- Εργαζόμενοι στα Νοσοκομεία και στα Κέντρα Υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), καθώς και στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), και συγκεκριμένα σε Κλινικές, Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια των ανωτέρω, με τις ειδικότητες των νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών, οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων διασωστών, οι οποίοι υπάγονται στη συνταξιοδοτική προστασία του δημοσίου και απασχολούνται αποκλειστικά στις ως άνω ειδικότητες, για τις οποίες εργαζόμενοι των αντίστοιχων ειδικοτήτων που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εμπίπτουν στις περ. 31 και 51 της υπό στοιχεία Φ10221/οικ.26816/929/2.12.2011 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β’ 2778), δικαιούνται σύνταξης από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και λοιπών παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α. με τη συμπλήρωση του εξηκοστού δεύτερου (62ου) έτους της ηλικίας τους, εφόσον έχουν τουλάχιστον δεκαπέντε (15) συντάξιμα έτη, εκ των οποίων δώδεκα (12) έτη αποκλειστικά στις ειδικότητες αυτές και τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκαεπτά (17) έτη, πριν από τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας ή την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης. Για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος για επικουρική σύνταξη εφαρμόζεται το άρθρο 96Α του ν. 4387/2016 (Α’ 85).
- Για τα πρόσωπα της παρ. 1 καταβάλλεται πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, η οποία ανέρχεται:
α) για τον κλάδο κύριας σύνταξης σε ποσοστό τρία κόμμα εξήντα τοις εκατό (3,60%), επιμεριζόμενη σε ποσοστό δύο κόμμα είκοσι τοις εκατό (2,20%) για τον ασφαλισμένο και ένα κόμμα σαράντα τοις εκατό (1,40%) για τον εργοδότη, και
β) για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης πρόσθετη ειδική εισφορά σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%), επιμεριζόμενη σε ποσοστό ένα κόμμα είκοσι πέντε τοις εκατό (1,25%) για τον ασφαλισμένο και μηδέν κόμμα εβδομήντα πέντε τοις εκατό (0,75%) για τον εργοδότη.
Οι εισφορές της παρούσας υπολογίζονται επί των αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
- Η υπαγωγή στις ρυθμίσεις των παρ. 1 και 2 διενεργείται μόνο κατόπιν αίτησης των εργαζομένων, η οποία υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η υπαγωγή εκκινεί από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα της υποβολής της αίτησης. Η αίτηση του προηγούμενου εδαφίου είναι κοινή για κύρια και επικουρική ασφάλιση.
- α) Σε όσους εργαζόμενους επιθυμούν, παρέχεται η δυνατότητα αναγνώρισης κατόπιν εξαγοράς, του χρόνου πραγματικής απασχόλησής τους στις ειδικότητες της παρ. 1 έως και την ημερομηνία υπαγωγής κατά την παρ. 3, προκειμένου να συμπληρώσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης, ήτοι δώδεκα (12) έτη απασχόλησης αποκλειστικά στις ειδικότητες αυτές και τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκαεπτά (17) έτη πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας της παρ. 1 ή την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης.
β) Στην περίπτωση αναγνώρισης κατόπιν εξαγοράς στον κύριο φορέα του χρόνου πραγματικής απασχόλησης στις ειδικότητες της παρ. 1 έως και την ημερομηνία υπαγωγής κατά την παρ. 3, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης για την κύρια ασφάλιση, ο ασφαλισμένος υποχρεούται στην αναγνώριση κατόπιν εξαγοράς και στον επικουρικό φορέα ίδιου χρονικού διαστήματος με αυτόν που αναγνώρισε στον κύριο φορέα. Η αίτηση για την εξαγορά είναι κοινή για κύρια και επικουρική ασφάλιση.
γ) Η αίτηση για την αναγνώριση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης.
Η αναγνώριση πραγματοποιείται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων ασφαλισμένου και εργοδότη κύριας και επικουρικής ασφάλισης στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς και επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η αναγνώριση λαμβάνει χώρα με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης.
Μετά την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς εκδίδεται βεβαίωση από την εν λόγω αρμόδια υπηρεσία, η οποία τίθεται στον υπηρεσιακό φάκελο του ασφαλισμένου.
δ) Η αναγνώριση μπορεί να γίνει με εφάπαξ καταβολή ή με δόσεις ισάριθμες των αναγνωριζόμενων μηνών απασχόλησης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πριν από τον χρόνο εξόφλησης του συνολικού ποσού εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με ποσοστό ενός τετάρτου (1/4) του ποσού της σύνταξης. Για τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4670/2020 (Α’ 43) και για το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης» (Τ.Ε.Κ.Α.) εφαρμόζεται το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 (Α’ 160).
ε) Ο χρόνος που αναγνωρίζεται είναι πραγματικός χρόνος ασφάλισης και ως τέτοιος δεν συμπεριλαμβάνεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 17 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) και το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης.
- α) Για τα πρόσωπα της παρ. 1 που προσλαμβάνονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και εφεξής, τα οποία υπάγονται στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010 και για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στην κύρια ασφάλιση, για την κάλυψή τους ως προς την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται η πρόσθετη ειδική εισφορά υπέρ επικουρικής ασφάλισης της παρ. 2.
β) Για τα πρόσωπα της παρ. 1 που έχουν ήδη προσληφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, τα οποία υπάγονται στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010 και για τα οποία καταβάλλεται ήδη πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στην κύρια ασφάλιση, για την κάλυψή τους ως προς την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται υποχρεωτικά η πρόσθετη ειδική εισφορά υπέρ επικουρικής ασφάλισης της παρ. 2.
Για την εφαρμογή του άρθρου 96Α του ν. 4387/2016 και του άρθρου 52 του ν. 4826/2021 σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου, τα πρόσωπα της περ. β) της παρούσας παραγράφου υποχρεούνται στην αναγνώριση κατόπιν εξαγοράς και στον επικουρικό φορέα τόσου χρονικού διαστήματος, όσου απαιτείται για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων χρόνου ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση με τις διατάξεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.. Η αίτηση για την αναγνώριση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης. Η αναγνώριση γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων υπέρ επικουρικής ασφάλισης ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς και επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η αναγνώριση λαμβάνει χώρα με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης. Μετά την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς εκδίδεται βεβαίωση από την εν λόγω αρμόδια υπηρεσία, η οποία τίθεται στον υπηρεσιακό φάκελο του ασφαλισμένου.
Ο χρόνος που αναγνωρίζεται είναι πραγματικός χρόνος ασφάλισης και δεν συμπεριλαμβάνεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πριν από τον χρόνο εξόφλησης του συνολικού ποσού εξαγοράς, ως προς τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4670/2020 και ως προς το Τ.Ε.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 64 του ν. 4826/2021.
- Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δύναται να καθορίζονται η διαδικασία υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του.




Οι παλιοί νοσηλευτές, όσοι δηλαδή έχουν διοριστεί πριν το 2002, συμπληρώνουν στα 62 40 χρόνια εργασίας ή και περισσότερα.Τι όφελος έχουν; Μάλλον κανένα.Εκτος αν εχετε κατά νου να μας βάλετε να δουλεύουμε 45 χρόνια,που μάλλον αυτό συμβαίνει.Αυτό που χρειαζόμαστε είναι τα δώρα μας πίσω και γενναίες αυξήσεις για να αντέξουμε την ακρίβεια.Όσον αφορά το επάγγελμά μας, φυσικά και δικαιούμαστε τα βαρέα, είμαστε διαλυμένοι σωματικά και ψυχολογικά, αφού σηκώνουμε βάρη μέρα νύχτα, δουλεύουμε όλη τη ζωή μας με κομμένα ρεπό και άδειες, παράλληλα με τα δικά μας κάνουμε αλλότρια καθήκοντα (βοηθών ιατρών, τραυματιοφορέων,αποθηκάριων, τεχνολόγων,κλιβανιστών, γραμματέων, βοηθών θαλάμων κτλ),κλείνοντας όλες τις τρύπες του συστήματος υγείας για να συνεχίζουν να λειτουργούν τα νοσοκομεία κτλ.Δεν είμαστε ένας κρίκος στην αλυσίδα, είμαστε το βασικό στήριγμά του συστήματος υγείας…Δεν παίρνουμε ούτε το 1/10 αυτών όπου αξίζουμε.Το μόνο κακό με εμάς είναι ο,τι δεχόμαστε τη μοίρα μας αδιαμαρτύρητα, ενώ έπρεπε να την ορίζουμε εμείς.
Καθολική ένταξη όλων των νοσηλευτών και διασωστών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα – Ενιαίος κλάδος με ειδικές διατάξεις
Η μη ένταξη όλων των νοσηλευτών και διασωστών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα αποτελεί μια διαχρονική αδικία που πρέπει επιτέλους να αποκατασταθεί. Είναι αδιανόητο εργαζόμενοι που εκτελούν ακριβώς την ίδια εργασία, στον ίδιο χώρο, με τις ίδιες ευθύνες, τους ίδιους κινδύνους και την ίδια σωματική και ψυχική επιβάρυνση, να αντιμετωπίζονται διαφορετικά ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά μόνο και μόνο λόγω της ημερομηνίας πρόσληψής τους.
Η αδικία αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν αφορά τους παλαιότερους εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν ήδη προσφέρει δεκαετίες υπηρεσίας κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Είναι παράλογο αυτοί που έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη φθορά να στερούνται δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε νεότερους συναδέλφους τους.
Οι νοσηλευτές και οι διασώστες, ανεξαρτήτως βαθμίδας εκπαίδευσης (ΔΕ, ΤΕ ή ΠΕ), αποτελούν έναν ενιαίο επαγγελματικό κορμό με κοινή αποστολή την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η δημιουργία ενός ενιαίου κλάδου επαγγελματιών νοσηλευτικής και προνοσοκομειακής φροντίδας με ειδικές εργασιακές, μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η ουσιαστική αναβάθμιση των αποδοχών των επαγγελματιών υγείας. Οι σημερινές αμοιβές δεν ανταποκρίνονται ούτε στις αυξημένες ευθύνες ούτε στις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Οι νοσηλευτές και οι διασώστες καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν ανθρώπινο πόνο, επείγοντα περιστατικά, απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις και κρίσιμες αποφάσεις, ενώ εργάζονται με ελλείψεις προσωπικού, αυξημένο φόρτο εργασίας και εξαντλητικά ωράρια. Η Πολιτεία δεν μπορεί να ζητά υπηρεσίες υψηλού επιπέδου χωρίς την αντίστοιχη οικονομική και θεσμική αναγνώριση.
Είναι επίσης αυτονόητο για την κοινωνία ότι τα επαγγέλματα αυτά ανήκουν στα Βαρέα και Ανθυγιεινά. Αν ρωτήσει κανείς οποιονδήποτε πολίτη ποια επαγγέλματα θεωρεί ότι πρέπει να υπάγονται στα ΒΑΕ, οι νοσηλευτές, οι διασώστες και γενικότερα οι επαγγελματίες υγείας θα βρίσκονται στις πρώτες θέσεις. Η καθημερινή έκθεση σε λοιμώδη νοσήματα, βιολογικούς παράγοντες, σωματική καταπόνηση, ψυχικό στρες, επαγγελματική εξουθένωση, βία στον χώρο εργασίας και συνεχείς εναλλαγές βαρδιών αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.
Ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε κυλιόμενο ωράριο και νυχτερινές βάρδιες αντιμετωπίζουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους. Η χρόνια διαταραχή του βιολογικού ρυθμού, η έλλειψη επαρκούς ανάπαυσης, η αυξημένη πιθανότητα μυοσκελετικών προβλημάτων, καρδιαγγειακών νοσημάτων και επαγγελματικής εξουθένωσης είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες συνέπειες της πολυετούς εργασίας υπό αυτές τις συνθήκες.
Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη η δυνατότητα συνταξιοδότησης στο 60ό έτος της ηλικίας. Κανείς δεν μπορεί να θεωρεί λογικό ή ασφαλές ένας επαγγελματίας υγείας, μετά από 35 ή και 40 χρόνια συνεχούς εργασίας σε βάρδιες, νύχτες, αργίες και συνθήκες υψηλής ευθύνης, να καλείται να συνεχίσει να εργάζεται μέχρι τα 67 έτη. Η φροντίδα ασθενών, η διαχείριση επειγόντων περιστατικών, η μεταφορά τραυματιών και η συνεχής ετοιμότητα απαιτούν σωματικές και ψυχικές αντοχές που αναπόφευκτα μειώνονται μετά από δεκαετίες καταπόνησης.
Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει έμπρακτα ότι η προστασία της υγείας των πολιτών περνά μέσα από την προστασία των επαγγελματιών υγείας. Η καθολική ένταξη όλων των νοσηλευτών και διασωστών στα ΒΑΕ, η δημιουργία ενιαίου κλάδου με ειδικές διατάξεις, η βελτίωση των αποδοχών και η δυνατότητα εξόδου από την εργασία στο 60ό έτος δεν αποτελούν προνόμια. Αποτελούν στοιχειώδη μέτρα δικαιοσύνης, ισότητας και σεβασμού προς ανθρώπους που αφιερώνουν τη ζωή τους στη φροντίδα και τη διάσωση των συνανθρώπων τους.
Με την προτεινόμενη διάταξη επιχειρείται η ένταξη των διορισμένων προ του 2011 Νοσηλευτών, Β. Νοσηλευτών κ.ο.κ. στα Βαρέα & Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (πιθανόν από 1/1/2027).
Παρά τη θετική κατεύθυνση της ρύθμισης, η μορφή με την οποία εισάγεται συντηρεί και παγιώνει μια κατάφωρη αδικία που υφίσταται εδώ και 16 ολόκληρα χρόνια εις βάρος των παλαιότερων εργαζομένων στο ΕΣΥ.
Από το 2011, το νεοδιοριζόμενο νοσηλευτικό προσωπικό εντάσσεται αυτοδίκαια στα ΒΑΕ, ενώ το έμπειρο προσωπικό που διορίστηκε πριν το 2011 αποκλείστηκε. Με βάση το Προσχέδιο Νόμου, προκειμένου οι παλαιότεροι υπάλληλοι να συνταξιοδοτηθούν στο 62ο έτος της ηλικίας τους, απαιτείται να συμπληρώσουν 15 έτη ασφάλισης στα ΒΑΕ (εκ των οποίων 12 στην ειδικότητα και 3 τα τελευταία έτη πριν τη συνταξιοδότηση). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, χωρίς δική τους υπαιτιότητα, εξαναγκάζονται να εξαγοράσουν χρόνια, επιβαρυνόμενοι οικονομικά για μια παράλειψη της ίδιας της Πολιτείας.
Δεν νοείται εργαζόμενοι στην ίδια βάρδια, στο ίδιο νοσοκομείο και με τα ίδια καθήκοντα να αντιμετωπίζονται ως προσωπικό «δύο ταχυτήτων». Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει έμπρακτα την προσφορά του παλαιότερου προσωπικού, διορθώνοντας την αδικία αναδρομικά και όχι μεταθέτοντας το οικονομικό βάρος στους ίδιους τους εργαζόμενους.
Θα πρέπει, στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης όπως επιβάλει το Σύνταγμα της Χώρας, να συμπεριληφθούν στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΑΜΕΣΑ !!! (Σ.Σ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΠΕΧΡΑΚΗ).
Ως Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων που εργαζόμαστε καθημερινά στα εργαστήρια των μονάδων υγείας, εκθέτουμε τους εαυτούς μας σε επικίνδυνους παράγοντες για την υγεία μας.
Χειριζόμαστε βιολογικά δείγματα (αίμα,ούρα,κόπρανα,κολπικά υγρά,σπέρμα,μικρόβια,ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα κτλ), τα οποία δυνητικά είναι μολυσματικά.
Επίσης χρησιμοποιούμε καθημερινά τοξικές και καυστικές χημικές ουσίες, οι οποίες έχουν αθροιστικό αποτέλεσμα, επιβαρύνοντας την υγεία μας. Πώς λοιπόν ένας τέτοιος κλάδος, που είναι εκτεθειμένος σε τόσους τοξικούς και μολυσματικούς κινδύνους, να αποκλείεται από τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα;
Είμαστε σε καθημερινή επαφή με τους ασφαλισμένους σε όλο τον κύκλο παροχής υπηρεσιών υγείας (πρόληψη, διάγνωση, διάρκεια θεραπείας).
Δεν ζητούμε χάρη, αλλά δικαίωση και σεβασμό. Οι εργαστηριακοί δεν είναι υπάλληλοι δεύτερης κατηγορίας, αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας υγείας.
Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθοί Ιατρικών Εργαστηρίων που υπηρετούν στο Δημόσιο ανήκουν στα πλέον ανθυγιεινά επαγγέλματα. Έχουν καθημερινή έκθεση με μολυσματικά δείγματα, τοξικές και χημικές ουσίες. Θα πρέπει να επανεξεταστει και να διορθωθεί η λίστα για τα Βαρέα και Ανθυγιεινά σύμφωνα με τη «Λίστα Μπεχρακη». Στο τμήμα της Αιμοδοσίας συνυπάρχουν και εργάζονται Νοσηλευτές, Τεχνολόγοι Ιατρικών εργαστηρίων και βοηθοί Ιατρικών εργαστηρίων με παρεμφερές αντικείμενο εργασίας. Είναι άδικο για τις δύο ειδικότητες να μείνουν εκτός λίστας.
ΜΕΓΑΛΗ ΑΔΙΚΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΕΜΑΣ !!!!!!
Αικατερίνη Μπαφαλουκου ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΜΥΚΟΝΟΥ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Το άρθρο 38 αποτελεί θετική και αναγκαία ρύθμιση, καθώς αναγνωρίζει θεσμικά ότι η εργασία των νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών υγείας σε Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και ΕΚΑΒ έχει χαρακτηριστικά αυξημένης σωματικής, ψυχικής και επαγγελματικής επιβάρυνσης. Η πρόβλεψη ειδικών συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων και πρόσθετης εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποτυπώνει τη διαρκή έκθεση του προσωπικού σε βιολογικούς, εργονομικούς και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στο συνταξιοδοτικό πεδίο. Αντιθέτως, πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για ένα συνολικό πλαίσιο νόμου για τη Νοσηλευτική στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Η Νοσηλευτική αποτελεί βασικό πυλώνα της φροντίδας υγείας, ενώ διεθνώς οι νοσηλευτές αναγνωρίζονται ως η πολυπληθέστερη επαγγελματική ομάδα στα συστήματα υγείας και ως κρίσιμος παράγοντας για την ποιότητα και την ασφάλεια των υπηρεσιών υγείας.
Η ανάγκη θεσμικής αναβάθμισης είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα, όπου, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αντιστοιχούν μόλις 3,8 ασκούντες νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι μέσου όρου 9,2 στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ παραμένουν αναλογικά στους πολύ χαμηλά αμοιβώμενους. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει σοβαρή υποστελέχωση και καθιστά αναγκαία τη λήψη μέτρων προσέλκυσης και παραμονής προσωπικού στο ΕΣΥ.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η θεσμοθέτηση αυτοτελούς Κλάδου Νοσηλευτών ΕΣΥ, στον οποίο θα εντάσσονται οι ΠΕ και ΤΕ Νοσηλευτές, καθώς και ξεχωριστού Κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΕΣΥ, για τους ΔΕ Βοηθούς Νοσηλευτών. Η διάκριση αυτή δεν αποσκοπεί στη διάσπαση του νοσηλευτικού προσωπικού, αλλά στην ορθολογική αποτύπωση των διαφορετικών εκπαιδευτικών επιπέδων, επαγγελματικών αρμοδιοτήτων και βαθμών ευθύνης.
Παράλληλα, είναι απαραίτητη η ένταξη των δύο αυτών κλάδων σε ειδικό μισθολόγιο ΕΣΥ, με αυξημένες αποδοχές που θα ανταποκρίνονται στην ευθύνη, την επικινδυνότητα, την κυκλική εργασία, τη νυχτερινή απασχόληση και τη διαρκή κλινική επιβάρυνση. Επίσης, πρέπει να προβλεφθεί ουσιαστικό και δίκαιο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ανάλογο της πραγματικής έκθεσης στους κινδύνους του νοσοκομειακού περιβάλλοντος.
Ο Παγκόσμιος Οργάνισμος Υγείας επισημαίνει την ανάγκη επένδυσης στη νοσηλευτική εκπαίδευση, στην απασχόληση, στην ηγεσία και στην αμοιβή των νοσηλευτών. Συνεπώς, η αναβάθμιση της Νοσηλευτικής δεν αποτελεί μόνο κλαδικό αίτημα, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την ασφάλεια των ασθενών, τη συγκράτηση έμπειρου προσωπικού και τη βιωσιμότητα του δημόσιου συστήματος υγείας.
Ένταξη όλων χωρίς πληρωμή αναδρομικών μέχρι την ένταξη αυτών, μετά χωρίς καμία εισφορά σαν αναγνώριση του ρόλου των Νοσηλευτών στο δημόσιο σύστημα υγείας. Το αξίζουμε οι νοσηλευτές και πρέπει να γίνει πράξη.
Καλά θα ήταν πριν βγει κάποιο νομοσχέδιο, να ενημερώνονται αυτοί που τα συντάσσουν….
Αναφέρεστε σε εργαζόμενους σε Μικροβιολογικά και Βιοχημικά εργαστήρια με την ειδικότητα νοσηλευτή ή και βοηθού νοσηλευτή. Από πότε στα εργαστήρια εργάζονται νοσηλευτές, γιατί στα 34 χρόνια προύπηρεσίας μου στα εργαστήρια ουδέποτε εργάστηκε νοσηλευτής ούτε και σε άλλα νοσοκομεία ή Κέντρα Υγείας γνωρίζω να συμβαίνει αυτό…άλλωστε με ποια ιδιότητα να εργαστούν στα εργαστήρια που είναι ενας εντελώς διαφορετικός κλάδος ο οποίος διοικητικά ανήκει στην ιατρική υπηρεσία και όχι στη νοσηλευτική;;;
Στα εργαστήρια λοιπόν για όσους δεν γνωρίζουν, εργάζονται οι Βιοϊατρικοι επιστήμονες- ΤΕ ή ΠΕ ιατρικών εργαστηρίων και ΔΕ Βοηθών ιατρικών εργαστηρίων, που ανήκουν διοικητικά στην ιατρική υπηρεσία ως Λοιπό μη ιατρικο Επιστημονικό προσωπικό, αναφερόμενο και ως Παραϊατρικό προσωπικό.
Καμία σχέση το νοσηλευτικό προσωπικό με το Παραϊατρικό προσωπικό των εργαστηρίων!!!!
Πρωτοφανής και αδικαιολόγητος ο αποκλεισμός χιλιάδων υγειονομικών από τα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Δεν μπορεί να επιβάλλεται διαχωρισμός ανάμεσα σε εργαζομένους που υπηρετούν καθημερινά στον ίδιο χώρο, αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους και στηρίζουν από κοινού τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων.
Οι ιατροί, οι τεχνολόγοι Ιατρικών εργαστηρίων, οι μαίες, οι τεχνολόγοι ακτινολογικών εργαστηρίων, και οι λοιποί επαγγελματίες Υγείας προσφέρουν κρίσιμο έργο μέσα σε συνθήκες υψηλής πίεσης και αυξημένης επικινδυνότητας.Εκτίθενται σε λοιμώδη νοσήματα, βιολογικούς παράγοντες, ακτινοβολία, εργασιακή εξουθένωση και σε καθημερινές συνθήκες που επιβαρύνουν σοβαρά τη σωματική και ψυχική τους αντοχή.
Η επιλεκτική αναγνώριση της επαγγελματικής επικινδυνότητας αποτελεί άδικη πολιτική επιλογή. Δημιουργεί τεχνητούς διαχωρισμούς μέσα στον υγειονομικό κόσμο και προσβάλλει την προσφορά χιλιάδων εργαζομένων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της δημόσιας περίθαλψης.Καμία εξαίρεση και καμία διάκριση μεταξύ εργαζομένων που εκτίθενται στους ίδιους κινδύνους.Οι υγειονομικοί ζητούν ίση μεταχείριση, σεβασμό και θεσμική αναγνώριση της πραγματικής επικινδυνότητας της εργασίας τους.Η πολιτεία οφείλει να σταθεί με σοβαρότητα απέναντι σε ανθρώπους που κρατούν καθημερινά όρθιο το δημόσιο σύστημα Υγείας.ΒΑΕ για όλους τους υγειονομικούς!
Η ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΡΕΑ ΚΑΙ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΤΑΦΩΡΗ ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ. ΜΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ ΕΚΦΡΑΖΩ ΤΗΝ ΕΝΤΟΝΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΤΩΝ ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ-ΤΕΧΝΟΛΟΓΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ -ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΕ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΟΙ ΣΕ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ (ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ) ΧΗΜΙΚΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ (ΚΑΡΚΙΝΟΓΟΝΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΗΡΙΑ,ΤΟΞΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ).
ΕΠΙΣΗΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ .ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΜΑΣ ΣΤΑ ΒΑΕ ,ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΝΘΥΓΕΙΝΟΥ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΥΝΔΥΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΥΠΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ (ΤΕΧΝΟΛΟΓΩΝ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΩΝ,ΤΡΑΥΜΑΤΙΟΦΟΡΕΩΝ,ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΥΤΩΝ,ΜΑΙΩΝ,ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ,ΒΟΗΘΩΝ ΘΑΛΑΜΩΝ ΚΤΛΠ) ΣΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΕ.
Αξιότιμοι κύριοι, -ες,
η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στην κατηγορία των ασφαλισμένων στα ΒΑΕ είναι απολύτως σωστή, δικαιολογημένη αλλά έρχεται με καθυστέρηση δεκαετιών. Ήδη απ’ το 2011, το πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη πρότεινε την ένταξη στην εν λόγω κατηγορία. Με τις παρούσες ρυθμίσεις, με απόλυτη ευθύνη της πολιτείας που καθυστέρησε τις αποφάσεις της, αδικούνται όσοι έχουν διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του εργασιακού τους βίου σε πραγματικά δύσκολες συνθήκες και καλούνται να καταβάλουν υπέρογκα ποσά για να ενταχθούν στο νέο ασφαλιστικό καθεστώς. Το κράτος αναγνωρίζει σήμερα ότι η εργασία ήταν βαριά και ανθυγιεινή και ταυτόχρονα ζητά από τους εργαζόμενους να πληρώσουν για να αναγνωριστεί αναδρομικά αυτή η πραγματικότητα. Θεωρώ λοιπόν, ότι πρέπει να υπάρξουν βελτιώσεις για όσους έχουν συμπληρώσει 35 ή και περισσότερα έτη εργασίας. Προτείνω την καθιέρωση μεταβατικών διατάξεων, οι οποίες θα περιλαμβάνουν Κλιμακωτή μείωση κόστους εξαγοράς αντί για ενιαίο 3,6%.
Παράδειγμα:
Χρόνια υπηρεσίας Κόστος
20-25 3,6%
25-30 2,5%
30-35 1,5%
35+ 0%.
Οι άνθρωποι αυτοί καλούνται να καταβάλουν χιλιάδες ευρώ για να διορθωθεί μία παράλειψη της Πολιτείας και όχι μια δική τους επιλογή ή παράλειψη. Αυτό δημιουργεί θέμα ισότητας και αναλογικότητας και εκτιμώ ότι πρέπει να διορθωθεί.
Ευχαριστώ για τη φιλοξενία,
Φώτης Αντωνίου
Το ζήτημα της ένταξης των εργαζομένων στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ) παραμένει άλυτο εδώ και χρόνια, δημιουργώντας σοβαρές αδικίες μεταξύ εργαζομένων που εκτελούν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες. Μέχρι το 2011 οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούσαν να ασφαλιστούν στα ΒΑΕ, καθώς υπάγονταν στο ασφαλιστικό καθεστώς του Δημοσίου. Αντίθετα, οι συμβασιούχοι εργαζόμενοι σε αντίστοιχες ειδικότητες με ασφάλιση ΙΚΑ εντάσσονταν κανονικά στα ΒΑΕ. Με τον νόμο 3865/2010 προβλέφθηκε ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν από 1/1/2011 και μετά, υπάγονται στο ΙΚΑ και επομένως δικαιούνται ασφάλιση ΒΑΕ όπου αυτή προβλέπεται. Παράλληλα, ο ίδιος νόμος προέβλεπε τη δυνατότητα επιλογής υπαγωγής στο ΙΚΑ και για τους ήδη υπηρετούντες μόνιμους υπαλλήλους, μέσω υπουργικής απόφασης που όμως δεν εκδόθηκε ποτέ. Αποτέλεσμα αυτής της παράλειψης ήταν να δημιουργηθεί μια παράλογη κατάσταση: εργαζόμενοι στις ίδιες ειδικότητες και στους ίδιους χώρους εργασίας να αντιμετωπίζονται διαφορετικά αποκλειστικά και μόνο λόγω της ημερομηνίας διορισμού τους (πριν και μετά το 2011).Το 2020 η αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Εργασίας υπό τον καθηγητή κ. Μπεχράκη πρότεινε τόσο την αποκατάσταση αυτής της αδικίας όσο και την ένταξη επιπλέον υγειονομικών ειδικοτήτων, όπως οι ιατροί και οι φυσικοθεραπευτές, στο καθεστώς ΒΑΕ. Αντί όμως να υλοποιηθούν οι σχετικές προτάσεις, η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε ρυθμίσεις που αφορούν μόνο ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων (νοσηλευτές, βοηθοί, νοσηλευτές, διασώστες ), αφήνοντας εκτός πολλούς άλλους που εργάζονται στις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες .Θεωρούμε ότι η επιλογή αυτή είναι άδικη, διχαστική και αντίθετη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ:-ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡ. 4 ΤΟΥ Ν. 3865/2010.-ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΑ ΒΑΕ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΟΝΙΜΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΔΙΟΡΙΣΤΗΚΑΝ ΕΩΣ 31/12/2010 ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΣΕ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΗΔΗ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ ΒΑΡΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Φ10221/ΟΙΚ.26816/929/30.11.2011 (ΤΡΑΥΜΑΤΙΟΦΟΡΕΙΣ, ΜΑΙΕΣ, ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ-ΤΡΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΟΙ, ΒΙΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΕΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΣ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΟΥ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑΣ, ΘΕΡΜΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ, ΛΑΝΤΖΕΡΗΔΕΣ, ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΕΣ).-ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2011 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΩΣ ΧΡΟΝΟΥ ΒΑΕ ΜΕ ΕΥΝΟΪΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ.-ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΠΕΧΡΑΚΗ ΓΙΑ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ ΒΑΕ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ, ΜΕΤΑΞΥ ΑΥΤΩΝ ΟΙ ΙΑΤΡΟΙ, ΟΙ ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ, ΟΙ ΒΟΗΘΟΙ ΘΑΛΑΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.-ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΑ ΒΑΕ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ. Η ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ.ΙΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Επίσης πρέπει να ενταχθούν στα βαρέα και ανθυγιεινά και οι τεχνολόγοι Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων και οι βοηθοί Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης εργαζομένων στο ιδιωτικό και δημόσιο χώρο
Επιπλέον πρέπει να μπουν στα βαρέα και ανθυγιεινά και οι τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων και οι βοηθοί Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων για να υπάρχει ισότητα και ίση αντιμετώπιση των εργαζομένων στο ιδιωτικό και δημόσια
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Αμεση ένταξη των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και Παρασκευαστών Εργαστηρίων στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Υπαγωγή του κλάδου στην Α’ Κατηγορία του Επιδόματος Επικίνδυνης και Ανθυγιεινής Εργασίας.
Συμμετοχή των τεχνολόγων ιατρικών εργαστηρίων στην εφημερίες όπως έγινε τους τεχνολόγους-ακτινολογους.
«Αποτελεί σοβαρή θεσμική ασυνέπεια, ο αποκλεισμός των Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας Ακτινολογίας του ΕΣΥ από την ένταξη στα Β.Α.Ε., αν και περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη.
Ζητάμε άμεση αποκατάσταση της ισονομίας και εφαρμογή του πορίσματος χωρίς εξαιρέσεις.
Με την λόγω διάταξη στα Β.Α.Ε. εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, αλλά όχι οι Τ.Α.Α. των δημόσιων νοσοκομείων. Η απόφαση αυτή είναι σε αντίθεση με το πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη, το οποίο από το 2020 έχει αξιολογήσει και εντάξει στους δικαιούχους και τους Τ.Α.Α του ΕΣΥ.
Σε ποιο θεσμικό πλαίσιο βασίζεται η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος και με ποιο επιχείρημα αποκλείονται επαγγελματίες που εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με όσους εντάσσονται στα ΒΑΕ; Από το 2020 δεν έχει εκδοθεί νέο πόρισμα ούτε έχει συσταθεί άλλη επιτροπή, γεγονός που καθιστά αδικαιολόγητη κάθε διαφοροποίηση.
Οι Τ.Α.Α. που υπηρετούν στο ΕΣΥ εργάζονται καθημερινά σε ιδιαίτερα απαιτητικά και επικίνδυνα περιβάλλοντα διαχειριζόμενοι ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες. Πέραν των εργαστηρίων, παρέχουν φροντίδα επί κλίνης (ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές κλινικές, κλινικές αποκατάστασης, μονάδες λοιμώξεων, κλινικών COVID κ.α.),ερχόμενοι σε άμεση επαφή με βαρέως πάσχοντες και πολυτραυματίες.
Οι συνθήκες αυτές είναι απολύτως συγκρίσιμες με εκείνες των νοσηλευτών και των διασωστών, για τους οποίους η Πολιτεία ορθά αναγνωρίζει την ανάγκη ένταξης στα ΒΑΕ. Η μη ένταξη των Τ.Α.Α. συνιστά αδικία και υποβάθμιση της συμβολής τους στη λειτουργία του ΕΣΥ.
Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αυτονόητη πράξη θεσμικής συνέπειας. Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται το πόρισμα Μπεχράκη για ορισμένους κλάδους και να το αγνοεί για άλλους που περιλαμβάνονται στην ίδια λίστα.
Η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος δημιουργεί εργαζόμενους «δύο ταχυτήτων» μέσα στο ίδιο σύστημα υγείας, υπονομεύοντας την ισότητα και την αξιοπιστία των θεσμών.
Ζητάμε απο την Υπουργό Εργασίας, την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τον Πρωθυπουργό να προχωρήσουν άμεσα στην ένταξη των Τ.Α.Α. στα Β.Α.Ε., αποκαθιστώντας την ισονομία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας.»
Καλό είναι να γίνει καί μια τροποποίηση γιατί είναι οικονομικά ασύμφορη και έπρεπε να δωθεί μεταβατικό επιδόμα.αλλιως στ τέλος θα επωφελούνται λίγοι λόγω της μείωσης μισθού
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
«Αποτελεί σοβαρή θεσμική ασυνέπεια, ο αποκλεισμός των Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας Ακτινολογίας του ΕΣΥ από την ένταξη στα Β.Α.Ε., αν και περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη.
Ζητάμε άμεση αποκατάσταση της ισονομίας και εφαρμογή του πορίσματος χωρίς εξαιρέσεις.
Με την λόγω διάταξη στα Β.Α.Ε. εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, αλλά όχι οι Τ.Α.Α. των δημόσιων νοσοκομείων. Η απόφαση αυτή είναι σε αντίθεση με το πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη, το οποίο από το 2020 έχει αξιολογήσει και εντάξει στους δικαιούχους και τους Τ.Α.Α του ΕΣΥ.
Σε ποιο θεσμικό πλαίσιο βασίζεται η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος και με ποιο επιχείρημα αποκλείονται επαγγελματίες που εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με όσους εντάσσονται στα ΒΑΕ; Από το 2020 δεν έχει εκδοθεί νέο πόρισμα ούτε έχει συσταθεί άλλη επιτροπή, γεγονός που καθιστά αδικαιολόγητη κάθε διαφοροποίηση.
Οι Τ.Α.Α. που υπηρετούν στο ΕΣΥ εργάζονται καθημερινά σε ιδιαίτερα απαιτητικά και επικίνδυνα περιβάλλοντα διαχειριζόμενοι ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες. Πέραν των εργαστηρίων, παρέχουν φροντίδα επί κλίνης (ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές κλινικές, κλινικές αποκατάστασης, μονάδες λοιμώξεων, κλινικών COVID κ.α.),ερχόμενοι σε άμεση επαφή με βαρέως πάσχοντες και πολυτραυματίες.
Οι συνθήκες αυτές είναι απολύτως συγκρίσιμες με εκείνες των νοσηλευτών και των διασωστών, για τους οποίους η Πολιτεία ορθά αναγνωρίζει την ανάγκη ένταξης στα ΒΑΕ. Η μη ένταξη των Τ.Α.Α. συνιστά αδικία και υποβάθμιση της συμβολής τους στη λειτουργία του ΕΣΥ.
Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αυτονόητη πράξη θεσμικής συνέπειας. Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται το πόρισμα Μπεχράκη για ορισμένους κλάδους και να το αγνοεί για άλλους που περιλαμβάνονται στην ίδια λίστα.
Η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος δημιουργεί εργαζόμενους «δύο ταχυτήτων» μέσα στο ίδιο σύστημα υγείας, υπονομεύοντας την ισότητα και την αξιοπιστία των θεσμών.
Ζητάμε απο την Υπουργό Εργασίας, την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τον Πρωθυπουργό να προχωρήσουν άμεσα στην ένταξη των Τ.Α.Α. στα Β.Α.Ε., αποκαθιστώντας την ισονομία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας.»
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Πολύ καλή εξέλιξη η ένταξη των νοσηλευτων στα βαρέα και ανθυγιεινά αλλά αργησε πολύ. Πρέπει όπως δίνεται η δυνατότητα αναγνώρισης χρόνων στα ανθυγιεινά να μας δοθεί η δυνατότητα να επιλέξουμε αν θέλουμε να ενταχθουμε στα βαρέα και ανθυγιεινά. Γιατί κάποιοι υπάλληλοι όπως εγώ έχουμε 41 χρόνια υπηρεσίας και περιμένουμε την ηλικία για να συνταξιοδοτηθουμε.Με την ένταξη μας στα βαρέα και ανθυγιεινά θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές κρατήσεις οπότε μειωθούν οι αποδοχές μας.Γι αυτό τον λόγο θα πρέπει να μπορούμε να επιλέξουμε.
Ένωση Τεχνολόγων Ακτινολόγων Ελλάδος Δημοσίου (ΕΤΑΕΔ) καταγγέλλει τον αδικαιολόγητο αποκλεισμό των Τεχνολόγων Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας – Ακτινολογίας του ΕΣΥ από τα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της Επιτροπής Μπεχράκη.
Την ίδια στιγμή που η Πολιτεία εφαρμόζει το πόρισμα για νοσηλευτές, βοηθούς νοσηλευτών, οδηγούς και διασώστες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, επιλέγει να το αγνοήσει για τους Τεχνολόγους Ακτινολόγους. Με ποια επιστημονική ή νομική τεκμηρίωση; Από το 2020 δεν έχει εκδοθεί νέο πόρισμα ούτε έχει συσταθεί νέα επιτροπή που να ανατρέπει τα συμπεράσματά του.
Οι Τεχνολόγοι Ακτινολόγοι εργάζονται καθημερινά σε περιβάλλον υψηλής επικινδυνότητας, με έκθεση σε ιοντίζουσες ακτινοβολίες και παρουσία σε ΜΕΘ, χειρουργεία, ΤΕΠ και κλινικές λοιμώξεων, δίπλα σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς. Οι συνθήκες εργασίας τους είναι απολύτως συγκρίσιμες με εκείνες επαγγελματιών που εντάσσονται στα ΒΑΕ.
Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν αποτελεί προνόμιο. Αποτελεί ζήτημα ισονομίας, θεσμικής συνέπειας και σεβασμού απέναντι σε έναν κλάδο που στηρίζει καθημερινά το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Καλούμε την Υπουργό Εργασίας, την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τον Πρωθυπουργό να αποκαταστήσουν άμεσα αυτή την αδικία, εφαρμόζοντας πλήρως το πόρισμα της Επιτροπής Μπεχράκη χωρίς εξαιρέσεις και αποκλεισμούς.
ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
ΟΡΓ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ένωσης Τεχνολόγων Ακτινολόγων Ελλάδος Δημοσίου.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Είμαι νοσηλευτήρια ΔΕ εργάζομαι στο ιδιο εργασιακο αντικείμενο απο το 1998 στον ιδωτικο τομέα με βαρεα ένσημα .Απο το 2004 μέχρι σήμερα λαμβάνω απλα ενα ανθυγιεινο επίδομα ,εργάζομαι σε βάρδιες, εχω εξιδεικευμένη εκπαίδευση κανω την ιδια εργασία με ΤΕ ΚΑΙ ΠΕ όπως και με συνάδερφους αορίστου χρόνου της ιδιας εκπαίδευσης .ΟΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ είναι πολλές και σε πολλά μέτωπα, δεν δίνεται το δικαίωμα στην επαγγελματική και μισθολογική εξέλιξη μας έχετε αποκλείσει από την κινητικότητα ,δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικο μετρο για να μείνουμε σε αυτό το επάγγελμα η ψυχική κόπωση αλλά και η σωματική κυριαρχούν. ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΕ ΝΑ θεωρείται ως δικαίωση οτι για να βγούμε νωρίτερα στην σύνταξη πρέπει να πληρώσουμε αναδρομικά πλασματικά χρονια..
ΑΝΤΙ να μας αποζημιώσετε για όλα αυτά τα χρονια απο πάνω πρέπει και να πληρώσουμε …
ΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΕ ΕΣΟΥΣ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΝ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΘΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ … ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΣΠΟΥΔΑΣΑΜΕ ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΡΓΑΣΤΕΙ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΕΝ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΡΟ ΑΥΡΙΟ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
7
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Με εκτίμηση
ΧΡΥΣΑ ΜΩΡΑΙΤΗ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων.
Με εκτίμηση
ΧΡΥΣΑ ΜΩΡΑΙΤΗ
Εμείς, οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων, οι Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες και οι Παρασκευαστές Εργαστηρίων, που εργαζόμαστε στα Διαγνωστικά και Ερευνητικά Εργαστήρια των Δημοσίων Νοσοκομείων, στα Κέντρα Υγείας, στις Μονάδες Αιμοδοσίας, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στα Εργαστήρια Παθολογικής Ανατομικής, στα Τμήματα Διάλυσης Κυτταροτοξικών Φαρμάκων, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια της χώρας, στα Εργαστήρια των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, καθώς και στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση όπου εκπαιδεύονται οι αυριανοί επαγγελματίες του κλάδου, εκφράζουμε την έντονη απογοήτευση και αγανάκτησή μας για τον συνεχιζόμενο αποκλεισμό του επαγγέλματός μας από τα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ) και από την Α’ Κατηγορία του Επιδόματος Επικίνδυνης και Ανθυγιεινής Εργασίας.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Κυβέρνησης για την ένταξη επαγγελματιών υγείας στα ΒΑΕ, χωρίς τη συμπερίληψη του δικού μας κλάδου, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται η επαγγελματική επικινδυνότητα στον χώρο της Υγείας.
Καθημερινά ερχόμαστε σε άμεση επαφή με χιλιάδες βιολογικά δείγματα ανθρώπινης προέλευσης, σε κάποια Νοσοκομεία από την λήψη τους ακόμα και στις κλινικές, πολλά εκ των οποίων ενδέχεται να περιέχουν παθογόνους μικροοργανισμούς υψηλού κινδύνου. Διαχειριζόμαστε αίμα, βιολογικά υγρά, ιστούς και άλλα δυνητικά μολυσματικά υλικά, εργαζόμαστε με τοξικούς χημικούς παράγοντες, καρκινογόνες ουσίες, κυτταροτοξικά φάρμακα και εξειδικευμένο εξοπλισμό, υπό συνθήκες συνεχούς βιολογικού, χημικού και εργασιακού κινδύνου.
Αντίστοιχα, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια οι εργαζόμενοι διαχειρίζονται δείγματα ζωικής προέλευσης και εκτίθενται σε ζωοανθρωπονόσους και λοιπούς βιολογικούς παράγοντες υψηλού κινδύνου, ενώ στις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες η επεξεργασία βιολογικού υλικού και δειγμάτων από νεκροτομές και δικαστικές διερευνήσεις πραγματοποιείται υπό ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες βιολογικής επικινδυνότητας. Παράλληλα, στα εργαστήρια της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι επαγγελματίες υγείας και διεξάγεται εφαρμοσμένη έρευνα, το προσωπικό εκτίθεται στους ίδιους βιολογικούς, χημικούς και εργαστηριακούς κινδύνους, συμβάλλοντας παράλληλα στη διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης και της επιστημονικής εξέλιξης της χώρας.
Κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων, οι Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες και οι Παρασκευαστές Εργαστηρίων βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή της υγειονομικής κρίσης, αναλαμβάνοντας τόσο τη λήψη όσο και την εργαστηριακή επεξεργασία και ανάλυση χιλιάδων βιολογικών δειγμάτων σε καθημερινή βάση. Συμβάλαμε καθοριστικά στη διάγνωση, την επιδημιολογική επιτήρηση και τη διαχείριση της πανδημίας, εργαζόμενοι υπό συνθήκες αυξημένου βιολογικού κινδύνου και διαρκούς επαγγελματικής πίεσης. Χωρίς τη συμβολή μας, δεν θα ήταν δυνατή η έγκαιρη ανίχνευση των κρουσμάτων, η παρακολούθηση της διασποράς του ιού και η αποτελεσματική λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, παρά την καθολική αναγνώριση του ρόλου μας κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η Πολιτεία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει θεσμικά τον αυξημένο επαγγελματικό κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε καθημερινά.
Η εργαστηριακή διάγνωση αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης ιατρικής. Η συντριπτική πλειονότητα των ιατρικών αποφάσεων βασίζεται σε εργαστηριακά αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, οι επαγγελματίες που παράγουν αυτά τα αποτελέσματα παραμένουν εκτός των θεσμικών προβλέψεων που αναγνωρίζουν την επικινδυνότητα του επαγγέλματος.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη υποβάθμιση του επαγγέλματος λειτουργεί αποτρεπτικά για τους νέους επιστήμονες, επιδεινώνοντας τα ήδη σοβαρά προβλήματα στελέχωσης των δημόσιων εργαστηρίων. Σε μια εποχή όπου το Εθνικό Σύστημα Υγείας αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, η Πολιτεία οφείλει να υιοθετεί πολιτικές που ενισχύουν και όχι που αποθαρρύνουν την παραμονή εξειδικευμένων επιστημόνων στο δημόσιο σύστημα.
Ως επαγγελματίες υγείας, δεν ζητούμε προνομιακή μεταχείριση. Ζητούμε ίση μεταχείριση, αντικειμενική αξιολόγηση και έμπρακτη αναγνώριση της πραγματικότητας που βιώνουμε στους χώρους εργασίας μας.
Επιτέλους και κάτι σωστό και δίκαιο.
Όμως ταυτόχρονα άδικο για όλους τους υπόλοιπους υγειονομικούς (τραυματιοφορείς ,φυσιοθεραπευτές,τεχνολόγους ,ακτινολόγους ,μικροβιολογικά εργαστήρια ) που έρχονται σε άμεση επαφή με τους ασθενείς.
Ακόμα μεγαλύτερο άδικο για τους υγειονομικούς που έχουν στο επάγγελμα πάνω από 28 χρόνια δουλειάς κάτω από αντίξοες συνθήκες και τους λέτε ότι, για να κάνετε χρήση βαρέα και ανθυγιεινά (62χρονια) ΠΛΗΡΏΣΤΕ….είτε για βαρέα είτε να αναγνωρίσετε χρόνια από (παιδιά,σχολές στρατό). Τώρα που έγραψα για στρατό …άλλη αδικία για μας τους άνδρες, 18 μήνες φαντάρος για την Πατρίδα υποχρεωτικά και η Πατρίδα μου ζητάει να την πληρώσω για το χρόνο που με υποχρέωσε να την υπηρετήσω αντί αυτός ο χρόνος να μετρά σαν συντάξιμος.
Για να τελειώνουμε αν θέλετε να κάνετε κάτι σωστό :
1.Ένταξη όλων των υγειονομικών στα βαρέα
2.Δώστε σε όλους τους υγειονομικούς το δικαίωμα να μπορούν να φύγουν στα 62 χρόνια με πλήρη σύνταξη ( 40 ετών) χωρίς προϋποθέσεις και σε κάποιους συναδέλφους που συμπληρώνουν 40 χρόνια υπηρεσίας ανεξαρτήτως ηλικίας.
Ευχαριστώ πολύ
Η εξαίρεση των Τεχνολόγων Ακτινολογίας- Ακτινοθεραπείας (Τ.Α.Α.) και των Βοηθών Ραδιολογίας-Ακτινολογίας του Εθνικού Συστήματος Υγείας από την ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (Β.Α.Ε.) συνιστά μια εμφανή θεσμική αντίφαση και εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και με την υποχρέωση της Πολιτείας για προστασία της εργασίας και διασφάλιση ασφαλών συνθηκών απασχόλησης, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Συντάγματος.
Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία για την επέκταση του καθεστώτος των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων του Εθνικού Συστήματος Υγείας αναγνωρίζει ορθώς τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές συνθήκες εργασίας των νοσηλευτών, των βοηθών νοσηλευτών, των οδηγών και των διασωστών του ΕΚΑΒ. Ωστόσο, από το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης εξαιρούνται οι Τεχνολόγοι Ακτινολογίας-Ακτινοθεραπείας και οι Βοηθοί Ραδιολογίας-Ακτινολογίας, παρά το γεγονός ότι η αρμόδια Επιτροπή Κρίσεως Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (Επιτροπή Μπεχράκη) είχε ήδη από το 2020 εισηγηθεί την ένταξή τους στα Β.Α.Ε., κατόπιν αξιολόγησης των συνθηκών εργασίας και των επαγγελματικών κινδύνων που αντιμετωπίζουν.
Υπό το πρίσμα αυτό, γεννάται εύλογα το ερώτημα ποια επιστημονικά, τεχνικά ή νομικά κριτήρια ελήφθησαν υπόψη κατά τη διαμόρφωση της συγκεκριμένης ρύθμισης. Ιδίως δε όταν από το 2020 έως σήμερα δεν έχει δημοσιευθεί νεότερο πόρισμα ούτε έχει συγκροτηθεί νέα επιτροπή που να επανεξετάζει τα δεδομένα και τα συμπεράσματα της Επιτροπής Μπεχράκη. Ως εκ τούτου, αναδεικνύεται η ανάγκη περαιτέρω επιστημονικής τεκμηρίωσης και επικαιροποίησης της αξιολόγησης των επαγγελματικών ομάδων του χώρου της υγείας, ώστε οι σχετικές αποφάσεις να βασίζονται σε σύγχρονα, αντικειμενικά και πλήρως τεκμηριωμένα δεδομένα.
Υπό το πρίσμα αυτό, ανακύπτει η ανάγκη επανεξέτασης των κριτηρίων βάσει των οποίων καθορίζονται οι επαγγελματικές κατηγορίες που εντάσσονται στο καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων. Οι σημαντικές εξελίξεις που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο περιβάλλον εργασίας των επαγγελματιών υγείας, η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος, οι νέες απαιτήσεις των υπηρεσιών υγείας, καθώς και οι εμπειρίες που προέκυψαν από την πανδημία COVID-19, καθιστούν αναγκαία την επικαιροποίηση των διαθέσιμων δεδομένων.
Οι Τεχνολόγοι Ακτινολογίας-Ακτινοθεραπείας του Ε.Σ.Υ. εργάζονται καθημερινά σε περιβάλλοντα υψηλής επικινδυνότητας, διαχειριζόμενοι ιοντίζουσες και μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, χειριζόμενοι εξειδικευμένο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και παρέχοντας κρίσιμες υπηρεσίες σε όλο το φάσμα της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης. Η επαγγελματική τους δραστηριότητα διέπεται από το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο ακτινοπροστασίας που θεσπίστηκε με την Οδηγία 2013/59/Euratom του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Π.Δ. 101/2018 (ΦΕΚ Α΄ 194/20.11.2018), το οποίο καθορίζει βασικά πρότυπα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από την έκθεση σε ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
Πέραν της έκθεσής τους σε φυσικούς παράγοντες κινδύνου, οι Τ.Α.Α. παρέχουν υπηρεσίες σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας, χειρουργεία, τμήματα επειγόντων περιστατικών, κλινικές αποκατάστασης, μονάδες λοιμώξεων και λοιπές δομές όπου νοσηλεύονται βαρέως πάσχοντες και πολυτραυματίες ασθενείς. Ως εκ τούτου, εκτίθενται παράλληλα σε βιολογικούς, εργονομικούς και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, οι οποίοι συνθέτουν ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο εργασιακό περιβάλλον.
Η διεθνής και ευρωπαϊκή πρακτική αναγνωρίζει ότι η ένταξη ενός επαγγέλματος στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ύπαρξη ενός μόνο παράγοντα κινδύνου, αλλά με τη συνολική αξιολόγηση της συχνότητας, της έντασης και της διάρκειας έκθεσης των εργαζομένων σε επιβαρυντικούς παράγοντες. Ακριβώς αυτή η πολυπαραγοντική αξιολόγηση αποτέλεσε τη βάση του πορίσματος της Επιτροπής Μπεχράκη.
Κατά συνέπεια, η μη ένταξη των Τεχνολόγων Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας-Ακτινολογίας στο καθεστώς των Β.Α.Ε. δεν φαίνεται να εδράζεται σε νέα επιστημονικά δεδομένα ή σε διαφορετική αξιολόγηση των συνθηκών εργασίας τους. Αντιθέτως, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, της διοικητικής συνέπειας και της ασφάλειας δικαίου.
Η ένταξη των Τ.Α.Α. στα Β.Α.Ε. δεν αποτελεί ζήτημα προνομιακής μεταχείρισης ούτε συντεχνιακής διεκδίκησης. Αποτελεί ζήτημα εφαρμογής των πορισμάτων της αρμόδιας επιστημονικής επιτροπής, σεβασμού των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της προστασίας της εργασίας, καθώς και αναγνώρισης των αντικειμενικών συνθηκών υπό τις οποίες ασκείται το επάγγελμα.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η άμεση και πλήρης εφαρμογή του πορίσματος της Επιτροπής Μπεχράκη και η ένταξη των Τεχνολόγων Ακτινολογίας -Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας-Ακτινολογίας του Ε.Σ.Υ. στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, προκειμένου να αποκατασταθεί η θεσμική συνέπεια, η ίση μεταχείριση των επαγγελματιών υγείας και η αξιοπιστία της ίδιας της Πολιτείας.
Με τιμή,
Υποψήφια Διδάκτωρ – Οικονομολόγος Υγείας (MSc)
Πρ. Βοηθός Ραδιολογίας-Ακτινολογίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων. Με εκτίμηση Παύλου Εφη MSc PhD. Πρόεδρος ΠΕΤΙΕ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Ελπίζω η νέα διάταξη για την ένταξη των νοσηλευτών και των εργαζόμενων στο ΕΚΑΒ στα βαρέα και ανθυγιεινά να είναι η αρχή για την ένταξη όλων των παραϊατρικών επαγγελμάτων και των εργαζόμενων στις δομές υγείας που έρχονται σε επαφή με τους ασθενείς και τα παράγωγα τους .
Ολοι εργαζόμαστε σκληρά και σε επαφή με τα ίδια μικρόβια και τους κινδύνους ανάλογα με το αντικείμενο μας . Από τα μικροβιολογικά εργαστήρια ,τις απεικονιστικές εξετάσεις ,τις φυσιοθεραπείες και την μεταφορά τους μέσα σε όλο το νοσοκομείο.
Είναι άδικος ο διαχωρισμός του προσωπικού στις δομές υγείας . Πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα για όλους όσους έχουν ήδη πάρα πολλά χρόνια στην υπηρεσία όπως και για όσους μπήκαν πρόσφατα .
Περιμένουμε ένα δίκαιο αποτέλεσμα στην διαβούλευση ,δουλεύουμε πολλά χρόνια με έλλειψη προσωπικού ,με πολλές απαιτήσεις από διοίκηση και ασθενείς σε μια δουλειά δύσκολη για να την κάνεις μέχρι τα 70 .
Ας υπάρξει μια ίση μεταχείριση λοιπόν!
Όλοι οι συνάδελφοι που εργάζονται στα νοσοκομεία δρουν σε ανθυγιεινες συνθήκες
Από θέμα βαρύτητας της εργασίας ή πιο επιβαρυμενη ειδικότητα είναι των φυσικοθεραπευτων οι οποίοι θα μείνουν στον θάλαμο τουλάχιστον για 60 λεπτα και σε απόλυτα στενή επαφή με τον άρρωστο και επιπρόσθετα σηκώνουν και όλο το σωματικό βάρος του ασθενούς προσπαθώντας να τον φέρουν π.χ σε όρθια θεση (υπερΒΑΡΕΑ),μεταφορά από το κρεβάτι στην καρέκλα κ.λ.π
Ευχαριστώ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Εμείς, οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων, οι Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες και οι Παρασκευαστές Εργαστηρίων, που εργαζόμαστε στα Διαγνωστικά και Ερευνητικά Εργαστήρια των Δημοσίων Νοσοκομείων, στα Κέντρα Υγείας, στις Μονάδες Αιμοδοσίας, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στα Εργαστήρια Παθολογικής Ανατομικής, στα Τμήματα Διάλυσης Κυτταροτοξικών Φαρμάκων, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια της χώρας, στα Εργαστήρια των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, καθώς και στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση όπου εκπαιδεύονται οι αυριανοί επαγγελματίες του κλάδου, εκφράζουμε την έντονη απογοήτευση και αγανάκτησή μας για τον συνεχιζόμενο αποκλεισμό του επαγγέλματός μας από τα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ) και από την Α’ Κατηγορία του Επιδόματος Επικίνδυνης και Ανθυγιεινής Εργασίας.
Η πραγματικότητα των κινδύνων στους εργαστηριακούς χώρους
Καθημερινά ερχόμαστε σε άμεση επαφή με χιλιάδες βιολογικά δείγματα ανθρώπινης προέλευσης, πολλά εκ των οποίων ενδέχεται να περιέχουν παθογόνους μικροοργανισμούς υψηλού κινδύνου. Διαχειριζόμαστε:
• Αίμα, βιολογικά υγρά, ιστούς και άλλα δυνητικά μολυσματικά υλικά
• Τοξικούς χημικούς παράγοντες, καρκινογόνες ουσίες, κυτταροτοξικά φάρμακα
• Εξειδικευμένο εξοπλισμό, υπό συνθήκες συνεχούς βιολογικού, χημικού και εργασιακού κινδύνου
Στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια οι εργαζόμενοι διαχειρίζονται δείγματα ζωικής προέλευσης και εκτίθενται σε ζωοανθρωπονόσους και λοιπούς βιολογικούς παράγοντες υψηλού κινδύνου. Στις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, η επεξεργασία βιολογικού υλικού και δειγμάτων από νεκροτομές και δικαστικές διερευνήσεις πραγματοποιείται υπό ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες βιολογικής επικινδυνότητας. Στα εργαστήρια της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το προσωπικό εκτίθεται στους ίδιους κινδύνους, συμβάλλοντας παράλληλα στη διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης και της επιστημονικής εξέλιξης της χώρας.
Ο κρίσιμος ρόλος κατά την πανδημία COVID-19
Κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή της υγειονομικής κρίσης, αναλαμβάνοντας τόσο τη λήψη όσο και την εργαστηριακή επεξεργασία και ανάλυση χιλιάδων βιολογικών δειγμάτων σε καθημερινή βάση. Συμβάλαμε καθοριστικά στη:
• Διάγνωση
• Επιδημιολογική επιτήρηση
• Διαχείριση της πανδημίας
Εργαζόμενοι υπό συνθήκες αυξημένου βιολογικού κινδύνου και διαρκούς επαγγελματικής πίεσης, χωρίς τη συμβολή μας δεν θα ήταν δυνατή η έγκαιρη ανίχνευση των κρουσμάτων, η παρακολούθηση της διασποράς του ιού και η αποτελεσματική λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, παρά την καθολική αναγνώριση του ρόλου μας, η Πολιτεία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει θεσμικά τον αυξημένο επαγγελματικό κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε καθημερινά.
Η νομική αντίφαση στο Άρθρο 38 του νομοσχεδίου
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα ΒΑΕ, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως:
• Αιματολογικά
• Κυτταρολογικά
• Παθολογοανατομικά
• Ανοσολογικά
• Εργαστήρια Αιμοδοσίας
• Άλλα διαγνωστικά εργαστήρια
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Επιστημονική τεκμηρίωση της επικινδυνότητας
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις:
• Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή
• Η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων
• Η πανδημία COVID-19 ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο μας και τη διαρκή έκθεσή μας
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Η εργαστηριακή διάγνωση ως πυρήνας της σύγχρονης ιατρικής
Η εργαστηριακή διάγνωση αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης ιατρικής. Η συντριπτική πλειονότητα των ιατρικών αποφάσεων βασίζεται σε εργαστηριακά αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, οι επαγγελματίες που παράγουν αυτά τα αποτελέσματα παραμένουν εκτός των θεσμικών προβλέψεων που αναγνωρίζουν την επικινδυνότητα του επαγγέλματος.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη υποβάθμιση του επαγγέλματος λειτουργεί αποτρεπτικά για τους νέους επιστήμονες, επιδεινώνοντας τα ήδη σοβαρά προβλήματα στελέχωσης των δημόσιων εργαστηρίων. Σε μια εποχή όπου το Εθνικό Σύστημα Υγείας αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, η Πολιτεία οφείλει να υιοθετεί πολιτικές που ενισχύουν και όχι που αποθαρρύνουν την παραμονή εξειδικευμένων επιστημόνων στο δημόσιο σύστημα.
Ζητούμε ίση μεταχείριση, όχι προνομιακή
Ως επαγγελματίες υγείας, δεν ζητούμε προνομιακή μεταχείριση. Ζητούμε:
• Ιση μεταχείριση
• Αντικειμενική αξιολόγηση
• Έμπρακτη αναγνώριση της πραγματικότητας που βιώνουμε στους χώρους εργασίας μας
Συγκεκριμένες αιτήσεις
Για τους λόγους αυτούς ζητούμε:
1. Την άμεση ένταξη των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και Παρασκευαστών Εργαστηρίων στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα
2. Την υπαγωγή του κλάδου στην Α’ Κατηγορία του Επιδόματος Επικίνδυνης και Ανθυγιεινής Εργασίας
3. Την έναρξη ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου με εκπροσώπους των εργαζομένων και των επιστημονικών φορέων
4. Την συμπερίληψη του κλάδου Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 του νομοσχεδίου, ως προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης
Τελικός vision
Η αναγνώριση των συνθηκών εργασίας των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, των Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και των Παρασκευαστών Εργαστηρίων, ανεξαρτήτως αν υπηρετούν σε νοσοκομεία, κτηνιατρικές δομές, ιατροδικαστικές υπηρεσίες ή ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα επαγγελματικής δικαιοσύνης.
Αποτελεί ζήτημα:
• Προστασίας της δημόσιας υγείας
• Ασφάλειας στην εργασία
• Επιστημονικής επάρκειας
• Εύρυθμης λειτουργίας κρίσιμων υπηρεσιών του κράτους
Γιατί πράγματι οι νοσηλευτές και οι βοηθοί νοσηλευτών είναι η πρώτη γραμμή του συστήματος υγείας. Είναι αυτοί που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος στην καθημερινή φροντίδα του ασθενή, σε συνθήκες συχνά εξαντλητικές, δύσκολες και ψυχοφθόρες.
Όμως πρέπει να ακουστεί και ένα σοβαρό καμπανάκι για το μέλλον: οι νέοι πλέον δεν επιλέγουν εύκολα την ειδικότητα των βοηθών νοσηλευτών. Βλέπουν ένα επάγγελμα με μεγάλη ευθύνη, σωματική καταπόνηση, πίεση, εφημερίες, δύσκολη επαφή με ασθενείς και συγγενείς, αλλά όχι πάντα με την ανάλογη αναγνώριση και προοπτική.
Η νοσηλευτική και η βοηθητική νοσηλευτική δεν είναι «δεύτερη επιλογή». Είναι βασικός πυλώνας του συστήματος υγείας. Σε ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν πιο οργανωμένες εκπαιδευτικές διαδρομές, όπου η βασική νοσηλευτική εκπαίδευση λειτουργεί ως θεμέλιο για περαιτέρω εξειδικεύσεις στον χώρο της υγείας. Για παράδειγμα, στην Ουγγαρία η επαγγελματική εκπαίδευση έχει αναμορφωθεί με στόχο τη στενότερη σύνδεση με την αγορά εργασίας, ενώ σε ορισμένες νοσηλευτικές εξειδικεύσεις απαιτείται προηγούμενη βασική εκπαίδευση γενικού νοσηλευτή. ([CEDEFOP][1])
Άρα, αν θέλουμε να έχουμε αύριο προσωπικό στα νοσοκομεία, στις κλινικές και στις δομές φροντίδας, πρέπει σήμερα να στηρίξουμε τις σχολές βοηθών νοσηλευτών. Με περισσότερες θέσεις μαθητείας, καλύτερες συνθήκες πρακτικής άσκησης, επαγγελματικά δικαιώματα, δυνατότητες εξέλιξης και ουσιαστικά κίνητρα για τους μαθητές.
Δεν αρκεί να λέμε ότι οι νοσηλευτές είναι ήρωες. Πρέπει να κάνουμε το επάγγελμα ελκυστικό, αξιοπρεπές και βιώσιμο για τους νέους ανθρώπους. Διαφορετικά, σε λίγα χρόνια δεν θα ψάχνουμε απλώς για προσωπικό· θα αναρωτιόμαστε γιατί δεν φροντίσαμε εγκαίρως να το δημιουργήσουμ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Με εκτίμηση
ΧΡΥΣΑ ΜΩΡΑΙΤΗ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Οι Τεχνολόγοι Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και οι χειριστές εμφανιστές που εργάζονται σε νοσοκομεία και κέντρα υγείας σε περιβάλλοντα με ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες, που έρχονται σε μόνιμη καθημερινή επαφή με βαρέως πάσχοντες ασθενείς, μονάδες ΜΕΘ, covid και όλα τα περιστατικά που υπάρχουν σε αυτούς τους χώρους υγείας αντιμετωπίζουν τους ίδιους επαγγελματικούς κινδύνους με τους συναδέλφους νοσηλευτές που εργάζονται στα ίδια εργαστήρια. Η επιλογή της ένταξης σε μέρος εργαζομένων στα αντίστοιχα τμήματα υποβαθμίζει τη συμβολή των Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και Χειριστών Εμφανιστών και δημιουργεί εργαζόμενους δύο ταχυτήτων.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Με εκτίμηση
ΧΡΥΣΑ ΜΩΡΑΙΤΗ
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που ΔΕΝ απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, ΠΑΡΑΛΕΊΠΕΙ πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.