7.Έτος ανάκλησης
ι.Επιλογή αποδεκτής ζημίας
  

 

β) Απαιτήσεις πληροφόρησης σχετικά με τις επιλογές βάσει δικαιοδοσίας

1. Συμπερίληψη του κέρδους ή της ζημίας ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με την επιλογή συμπερίληψης επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου
 
2.
 Υπόλοιπο της επένδυσης του ιδιοκτήτη σε ενδεδειγμένη ιδιοκτησιακή συμμετοχή από προηγούμενα έτη
[Α]
3.Προσθήκες στην επένδυση του ιδιοκτήτη σε ενδεδειγμένη ιδιοκτησιακή συμμετοχή
[Β]
4.Μειώσεις στην επένδυση του ιδιοκτήτη σε ενδεδειγμένη ιδιοκτησιακή συμμετοχή
[Γ]
5.Ανεξόφλητο υπόλοιπο της επένδυσης του ιδιοκτήτη σε ενδεδειγμένη ιδιοκτησιακή συμμετοχή
[Δ] = [Α] + [Β] – [Γ]

 

3.2.3.2. Επιλογή φόρου τεκμαρτής διανομής

1.Επιλογή φόρου τεκμαρτής διανομής

 

α) Μηχανισμός ανάκτησης

1.Οικονομικό έτος
2.Ποσό φόρου τεκμαρτής διανομής
3.Φόρος τεκμαρτής διανομής που καταβλήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε
4. Ανεξόφλητο υπόλοιπο λογαριασμού ανάκτησης φόρου τεκμαρτής διανομής
3ο προηγούμενο οικονομικό έτος2ο προηγούμενο οικονομικό έτος1ο προηγούμενο οικονομικό έτοςΟικονομικό έτος αναφοράς
4ο προηγούμενο οικονομικό έτος      
3ο προηγούμενο οικονομικό έτος Δεν εφαρμόζεται    
2ο προηγούμενο οικονομικό έτος Δεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεται   
1ο προηγούμενο οικονομικό έτος Δεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεται  
Οικονομικό έτος υποβολής εκθέσεων Δεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεταιΔεν εφαρμόζεται

 

β) Εκ νέου υπολογισμός του πραγματικού φορολογικού συντελεστή και του συμπληρωματικού φόρου

1. Μείωση των αναπροσαρμοσμένων καλυπτόμενων φόρων για προηγούμενο οικονομικό έτος
2. Επιπλέον συμπληρωματικός φόρος
3. Σχέση ανάκτησης κατά τη διάθεση
[Α][Β][Γ]

 

3.2.4. Υπολογισμοί συνιστώσας οντότητας

α) Επιλογή για το μεταβατικό απλοποιημένο πλαίσιο υποβολής στοιχείων βάσει δικαιοδοσίας

1.Επιλέγει ο όμιλος ΠΕ να εφαρμόσει το μεταβατικό απλοποιημένο πλαίσιο υποβολής στοιχείων βάσει δικαιοδοσίας;
Ναι/Όχι

 

β) Συγκεντρωτική υποβολή στοιχείων για ενοποιημένους για φορολογικούς σκοπούς ομίλους

1.Όμιλος που ενοποιεί για φορολογικούς σκοπούς (ΑΦΜ)
2.Ενοποιημένες οντότητες (ΑΦΜ)
  

 

3.2.4.1. Αποδεκτό εισόδημα ή ζημία

α) Αναπροσαρμογές στο καθαρό χρηματοοικονομικό λογιστικό εισόδημα ή ζημία

1.Συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων (ΑΦΜ)
 
2.Ποσό καθαρού χρηματοοικονομικού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας μετά τις κατανομές
 
3.Αναπροσαρμογές
ΠροσθήκεςΜειώσεις
α)Καθαρό έξοδο φόρων
  
β)Εξαιρούμενα μερίσματα
  
γ)Εξαιρούμενο κέρδος ή ζημία ιδίων κεφαλαίων
  
δ)Συμπεριλαμβανόμενο κέρδος ή ζημία βάσει της μεθόδου αναπροσαρμογής
  
ε)Κέρδος ή ζημία από τη διάθεση εξαιρούμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων λόγω αναδιάρθρωσης
  
στ)Ασύμμετρα συναλλαγματικά κέρδη ή ζημίες
  
ζ)Μη επιτρεπόμενα έξοδα για παράνομες πληρωμές, πρόστιμα και ποινές
  
η)Σφάλματα προηγούμενων περιόδων
  
θ)Μεταβολές αρχών λογιστικής
  
ι)Δεδουλευμένες συνταξιοδοτικές δαπάνες
  
ια)Αποδέσμευση χρεών
  
ιβ)Αποζημίωση βάσει μετοχών
  
ιγ)Αναπροσαρμογές βάσει της αρχής των ίσων αποστάσεων
  
ιδ) Ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου
  
ιε)Επιλογή για κέρδη και ζημίες με χρήση της αρχής της πραγματοποίησης
  
ιστ)Επιλογή για αναπροσαρμοσμένο κέρδος από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων
  
ιζ)Έξοδα ενδοομιλικής χρηματοδοτικής ρύθμισης
  
ιη)Επιλογή για ενδοομιλικές συναλλαγές στην ίδια δικαιοδοσία
  
ιθ)Φόροι ασφαλιστικών εταιρειών που χρεώνονται στους αντισυμβαλλομένους
  
κ)Αύξηση/μείωση στα ίδια κεφάλαια που αποδίδεται σε καταβληθείσες/πληρωτέες ή εισπραχθείσες/εισπρακτέες διανομές πρόσθετου κεφαλαίου κατηγορίας 1 και κεφαλαίου κατηγορίας 1 υποκείμενου σε περιορισμούς
  
κα)Συνιστώσες οντότητες που προσχωρούν και αποχωρούν από όμιλο ΠΕ
  
κβ)Μείωση του αποδεκτού εισοδήματος της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου
  
κγ) Μείωση του αποδεκτού εισοδήματος της τελικής μητρικής οντότητας που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος
  
κδ)Επιλέξιμο σύστημα φόρου διανομής
  
κε)Διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα
  
κστ)Συναλλαγές μεταξύ συνιστωσών οντοτήτων
  
4.Αποδεκτό εισόδημα ή ζημία της συνιστώσας οντότητας ή του μέλους ομίλου επιχειρηματικής σύμπραξης
  

 

β) Διασυνοριακή κατανομή εισοδήματος ή ζημίας μεταξύ κύριας οντότητας και μόνιμης εγκατάστασης και οντότητας μετακύλισης φόρου

1. Συνιστώσα οντότητα ή μέλη ομίλων επιχειρηματικής σύμπραξης εγκατεστημένων στην εν λόγω δικαιοδοσία ή συνιστώσα οντότητα χωρίς εθνικότητα (ΑΦΜ)
2. Καθαρό χρηματοοικονομικό λογιστικό εισόδημα ή ζημία πριν από την αναπροσαρμογή
3. Βάση για την αναπροσαρμογή
4. Άλλη συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικής σύμπραξης (ΑΦΜ)
5. Δικαιοδοσία της άλλης συνιστώσας οντότητας ή μέλους ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων (ISO)
6. Προσθήκες στη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
7. Μειώσεις στη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
8. Καθαρό χρηματοοικονομικό λογιστικό εισόδημα ή ζημία μετά την αναπροσαρμογή
        

 

γ) Διασυνοριακές αναπροσαρμογές

1. Συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων (ΑΦΜ)
2. Βάση για την αναπροσαρμογή
3. Άλλη συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων (ΑΦΜ)
4. Δικαιοδοσία της άλλης συνιστώσας οντότητας (ISO)
5. Προσθήκες στη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
6. Μειώσεις στη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
      

 

δ) Αναπροσαρμογές του αποδεκτού εισοδήματος της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου ή που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος

1. Συνιστώσα οντότητα (ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) που είναι εγκατεστημένη στην εν λόγω δικαιοδοσία (ΑΦΜ)
2. Βάση για τη μείωση
3. Προσδιορισμός των κατόχων ιδιοκτησιακών συμμετοχών ή των δικαιούχων μερισμάτων
4. Άμεσα κατεχόμενη ιδιοκτησιακή συμμετοχή (σε ποσοστό)
5. Μειώσεις για τη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
     

 

3.2.4.2. Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι

α) Αναπροσαρμογές στο τρέχον έξοδο φόρου στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς

1.Συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων (ΑΦΜ)
  
2.Τρέχον έξοδο φόρου σε σχέση με καλυπτόμενους φόρους μετά τις κατανομές
  
3.Αναπροσαρμογές
ΠροσθήκεςΜειώσεις
α) Καλυπτόμενοι φόροι που περιλαμβάνονται ως δεδουλευμένα έξοδα στα κέρδη προ φόρων στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς
  
β) Καλυπτόμενοι φόροι αναφορικά με αβέβαιη φορολογική κατάσταση που καταγράφηκε ως μείωση των καλυπτόμενων φόρων κατά το προηγούμενο έτος
  
γ) Ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου που καταγράφονται ως μείωση στο τρέχον έξοδο φόρου
  
δ) Ενδεδειγμένα φορολογικά πλεονεκτήματα μετακύλισης φόρου από ενδεδειγμένες ιδιοκτησιακές συμμετοχές
  
ε)Τρέχον έξοδο φόρου εισοδήματος που εξαιρείται από το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
  
στ) Μη ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου, μη εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου ή άλλες πιστώσεις φόρου που δεν καταγράφονται ως μείωση στο τρέχον έξοδο φόρου
  
ζ) Καλυπτόμενοι φόροι που επιστρέφονται ή πιστώνονται (εκτός από τυχόν ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου ή εμπορεύσιμες μεταβιβάσιμες πιστώσεις φόρου) που δεν αντιμετωπίζονται ως αναπροσαρμογή στο τρέχον έξοδο φόρου
  
η)Τρέχον έξοδο φόρου που σχετίζεται με αβέβαιη φορολογική κατάσταση
  
θ)Τρέχον έξοδο φόρου που δεν αναμένεται να καταβληθεί εντός τριών ετών
  
ι)Αναπροσαρμογές μετά την υποβολή
  
ια) Καλυπτόμενοι φόροι που σχετίζονται με καθαρό κέρδος ή καθαρή ζημία από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων
  
ιβ) Μείωση των καλυπτόμενων φόρων της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου
  
ιγ) Καλυπτόμενοι φόροι για το αποδεκτό εισόδημα της τελικής μητρικής οντότητας που μειώνεται βάσει καθεστώτος εκπίπτοντος μερίσματος
  
ιδ)Φόρος τεκμαρτής διανομής
  
ιε)Επιλογή μεθόδου φορολογητέας διανομής
  
ιστ)Συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου
  
ιζ) Αύξηση ή μείωση των καλυπτόμενων φόρων που καταγράφεται στα ίδια κεφάλαια ή στα λοιπά συνολικά εισοδήματα (OCI) σε σχέση με ποσά που περιλαμβάνονται στο αποδεκτό εισόδημα ή ζημία και υπόκεινται σε φόρο σύμφωνα με τους τοπικούς φορολογικούς κανόνες
  
4.Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
 

 

β) Διασυνοριακή κατανομή φόρων

1. Συνιστώσα οντότητα εγκατεστημένη σε αυτήν τη δικαιοδοσία ή συνιστώσα οντότητα χωρίς εθνικότητα (ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) (ΑΦΜ)
2. Καλυπτόμενοι φόροι της συνιστώσας οντότητας (ή του μέλους ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) πριν από την αναπροσαρμογή
3. Βάση για την αναπροσαρμογή
4. Άλλη συνιστώσα οντότητα (ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) (ΑΦΜ)
5. Δικαιοδοσία άλλης συνιστώσας οντότητας (ή μέλους ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) (ISO)
6. Προσθήκες στη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
7. Μειώσεις στη συγκεκριμένη συνιστώσα οντότητα
8. Καλυπτόμενοι φόροι της συνιστώσας οντότητας (ή του μέλους ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) μετά την αναπροσαρμογή
        

 

 

γ) Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου

1.Συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων (ΑΦΜ)
  
2.Ποσό του εξόδου αναβαλλόμενου φόρου για τους σκοπούς των κανόνων
  
3.Αναπροσαρμογές σε έξοδο αναβαλλόμενου φόρου
ΠροσθήκεςΜειώσεις
α)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με στοιχεία που εξαιρούνται από το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία
  
β)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με μη επιτρεπόμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις
  
γ)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με μη διεκδικούμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις
  
δ) Αναπροσαρμογή αποτίμησης ή αναπροσαρμογή λογιστικής αναγνώρισης που σχετίζεται με αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση
  
ε) Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από την επανεπιμέτρηση που σχετίζεται με μεταβολές στον φορολογικό συντελεστή
  
στ)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου που σχετίζεται με τη δημιουργία και τη χρήση πιστώσεων φόρου
  
ζ) Αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που προκύπτει από υποκατάσταση της μεταφοράς της ζημίας ή αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που προκύπτει από τεκμαιρόμενη υποκατάσταση της μεταφοράς της ζημίας
  
η) Μη επιτρεπόμενες δεδουλευμένες ή μη διεκδικούμενες δεδουλευμένες υποχρεώσεις που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους
  
θ)Ανάκτηση αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης που καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους
  
ι) Αναγνώριση αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ζημίας που δεν περιλαμβάνεται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς
  
ια)Αναπροσαρμογή εξόδου αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από μείωση φορολογικού συντελεστή
  
ιβ)Αναπροσαρμογή εξόδου αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από αύξηση φορολογικού συντελεστή
  
ιγ)Συνιστώσες οντότητες που προσχωρούν και αποχωρούν από όμιλο ΠΕ
  
ιδ)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου της τελικής μητρικής οντότητας που είναι οντότητα μετακύλισης φόρου
  
ιε)Έξοδο αναβαλλόμενου φόρου της τελικής μητρικής οντότητας που υπόκειται σε καθεστώς εκπίπτοντος μερίσματος
  
ιστ)Αναπροσαρμογή αναβαλλόμενου φόρου που προκύπτει από συναλλαγές μεταξύ συνιστωσών οντοτήτων
  
4. Διαφορά μεταξύ του εξόδου αναβαλλόμενου φόρου όπως καταγράφηκε με εφαρμογή φορολογικού συντελεστή χαμηλότερου του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή και του ίδιου εξόδου αναβαλλόμενου φόρου με εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή
  
5. Διαφορά μεταξύ του εξόδου αναβαλλόμενου φόρου όπως καταγράφηκε με εφαρμογή φορολογικού συντελεστή υψηλότερου του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή και του ίδιου εξόδου αναβαλλόμενου φόρου με εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή
  
6.Συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου
  

 

3.2.4.3. Επιλογές συνιστώσας οντότητας (ή επιλογές που ισχύουν για όμιλο επιχειρηματικών συμπράξεων)

1.Συνιστώσες οντότητες (ή μέλη ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) για τις οποίες γίνεται επιλογή (ΑΦΜ)
 
2.Ετήσιες επιλογές
α. Επιλογή εφαρμογής των απλοποιημένων υπολογισμών για μη ουσιώδεις συνιστώσες οντότητες (απλοποιημένοι υπολογισμοί ασφαλούς λιμένα)
 
β.Επιλογή για την αποδέσμευση χρέους
 
γ.Επιλογή μη διεκδικούμενης δεδουλευμένης υποχρέωσης
 
3.Πενταετείς επιλογές
 
4. Έτος επιλογής
5. Έτος ανάκλησης
 
δ.Επιλογή που συνίσταται στη μη αντιμετώπιση οντότητας ως εξαιρούμενης
  
ε.Συμπερίληψη όλων των μερισμάτων όσον αφορά τις συμμετοχές χαρτοφυλακίου
  
στ. Αντιμετώπιση συναλλαγματικών κερδών ή ζημιών που αποδίδονται στην αντιστάθμιση ως εξαιρούμενο κέρδος ή ζημία ιδίων κεφαλαίων
  
ζ.Επιλογή φορολογικής διαφάνειας επενδυτικής οντότητας
  
η.Επιλογή μεθόδου φορολογητέας διανομής
  
θ.Πενταετής επιλογή για μη διεκδικούμενη δεδουλευμένη υποχρέωση
   
6.Άλλες επιλογές
ι.Επιλογή αποδεκτής ζημίας
   
ια. Επιλογή εύλογης αξίας 

 

1. Συνιστώσες οντότητες (ή μέλη ομίλων επιχειρηματικών συμπράξεων) για τις οποίες γίνεται η επιλογή (ΑΦΜ)
2. Οικονομικό έτος του γενεσιουργού γεγονότος
3. Συμπερίληψη στο οικονομικό έτος του γενεσιουργού γεγονότος ή πενταετής συμπερίληψη
   

 

3.2.4.4. Εξαίρεση του διεθνούς ναυτιλιακού εισοδήματος

α) Εξαίρεση του διεθνούς ναυτιλιακού εισοδήματος

1.Συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων που είναι εγκατεστημένη/-ο στην εν λόγω δικαιοδοσία (ΑΦΜ)
 
Διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα
2.Κατηγορία
3.Έσοδα
[Α]
4.Έξοδα
[Β]
5.Διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα
[Γ] = [Α] – [Β]
Εγκεκριμένο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα από δευτερεύουσες δραστηριότητες
6.Κατηγορία
7.Έσοδα
[Δ]
8.Έξοδα
[Ε]
9.Εγκεκριμένο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα από δευτερεύουσες δραστηριότητες
[ΣΤ] = [Δ] – [Ε]
Επίδραση στην εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας
10.Δαπάνες μισθοδοσίας που αποδίδονται στο εξαιρούμενο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα ή στο εγκεκριμένο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα από δευτερεύουσες δραστηριότητες
 
11. Λογιστική αξία ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την άντληση του εξαιρούμενου διεθνούς ναυτιλιακού εισοδήματος ή του εγκεκριμένου διεθνούς ναυτιλιακού εισοδήματος από δευτερεύουσες δραστηριότητες
 
Καλυπτόμενοι φόροι
12. Καλυπτόμενοι φόροι που αναλογούν στο εξαιρούμενο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα ή στο εγκεκριμένο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα από δευτερεύουσες δραστηριότητες
 

 

β) Ανώτατο όριο δικαιοδοσίας για την εξαίρεση του εγκεκριμένου διεθνούς ναυτιλιακού εισοδήματος από δευτερεύουσες δραστηριότητες

1.Συνολικό διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα για όλες τις συνιστώσες οντότητες (ή τα μέλη ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων)
[Α]
2.50 % ανώτατο όριο
50 % × [Α]
3. Συνολικό εγκεκριμένο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα από δευτερεύουσες δραστηριότητες για όλες τις συνιστώσες οντότητες (ή τα μέλη ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων)
[Β]
4.Υπέρβαση του ανώτατου ορίου εάν το Β υπερβαίνει το 50 % του Α
[Β] – 50 % × [Α]

 

3.2.4.5. Πληροφορίες για τους σκοπούς της επιλογής εφαρμογής της μεθόδου φορολογητέας διανομής (κατά περίπτωση)

Επιλογή μεθόδου φορολογητέας διανομής

1. Συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια (ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) για την οποία/το οποίο γίνεται επιλογή (ΑΦΜ)
2.Επενδυτική οντότητα για την οποία γίνεται η επιλογή (ΑΦΜ)
3. Πραγματικές και τεκμαρτές διανομές του αποδεκτού εισοδήματος της επενδυτικής οντότητας που λαμβάνεται από τη συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια
4. Ποσό καλυπτόμενων φόρων που επιβαρύνουν την επενδυτική οντότητα
5. Αναλογικό μερίδιο της συνιστώσας οντότητας-ιδιοκτήτριας στο μη διανεμηθέν καθαρό αποδεκτό εισόδημα της επενδυτικής οντότητας
     

 

3.2.4.6. Άλλο λογιστικό πρότυπο

1. Συνιστώσα οντότητα (ή μέλος ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων) με καθαρό χρηματοοικονομικό λογιστικό εισόδημα ή ζημία με χρήση διαφορετικού λογιστικού προτύπου (ΑΦΜ)
2. Αποδεκτό ή εγκεκριμένο χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο
  

 

3.3. Υπολογισμός συμπληρωματικού φόρου

3.3.1. Συμπληρωματικός φόρος

α. Ποσοστό συμπληρωματικού φόρου
β. Εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας
γ. Πλεονάζοντα κέρδη
δ. Πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος
ε. Πληρωτέος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος
στ. Συμπληρωματικός φόρος
[Α] = 15 % – πραγματικός φορολογικός συντελεστής[Β][Γ] = Καθαρό αποδεκτό εισόδημα ή ζημία – [Β][Δ][Ε]= [Α] × [Γ] + [Δ] – [Ε]

 

3.3.2. Υπολογισμός της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας (κατά περίπτωση)

3.3.2.1. Συνολικό ποσό της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας

Απαλλασσόμενο σκέλος της μισθοδοσίαςΑπαλλασσόμενο σκέλος των ενσώματων περιουσιακών στοιχείωνΣύνολο
1. Οικείες επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας επιλέξιμων εργαζομένων που ασκούν δραστηριότητες στη δικαιοδοσία
2. Εφαρμογή του σχετικού ποσοστού προσαύξησης για το οικονομικό έτος αναφοράς
3. Λογιστική αξία των οικείων επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στη δικαιοδοσία
4. Εφαρμογή του σχετικού ποσοστού προσαύξησης για το οικονομικό έτος αναφοράς
5. Εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας
[Α][Β][Γ][Δ][Ε] = [Α] × [Β] + [Γ] × [Δ]

 

3.3.2.2. Κατανομή επιλέξιμων δαπανών μισθοδοσίας και λογιστική αξία επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων σε μόνιμες εγκαταστάσεις για τους σκοπούς της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας

1. Οικείες επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας
2. Λογιστική αξία ισολογισμού των οικείων επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων
3. Δικαιοδοσία των μόνιμων εγκαταστάσεων
4. Οικείες επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας που κατανέμονται σε μόνιμες εγκαταστάσεις
5. Λογιστική αξία των οικείων επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που κατανέμονται σε μόνιμες εγκαταστάσεις
     

 

3.3.2.3. Κατανομή των επιλέξιμων δαπανών μισθοδοσίας και λογιστική αξία των επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων μιας οντότητας μετακύλισης φόρου για τους σκοπούς της εξαίρεσης εισοδήματος επί της ουσίας

1. Οικείες επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας
2. Λογιστική αξία ισολογισμού των οικείων επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων
3. Δικαιοδοσία συνιστώσας οντότητας- ιδιοκτήτριας (ή μελών ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων)
4. Οικείες επιλέξιμες δαπάνες μισθοδοσίας που κατανέμονται στη συνιστώσα οντότητα – ιδιοκτήτρια (ή που εξαιρούνται)
5. Λογιστική αξία των οικείων επιλέξιμων ενσώματων περιουσιακών στοιχείων που κατανέμονται στη συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια (ή που εξαιρούνται)
     

 

 

3.3.3. Πρόσθετος τρέχων συμπληρωματικός φόρος

3.3.3.1. Πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος εκτός από την περίπτωση καθαρής αποδεκτής ζημίας κατά το οικονομικό έτος αναφοράς

1.Σχετικά άρθρα
2. Σχετικό έτος
3.Όπως δηλώθηκε σε προηγούμενο οικονομικό έτος ή υπολογίστηκε εκ νέου
4.Καθαρό αποδεκτό εισόδημα / ζημία
5.Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
6.Πραγματικός φορολογικός συντελεστής
7.Πλεονάζον κέρδος
8.Ποσοστό συμπληρωματικού φόρου
9.Συμπληρωματικός φόρος
10.Πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος
 Προηγούμενο οικονομικό έτος X
α.Δηλώθηκε σε προηγούμενο οικονομικό έτος
       
β.Υπολογίστηκε εκ νέου
      

 

3.3.3.2. Πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος σε περίπτωση καθαρής αποδεκτής ζημίας για το οικονομικό έτος αναφοράς

1.Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι για τη δικαιοδοσία (εάν είναι αρνητικοί)
[Α]
2.Αποδεκτή ζημία για τη δικαιοδοσία
[Β]
3.Αναμενόμενοι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
[Γ] = [Β] × 15 %
4.Πρόσθετος συμπληρωματικός φόρος
[Δ] = [Γ] – [Α]

 

3.3.4. Ενδεδειγμένος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος

1.Χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο
 
2.Καταβλητέο ποσό ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου
 
3. Ελάχιστος φορολογικός συντελεστής ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου (εάν υπερβαίνει το 15 %)
 
4. Βάση για τον συνδυασμό εισοδήματος και φόρων (εάν διαφέρει από τους κανόνες IIR)
 
5. Χρησιμοποιούμενο νόμισμα (εάν διαφέρει από το νόμισμα παρουσίασης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων)
6. Πενταετής επιλογή για τη χρήση του νομίσματος των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ή του τοπικού νομίσματος
ΝόμισμαΈτος επιλογήςΈτος ανάκλησης
7.Υπάρχει διαθέσιμη εξαίρεση εισοδήματος επί της ουσίας;
Ναι/Όχι
8.Υπάρχει διαθέσιμη εξαίρεση de minimis;
Ναι/Όχι

 

3.4. Κατανομή και καταλογισμός συμπληρωματικού φόρου (εάν υπάρχει)

3.4.1. Εφαρμογή του Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε. σε σχέση με την εν λόγω δικαιοδοσία

1. Συμπληρωματικός φόρος που κατανέμεται σε οντότητα του ομίλου
α. Συνιστώσα οντότητα ή μέλος ομίλου επιχειρηματικής σύμπραξης με χαμηλή φορολόγηση (ΑΦΜ)
 
β. Αποδεκτό εισόδημα συνιστώσας οντότητας με χαμηλή φορολόγηση ή του μέλους ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων με χαμηλή φορολόγηση
[Α]
γ.Συμπληρωματικός φόρος της συνιστώσας οντότητας με χαμηλή φορολόγηση ή του μέλους του ομίλου επιχειρηματικών συμπράξεων με χαμηλή φορολόγηση
[Γ] = [T] × [Α] / [Α + Β + κ.λπ.]
2. Μητρικές οντότητες που υποχρεούνται να εφαρμόζουν Ενδεδειγμένο Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε.
α.Μητρική οντότητα (ΑΦΜ)
[Μητρική οντότητα 1] 
β.Δικαιοδοσία μητρικής οντότητας
Δικαιοδοσία Β 
γ.Το ποσό του αποδεκτού εισοδήματος που αναλογεί σε ιδιοκτησιακή συμμετοχή που κατέχουν άλλοι ιδιοκτήτες
[Δ] 
δ.Συντελεστής συμπερίληψης της μητρικής οντότητας
[ΣΤ] = ([Α] – [Δ]) / [Α] 
3.Συμπληρωματικός φόρος Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε.
α.Μερίδιο του συμπληρωματικού φόρου που αναλογεί στη μητρική οντότητα
[Ζ] = [Γ] × [ΣΤ] 
β.Αντιστάθμιση του Κανόνα Συμπερίληψης Εισοδήματος – Κ.Σ.Ε.
[Η] 
γ.Συμπληρωματικός φόρος πληρωτέος από τη μητρική οντότητα
[Θ] = [Ζ] – [Η] 

 

3.4.2. Συνολικό ποσό συμπληρωματικού φόρου βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. σε σχέση με την εν λόγω δικαιοδοσία

1. Συνιστώσα οντότητα με χαμηλή φορολόγηση (ή μέλος ομίλου επιχειρηματικής σύμπραξης) για την οποία δεν εφαρμόζεται η μείωση του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. στο μηδέν (ΑΦΜ)
 
2. Συμπληρωματικός φόρος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του συνολικού συμπληρωματικού φόρου βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. για κάθε συνιστώσα οντότητα με χαμηλή φορολόγηση
 
3. Συνολικό ποσό συμπληρωματικού φόρου βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. σε σχέση με την εν λόγω δικαιοδοσία
 

 

3.4.3. Καταλογισμός του συμπληρωματικού φόρου βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ.

1.Δικαιοδοσίες με Κανόνα Υπερφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ.
2.Μεταφορά συμπληρωματικού φόρου βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ.
3.Αριθμός εργαζομένων
4.Καθαρή λογιστική

αξία ενσώματων περιουσιακών στοιχείων

5.Ποσοστό βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ.
6.Ποσό καταλογιζόμενου συμπληρωματικού φόρου βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. για το οικονομικό έτος αναφοράς
7..Πρόσθετο έξοδο φόρου σε μετρητά που βαρύνει συνιστώσες οντότητες σε δικαιοδοσία με Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών -Κ.Υ.Κ.
8.Συμπληρωματικός φόρος βάσει του Κανόνα Υποφορολογημένων Κερδών – Κ.Υ.Κ. που απομένει να μεταφερθεί
        
        
Σύνολο       

 

Σχολιάστε

Πριν υποβάλλετε το σχόλιο σας παρακαλούμε να συμπληρώσετε τα παρακάτω στοιχεία * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Όροι Συμμετοχής

  1. Φροντίστε να διατυπώνετε προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που σχετίζονται άμεσα με το υπό διαβούλευση ζήτημα. Προφανώς κάθε ζήτημα εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο αλλά ο δημόσιος διάλογος διευκολύνεται με στοχευμένες και συγκεκριμένες προτάσεις και παρεμβάσεις.
  2. Φροντίστε να διατυπώνετε τις προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις με τρόπο σύντομο και περιεκτικό.
  3. Προσπαθήστε να τεκμηριώνετε αυτά που γράφετε με αναφορές, παραπομπές σε άλλα κείμενα, υλικό ή συνδέσμους με αντίστοιχο περιεχόμενο, εκτός αν η χρήση τους είναι καταχρηστική και στην περίπτωση αυτή θα αφαιρούνται.
  4. Βεβαιωθείτε ότι το περιεχόμενο που υποβάλετε δεν προσβάλλει δικαιώματα άλλων προσώπων.
  5. Είναι γόνιμο να υπάρχει ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά είναι σημαντικό για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διαλόγου να αποφεύγονται οι προσωπικές αντιπαραθέσεις με άλλους συμμετέχοντες.
  6. Προτάσεις, σχόλια, υπερσύνδεσμοι ή οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο, τα οποία διατυπώνονται σε γλώσσα και με τρόπο υβριστικό, χυδαίο ή περιέχουν ή υποκινούν μισαλλοδοξία και διακρίσεις που βασίζονται σε φύλο, ηλικία, σεξουαλικό προσανατολισμό, φυλετική ή εθνική καταγωγή ή θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν θα δημοσιεύονται στο OpenGov.gr. Επίσης δε θα δημοσιεύονται σχόλια τα οποία παραπέμπουν σε άλλους δικτυακούς τόπους για λόγους διαφήμισης, δημοσιότητας ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό που κρίνεται από το OpenGov.gr ως καταχρηστικός.
  7. Οι προτάσεις, σχόλια ή ερωτήσεις που υποβάλετε υπόκεινται σε έλεγχο ως προς την τήρηση των παρόντων όρων χρήσης και συμμετοχής.
  8. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη χρήση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου για ενημερωτικούς λόγους σχετικούς με τους στόχους του OpenGov.gr.
  9. Με τη συμμετοχή σας αποδέχεστε τη διάθεση των προτάσεων, σχολίων ή ερωτήσεων που υποβάλετε με την άδεια «Creative Commons».