Άρθρο 1
Σκοπός
Σκοπός του Μέρους Α΄ είναι η συμβολή στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, με αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030, και στην ενίσχυση της σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των Α.Π.Ε., η απλούστευση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών αδειοδότησης έργων Α.Π.Ε., με θέσπιση δεσμευτικών προθεσμιών και ορισμό περιοχών επιτάχυνσης, η προώθηση καινοτόμων τεχνολογιών και υπηρεσιών ευελιξίας και η διεύρυνση του πλαισίου διαχείρισης των εγγυήσεων προέλευσης, μέσω της ενσωμάτωσης:
α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Οκτωβρίου 2023 για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας 98/70/ΕΚ όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου (L 31.10.2023),
β) της κατ’ εξουσιοδότηση Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 της Επιτροπής της 14ης Μαρτίου 2024 για την τροποποίηση του παραρτήματος IX της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την προσθήκη πρώτων υλών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιοαερίου (L 17.5.2024), και
γ) της μερικής ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 σχετικά με κοινούς κανόνες για τις εσωτερικές αγορές ανανεώσιμων αερίων, φυσικού αερίου και υδρογόνου, και με την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2023/1791 και την κατάργηση της οδηγίας 2009/73/ΕΚ (L 15.7.2024).
Άρθρο 2
Αντικείμενο
Αντικείμενο του Μέρους Α’ είναι η θέσπιση πλαισίου κανόνων για την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης των μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ηλεκτρικών δικτύων για την ενσωμάτωση της πράσινης ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα, καθώς και για τη χρήση, διαχείριση, επαλήθευση και αξιολόγηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στους τομείς των μεταφορών, της βιομηχανίας, της θέρμανσης ή ψύξης και των κτιρίων.




Ως πολίτης που αγωνιά για τον τόπο του, καταθέτω την έντονη διαφωνία μου με βασικά άρθρα του προτεινόμενου νομοσχεδίου. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος του φυσικού μας πλούτου, καθώς η αυθεντική πράσινη ανάπτυξη προϋποθέτει πρωτίστως τον σεβασμό της βιοποικιλότητας.
Ζητώ συγκεκριμένα:
Καμία «Περιοχή Επιτάχυνσης» χωρίς αυστηρά κριτήρια: Απορρίπτω τις fast-track αδειοδοτήσεις που παρακάμπτουν τις απαραίτητες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και τον ορθό χωροταξικό σχεδιασμό.
Ασπίδα προστασίας στα δάση: Απαιτώ την απόσυρση του Άρθρου 96, καθώς η συνεχιζόμενη παράταση νομιμοποίησης αυθαιρέτων δραστηριοτήτων σε δασικές εκτάσεις ακυρώνει πρακτικά το έργο των Δασικών Υπηρεσιών.
Λόγος στις τοπικές κοινωνίες: Είναι ανεπίτρεπτο να αφαιρείται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση το δικαίωμα της δεσμευτικής γνωμοδότησης για βιομηχανικά έργα που αλλοιώνουν ριζικά την περιοχή της.
Τα δάση μας, τα βουνά και οι προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 (που αποτελούν εθνικό κεφάλαιο και καλύπτουν σημαντικό τμήμα της χώρας ) δεν αποτελούν εκμεταλλεύσιμη γη. Απαιτείται ριζική αλλαγή του νομοσχεδίου για την απόλυτη διασφάλιση των οικοσυστημάτων. Το περιβάλλον είναι η προϋπόθεση για την επιβίωσή μας, όχι εμπόδιο στην πρόοδο.
«Συμμετέχω στη διαβούλευση για να εκφράσω την αντίθεσή μου σε κομβικές διατάξεις του νομοσχεδίου, οι οποίες θυσιάζουν το φυσικό περιβάλλον στον βωμό μιας ανεξέλεγκτης ενεργειακής επέκτασης. Η πραγματική πράσινη μετάβαση δεν επιτυγχάνεται με καταστροφή της βιοποικιλότητας.
Ζητώ τα εξής:
1) Όχι στις «Περιοχές Επιτάχυνσης» χωρίς κανόνες: Είναι αδιανόητη η αδειοδότηση με διαδικασίες fast-track χωρίς εξειδικευμένες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και χωρίς αναθεωρημένο Χωροταξικό Πλαίσιο.
2) Προστασία των δασών, όχι νομιμοποίηση αυθαιρεσιών: Το Άρθρο 96, που δίνει παρατάσεις για τη νομιμοποίηση παράνομων δραστηριοτήτων σε δασικές εκτάσεις, υποβαθμίζει τον ρόλο των Δασικών Υπηρεσιών και πρέπει να αποσυρθεί.
3) Σεβασμός στις τοπικές κοινωνίες: Ο περιορισμός του δικαιώματος της τοπικής αυτοδιοίκησης να εκφέρει δεσμευτική άποψη για τη χωροθέτηση βιομηχανικών έργων στον τόπο της είναι βαθιά προβληματικός.
Τα βουνά, τα δάση και οι περιοχές Natura 2000 δεν είναι απλά οικόπεδα προς εκμετάλλευση. Ζητώ την άμεση τροποποίηση του νομοσχεδίου με γνώμονα την αυστηρή προστασία των οικοσυστημάτων.»
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως: Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:
—
8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
ΚΑΜΙΑ ΑΠΕ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΈΣ NATURA , ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΉ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ !!!
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
ΓΙΑ το Δ. Σ. του Συλλόγου ΣΙΔΕΡΙΤΗΣ
Ο πρόεδρος του Δ.Σ.
Ηλίας Καραμπάς
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:
—
8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Η Ένωση Ξενοδόχων Ευβοιας και Σκύρου παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που αφορά τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Θέλουμε εξαρχής να καταστήσουμε σαφές ότι δεν είμαστε αντίθετοι στην ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Αντιθέτως, αναγνωρίζουμε τον κρίσιμο ρόλο τους στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και στη μετάβαση σε ένα βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο.
Ωστόσο, βασική προϋπόθεση για την αποδοχή τέτοιων έργων είναι ο απόλυτος σεβασμός στο φυσικό περιβάλλον, στην τοπική φυσιογνωμία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Ειδικότερα:
Για την Εύβοια, επισημαίνουμε ότι η επιβάρυνση από έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλή. Η περαιτέρω συγκέντρωση τέτοιων εγκαταστάσεων δημιουργεί σοβαρά ζητήματα αλλοίωσης του τοπίου και υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο αποτελεί βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα για την τουριστική ανάπτυξη του νησιού.
Για τη Σκύρο, θεωρούμε απαραίτητο να ληφθεί σοβαρά υπόψη η ξεκάθαρη και επανειλημμένα εκφρασμένη αντίθεση της τοπικής κοινωνίας σε μεγάλης κλίμακας ενεργειακά έργα, τα οποία ενδέχεται να αλλοιώσουν ανεπανόρθωτα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το οικοσύστημα του νησιού.
Η Εύβοια και η Σκύρος αποτελούν κατεξοχήν τουριστικούς προορισμούς που έχουν επιλέξει συνειδητά ένα μοντέλο ήπιας τουριστικής ανάπτυξης και βιώσιμου τουρισμού. Η διατήρηση της φυσικής ομορφιάς, της αυθεντικότητας και της περιβαλλοντικής ισορροπίας δεν είναι μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και βασικός πυλώνας της τοπικής οικονομίας.
Η άναρχη ή υπερβολική εγκατάσταση μεγάλων ενεργειακών έργων εγκυμονεί τον κίνδυνο βιομηχανοποίησης των περιοχών, με άμεσες αρνητικές συνέπειες στον τουρισμό, στην τοπική επιχειρηματικότητα και στη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών.
Για τους λόγους αυτούς, ζητούμε:
Τη θέσπιση αυστηρότερων κριτηρίων χωροθέτησης έργων ΑΠΕ, με ιδιαίτερη πρόβλεψη για τουριστικές και περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές.
Τον καθορισμό ανώτατων ορίων φέρουσας ικανότητας ανά περιοχή.
Την ουσιαστική συμμετοχή και συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στη λήψη αποφάσεων.
Την προστασία περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και τουριστικής σημασίας από μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει εις βάρος του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών.
Οφείλει να είναι δίκαιη, ισορροπημένη και πραγματικά βιώσιμη.
Εκ μέρους του Δ.Σ. της ΕΞΕ
Η Πρόεδρος
Κουτσούπη Άννα
Όταν η “Πράσινη Ανάπτυξη” Απειλεί το Ιδιο το Πράσινο!
Αυτές τις ημέρες του ΠΑΣΧΑ βρίσκεται σε διαβούλευση μέχρι την Τριτη 14/ΑΠΡ/2026 και ωρα 10.00!!! …το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο:
«Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του»
Το νέο νομοσχέδιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τις περιοχές Natura 2000 παρουσιάζεται ως εργαλείο επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης!
https://www.opengov.gr/minenv/?p=13883
Η προστασία της φύσης δεν είναι διαπραγματεύσιμη για χάρη καμίας τεχνολογίας! Ούτε παλιάς, ούτε καινούργιας, ούτε «πράσινης»!
-Το Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθρο 24) επιβάλλει αυξημένη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος!
-Δεν λέει “εφόσον το επιτρέπουν οι επενδύσεις”. Δεν λέει “εφόσον υπάρχει επιτάχυνση”. Δεν λέει “εφόσον το απαιτεί η αγορά”. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΛΕΕΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ!
Και το άρθρο 101 παρ. 4 αναγνωρίζει ρητά τη νησιωτικότητα ως ειδική συνθήκη που απαιτεί ιδιαίτερη μέριμνα!
Τα νησιά και τα βουνά δεν είναι ενεργειακά οικόπεδα! Δεν είναι βιομηχανικές ζώνες! Δεν είναι αποθήκες εγκατάστασης ανεμογεννητριών! Είναι τοπία! Είναι πολιτισμός! Είναι ταυτότητα! Είναι τρόπος ζωής!
Το νομοσχέδιο στο συνολο του κινείται στη λογική της ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ! Με εκπτώσεις στίς διαδικασίες!
Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: Καμία επιτάχυνση δεν μπορεί να είναι υπέρ της προστασίας της φύσης!
-Η φύση δεν προστατεύεται στα γρήγορα! Δεν αξιολογείται σε προθεσμίες πίεσης! Δεν αντέχει fast track λογικές!
-Όταν συμπιέζεις τους χρόνους ελέγχου, συμπιέζεις την ουσία του ελέγχου!
-Όταν περιορίζεις τις γνωμοδοτήσεις, περιορίζεις τη δημοκρατία!
-Όταν μετατρέπεις την αδειοδότηση σε διαδικασία “σιωπηρής έγκρισης”, μετατρέπεις το περιβάλλον σε διαχειριστική λεπτομέρεια!
Στο όνομα της πράσινης ενέργειας, καταστρέφουμε οτι ειναι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΑΣΙΝΟ!
Δεν μπορεί να μιλάμε για βιωσιμότητα, όταν αλλοιώνουμε κορυφογραμμές, όταν παρεμβαίνουμε σε περιοχές Natura, όταν βιομηχανοποιούμε τοπία που είναι οικονομικά βιώσιμα ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ!
-Η πράσινη ενέργεια, όπως εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα, -ΔΕΝ γίνεται με όρους Εθνικού σχεδιασμού και Εθνικού σεβασμού!
-Γίνεται με όρους πίεσης επενδυτικών συμφερόντων!
-Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο χωροταξικό.
-Δεν υπάρχει σαφής ιεράρχηση περιοχών αποκλεισμού!
-Δεν υπάρχει η συναίνεση τοπικών κοινωνιών ως προυπόθεση των επενδύσεων, οπως εχει αναφερθεί αρμοδίως, πολύ- πολύ πρόσφατα!
-Υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον — και η πολιτεία τρέχει να το προλάβει!
Αυτό δεν είναι ενεργειακή στρατηγική. Είναι ΧΩΡΙΚΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ!
Η τεχνολογία είναι περαστική! ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΙΜΟ!
Σήμερα στην Ελλάδα μιλάμε για ανεμογεννήτριες. Αύριο θα μιλάμε για κάτι άλλο. Οι τεχνολογίες αλλάζουν κάθε δεκαετία. Αλλά το βουνό που κόπηκε δεν επανέρχεται! Η κορυφογραμμή που αλλοιώθηκε δεν ξαναγίνεται ίδια. Το οικοσύστημα που διαταράχθηκε δεν επανέρχεται στην αρχική του ισορροπία!
Και όταν ΒΙΆΖΕΤΑΙ ΤΟ ΤΟΠΙΟ, δεν καταστρέφεται μόνο η ΦΥΣΗ!
-Καταστρέφεται η οικονομία που στηρίζεται σε αυτήν! -Καταστρέφεται η πολιτισμική ταυτότητα!
-Καταστρέφεται η συνοχή της κοινωνίας! Αλλάζει η νοοτροπία! -Αλλάζει ο τόπος!
Αυτό δεν είναι ιδεολογική θέση! Είναι πραγματικότητα!
Η προστασία του περιβάλλοντος είναι διαγενεακή υποχρέωση! Δεν είναι εργαλείο οικονομικού κύκλου!
Το νομοσχέδιο, στο σύνολό του, εκπέμπει ένα επικίνδυνο μήνυμα:
Ότι ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ είναι υπέρτατη αξία! Ότι η περιβαλλοντική διαδικασία είναι εμπόδιο.
Ότι οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να προσαρμοστούν. Εμείς λέμε το αντίθετο!
Η φύση δεν προσαρμόζεται στις προθεσμίες των επενδυτών! Το Σύνταγμα δεν προσαρμόζεται στις πιέσεις της αγοράς!
Οι νησιωτικές και ορεινές περιοχές δεν είναι αναλώσιμες!
Όταν στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης καταστρέφεται το αυθεντικό πράσινο της χώρας, τότε έχουμε χάσει το μέτρο!
Η ΦΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΟ!
Αν το χάσουμε, δεν θα το αναπληρώσει καμία επιδότηση, καμία τεχνολογία και καμία επένδυση!
-Ζούμε σε μια εποχή όπου οι συγκρούσεις δεν γίνονται μόνο με όπλα!
-Γίνονται με οικονομική ισχύ, με επενδυτική πίεση, με το «δίκαιο του ισχυρού»!
-Οι αποφάσεις συχνά διαμορφώνονται από τα συμφέροντα εκείνων που έχουν μεγαλύτερη επιρροή και κεφάλαιο. Αυτή είναι η πραγματικότητα!
Όμως το ερώτημα είναι απλό: επειδή συμβαίνει, οφείλουμε να συναινέσουμε;
-Δεν είναι ρεαλισμός να υποχωρείς επειδή «έτσι λειτουργεί ο κόσμος». Ρεαλισμός είναι να γνωρίζεις την πίεση και να κρατάς τη γραμμή σου.
-Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλία!
-Να ανοίξει θεσμική συζήτηση. Να διαμορφώσει ενιαία θέση για την προστασία των προστατευόμενων περιοχών, για τα όρια της επιτάχυνσης και για τη συνταγματική κατοχύρωση της νησιωτικότητας.
Δεν πρόκειται για αντιπαράθεση!
Πρόκειται για θεσμική ευθύνη!
Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε γνωμοδοτικό ρόλο όταν μεταβάλλονται οι όροι διαχείρισης του φυσικού κεφαλαίου της χώρας!
Αν η εποχή χαρακτηρίζεται από έντονη σύγκρουση συμφερόντων, τότε Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΟΣ!
-Δεν είναι να ακολουθούν το ρεύμα. Είναι να κρατούν τη σταθερότητα!
-Και η σταθερότητα, για τους Δήμους, σημαίνει ένα πράγμα:
Να διασφαλίζουν ότι Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΕΛΑΒΑΝ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟΣ!
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:
—
8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Η οδηγία RED III 2023/2413 για την επιτάχυνση εγκατάστασης σταθμών ΑΠΕ στο ηλεκτρικό δίκτυο και εκτός δικτύου με σκοπό την παραγώγη συνθετικών καυσίμων, αλλά και την δημιουργία σχημάτων για την εκμετάλλευση των δασών στην παραγωγή βιοκαυσίμων και η ενσωμάτωση της στο ελληνικό εθνικλο δίκαιο θα αποτελέσει τη χαριστικη βολή στην όποια εναπομένουσα θεσμικλη προστασία των ελληνικών οικοσυστημάτων υπάρχει. Οι ελληνικές μνημονιακές κυβερνήσεις και βουλευτικα κόμματα αφού υποθήκευσαν τη χώρα και την ελληνική κοινωνία και πλέον ξεπουλουν κομμάτι κομμάτι την ελληνική επικράτεια, με το παρόν νομοσχέδιο αφαιρούν και τα οποια εναπομένοντα προσχήματα στο να καταστήσουν οι εργολάβοι με βραχυπρόθεσμο αναλογικά οικονομικό κέρδος την ελληνικη επικρατεια και ειδικά την ύπαιθρο χώρα ενα απέραντο οικολογικό, ενεργειακό και κοινωνικό νεκροταφείο. Επομένως δε συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».——-Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ. Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή. Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση». Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου. Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον. Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ. Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο. Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. 1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας». Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον. Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία». 2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…». Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν. Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία. Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου. Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Δεν νοείται αειφόρος ανάπτυξη χωρίς ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των σχετικών αποφάσεων.
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:
—
8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Εκφράζω την αντίθεσή μου σε κομβικές διατάξεις του νομοσχεδίου, οι οποίες θυσιάζουν το φυσικό περιβάλλον στον βωμό μιας ανεξέλεγκτης ενεργειακής επέκτασης.
1) Όχι στις «Περιοχές Επιτάχυνσης» χωρίς κανόνες: Είναι αδιανόητη η αδειοδότηση με διαδικασίες fast-track χωρίς εξειδικευμένες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και χωρίς αναθεωρημένο Χωροταξικό Πλαίσιο.
2) Προστασία των δασών, όχι νομιμοποίηση αυθαιρεσιών: Το Άρθρο 96, που δίνει παρατάσεις για τη νομιμοποίηση παράνομων δραστηριοτήτων σε δασικές εκτάσεις, υποβαθμίζει τον ρόλο των Δασικών Υπηρεσιών και πρέπει να αποσυρθεί.
3) Σεβασμός στις τοπικές κοινωνίες: Ο περιορισμός του δικαιώματος της τοπικής αυτοδιοίκησης να εκφέρει δεσμευτική άποψη για τη χωροθέτηση βιομηχανικών έργων στον τόπο της είναι βαθιά προβληματικός.
Τα βουνά, τα δάση και οι περιοχές Natura 2000 δεν είναι οικόπεδα προς εκμετάλλευση. Ζητώ την άμεση τροποποίηση του νομοσχεδίου με γνώμονα την αυστηρή προστασία των οικοσυστημάτων.
Η προστασία της φύσης δεν είναι διαπραγματεύσιμη για χάρη καμίας τεχνολογίας! Ούτε παλιάς, ούτε καινούργιας, ούτε «πράσινης»!
Τα νησιά και τα βουνά δεν είναι ενεργειακά οικόπεδα! Δεν είναι βιομηχανικές ζώνες! Δεν είναι αποθήκες εγκατάστασης ανεμογεννητριών! Είναι τοπία! Είναι πολιτισμός! Είναι ταυτότητα! Είναι τρόπος ζωής!
Η προστασία της φύσης δεν είναι διαπραγματεύσιμη για χάρη καμίας τεχνολογίας! Ούτε παλιάς, ούτε καινούργιας, ούτε «πράσινης»!
-Το Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθρο 24) επιβάλλει αυξημένη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος!
-Δεν λέει “εφόσον το επιτρέπουν οι επενδύσεις”. Δεν λέει “εφόσον υπάρχει επιτάχυνση”. Δεν λέει “εφόσον το απαιτεί η αγορά”. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΛΕΕΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ!
Και το άρθρο 101 παρ. 4 αναγνωρίζει ρητά τη νησιωτικότητα ως ειδική συνθήκη που απαιτεί ιδιαίτερη μέριμνα!
Τα νησιά και τα βουνά δεν είναι ενεργειακά οικόπεδα! Δεν είναι βιομηχανικές ζώνες! Δεν είναι αποθήκες εγκατάστασης ανεμογεννητριών! Είναι τοπία! Είναι πολιτισμός! Είναι ταυτότητα! Είναι τρόπος ζωής! Ty
Η προστασία της φύσης δεν είναι διαπραγματεύσιμη για χάρη καμίας τεχνολογίας! Ούτε παλιάς, ούτε καινούργιας, ούτε «πράσινης»!
-Το Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθρο 24) επιβάλλει αυξημένη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος!
-Δεν λέει “εφόσον το επιτρέπουν οι επενδύσεις”. Δεν λέει “εφόσον υπάρχει επιτάχυνση”. Δεν λέει “εφόσον το απαιτεί η αγορά”. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΛΕΕΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ!
Και το άρθρο 101 παρ. 4 αναγνωρίζει ρητά τη νησιωτικότητα ως ειδική συνθήκη που απαιτεί ιδιαίτερη μέριμνα!
Τα νησιά και τα βουνά δεν είναι ενεργειακά οικόπεδα! Δεν είναι βιομηχανικές ζώνες! Δεν είναι αποθήκες εγκατάστασης ανεμογεννητριών! Είναι τοπία! Είναι πολιτισμός! Είναι ταυτότητα! Είναι τρόπος ζωής!
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Διαφωνώ με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες
παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura
με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος,
που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το
κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το
άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το
διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012
για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο
αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής
των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη
περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη
Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να
κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων
και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς
μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν
επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το
Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού
περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η
νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους
αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την
αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της
παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης –
ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό,
τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή
επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν,
ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική
πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται
να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του
παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus
Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το
ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το
νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως
γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και
ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές
Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο,
δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε
ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα
παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό
δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν
προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί
παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας
είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των
στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά
τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη
διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης
είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται
στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του.
Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν
μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας.
Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’
εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες
και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του
Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την
έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις
ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την
έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν.
998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν
εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος
αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης
διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο,
δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’
εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης
σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε
είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και
πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων
υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς
και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων
υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος
καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η
πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους
λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση
της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή
πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί
χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών,
παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του
παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και
δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979
συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας
προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν.
998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36
του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η
ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής
τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι
απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη
δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
(Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και
τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται
από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική
αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της
ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής
Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από
τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά
της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι
την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο
της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται
έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες
ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την
προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό
Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ
στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους
περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη
ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα
προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό
υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία
προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό
με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι
για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020)
και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για
την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω
μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για
την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε
πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη
συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών
σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό
Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη
διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές
αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο
προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη
μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο
τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura
είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να
καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για
την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη
επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη
ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων
εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Το χωριό μας, η Αγία Ευθυμία Φωκίδας, έδρα του Συλλόγου μας, βρίσκεται εντός κηρυγμένου από το 1991 Αρχαιολογικού Χώρου (Αρχαία Μυωνία). Αποτελούσε τμήμα του Δελφικού Τοπίου μαζί με την ευρύτερη περιοχή πέριξ αυτής μέχρι και το 2012. Δυστυχώς, στη συνέχεια τα όρια του Δελφικού Τοπίου περιορίστηκαν, η ευρύτερη περιοχή της Αγίας Ευθυμίας έμεινε εκτός και από τότε έγινε στόχος εγκατάστασης Φ/Β σταθμών.
Μέχρι σήμερα έχουν δοθεί πέντε (5) άδειες, η μία εκ των οποίων βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο αποπεράτωσης. Αν υποθέσουμε ότι όλα τα έργα θα περατωθούν, τότε ο Αρχαιολογικός Χώρος της Αγίας Ευθυμίας θα περικυκλωθεί, η δε αρχαιολογική αξία θα υποβαθμιστεί και το περιβάλλον θα αλλοιωθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι από οποιοδήποτε σημείο της ευρύτερης περιοχής της πόλης των Δελφών θα φαίνεται αυτός ο τεράστιος Φ/Β σταθμός, δημιουργώντας αφενός οπτική όχληση, αφετέρου καταστροφή του ιστορικού Δελφικού τοπίου.
Επίσης, να σημειωθεί ότι ο παραχωρηθείς χώρος εγκατάστασης του Φ/Β σταθμού βρίσκεται εντός περιοχής NATURA 2000 με τίτλο «Ευρύτερη Περιοχή Γαλαξιδίου». Η παρούσα επιστολή μας αποτελεί επείγουσα καταγγελία και κραυγή αγωνίας για την συντελούμενη περιβαλλοντική και πολιτιστική καταστροφή.
Το Δελφικό Τοπίο, έτσι όπως αρχικά είχε οριοθετηθεί, ανταποκρινόταν στο τεράστιο μέγεθος της ιστορικότητας όλης της περιοχής. Είναι μοναδικό στον κόσμο και έχουμε την υποχρέωση όλοι μας να το προστατεύσουμε και να το διαφυλάξουμε ανά τους αιώνες. Το τοπίο μας είναι συνδυασμός ιστορικότητας, οικοσυστήματος και άριστου κλίματος, για αυτούς τους λόγους όλη η περιοχή έχει κηρυχθεί NATURA.
Ο Σύλλογός μας ιδρύθηκε το 2021 και έχει ως κύριο στόχο την ανάδειξη της Αρχαίας Μυωνίας. Όλοι μας είμαστε εξοργισμένοι με την αλλαγή του τοπίου που συντελείται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη των κατοίκων και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η προστασία των Δελφών δεν είναι τυπική υποχρέωση αλλά θεμελιώδες καθήκον. Κάθε καθυστέρηση εντείνει μια καταστροφή που ενδέχεται σύντομα να καταστεί μη αναστρέψιμη.
Για μία ακόμη φορά καταγγέλλουμε ότι η διατήρηση της Παγκόσμιας Κληρονομιάς του Δελφικού Τοπίου πρέπει να διαφυλαχθεί ανά τους αιώνες, γιατί δεν αφορά μόνο τους Έλληνες αλλά όλο τον κόσμο. Στο πλευρό μας βρίσκονται και άλλοι σύλλογοι και ομάδες οικολόγων ολόκληρης της περιοχής μας.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κλπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η
Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες
παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura
με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος,
που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το
κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το
άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το
διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012
για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο
αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής
των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη
περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη
Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να
κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων
και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς
μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν
επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το
Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού
περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η
νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους
αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την
αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της
παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης –
ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό,
τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή
επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν,
ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική
πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται
να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του
παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus
Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το
ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το
νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως
γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και
ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές
Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο,
δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε
ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα
παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό
δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν
προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί
παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας
είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των
στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά
τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη
διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης
είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται
στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του.
Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν
μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας.
Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’
εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες
και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του
Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την
έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις
ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την
έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν.
998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν
εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος
αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης
διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο,
δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’
εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης
σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε
είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και
πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων
υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς
και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων
υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος
καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η
πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους
λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση
της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή
πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί
χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών,
παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του
παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και
δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979
συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας
προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν.
998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36
του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η
ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής
τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι
απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη
δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
(Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και
τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται
από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική
αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της
ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής
Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από
τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά
της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι
την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο
της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται
έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες
ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την
προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό
Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ
στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους
περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη
ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα
προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό
υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία
προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό
με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι
για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020)
και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για
την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω
μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για
την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε
πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη
συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών
σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό
Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη
διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές
αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο
προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη
μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο
τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura
είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να
καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για
την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη
επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη
ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων
εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κλπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κλπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Δε θα έπρεπε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες αλλά να γίνουν ακόμη πιο αυστηρές.
——-Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση
Αθήνα, 11 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
——-
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 11 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
——-
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Διαφωνώ με το νομοσχέδιο και την διευκόλυνση της διαδικασίας καταπάτησης δημόσιας γης.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ. Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή. Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση». Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου. Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον. Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ. Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο. Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. 1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας». Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον. Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία». 2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…». Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν. Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία. Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου. Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η
Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις,
τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή
της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΌΝΌΣ: ΕΞΌΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΌΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΌΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που
ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο
αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Οπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο
61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των
πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή
νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως
εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών
και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο
(2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι
πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να
ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με
δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν
πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις
επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο
για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των
περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση
των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα
τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά
τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης
-ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΌΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΌΣ ΠΑΡΌΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΌΣΤΑΣΙΑΣ
Ολα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό
και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του
φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Οφειλαν, ως εκ τούτου, να
ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να
συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει
»
5K&)L(M-A-5G33+-E?;@>..?#K&)L(MNOP(Q&RST$
/>.–@A>@33>..-@@3+>..E@E=@3+»5
* ,
*
U : ,
#2 : 6
1**$>?5
.»
»5* +
* /
,
»
*:
» *
J * 1
F
J
*
Γ. ΌΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΌΥ ΝΌΜΌΣΧΕΔΙΌΥ
1 »
5 *
1.
5A?, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη
ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως
αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση
της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979,
όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν
για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο
ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την
ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται
διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής
νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε
δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους
όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών
προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες
Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών
και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής
τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή,
επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από
πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται
υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες
συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των
αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι
αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια,
ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου
χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των
περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους
μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την
έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά
ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη
διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων
αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που
τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και
εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ένέργειας
(Α.Π.Έ.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Έπιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα
μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από
τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του
ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ
με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης
(ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη
επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής
(δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση
των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της
Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν
τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές
Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των
οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό.
Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά
κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που
προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα.
Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν
θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των
ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της
ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την
προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη
καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της
Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει
διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα
του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του
προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των
υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα
(Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για μη συμμόρφωση
προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.
Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και
Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται
αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του
περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα
προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη
συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε
αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν
τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και
αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της
λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των
περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε
είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η
Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις,
τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή
της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΌΝΌΣ: ΕΞΌΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΌΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΌΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που
ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο
αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Οπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο
61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των
πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή
νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως
εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών
και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο
(2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι
πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να
ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με
δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν
πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις
επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο
για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των
περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση
των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα
τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά
τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης
-ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΌΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΌΣ ΠΑΡΌΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΌΣΤΑΣΙΑΣ
Ολα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό
και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του
φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Οφειλαν, ως εκ τούτου, να
ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να
συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει
»
5K&)L(M-A-5G33+-E?;@>..?#K&)L(MNOP(Q&RST$
/>.–@A>@33>..-@@3+>..E@E=@3+»5
* ,
*
U : ,
#2 : 6
1**$>?5
.»
»5* +
* /
,
»
*:
» *
J * 1
F
J
*
Γ. ΌΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΌΥ ΝΌΜΌΣΧΕΔΙΌΥ
1 »
5 *
1.
5A?, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη
ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως
αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση
της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979,
όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν
για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο
ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την
ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται
διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής
νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε
δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους
όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών
προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες
Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών
και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής
τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή,
επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από
πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται
υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες
συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των
αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι
αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια,
ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου
χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των
περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους
μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την
έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά
ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη
διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων
αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που
τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και
εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ένέργειας
(Α.Π.Έ.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Έπιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα
μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από
τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του
ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ
με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης
(ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη
επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής
(δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση
των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της
Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν
τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές
Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των
οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό.
Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά
κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που
προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα.
Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν
θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των
ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της
ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την
προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη
καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της
Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει
διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα
του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του
προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των
υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα
(Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για μη συμμόρφωση
προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.
Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και
Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται
αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του
περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα
προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη
συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε
αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν
τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και
αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της
λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των
περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε
είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η
Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις,
τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή
της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΌΝΌΣ: ΕΞΌΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΌΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΌΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που
ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο
αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Οπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο
61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των
πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή
νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως
εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών
και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο
(2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι
πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να
ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με
δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν
πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις
επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο
για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των
περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση
των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα
τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά
τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης
-ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΌΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΌΣ ΠΑΡΌΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΌΣΤΑΣΙΑΣ
Ολα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό
και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του
φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Οφειλαν, ως εκ τούτου, να
ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να
συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει
»
5K&)L(M-A-5G33+-E?;@>..?#K&)L(MNOP(Q&RST$
/>.–@A>@33>..-@@3+>..E@E=@3+»5
* ,
*
U : ,
#2 : 6
1**$>?5
.»
»5* +
* /
,
»
*:
» *
J * 1
F
J
*
Γ. ΌΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΌΥ ΝΌΜΌΣΧΕΔΙΌΥ
1 »
5 *
1.
5A?, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη
ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως
αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση
της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979,
όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν
για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο
ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την
ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται
διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής
νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε
δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους
όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών
προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες
Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών
και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής
τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή,
επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από
πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται
υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες
συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των
αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι
αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια,
ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου
χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των
περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους
μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την
έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά
ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη
διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων
αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που
τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και
εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ένέργειας
(Α.Π.Έ.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Έπιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα
μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από
τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του
ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ
με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης
(ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη
επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής
(δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση
των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της
Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν
τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές
Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των
οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό.
Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά
κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που
προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα.
Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν
θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των
ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της
ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την
προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη
καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της
Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει
διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα
του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του
προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των
υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα
(Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για μη συμμόρφωση
προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.
Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και
Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται
αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του
περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα
προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη
συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε
αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν
τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και
αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της
λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των
περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε
είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η
Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις,
τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή
της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΌΝΌΣ: ΕΞΌΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΌΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΌΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που
ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο
αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Οπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο
61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των
πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή
νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως
εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών
και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο
(2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι
πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να
ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με
δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν
πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις
επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο
για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των
περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση
των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα
τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά
τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης
-ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΌΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΌΣ ΠΑΡΌΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΌΣΤΑΣΙΑΣ
Ολα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό
και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του
φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Οφειλαν, ως εκ τούτου, να
ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να
συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει
»
5K&)L(M-A-5G33+-E?;@>..?#K&)L(MNOP(Q&RST$
/>.–@A>@33>..-@@3+>..E@E=@3+»5
* ,
*
U : ,
#2 : 6
1**$>?5
.»
»5* +
* /
,
»
*:
» *
J * 1
F
J
*
Γ. ΌΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΌΥ ΝΌΜΌΣΧΕΔΙΌΥ
1 »
5 *
1.
5A?, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη
ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως
αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση
της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979,
όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν
για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο
ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την
ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται
διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής
νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε
δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους
όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών
προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες
Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών
και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής
τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή,
επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από
πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται
υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες
συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των
αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι
αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια,
ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου
χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των
περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους
μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την
έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά
ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη
διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων
αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που
τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και
εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ένέργειας
(Α.Π.Έ.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Έπιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα
μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από
τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του
ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ
με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης
(ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη
επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής
(δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση
των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της
Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν
τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές
Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των
οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό.
Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά
κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που
προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα.
Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν
θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των
ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της
ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την
προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη
καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της
Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει
διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα
του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του
προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των
υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα
(Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για μη συμμόρφωση
προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.
Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και
Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται
αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του
περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα
προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη
συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε
αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν
τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και
αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της
λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των
περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε
είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Ως «Φυσιολατρικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Μετσόβου» δε συμφωνoύμε με το νομοσχέδιο και υιοθετούμε πλήρως το κείμενο που υπέβαλε το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, το οποίο παραθέτουμε αυτούσιο κατωτέρω :
«Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
——-
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr«
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κλπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες
παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura
με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
Σελ: 2 από 2
φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος,
που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το
κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει
επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το
άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το
διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012
για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο
αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής
των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη
περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη
Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να
κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων
και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς
μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν
επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το
Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού
περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η
νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους
αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την
αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της
παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης –
ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
Σελ: 3 από 2
προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό,
τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή
επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν,
ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική
πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται
να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του
παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus
Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το
ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το
νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως
γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και
ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές
Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο,
δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε
ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα
παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό
δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν
προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί
παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας
είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των
στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά
τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη
διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης
είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται
στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του.
Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν
μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας.
Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’
εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες
και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Σελ: 4 από 2
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του
Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την
έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις
ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την
έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν.
998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν
εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος
αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης
διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο,
δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’
εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης
σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε
είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και
πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων
υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς
και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων
υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος
καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η
πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους
λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση
της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή
πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί
χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών,
παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του
παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και
Σελ: 5 από 2
δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979
συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας
προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν.
998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36
του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η
ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής
τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι
απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη
δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
(Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και
τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται
από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική
αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της
ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής
Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από
τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά
της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι
την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
Σελ: 6 από 2
ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο
της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται
έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες
ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την
προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό
Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ
στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους
περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη
ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα
προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό
υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία
προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό
με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι
για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020)
και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για
την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω
μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για
την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε
πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη
συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών
σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό
Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη
διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές
αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο
προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
Σελ: 7 από 2
αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη
μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο
τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura
είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να
καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για
την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη
επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη
ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων
εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Δε θα έπρεπε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες αλλά να γίνουν ακόμη πιο αυστηρές.
——-Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Μαρία Καραμανώφ
Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κλπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Άρθρο 61 «Απλούστευση διαδικασίας υλοποίησης μικρών Υδροηλεκτρικών Σταθμών …»
Με το άρθρο 61, που τροποποιεί το άρθρο 31Α του Ν.4951/2022, εισάγονται ρυθμίσεις για το Μικρά Υδροηλεκτρικά έργα με ισχύ μικρότερη των 15MW, δηλ. τα έργα Α2 και Β κατηγορίας για περιβαλλοντική αδειοδότηση (αρμοδιότητας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Περιφερειών αντίστοιχα). Αυτά τα έργα (κύρια τα Α2) αποτελούν το σύνολο των Μικρών Υδροηλεκτρικών που αδειοδοτούνται και κατασκευάζονται τα τελευταία χρόνια σε όλα τα ποτάμια και ρέματα.
Η σημαντικότερες ρυθμίσεις που εισάγονται είναι :
1. Με την παρ.8 του άρθρου 61, αναβιώνουν ΟΛΕΣ οι Άδειες Παραγωγής(ή Βεβαιώσεις Παραγωγού) για Μικρά Υδροηλεκτρικά που έχουν παύσει ή ανακληθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου (ακόμη και αν για την ίδια θέση έχει αιτηθεί άλλος, που εξετάζονται συγκριτικά). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όλες οι παλιότερες άδειες που έχουν λήξει ή ανακληθεί ενεργοποιούνται ξανά, είτε έχουν λήξει λόγω μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, είτε για όποιους άλλους λόγους.
Κατά -ή μετά- την περιβαλλοντική αδειοδότηση ενός Μικρού Υδροηλεκτρικού λήγει η Άδεια Παραγωγής του κυρίως αν:
α. έχει εκδοθεί απορριπτική Απόφαση για το έργο.
β. έχουν γνωμοδοτήσει αρνητικά οι συναρμόδιες υπηρεσίες και έχει γίνει διακοπή της διαδικασίας αδειοδότησης.
γ. έχουν ζητηθεί συμπληρωματικά στοιχεία, που δεν έχουν προσκομιστεί από τον φορέα του έργου, οπότε δεν έχει ολοκληρωθεί η αδειοδότησή του.
δ. δεν έχουν γνωμοδοτήσει (εντός του χρόνου ισχύος της Άδειας Παραγωγής) οι συναρμόδιες υπηρεσίες, λόγω έλλειψης χρόνου, προσωπικού ή για άλλους λόγους.
Με βάση αυτή τη νέα διάταξη μπορούν να αναβιώσουν και να πάρουν παράταση ισχύος της Άδειας Παραγωγής για τρεις (3) μήνες, όλα τα έργα που εμπίπτουν στις παραπάνω περιπτώσεις.
2. Με την παράταση της Άδειας Παραγωγής μπορεί να υποβληθεί εκ νέου αίτημα για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των Μικρών Υδροηλεκτρικών, των οποίων οι Άδειες Παραγωγής τους είχαν παύσει ή ανακληθεί. Για την επίτευξη της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των παραπάνω έργων, στο τόσο μικρό χρονικό διάστημα που δίνεται με την παράταση της Άδειας Παραγωγής για 3 μήνες θα ακολουθείται η διαδικασία της παρ.4Α του άρθρου 61.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 (δηλ. την λήξη της Άδειας Παραγωγής), δίνεται η δυνατότητα για την υποβολή αιτήματος για σύγκληση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.) ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΚΕ.Σ.Π.Α.) και εξέταση αυτών, κατά απόλυτη προτεραιότητα, αν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες ενεργειών από τους δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες ή την αδειοδοτούσα αρχή και δεν έχει ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση των εν λόγω σταθμών ή η τροποποίηση των σχετικών αποφάσεων. Οι εν λόγω προθεσμίες του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι και την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
Σε περίπτωση απορριπτικής γνώμης του Συμβουλίου, η Βεβαίωση ή η Βεβαίωση Ειδικών Έργων, καθώς και κάθε άδεια που έχει εκδοθεί για τον σταθμό αυτόν παύουν αυτοδικαίως (παρ.5 του άρθρου 61).
Σε περίπτωση θετικής γνώμης του Συμβουλίου, αναστέλλονται οι προθεσμίες για τους σταθμούς της περ. δ) μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης στον εκάστοτε σταθμό (παρ.6 του άρθρου 61).
Με τις παραπάνω ρυθμίσεις αναβιώνουν όλα τα παλιά έργα Μικρών Υδροηλεκτρικών που οι Άδειες Παραγωγής τους είχαν παύσει ή ανακληθεί για λόγους μη έγκρισης της περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους (όπως, απορριπτικές Αποφάσεις, διακοπή αδειοδότησης, μη συμπλήρωση φακέλου, κτλ.)
Επειδή με την παράταση της Άδειας Παραγωγής για 3 μήνες είναι πρακτικά αδύνατο να ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων (οι προθεσμίες που προβλέπονται για εξέταση του φακέλου, την διαβούλευση, τις γνωμοδοτήσεις και την έκδοση της Απόφασης είναι ασφυκτικές και δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν, όπως φαίνεται στο 99,9% των περιπτώσεων), η περιβαλλοντική αδειοδότηση αυτών των έργων θα παραπέμπεται στο οικείο ΠΕ.Σ.Π.Α.
Για τα εν λόγω Συμβούλια, ΠΕ.Σ.Π.Α. – ΚΕ.Σ.Π.Α., που θεσμοθετήθηκαν για την εξέταση ειδικών περιπτώσεων, και τα οποία, λόγω και της σύνθεσής τους, δεν μπορούν να αντικαθιστούν την τεχνική και επιστημονική γνώση της αδειοδοτούσας αρχής και των συναρμόδιων γνωμοδοτούντων φορέων, η εμπειρία έως σήμερα έχει δείξει ότι λειτουργούν πρωτίστως με πολιτικά κριτήρια και δευτερευόντως με τα περιβαλλοντικά στοιχεία – δεδομένα. Στο παρελθόν πολλές αποφάσεις τους έχουν αξιολογηθεί κατ’ ελάχιστον ως αδιαφανείς και στερούμενες τεκμηρίωσης, ενώ οι διαδικασίες τους δεν είναι ανοιχτές σε φορείς και κοινό.
Συνοψίζοντας, με την παρούσα νομοθεσία, εισάγεται οριζόντια αναβίωση χωρίς κανένα κριτήριο για τα παλιά έργα Μικρών Υδροηλεκτρικών, των οποίων οι Άδειες Παραγωγής τους είχαν παύσει ή ανακληθεί (πολλές λόγω σχετικής αρνητικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, για τους λόγους που αναφέρθηκαν) και ρυθμίζεται μια fast track διαδικασία για την περιβαλλοντική αδειοδοτησή τους μέσα σε χρονικό διάστημα 3 μηνών, κύρια μέσω των διαδικασιών ΠΕ.Σ.Π.Α. (ΚΕ.Σ.Π.Α), που δεν διασφαλίζουν την διαφάνεια και την περιβαλλοντική ορθότητά της.
Παρακάτω το άρθρο, όπως προτείνεται με σημειωμένα τα σημεία που αφορούν τα Μικρά Υδροηλεκτρικά.
Άρθρο 61
Απλούστευση διαδικασίας υλοποίησης μικρών Υδροηλεκτρικών Σταθμών (μΥΗΣ) εγκατεστημένης ισχύος ή μέγιστης ισχύος παραγωγής μικρότερης των δεκαπέντε μεγαβάτ (15 MW), ενώπιον του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης – Τροποποίηση άρθρου 31Α ν. 4951/2022
Στο άρθρο 31Α του ν. 4951/2022 (Α’ 129), περί εξέτασης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από το Κεντρικό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή το Περιφερειακό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο τέλος της περ. γ), προστίθεται η λέξη «ή», αβ) προστίθεται νέα περ. δ) και αγ) μετά από τις λέξεις «δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες», προστίθενται οι λέξεις «ή την αδειοδοτούσα αρχή», β) προστίθεται παρ. 4Α, γ) στην παρ. 6, μετά τις λέξεις «στον εκάστοτε σταθμό» προστίθενται οι λέξεις «, και για τους σταθμούς της περ. δ) μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης στον εκάστοτε σταθμό», δ) προστίθεται παρ. 8 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 31Α διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 31Α
Εξέταση σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από το Κεντρικό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή το Περιφερειακό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης
1. Σταθμοί Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) οι οποίοι:
α) εμπίπτουν στην παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4685/2020 (Α’ 92) ή
β) επιλέγονται μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών υποβολής προσφορών ή
γ) έχουν λάβει Οριστική Προσφορά Σύνδεσης και εμπίπτουν στις προθεσμίες του άρθρου 31 του παρόντος, ή
δ) αφορούν στην τεχνολογία των μικρών υδροηλεκτρικών σταθμών και δεν εμπίπτουν στις ως άνω περιπτώσεις,
δύνανται να προχωρήσουν στην υποβολή αιτήματος για σύγκληση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.) ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΚΕ.Σ.Π.Α.)και εξέταση αυτών, κατά απόλυτη προτεραιότητα, αν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες ενεργειών από τους δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες ή την αδειοδοτούσα αρχή και δεν έχει ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση των εν λόγω σταθμών ή η τροποποίηση των σχετικών αποφάσεων.
2. Για τους σταθμούς της περ. α) της παρ. 1, οι Άδειες Παραγωγής πρέπει να βρίσκονται σε ισχύ, τόσο κατά την υποβολή της αίτησης όσο και για το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
3. Για τους σταθμούς της περ. β) της παρ. 1, το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο δεν προσμετράται στις προθεσμίες για ενεργοποίηση της σύνδεσης των σταθμών ή υποβολή Δήλωσης Ετοιμότητας.
4. Για τους σταθμούς της περ. γ) της παρ. 1, η δυνατότητα για αίτηση και εξέταση κατά απόλυτη προτεραιότητα δίνεται κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 31 ή πριν τη λήξη της διάρκειας ισχύος της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης και οι εν λόγω προθεσμίες του άρθρου 31 και της διάρκειας της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι και την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
4Α.. Για τους σταθμούς της περ. δ) της παρ. 1, η δυνατότητα για αίτηση δίνεται κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 και οι εν λόγω προθεσμίες του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι και την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
5. Σε περίπτωση απορριπτικής γνώμης του Συμβουλίου, η Βεβαίωση ή η Βεβαίωση Ειδικών Έργων, καθώς και κάθε άδεια που έχει εκδοθεί για τον σταθμό αυτόν παύουν αυτοδικαίως και επιστρέφονται στον ενδιαφερόμενο οι εκάστοτε εγγυητικές επιστολές που έχει καταβάλλει, δυνάμει του άρθρου 11Α του ν. 4685/2020 ή του άρθρου 6 του παρόντος ή της υποπαρ. Α.1 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107).
6. Σε περίπτωση θετικής γνώμης του Συμβουλίου, αναστέλλονται οι προθεσμίες για τους σταθμούς της περ. α) και παρατείνεται η αναστολή των ως άνω προθεσμιών για τους σταθμούς των περ. β) και γ) της παρ. 1, μέχρι την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή της τροποποιήσής της, στον εκάστοτε σταθμό, και για τους σταθμούς της περ. δ) μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης στον εκάστοτε σταθμό.
7. Η απόφαση του Συμβουλίου κοινοποιείται στον Φορέα Αδειοδότησης του άρθρου 20 του ν. 4685/2020 ο οποίος ενημερώνει σχετικά, εφόσον απαιτείται, τον αρμόδιο διαχειριστή του δικτύου ή του συστήματος.
8. Σταθμοί που εμπίπτουν στην περ. δ) της παρ. 1 και για τους οποίους η Άδεια Παραγωγής ή η Βεβαίωση Παραγωγού που έχουν παύσει ή ανακληθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, λόγω παρέλευσης των προθεσμιών του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 και έχει εξαντληθεί η δυνατότητα παράτασης αυτών, μετά την καταβολή του Τέλους Δέσμευσης Φυσικού Χώρου Εγκατάστασης, δύνανται, κατόπιν αιτήματος των ιδίων κατόχων των σταθμών στον Φορέα Αδειοδότησης έως την 30η Ιουνίου 2026, να αναβιώσουν και να παραταθεί η διάρκεια ισχύος τους για τρεις (3) επιπλέον μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης του Φορέα Αδειοδότησης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί άλλη βεβαίωση της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4685/2020 ή βεβαίωση καταχώρησης πολυγώνου εξαιρούμενου σταθμού για τον χώρο που έχει δηλωθεί ως θέση εγκατάστασης του σταθμού. Σε περίπτωση υφιστάμενης εκκρεμούς αίτησης για χορήγηση βεβαίωσης στην ίδια θέση εγκατάστασης του σταθμού, ο Φορέας Αδειοδότησης προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των σταθμών σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4685/2020 και τον Κανονισμό Βεβαιώσεων του άρθρου 18 του ίδιου νόμου.
Για τους σταθμούς της παρούσας παραγράφου δίνεται η δυνατότητα για την υποβολή αιτήματος για σύγκληση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.) ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (Κ.Ε.Σ.Π.Α.) και εξέταση αυτού, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.».
Άρθρο 61 «Απλούστευση διαδικασίας υλοποίησης μικρών Υδροηλεκτρικών Σταθμών …»
Με το άρθρο 61, που τροποποιεί το άρθρο 31Α του Ν.4951/2022, εισάγονται ρυθμίσεις για το Μικρά Υδροηλεκτρικά έργα με ισχύ μικρότερη των 15MW, δηλ. τα έργα Α2 και Β κατηγορίας για περιβαλλοντική αδειοδότηση (αρμοδιότητας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Περιφερειών αντίστοιχα). Αυτά τα έργα (κύρια τα Α2) αποτελούν το σύνολο των Μικρών Υδροηλεκτρικών που αδειοδοτούνται και κατασκευάζονται τα τελευταία χρόνια σε όλα τα ποτάμια και ρέματα.
Η σημαντικότερες ρυθμίσεις που εισάγονται είναι :
1. Με την παρ.8 του άρθρου 61, αναβιώνουν ΟΛΕΣ οι Άδειες Παραγωγής(ή Βεβαιώσεις Παραγωγού) για Μικρά Υδροηλεκτρικά που έχουν παύσει ή ανακληθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου (ακόμη και αν για την ίδια θέση έχει αιτηθεί άλλος, που εξετάζονται συγκριτικά). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όλες οι παλιότερες άδειες που έχουν λήξει ή ανακληθεί ενεργοποιούνται ξανά, είτε έχουν λήξει λόγω μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, είτε για όποιους άλλους λόγους.
Κατά -ή μετά- την περιβαλλοντική αδειοδότηση ενός Μικρού Υδροηλεκτρικού λήγει η Άδεια Παραγωγής του κυρίως αν:
α. έχει εκδοθεί απορριπτική Απόφαση για το έργο.
β. έχουν γνωμοδοτήσει αρνητικά οι συναρμόδιες υπηρεσίες και έχει γίνει διακοπή της διαδικασίας αδειοδότησης.
γ. έχουν ζητηθεί συμπληρωματικά στοιχεία, που δεν έχουν προσκομιστεί από τον φορέα του έργου, οπότε δεν έχει ολοκληρωθεί η αδειοδότησή του.
δ. δεν έχουν γνωμοδοτήσει (εντός του χρόνου ισχύος της Άδειας Παραγωγής) οι συναρμόδιες υπηρεσίες, λόγω έλλειψης χρόνου, προσωπικού ή για άλλους λόγους.
Με βάση αυτή τη νέα διάταξη μπορούν να αναβιώσουν και να πάρουν παράταση ισχύος της Άδειας Παραγωγής για τρεις (3) μήνες, όλα τα έργα που εμπίπτουν στις παραπάνω περιπτώσεις.
2. Με την παράταση της Άδειας Παραγωγής μπορεί να υποβληθεί εκ νέου αίτημα για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των Μικρών Υδροηλεκτρικών, των οποίων οι Άδειες Παραγωγής τους είχαν παύσει ή ανακληθεί. Για την επίτευξη της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των παραπάνω έργων, στο τόσο μικρό χρονικό διάστημα που δίνεται με την παράταση της Άδειας Παραγωγής για 3 μήνες θα ακολουθείται η διαδικασία της παρ.4Α του άρθρου 61.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 (δηλ. την λήξη της Άδειας Παραγωγής), δίνεται η δυνατότητα για την υποβολή αιτήματος για σύγκληση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.) ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΚΕ.Σ.Π.Α.) και εξέταση αυτών, κατά απόλυτη προτεραιότητα, αν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες ενεργειών από τους δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες ή την αδειοδοτούσα αρχή και δεν έχει ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση των εν λόγω σταθμών ή η τροποποίηση των σχετικών αποφάσεων. Οι εν λόγω προθεσμίες του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι και την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
Σε περίπτωση απορριπτικής γνώμης του Συμβουλίου, η Βεβαίωση ή η Βεβαίωση Ειδικών Έργων, καθώς και κάθε άδεια που έχει εκδοθεί για τον σταθμό αυτόν παύουν αυτοδικαίως (παρ.5 του άρθρου 61).
Σε περίπτωση θετικής γνώμης του Συμβουλίου, αναστέλλονται οι προθεσμίες για τους σταθμούς της περ. δ) μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης στον εκάστοτε σταθμό (παρ.6 του άρθρου 61).
Με τις παραπάνω ρυθμίσεις αναβιώνουν όλα τα παλιά έργα Μικρών Υδροηλεκτρικών που οι Άδειες Παραγωγής τους είχαν παύσει ή ανακληθεί για λόγους μη έγκρισης της περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους (όπως, απορριπτικές Αποφάσεις, διακοπή αδειοδότησης, μη συμπλήρωση φακέλου, κτλ.)
Επειδή με την παράταση της Άδειας Παραγωγής για 3 μήνες είναι πρακτικά αδύνατο να ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων (οι προθεσμίες που προβλέπονται για εξέταση του φακέλου, την διαβούλευση, τις γνωμοδοτήσεις και την έκδοση της Απόφασης είναι ασφυκτικές και δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν, όπως φαίνεται στο 99,9% των περιπτώσεων), η περιβαλλοντική αδειοδότηση αυτών των έργων θα παραπέμπεται στο οικείο ΠΕ.Σ.Π.Α.
Για τα εν λόγω Συμβούλια, ΠΕ.Σ.Π.Α. – ΚΕ.Σ.Π.Α., που θεσμοθετήθηκαν για την εξέταση ειδικών περιπτώσεων, και τα οποία, λόγω και της σύνθεσής τους, δεν μπορούν να αντικαθιστούν την τεχνική και επιστημονική γνώση της αδειοδοτούσας αρχής και των συναρμόδιων γνωμοδοτούντων φορέων, η εμπειρία έως σήμερα έχει δείξει ότι λειτουργούν πρωτίστως με πολιτικά κριτήρια και δευτερευόντως με τα περιβαλλοντικά στοιχεία – δεδομένα. Στο παρελθόν πολλές αποφάσεις τους έχουν αξιολογηθεί κατ’ ελάχιστον ως αδιαφανείς και στερούμενες τεκμηρίωσης, ενώ οι διαδικασίες τους δεν είναι ανοιχτές σε φορείς και κοινό.
Συνοψίζοντας, με την παρούσα νομοθεσία, εισάγεται οριζόντια αναβίωση χωρίς κανένα κριτήριο για τα παλιά έργα Μικρών Υδροηλεκτρικών, των οποίων οι Άδειες Παραγωγής τους είχαν παύσει ή ανακληθεί (πολλές λόγω σχετικής αρνητικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, για τους λόγους που αναφέρθηκαν) και ρυθμίζεται μια fast track διαδικασία για την περιβαλλοντική αδειοδοτησή τους μέσα σε χρονικό διάστημα 3 μηνών, κύρια μέσω των διαδικασιών ΠΕ.Σ.Π.Α. (ΚΕ.Σ.Π.Α), που δεν διασφαλίζουν την διαφάνεια και την περιβαλλοντική ορθότητά της.
Παρακάτω το άρθρο, όπως προτείνεται με σημειωμένα τα σημεία που αφορούν τα Μικρά Υδροηλεκτρικά.
Άρθρο 61
Απλούστευση διαδικασίας υλοποίησης μικρών Υδροηλεκτρικών Σταθμών (μΥΗΣ) εγκατεστημένης ισχύος ή μέγιστης ισχύος παραγωγής μικρότερης των δεκαπέντε μεγαβάτ (15 MW), ενώπιον του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης – Τροποποίηση άρθρου 31Α ν. 4951/2022
Στο άρθρο 31Α του ν. 4951/2022 (Α’ 129), περί εξέτασης σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από το Κεντρικό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή το Περιφερειακό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο τέλος της περ. γ), προστίθεται η λέξη «ή», αβ) προστίθεται νέα περ. δ) και αγ) μετά από τις λέξεις «δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες», προστίθενται οι λέξεις «ή την αδειοδοτούσα αρχή», β) προστίθεται παρ. 4Α, γ) στην παρ. 6, μετά τις λέξεις «στον εκάστοτε σταθμό» προστίθενται οι λέξεις «, και για τους σταθμούς της περ. δ) μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης στον εκάστοτε σταθμό», δ) προστίθεται παρ. 8 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 31Α διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 31Α
Εξέταση σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από το Κεντρικό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή το Περιφερειακό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης
1. Σταθμοί Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) οι οποίοι:
α) εμπίπτουν στην παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4685/2020 (Α’ 92) ή
β) επιλέγονται μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών υποβολής προσφορών ή
γ) έχουν λάβει Οριστική Προσφορά Σύνδεσης και εμπίπτουν στις προθεσμίες του άρθρου 31 του παρόντος, ή
δ) αφορούν στην τεχνολογία των μικρών υδροηλεκτρικών σταθμών και δεν εμπίπτουν στις ως άνω περιπτώσεις,
δύνανται να προχωρήσουν στην υποβολή αιτήματος για σύγκληση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.) ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΚΕ.Σ.Π.Α.)και εξέταση αυτών, κατά απόλυτη προτεραιότητα, αν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες ενεργειών από τους δημόσιους φορείς ή υπηρεσίες ή την αδειοδοτούσα αρχή και δεν έχει ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση των εν λόγω σταθμών ή η τροποποίηση των σχετικών αποφάσεων.
2. Για τους σταθμούς της περ. α) της παρ. 1, οι Άδειες Παραγωγής πρέπει να βρίσκονται σε ισχύ, τόσο κατά την υποβολή της αίτησης όσο και για το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
3. Για τους σταθμούς της περ. β) της παρ. 1, το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο δεν προσμετράται στις προθεσμίες για ενεργοποίηση της σύνδεσης των σταθμών ή υποβολή Δήλωσης Ετοιμότητας.
4. Για τους σταθμούς της περ. γ) της παρ. 1, η δυνατότητα για αίτηση και εξέταση κατά απόλυτη προτεραιότητα δίνεται κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 31 ή πριν τη λήξη της διάρκειας ισχύος της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης και οι εν λόγω προθεσμίες του άρθρου 31 και της διάρκειας της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι και την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
4Α.. Για τους σταθμούς της περ. δ) της παρ. 1, η δυνατότητα για αίτηση δίνεται κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 και οι εν λόγω προθεσμίες του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι και την έκδοση της απόφασης από το Συμβούλιο.
5. Σε περίπτωση απορριπτικής γνώμης του Συμβουλίου, η Βεβαίωση ή η Βεβαίωση Ειδικών Έργων, καθώς και κάθε άδεια που έχει εκδοθεί για τον σταθμό αυτόν παύουν αυτοδικαίως και επιστρέφονται στον ενδιαφερόμενο οι εκάστοτε εγγυητικές επιστολές που έχει καταβάλλει, δυνάμει του άρθρου 11Α του ν. 4685/2020 ή του άρθρου 6 του παρόντος ή της υποπαρ. Α.1 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107).
6. Σε περίπτωση θετικής γνώμης του Συμβουλίου, αναστέλλονται οι προθεσμίες για τους σταθμούς της περ. α) και παρατείνεται η αναστολή των ως άνω προθεσμιών για τους σταθμούς των περ. β) και γ) της παρ. 1, μέχρι την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης ή της τροποποιήσής της, στον εκάστοτε σταθμό, και για τους σταθμούς της περ. δ) μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από την τελική έκδοση της Απόφασης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης στον εκάστοτε σταθμό.
7. Η απόφαση του Συμβουλίου κοινοποιείται στον Φορέα Αδειοδότησης του άρθρου 20 του ν. 4685/2020 ο οποίος ενημερώνει σχετικά, εφόσον απαιτείται, τον αρμόδιο διαχειριστή του δικτύου ή του συστήματος.
8. Σταθμοί που εμπίπτουν στην περ. δ) της παρ. 1 και για τους οποίους η Άδεια Παραγωγής ή η Βεβαίωση Παραγωγού που έχουν παύσει ή ανακληθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, λόγω παρέλευσης των προθεσμιών του άρθρου 12 του ν. 4685/2020 και έχει εξαντληθεί η δυνατότητα παράτασης αυτών, μετά την καταβολή του Τέλους Δέσμευσης Φυσικού Χώρου Εγκατάστασης, δύνανται, κατόπιν αιτήματος των ιδίων κατόχων των σταθμών στον Φορέα Αδειοδότησης έως την 30η Ιουνίου 2026, να αναβιώσουν και να παραταθεί η διάρκεια ισχύος τους για τρεις (3) επιπλέον μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης του Φορέα Αδειοδότησης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί άλλη βεβαίωση της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4685/2020 ή βεβαίωση καταχώρησης πολυγώνου εξαιρούμενου σταθμού για τον χώρο που έχει δηλωθεί ως θέση εγκατάστασης του σταθμού. Σε περίπτωση υφιστάμενης εκκρεμούς αίτησης για χορήγηση βεβαίωσης στην ίδια θέση εγκατάστασης του σταθμού, ο Φορέας Αδειοδότησης προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των σταθμών σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4685/2020 και τον Κανονισμό Βεβαιώσεων του άρθρου 18 του ίδιου νόμου.
Για τους σταθμούς της παρούσας παραγράφου δίνεται η δυνατότητα για την υποβολή αιτήματος για σύγκληση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.) ή του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (Κ.Ε.Σ.Π.Α.) και εξέταση αυτού, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.».
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Οφείλουμε να επισημάνουμε τη -για μια ακόμα φορά- υπέρμετρα περιοριστική για την πλήρη επεξεργασία του νομοσχεδίου διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης. Παρασχέθηκε στο κοινό διάστημα ουσιαστικά μικρότερο των δύο εβδομάδων (εν μέσω περιόδου διακοπών και μη εργάσιμων ημερών λόγω Πάσχα) για την επεξεργασία περισσότερων των 100 άρθρων που επιχειρούν να ενσωματώσουν στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις ενωσιακών οδηγιών πολύ σημαντικών για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας, αλλά και που εισάγουν διατάξεις και τροποποιήσεις με τεράστια σημασία για την προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών. Επιπλέον, μέχρι σήμερα και ενώ απομένουν μόλις τέσσερις ημέρες για τη λήξη της διαβούλευσης, δεν έχει δημοσιευθεί η απαιτούμενη από τον νόμο προκαταρκτική Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης (άρθρο 61, παρ. 2 του ν. 4622/2019).
Παρακάτω διατυπώνουμε γενικά και ειδικά σχόλια σε επιλεγμένα κεφάλαια του νομοσχεδίου – βλ. τις οικείες “ηλεκτρονικές” ενότητες ανά κεφάλαιο της παρούσας διαβούλευση. Ειδικότερα, υποβάλουμε σχόλια επί των κεφαλαίων Γ’ και Δ’ του Μέρους Α’ (περιοχές επιτάχυνσης και αδειοδότηση ΑΠΕ), Ε’ του Μέρους Β’ (υπεράκτια αιολικά), Β’ και Γ’ του Μέρους Δ’ (δασικές ρυθμίσεις και ρυθμίσεις σε προστατευόμενες περιοχές).
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Δε συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».——-Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.