Άρθρο 1
Σκοπός
Σκοπός του Μέρους Α΄ είναι η συμβολή στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, με αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030, και στην ενίσχυση της σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των Α.Π.Ε., η απλούστευση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών αδειοδότησης έργων Α.Π.Ε., με θέσπιση δεσμευτικών προθεσμιών και ορισμό περιοχών επιτάχυνσης, η προώθηση καινοτόμων τεχνολογιών και υπηρεσιών ευελιξίας και η διεύρυνση του πλαισίου διαχείρισης των εγγυήσεων προέλευσης, μέσω της ενσωμάτωσης:
α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Οκτωβρίου 2023 για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας 98/70/ΕΚ όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου (L 31.10.2023),
β) της κατ’ εξουσιοδότηση Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 της Επιτροπής της 14ης Μαρτίου 2024 για την τροποποίηση του παραρτήματος IX της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την προσθήκη πρώτων υλών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιοαερίου (L 17.5.2024), και
γ) της μερικής ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 σχετικά με κοινούς κανόνες για τις εσωτερικές αγορές ανανεώσιμων αερίων, φυσικού αερίου και υδρογόνου, και με την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2023/1791 και την κατάργηση της οδηγίας 2009/73/ΕΚ (L 15.7.2024).
Άρθρο 2
Αντικείμενο
Αντικείμενο του Μέρους Α’ είναι η θέσπιση πλαισίου κανόνων για την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης των μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ηλεκτρικών δικτύων για την ενσωμάτωση της πράσινης ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα, καθώς και για τη χρήση, διαχείριση, επαλήθευση και αξιολόγηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στους τομείς των μεταφορών, της βιομηχανίας, της θέρμανσης ή ψύξης και των κτιρίων.




Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:—8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:—8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Ως Περιβαλλοντικός Σύλλογος 𝝥𝝸𝞃𝞄𝝾ύ𝞂𝝰, Νέας Λαμψάκου εκφράζουμε την κάθετη αντίθεσή μας στο προτεινόμενο νομοσχέδιο και συντασσόμαστε πλήρως με τις θέσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, όπως αυτές κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, καθώς και με τις τεκμηριωμένες προτάσεις σημαντικών περιβαλλοντικών οργανώσεων της χώρας, όπως οι ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, η Καλλιστώ, η iSea, η MEDASSET, η MedINA και το WWF Ελλάς.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προκαλεί σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο οικοσύστημα και στη βιοποικιλότητα της περιοχής μας. Αντί να ενισχύει την περιβαλλοντική προστασία, την αποδυναμώνει, δημιουργώντας προϋποθέσεις υποβάθμισης φυσικών οικοτόπων και απώλειας πολύτιμων φυσικών πόρων.
Παράλληλα, δεν διασφαλίζει την προστασία των κατοίκων και της ποιότητας ζωής τους, ενώ αγνοεί τις επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων. Η απουσία ουσιαστικής μέριμνας για τις τοπικές κοινωνίες καθιστά το νομοσχέδιο κοινωνικά άδικο και περιβαλλοντικά επικίνδυνο.
Ζητούμε:
●Την ουσιαστική προστασία των υγροτόπων και των δασικών οικοσυστημάτων.
●Τον σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες και στη βούληση των κατοίκων.
●Τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και προστασίας των σχολείων, των εκκλησιών και των αθλητικών εγκαταστάσεων.
●Την ενίσχυση πολιτικών που προάγουν πραγματικά τη βιώσιμη ανάπτυξη και όχι την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος.
Η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι επιλογή, αλλά υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο χρόνος που διατέθηκε για τη δημόσια διαβούλευση, ο οποίος ήταν εξαιρετικά περιορισμένος και στην πράξη ακόμη μικρότερος, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του συνέπεσε με περίοδο αργιών (Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα).
Ποιο σκοπό εξυπηρέτησε ο σύντομος χρονος;
Εκπροσωπώντας ομάδα παραγωγών ΑΠΕ που συμμετέχουν σε κοινό σημείο σύνδεσης, θέλουμε να τονίσουμε ότι η απαίτηση ομοφωνίας για τον ορισμό ή την αντικατάσταση κοινού εκπροσώπου έχει οδηγήσει σε πραγματική αδυναμία λειτουργίας.
Στην πράξη:
αποφάσεις δεν λαμβάνονται,
κρίσιμες ενέργειες (τροποποιήσεις, συντηρήσεις, συντονισμός με ΑΔΜΗΕ) καθυστερούν,
και τα έργα μας υφίστανται οικονομική ζημία.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι θεωρητική – έχει ήδη επηρεάσει την υλοποίηση και λειτουργία επενδύσεων εκατομμυρίων ευρώ.
Θεωρούμε ότι η απαίτηση 100% δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σύνθετων clusters ΑΠΕ και λειτουργεί εις βάρος της πλειοψηφίας των παραγωγών.
Ζητούμε την καθιέρωση κανόνα λήψης απόφασης με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% της συνολικής ισχύος, ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργικότητα και να προστατευθούν οι επενδύσεις μας.
…δε συμφωνούμε για το νομοσχέδιο, συντασσόμενοι πλήρως με το αντίστοιχο κείμενο του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, που έχει ως εξής :
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως αναλύεται και στη συνέχεια του σχολιασμού ο χρόνος που επιλέχθηκε (εορτές Πάσχα) και το πολύ περιορισμένο διαθέσιμο χρονικό διάστημα δημόσιας διαβούλευσης των 2 εβδομάδων είναι προφανώς παράνομα και δεν δίνουν το δικαίωμα στον Έλληνα Πολίτη να παρέμβει. Στην παρούσα φάση και με την καταστροφή που έχει ήδη επέλθει στην ελληνική ύπαιθρο, θα πρέπει αντί να επιταχυνθούν οι διαδικασίες, να γίνουν ακόμα πιο διερευνητικές, γιατί ο διαθέσιμος χώρος για ανάπτυξη νέων ΑΠΕ είναι περιορισμένος και ασκεί ασφυκτικά πιέσεις σε οικισμούς, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη την αποκέντρωση και καταστρέφοντας την εναπομείνουσα ύπαιθρο.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Ως Πρωτοβουλία Αθήνας για την προστασία των Αγράφων αγωνιζόμαστε ενάντια στη βιομηχανικής κλίμακας λεηλασία που υφίστανται τα ορεινά οικοσυστήματα με το πρόσχημα της πράσινης ανάπτυξης. Προσυπογράφουμε το κείμενο που κατέθεσε το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στην παρούσα διαβούλευση. Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
——-
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:—8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Η διαβούλευση διάρκειας μόλις μερικών ημερών για ένα νομοσχέδιο τόσο κρίσιμης σημασίας για τη φύση και το περιβάλλον στη χώρα μας δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τι είδους δημοκρατία έχουμε στην Ελλάδα. Επιχειρείται να περάσουν όλες αυτές οι κοσμογονικές αλλαγές εν αγνοία των πολιτών. Η κατεδάφιση με κατεπείγουσες διαδικασίες ολόκληρου του θεσμικού πλαισίου προστασίας του περιβάλλοντος που έχει θεσπιστεί στη διάρκεια δεκαετιών στη χώρα μας είναι χαρακτηριστική μιας διακυβέρνησης απόλυτα παραδομένης σε αλλότρια συμφέροντα και εντολές. Το μόνο που δεν λαμβάνεται υπόψη εδώ είναι το συμφέρον της χώρας και του ελληνικού λαού. Η λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» μόνο πράσινη δεν είναι. Οι διανοίξεις τεράστιων δρόμων και τα εκατομμύρια τόνων τσιμέντου για βάθρα στήριξης αυτών των τεράτων ανεμογεννητριών έχουν προκαλεσει ήδη τεράστια ζημιά. Η εγκατάσταση θεόρατων αιολικών «πάρκων» και άλλων συναφών βιομηχανικών δραστηριοτήτων υψηλότατης όχλησης στα βουνά, τις θάλασσες και τα νησιά της Ελλάδας και στο εξής και μέσα στις ίδιες τις περιοχές Natura, έχει ήδη παραμορφώσει δραματικά και θα συνεχίσει να παραμορφώνει μέχρι πλήρους απαξίωσης το ελληνικό τοπίο αν υλοποιηθούν αυτές οι αποφάσεις. Οι μεθοδεύσεις αυτές περιφρονούν κάθε έννοια σεβασμού και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος καταστρατηγώντας θεμελιώδεις διατάξεις του ίδιου του Συντάγματος. Το μόνο που μένει σε κάθε υπεύθυνο Έλληνα πολίτη είναι να φωνάξει: Σταματήστε τώρα τον βιασμό του ελληνικού τοπίου!
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:—8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΠΕ
Πρόκειται εδώ για παρωδία διαβούλευσης. Μέσα σε 14 ημέρες, κατά την περίοδο του Πάσχα , με αυξημένες εργασιακές και οικογενειακές υποχρεώσεις για όλους, κληθήκαμε οι πολίτες να μελετήσουμε και να εκφράσουμε την άποψη μας για ένα νομοσχέδιο κρίσιμο για τις ζωές μας και το περιβάλλον, νομοσχέδιο κομμένο και ραμμένο για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των αδηφάγων συμφερόντων των εταιρειών ΑΠΕ…
Μέσα στα τόσα σκάνδαλα – έγκλημα στα Τέμπη, Παρακολουθήσεις, ΟΠΕΚΕΠΕ – που λογικά θα αποτελούσαν όνειδος και λόγο παραίτησης οποιασδήποτε ανάλγητης κυβέρνησης οπουδήποτε στον κόσμο, έρχεται να προστεθεί και τούτο το νομοσχέδιο που διευκολύνει το ξεπούλημα του τόπου στα λόμπυ των υμετέρων. Και μόνο το γεγονός ότι ένα τέτοιο νομοσχέδιο βγήκε σε «διαβούλευση» για τόσο λίγες ημέρες και μέσα στο Πάσχα, εξευτελίζει κάθε έννοια «συμμετοχής» δείχνει το μέγεθος της περιφρόνησης προς τον πολίτη και την κουτοπόνηρη προσπάθεια συγκάλυψης άλλης μιας κυβερνητικής μεθόδευσης επιβαρυντικής για το περιβάλλον και την κοινωνία.
Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
αυτούσιες κατωτέρω:—8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Διαφωνώ με τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου και με τον τρόπο διαβούλευσης. Συμφωνώ με το κείμενο αντιρρήσεων που κατέθεσε το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας.
Συμφωνώ και συντασσομαι απόλυτα με τα σχόλια και τις προτάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, όπως εκφράζονται στο παρακάτω κείμενο που συνέταξε και υπέβαλλε η Κα Καραμανώφ.8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επιφέρει εκτεταμένη αναμόρφωση του πλαισίου αδειοδότησης έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ιδίως μέσω της θεσμοθέτησης Περιοχών Επιτάχυνσης, της εισαγωγής ειδικού καθεστώτος περιβαλλοντικής εξαίρεσης ή επιταχυνόμενης περιβαλλοντικής αξιολόγησης εντός αυτών, της θέσπισης ανώτατων συνολικών προθεσμιών αδειοδότησης και σύνδεσης, καθώς και της συμπίεσης των επιμέρους σταδίων χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης, σύναψης σύμβασης σύνδεσης, άδειας εγκατάστασης, ηλέκτρισης και ριζικής ανανέωσης.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια αυτή αναμόρφωση δεν συνοδεύεται από καμία ρητή πρόβλεψη που να συνδέει την πρόοδο της αδειοδοτικής διαδικασίας των φωτοβολταϊκών σταθμών με την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια. Από τη συστηματική εξέταση του κειμένου του σχεδίου νόμου και του υλικού της διαβούλευσης προκύπτει ότι δεν υφίστανται ρητές αναφορές στη διασφάλιση τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Συγκεκριμένα, παρατηρείται έλλειψη αναφοράς στη διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης των φωτοβολταϊκών πλαισίων ως στοιχείο της νέας αδειοδοτικής αλυσίδας, ιδίως από τη στιγμή που κατά πάγια διοικητική πρακτική, σε όλες τις μορφές περιβαλλοντικής αδειοδότησης σταθμών ΑΠΕ συμπεριλαμβάνεται ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης. Σύμφωνα με την ρήτρα αυτή, ο φωτοβολταϊκός εξοπλισμός που βρίσκεται τοποθετημένος σε σταθμούς ΑΠΕ πρέπει, μετά το τέλος του χρόνου ζωής του (όταν δηλαδή καταστεί απόβλητο) να απομακρυνθεί από την εγκατάσταση και να τύχει εναλλακτικής διαχείρισης σύμφωνα με τα ειδικώς προβλεπόμενα στο Ν. 4819/2021 και τις συνδεόμενες με αυτόν κανονιστικές πράξεις.
Το γεγονός αυτό αποτελεί ουσιαστικό κανονιστικό κενό, ακριβώς επειδή το υπό αναμόρφωση καθεστώς αφορά κατ’ εξοχήν έργα που ενσωματώνουν μαζικά ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, ο οποίος υπάγεται ήδη, κατά το ισχύον δίκαιο, σε ειδικό καθεστώς εναλλακτικής διαχείρισης στο τέλος του κύκλου ζωής του. Η μη πρόνοια για την εκ των προτέρων διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού ήδη από το στάδιο της αδειοδότησης των σταθμών ΑΠΕ ουσιαστικά ματαιώνει την εφαρμογή της αρχής της αειφορίας (από την οποία κατ’ ουσίαν απορρέει η ίδια η ανάγκη στήριξης των επενδύσεων σε ΑΠΕ). Ποιο το νόημα, άραγε, να στηρίζονται οι σταθμοί ΑΠΕ για να παράγουν πράσινη ενέργεια, εάν – λόγω της έλλειψης πρόνοιας για την εναλλακτική διαχείριση των φωτοβολταϊκών – καθίστανται μετά από το τέλος του χρόνου ζωής των πάνελ «περιβαλλοντικές βόμβες», δημιουργώντας τεράστιες ποσότητες αποβλήτων για τα οποία καμμία ρύθμιση δεν υπάρχει εκ των προτέρων; Δεν ματαιώνει αυτό τον «πράσινο» χαρακτήρα της επένδυσης;
Η έλλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η φύση του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού. Τα φωτοβολταϊκά πλαίσια έχουν ήδη ενταχθεί, σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος ΑΗΗΕ, και το εθνικό δίκαιο έχει ενσωματώσει τη σχετική υποχρέωση μέσω του ν. 4819/2021 και της ειδικής κανονιστικής νομοθεσίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Η ευθύνη αυτή δεν είναι απλώς ιδιωτική ή οικονομική, αλλά συνιστά μηχανισμό περιβαλλοντικής πολιτικής, με τον οποίο το κόστος συλλογής, επεξεργασίας και ανακύκλωσης συνδέεται με την είσοδο του προϊόντος στην αγορά και δεν μετακυλίεται στους τελικούς χρήστες ή στο Δημόσιο. Η ανάγκη, συνεπώς, να διασφαλισθεί ότι ο εξοπλισμός που εγκαθίσταται σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς προέρχεται από φορείς που έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους έναντι του καθεστώτος «διευρυμένης ευθύνης παραγωγού» (βλ. Οδηγία 2012/19 και συναφή εθνική νομοθεσία) δεν είναι άσχετη προς την αδειοδότηση· είναι άμεσα συνδεδεμένη με την περιβαλλοντική νομιμότητα και τον αειφόρο χαρακτήρα του ίδιου του έργου ΑΠΕ.
Το ζήτημα δεν εξαντλείται σε μια αφηρημένη επίκληση της κυκλικής οικονομίας. Αν η Διοίκηση επιτρέπει, μέσω ταχύρρυθμης ή επιταχυνόμενης αδειοδότησης, την εγκατάσταση και ενεργοποίηση έργων που βασίζονται σε φωτοβολταϊκά πλαίσια για τα οποία δεν έχει ελεγχθεί αν ο υπόχρεος κατά περίπτωση παραγωγός σύμφωνα με τον Ν. 4819/2021 έχει εγγραφεί στο οικείο μητρώο και έχει υπαχθεί σε εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης, τότε η αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού αποδυναμώνεται στην πράξη. Παραμένει μεν τυπικά σε ισχύ, αλλά παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός πρόληψης και έγκαιρης κατανομής του κόστους. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενσωμάτωση ελέγχου συμμόρφωσης στο αδειοδοτικό στάδιο δεν συνιστά εισαγωγή νέας ουσιαστικής υποχρέωσης, αλλά αναγκαία εξειδίκευση της αποτελεσματικής εφαρμογής υφιστάμενων υποχρεώσεων. Το επιχείρημα αυτό αναδεικνύεται ρητά και από το ότι, κατά πάγια διοικητική πρακτική, η αδειοδότηση φωτοβολταϊκών σταθμών περιλαμβάνει ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης του εξοπλισμού. Αναγκαίο κρίνεται – και μάλιστα υπό το πρίσμα της γενικότερης ακανθώδους κατάστασης στον τομέα της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών – η τήρηση αυτής της ρήτρας να ελέγχεται, πλέον, εκ των προτέρων.
Η αναγκαιότητα της προτεινόμενης πρόβλεψης ενισχύεται από την ίδια τη νομοτεχνική λογική του σχεδίου νόμου. Το νέο πλαίσιο δεν καταργεί τους διοικητικούς ελέγχους, αλλά τους οργανώνει γύρω από την έννοια της πληρότητας φακέλου, της δυνατότητας υποβολής συμπληρωματικών στοιχείων και της τήρησης σύντομων, δεσμευτικών προθεσμιών. Ιδίως στα νέα ή τροποποιούμενα στάδια της χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης και της ριζικής ανανέωσης, η Διοίκηση ή ο αρμόδιος Διαχειριστής δύναται να ζητεί συγκεκριμένα πρόσθετα στοιχεία εντός προθεσμίας, άλλως ο φάκελος θεωρείται πλήρης ή, κατά περίπτωση, η έλλειψη των στοιχείων συνεπάγεται απαράδεκτο ή μη πρόοδο της διαδικασίας. Επομένως, η προσθήκη ενός ελάχιστου, σαφώς οριοθετημένου συνόλου δικαιολογητικών που να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση του προμηθευόμενου φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς τις απαιτήσεις του ν. 4819/2021 δεν αντιστρατεύεται τη φιλοσοφία του σχεδίου νόμου, αλλά αξιοποιεί ακριβώς τους ήδη θεσπισμένους κόμβους ελέγχου πληρότητας.
Το κατεξοχήν κατάλληλο στάδιο για την εισαγωγή του ελέγχου αυτού είναι εκείνο της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης. Πρόκειται για το σημείο στο οποίο το έργο περνά από την προγενέστερη αδειοδοτική ωρίμανση στη συγκεκριμένη και δεσμευτική διασύνδεση με το δίκτυο ή το σύστημα. Ακριβώς επειδή στο στάδιο αυτό το σχέδιο νόμου προβλέπει ρητά έλεγχο πληρότητας και δυνατότητα ζήτησης διευκρινιστικών ή συμπληρωματικών στοιχείων, η υποχρέωση προσκόμισης βεβαίωσης εγγραφής του υπόχρεου παραγωγού στο ΕΜΠΑ και βεβαίωσης υπαγωγής σε εγκεκριμένο ΣΣΕΔ για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια μπορεί να ενταχθεί ως στοιχείο πληρότητας του φακέλου. Η λύση αυτή μετατρέπει τον Διαχειριστή σε φορέα ουσιαστικού ελέγχου επί της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, και εισάγει εκ των προτέρων έλεγχο νομιμότητας, κατά τρόπο ανάλογο με όσα ήδη ισχύουν για άλλα τυπικά στοιχεία του φακέλου. Η σχετική πρόβλεψη αποτελεί τον πλέον πρόσφορο τρόπο ex ante ελέγχου της τήρησης της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού.
Αντίστοιχα, κατάλληλο σημείο εισαγωγής σχετικής υποχρέωσης αποτελεί και το στάδιο της άδειας εγκατάστασης. Στο σημείο αυτό η Διοίκηση επιτρέπει την πραγματική ενσωμάτωση συγκεκριμένου εξοπλισμού στο έργο. Είναι, συνεπώς, εύλογο και νομικά εύσταθες να απαιτείται από τον φορέα του έργου να προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση ότι ο υπό εγκατάσταση φωτοβολταϊκός εξοπλισμός προέρχεται από υπόχρεο παραγωγό ή εισαγωγέα που έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά το καθεστώς Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού, συνοδευόμενη από τα οικεία αποδεικτικά έγγραφα. Η πρόβλεψη αυτή δεν συνεπάγεται μεταφορά της πρωτογενούς ευθύνης ανακύκλωσης από τον «παραγωγό» του δικαίου ΑΗΗΕ στον φορέα του ενεργειακού έργου. Αντιθέτως, εισάγει μόνο ελάχιστη υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας ως προς την προέλευση του κρίσιμου εξοπλισμού, πράγμα απολύτως συμβατό με το ότι ο ίδιος ο φορέας του έργου ζητεί από τη Διοίκηση να εγκρίνει την εγκατάστασή του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, το στάδιο της ηλέκτρισης ή ενεργοποίησης της σύνδεσης. Η ηλέκτριση συνιστά το τελικό σημείο μετάβασης του έργου σε κατάσταση λειτουργίας και, ως εκ τούτου, το τελευταίο κρίσιμο διοικητικό σημείο στο οποίο μπορεί να ελεγχθεί αν ο πράγματι εγκατεστημένος εξοπλισμός αντιστοιχεί σε εξοπλισμό που έχει εισαχθεί και διατεθεί στην αγορά από φορέα συμμορφούμενο προς το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Ιδίως στις περιπτώσεις ειδικής ταχείας διαδικασίας, στις οποίες το σχέδιο νόμου καθορίζει εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες για τη σύνδεση και την ηλέκτριση, η ένταξη ενός τυποποιημένου ή ψηφιακού ελέγχου στο στάδιο αυτό αποτελεί την ελάχιστη εγγύηση ότι η επιτάχυνση δεν θα οδηγήσει σε πρακτική αδυναμία ελέγχου της συμμόρφωσης.
Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, και ίσως το πιο ισχυρό πεδίο για την ενσωμάτωση ρητής πρόβλεψης είναι η διαδικασία της ριζικής ανανέωσης. Η ειδική σημασία της ρύθμισης αυτής δεν προκύπτει μόνο από τη θέση της στο σχέδιο νόμου, αλλά και από τη φύση της ίδιας της δραστηριότητας: στη φωτοβολταϊκή τεχνολογία η ριζική ανανέωση μπορεί να συνεπάγεται αντικατάσταση του συνόλου των πλαισίων και των αντιστροφέων, δηλαδή άμεση παραγωγή μαζικού ρεύματος ΑΗΗΕ. Επομένως, εάν το σχέδιο νόμου αναμορφώνει, επιταχύνει και συστηματοποιεί τη διαδικασία repowering χωρίς να προβλέπει ούτε υποχρέωση προσκόμισης σχεδίου διαχείρισης του αποξηλούμενου εξοπλισμού ούτε απόδειξη συμμόρφωσης του νέου εξοπλισμού με τις διατάξεις περί εναλλακτικής διαχείρισης, τότε δημιουργείται έντονο έλλειμμα εσωτερικής συνέπειας μεταξύ του αδειοδοτικού και του δικαίου αποβλήτων. Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως δικαιολογημένο να προστεθεί στη διάταξη για τη ριζική ανανέωση ρητή απαίτηση υποβολής σχεδίου διαχείρισης ΑΗΗΕ για τον εξοπλισμό που αποξηλώνεται, σε συνδυασμό με αποδεικτικά συμμόρφωσης του νέου φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς το καθεστώς του ν. 4819/2021.
Από τεχνική και διοικητική άποψη, η ενσωμάτωση τέτοιου ελέγχου είναι πλήρως υλοποιήσιμη χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση της διαδικασίας. Το καθεστώς του ν. 4819/2021 (όπως συμπληρώνεται και από τις σχετιζόμενες με αυτόν κανονιστικές αποφάσεις της διοίκησης) ήδη προβλέπει μητρώο παραγωγών, ήδη οργανώνει τη λειτουργία της διευρυμένης ευθύνης και ήδη παρέχει, , τη θεσμική βάση για διασταύρωση στοιχείων και για αξιοποίηση διοικητικής συνεργασίας (άρθρο 19 της ΚΥΑ 23615/651/Ε.103/2014.). Συνεπώς, ο έλεγχος μπορεί να περιορισθεί είτε στην προσκόμιση τυποποιημένων αποδεικτικών είτε, κατά προτίμηση, στη διαλειτουργική επαλήθευση του αριθμού ΕΜΠΑ και της σχέσης με εγκεκριμένο ΣΣΕΔ μέσω των πληροφοριακών συστημάτων. Υπό αυτήν την έννοια, η προτεινόμενη πρόβλεψη είναι όχι μόνο αναλογική, αλλά και διοικητικά οικονομική. Δεν απαιτεί νέο ουσιαστικό καθεστώς αδειοδότησης· απαιτεί απλώς να συνδεθούν τα ήδη υφιστάμενα αδειοδοτικά στάδια με τα ήδη υφιστάμενα δεδομένα συμμόρφωσης.
Είναι, επίσης, κρίσιμο να διευκρινισθεί ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συγχέει την πρωτογενή υποχρέωση του «υπόχρεου παραγωγού» με τις υποχρεώσεις του φορέα του έργου ΑΠΕ. Ο «παραγωγός» κατά την έννοια του δικαίου ΑΗΗΕ παραμένει το πρόσωπο που ορίζει ο ν. 4819/2021 και η ειδική κανονιστική νομοθεσία. Ο φορέας του φωτοβολταϊκού σταθμού δεν καθίσταται, μόνο και μόνο λόγω της αδειοδοτικής του ιδιότητας, υπόχρεος χρηματοδότησης της ανακύκλωσης. Εκείνο που θεσμικά μπορεί και πρέπει να του ζητηθεί είναι να αποδεικνύει ότι ο εξοπλισμός που πρόκειται να εγκαταστήσει και να ενεργοποιήσει προέρχεται από φορέα που έχει ήδη εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Πρόκειται, δηλαδή, για υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας και ιχνηλασιμότητας, όχι για μετατόπιση της πρωτογενούς ευθύνης ανακύκλωσης.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι η καταλληλότερη λύση είναι η ρητή πρόβλεψη στο τελικό κείμενο του νόμου ότι, για έργα που περιλαμβάνουν εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πλαισίων, η συμμόρφωση του προμηθευόμενου εξοπλισμού προς το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού συνιστά στοιχείο πληρότητας του φακέλου σε συγκεκριμένα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας, ιδίως κατά την Οριστική Προσφορά Σύνδεσης, την άδεια εγκατάστασης, την ηλέκτριση και τη ριζική ανανέωση. Η βασική αυτή υποχρέωση θα πρέπει να συνοδεύεται από εξουσιοδοτική διάταξη για τον καθορισμό, με υπουργική ή άλλη κανονιστική πράξη, των τεχνικών λεπτομερειών της ηλεκτρονικής διασταύρωσης, των αποδεκτών αποδεικτικών εγγράφων και της διαδικασίας ενημέρωσης των εμπλεκομένων φορέων. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλισθεί ότι η επιδιωκόμενη επιτάχυνση της αδειοδότησης δεν θα συνοδευθεί από λειτουργική αποδυνάμωση του συστήματος εναλλακτικής διαχείρισης φωτοβολταϊκών πλαισίων, αλλά, αντιθέτως, θα ενσωματώσει στον πυρήνα της αδειοδοτικής διαδικασίας έναν ελάχιστο και απολύτως αναγκαίο μηχανισμό περιβαλλοντικής νομιμότητας.
Συνεπώς, η ενσωμάτωση ex ante ελέγχου συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του ν. 4819/2021 στην αδειοδοτική αλυσίδα των φωτοβολταϊκών σταθμών δεν συνιστά επικουρική ή προαιρετική βελτίωση, αλλά αναγκαία συμπλήρωση του υπό διαβούλευση μεταρρυθμιστικού πλαισίου. Εάν το ζητούμενο του σχεδίου νόμου είναι η δημιουργία ενός ταχύτερου αλλά ταυτόχρονα νομικά συνεκτικού και περιβαλλοντικά βιώσιμου συστήματος αδειοδότησης, τότε η ρητή σύνδεση της αδειοδοτικής προόδου με την τεκμηρίωση της συμμόρφωσης του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς το καθεστώς της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού αποτελεί αναγκαία επιλογή νομοθετικής πληρότητας και θεσμικής συνέπειας.
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επιφέρει εκτεταμένη αναμόρφωση του πλαισίου αδειοδότησης έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ιδίως μέσω της θεσμοθέτησης Περιοχών Επιτάχυνσης, της εισαγωγής ειδικού καθεστώτος περιβαλλοντικής εξαίρεσης ή επιταχυνόμενης περιβαλλοντικής αξιολόγησης εντός αυτών, της θέσπισης ανώτατων συνολικών προθεσμιών αδειοδότησης και σύνδεσης, καθώς και της συμπίεσης των επιμέρους σταδίων χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης, σύναψης σύμβασης σύνδεσης, άδειας εγκατάστασης, ηλέκτρισης και ριζικής ανανέωσης.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια αυτή αναμόρφωση δεν συνοδεύεται από καμία ρητή πρόβλεψη που να συνδέει την πρόοδο της αδειοδοτικής διαδικασίας των φωτοβολταϊκών σταθμών με την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια. Από τη συστηματική εξέταση του κειμένου του σχεδίου νόμου και του υλικού της διαβούλευσης προκύπτει ότι δεν υφίστανται ρητές αναφορές στη διασφάλιση τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Συγκεκριμένα, παρατηρείται έλλειψη αναφοράς στη διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης των φωτοβολταϊκών πλαισίων ως στοιχείο της νέας αδειοδοτικής αλυσίδας, ιδίως από τη στιγμή που κατά πάγια διοικητική πρακτική, σε όλες τις μορφές περιβαλλοντικής αδειοδότησης σταθμών ΑΠΕ συμπεριλαμβάνεται ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης. Σύμφωνα με την ρήτρα αυτή, ο φωτοβολταϊκός εξοπλισμός που βρίσκεται τοποθετημένος σε σταθμούς ΑΠΕ πρέπει, μετά το τέλος του χρόνου ζωής του (όταν δηλαδή καταστεί απόβλητο) να απομακρυνθεί από την εγκατάσταση και να τύχει εναλλακτικής διαχείρισης σύμφωνα με τα ειδικώς προβλεπόμενα στο Ν. 4819/2021 και τις συνδεόμενες με αυτόν κανονιστικές πράξεις.
Το γεγονός αυτό αποτελεί ουσιαστικό κανονιστικό κενό, ακριβώς επειδή το υπό αναμόρφωση καθεστώς αφορά κατ’ εξοχήν έργα που ενσωματώνουν μαζικά ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, ο οποίος υπάγεται ήδη, κατά το ισχύον δίκαιο, σε ειδικό καθεστώς εναλλακτικής διαχείρισης στο τέλος του κύκλου ζωής του. Η μη πρόνοια για την εκ των προτέρων διασφάλιση της εναλλακτικής διαχείρισης του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού ήδη από το στάδιο της αδειοδότησης των σταθμών ΑΠΕ ουσιαστικά ματαιώνει την εφαρμογή της αρχής της αειφορίας (από την οποία κατ’ ουσίαν απορρέει η ίδια η ανάγκη στήριξης των επενδύσεων σε ΑΠΕ). Ποιο το νόημα, άραγε, να στηρίζονται οι σταθμοί ΑΠΕ για να παράγουν πράσινη ενέργεια, εάν – λόγω της έλλειψης πρόνοιας για την εναλλακτική διαχείριση των φωτοβολταϊκών – καθίστανται μετά από το τέλος του χρόνου ζωής των πάνελ «περιβαλλοντικές βόμβες», δημιουργώντας τεράστιες ποσότητες αποβλήτων για τα οποία καμμία ρύθμιση δεν υπάρχει εκ των προτέρων; Δεν ματαιώνει αυτό τον «πράσινο» χαρακτήρα της επένδυσης;
Η έλλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η φύση του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού. Τα φωτοβολταϊκά πλαίσια έχουν ήδη ενταχθεί, σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος ΑΗΗΕ, και το εθνικό δίκαιο έχει ενσωματώσει τη σχετική υποχρέωση μέσω του ν. 4819/2021 και της ειδικής κανονιστικής νομοθεσίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Η ευθύνη αυτή δεν είναι απλώς ιδιωτική ή οικονομική, αλλά συνιστά μηχανισμό περιβαλλοντικής πολιτικής, με τον οποίο το κόστος συλλογής, επεξεργασίας και ανακύκλωσης συνδέεται με την είσοδο του προϊόντος στην αγορά και δεν μετακυλίεται στους τελικούς χρήστες ή στο Δημόσιο. Η ανάγκη, συνεπώς, να διασφαλισθεί ότι ο εξοπλισμός που εγκαθίσταται σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς προέρχεται από φορείς που έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους έναντι του καθεστώτος «διευρυμένης ευθύνης παραγωγού» (βλ. Οδηγία 2012/19 και συναφή εθνική νομοθεσία) δεν είναι άσχετη προς την αδειοδότηση· είναι άμεσα συνδεδεμένη με την περιβαλλοντική νομιμότητα και τον αειφόρο χαρακτήρα του ίδιου του έργου ΑΠΕ.
Το ζήτημα δεν εξαντλείται σε μια αφηρημένη επίκληση της κυκλικής οικονομίας. Αν η Διοίκηση επιτρέπει, μέσω ταχύρρυθμης ή επιταχυνόμενης αδειοδότησης, την εγκατάσταση και ενεργοποίηση έργων που βασίζονται σε φωτοβολταϊκά πλαίσια για τα οποία δεν έχει ελεγχθεί αν ο υπόχρεος κατά περίπτωση παραγωγός σύμφωνα με τον Ν. 4819/2021 έχει εγγραφεί στο οικείο μητρώο και έχει υπαχθεί σε εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης, τότε η αρχή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού αποδυναμώνεται στην πράξη. Παραμένει μεν τυπικά σε ισχύ, αλλά παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός πρόληψης και έγκαιρης κατανομής του κόστους. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενσωμάτωση ελέγχου συμμόρφωσης στο αδειοδοτικό στάδιο δεν συνιστά εισαγωγή νέας ουσιαστικής υποχρέωσης, αλλά αναγκαία εξειδίκευση της αποτελεσματικής εφαρμογής υφιστάμενων υποχρεώσεων. Το επιχείρημα αυτό αναδεικνύεται ρητά και από το ότι, κατά πάγια διοικητική πρακτική, η αδειοδότηση φωτοβολταϊκών σταθμών περιλαμβάνει ρήτρα εναλλακτικής διαχείρισης του εξοπλισμού. Αναγκαίο κρίνεται – και μάλιστα υπό το πρίσμα της γενικότερης ακανθώδους κατάστασης στον τομέα της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών – η τήρηση αυτής της ρήτρας να ελέγχεται, πλέον, εκ των προτέρων.
Η αναγκαιότητα της προτεινόμενης πρόβλεψης ενισχύεται από την ίδια τη νομοτεχνική λογική του σχεδίου νόμου. Το νέο πλαίσιο δεν καταργεί τους διοικητικούς ελέγχους, αλλά τους οργανώνει γύρω από την έννοια της πληρότητας φακέλου, της δυνατότητας υποβολής συμπληρωματικών στοιχείων και της τήρησης σύντομων, δεσμευτικών προθεσμιών. Ιδίως στα νέα ή τροποποιούμενα στάδια της χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης και της ριζικής ανανέωσης, η Διοίκηση ή ο αρμόδιος Διαχειριστής δύναται να ζητεί συγκεκριμένα πρόσθετα στοιχεία εντός προθεσμίας, άλλως ο φάκελος θεωρείται πλήρης ή, κατά περίπτωση, η έλλειψη των στοιχείων συνεπάγεται απαράδεκτο ή μη πρόοδο της διαδικασίας. Επομένως, η προσθήκη ενός ελάχιστου, σαφώς οριοθετημένου συνόλου δικαιολογητικών που να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση του προμηθευόμενου φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς τις απαιτήσεις του ν. 4819/2021 δεν αντιστρατεύεται τη φιλοσοφία του σχεδίου νόμου, αλλά αξιοποιεί ακριβώς τους ήδη θεσπισμένους κόμβους ελέγχου πληρότητας.
Το κατεξοχήν κατάλληλο στάδιο για την εισαγωγή του ελέγχου αυτού είναι εκείνο της Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης. Πρόκειται για το σημείο στο οποίο το έργο περνά από την προγενέστερη αδειοδοτική ωρίμανση στη συγκεκριμένη και δεσμευτική διασύνδεση με το δίκτυο ή το σύστημα. Ακριβώς επειδή στο στάδιο αυτό το σχέδιο νόμου προβλέπει ρητά έλεγχο πληρότητας και δυνατότητα ζήτησης διευκρινιστικών ή συμπληρωματικών στοιχείων, η υποχρέωση προσκόμισης βεβαίωσης εγγραφής του υπόχρεου παραγωγού στο ΕΜΠΑ και βεβαίωσης υπαγωγής σε εγκεκριμένο ΣΣΕΔ για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια μπορεί να ενταχθεί ως στοιχείο πληρότητας του φακέλου. Η λύση αυτή μετατρέπει τον Διαχειριστή σε φορέα ουσιαστικού ελέγχου επί της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, και εισάγει εκ των προτέρων έλεγχο νομιμότητας, κατά τρόπο ανάλογο με όσα ήδη ισχύουν για άλλα τυπικά στοιχεία του φακέλου. Η σχετική πρόβλεψη αποτελεί τον πλέον πρόσφορο τρόπο ex ante ελέγχου της τήρησης της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού.
Αντίστοιχα, κατάλληλο σημείο εισαγωγής σχετικής υποχρέωσης αποτελεί και το στάδιο της άδειας εγκατάστασης. Στο σημείο αυτό η Διοίκηση επιτρέπει την πραγματική ενσωμάτωση συγκεκριμένου εξοπλισμού στο έργο. Είναι, συνεπώς, εύλογο και νομικά εύσταθες να απαιτείται από τον φορέα του έργου να προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση ότι ο υπό εγκατάσταση φωτοβολταϊκός εξοπλισμός προέρχεται από υπόχρεο παραγωγό ή εισαγωγέα που έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά το καθεστώς Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού, συνοδευόμενη από τα οικεία αποδεικτικά έγγραφα. Η πρόβλεψη αυτή δεν συνεπάγεται μεταφορά της πρωτογενούς ευθύνης ανακύκλωσης από τον «παραγωγό» του δικαίου ΑΗΗΕ στον φορέα του ενεργειακού έργου. Αντιθέτως, εισάγει μόνο ελάχιστη υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας ως προς την προέλευση του κρίσιμου εξοπλισμού, πράγμα απολύτως συμβατό με το ότι ο ίδιος ο φορέας του έργου ζητεί από τη Διοίκηση να εγκρίνει την εγκατάστασή του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, το στάδιο της ηλέκτρισης ή ενεργοποίησης της σύνδεσης. Η ηλέκτριση συνιστά το τελικό σημείο μετάβασης του έργου σε κατάσταση λειτουργίας και, ως εκ τούτου, το τελευταίο κρίσιμο διοικητικό σημείο στο οποίο μπορεί να ελεγχθεί αν ο πράγματι εγκατεστημένος εξοπλισμός αντιστοιχεί σε εξοπλισμό που έχει εισαχθεί και διατεθεί στην αγορά από φορέα συμμορφούμενο προς το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Ιδίως στις περιπτώσεις ειδικής ταχείας διαδικασίας, στις οποίες το σχέδιο νόμου καθορίζει εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες για τη σύνδεση και την ηλέκτριση, η ένταξη ενός τυποποιημένου ή ψηφιακού ελέγχου στο στάδιο αυτό αποτελεί την ελάχιστη εγγύηση ότι η επιτάχυνση δεν θα οδηγήσει σε πρακτική αδυναμία ελέγχου της συμμόρφωσης.
Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, και ίσως το πιο ισχυρό πεδίο για την ενσωμάτωση ρητής πρόβλεψης είναι η διαδικασία της ριζικής ανανέωσης. Η ειδική σημασία της ρύθμισης αυτής δεν προκύπτει μόνο από τη θέση της στο σχέδιο νόμου, αλλά και από τη φύση της ίδιας της δραστηριότητας: στη φωτοβολταϊκή τεχνολογία η ριζική ανανέωση μπορεί να συνεπάγεται αντικατάσταση του συνόλου των πλαισίων και των αντιστροφέων, δηλαδή άμεση παραγωγή μαζικού ρεύματος ΑΗΗΕ. Επομένως, εάν το σχέδιο νόμου αναμορφώνει, επιταχύνει και συστηματοποιεί τη διαδικασία repowering χωρίς να προβλέπει ούτε υποχρέωση προσκόμισης σχεδίου διαχείρισης του αποξηλούμενου εξοπλισμού ούτε απόδειξη συμμόρφωσης του νέου εξοπλισμού με τις διατάξεις περί εναλλακτικής διαχείρισης, τότε δημιουργείται έντονο έλλειμμα εσωτερικής συνέπειας μεταξύ του αδειοδοτικού και του δικαίου αποβλήτων. Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως δικαιολογημένο να προστεθεί στη διάταξη για τη ριζική ανανέωση ρητή απαίτηση υποβολής σχεδίου διαχείρισης ΑΗΗΕ για τον εξοπλισμό που αποξηλώνεται, σε συνδυασμό με αποδεικτικά συμμόρφωσης του νέου φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς το καθεστώς του ν. 4819/2021.
Από τεχνική και διοικητική άποψη, η ενσωμάτωση τέτοιου ελέγχου είναι πλήρως υλοποιήσιμη χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση της διαδικασίας. Το καθεστώς του ν. 4819/2021 (όπως συμπληρώνεται και από τις σχετιζόμενες με αυτόν κανονιστικές αποφάσεις της διοίκησης) ήδη προβλέπει μητρώο παραγωγών, ήδη οργανώνει τη λειτουργία της διευρυμένης ευθύνης και ήδη παρέχει, , τη θεσμική βάση για διασταύρωση στοιχείων και για αξιοποίηση διοικητικής συνεργασίας (άρθρο 19 της ΚΥΑ 23615/651/Ε.103/2014.). Συνεπώς, ο έλεγχος μπορεί να περιορισθεί είτε στην προσκόμιση τυποποιημένων αποδεικτικών είτε, κατά προτίμηση, στη διαλειτουργική επαλήθευση του αριθμού ΕΜΠΑ και της σχέσης με εγκεκριμένο ΣΣΕΔ μέσω των πληροφοριακών συστημάτων. Υπό αυτήν την έννοια, η προτεινόμενη πρόβλεψη είναι όχι μόνο αναλογική, αλλά και διοικητικά οικονομική. Δεν απαιτεί νέο ουσιαστικό καθεστώς αδειοδότησης· απαιτεί απλώς να συνδεθούν τα ήδη υφιστάμενα αδειοδοτικά στάδια με τα ήδη υφιστάμενα δεδομένα συμμόρφωσης.
Είναι, επίσης, κρίσιμο να διευκρινισθεί ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συγχέει την πρωτογενή υποχρέωση του «υπόχρεου παραγωγού» με τις υποχρεώσεις του φορέα του έργου ΑΠΕ. Ο «παραγωγός» κατά την έννοια του δικαίου ΑΗΗΕ παραμένει το πρόσωπο που ορίζει ο ν. 4819/2021 και η ειδική κανονιστική νομοθεσία. Ο φορέας του φωτοβολταϊκού σταθμού δεν καθίσταται, μόνο και μόνο λόγω της αδειοδοτικής του ιδιότητας, υπόχρεος χρηματοδότησης της ανακύκλωσης. Εκείνο που θεσμικά μπορεί και πρέπει να του ζητηθεί είναι να αποδεικνύει ότι ο εξοπλισμός που πρόκειται να εγκαταστήσει και να ενεργοποιήσει προέρχεται από φορέα που έχει ήδη εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού. Πρόκειται, δηλαδή, για υποχρέωση διοικητικής επιμέλειας και ιχνηλασιμότητας, όχι για μετατόπιση της πρωτογενούς ευθύνης ανακύκλωσης.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι η καταλληλότερη λύση είναι η ρητή πρόβλεψη στο τελικό κείμενο του νόμου ότι, για έργα που περιλαμβάνουν εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πλαισίων, η συμμόρφωση του προμηθευόμενου εξοπλισμού προς το καθεστώς διευρυμένης ευθύνης παραγωγού συνιστά στοιχείο πληρότητας του φακέλου σε συγκεκριμένα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας, ιδίως κατά την Οριστική Προσφορά Σύνδεσης, την άδεια εγκατάστασης, την ηλέκτριση και τη ριζική ανανέωση. Η βασική αυτή υποχρέωση θα πρέπει να συνοδεύεται από εξουσιοδοτική διάταξη για τον καθορισμό, με υπουργική ή άλλη κανονιστική πράξη, των τεχνικών λεπτομερειών της ηλεκτρονικής διασταύρωσης, των αποδεκτών αποδεικτικών εγγράφων και της διαδικασίας ενημέρωσης των εμπλεκομένων φορέων. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλισθεί ότι η επιδιωκόμενη επιτάχυνση της αδειοδότησης δεν θα συνοδευθεί από λειτουργική αποδυνάμωση του συστήματος εναλλακτικής διαχείρισης φωτοβολταϊκών πλαισίων, αλλά, αντιθέτως, θα ενσωματώσει στον πυρήνα της αδειοδοτικής διαδικασίας έναν ελάχιστο και απολύτως αναγκαίο μηχανισμό περιβαλλοντικής νομιμότητας.
Συνεπώς, η ενσωμάτωση ex ante ελέγχου συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του ν. 4819/2021 στην αδειοδοτική αλυσίδα των φωτοβολταϊκών σταθμών δεν συνιστά επικουρική ή προαιρετική βελτίωση, αλλά αναγκαία συμπλήρωση του υπό διαβούλευση μεταρρυθμιστικού πλαισίου. Εάν το ζητούμενο του σχεδίου νόμου είναι η δημιουργία ενός ταχύτερου αλλά ταυτόχρονα νομικά συνεκτικού και περιβαλλοντικά βιώσιμου συστήματος αδειοδότησης, τότε η ρητή σύνδεση της αδειοδοτικής προόδου με την τεκμηρίωση της συμμόρφωσης του φωτοβολταϊκού εξοπλισμού προς το καθεστώς της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού αποτελεί αναγκαία επιλογή νομοθετικής πληρότητας και θεσμικής συνέπειας.
Το Παρατηρητήριο Ποιότητας Περιβάλλοντος Σύρου προσυπογράφει τις παρατηρήσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας όπως αυτές κατατέθηκαν στην παρούσα διαβούλευση από την πρόεδρο κα Μ. Καρμανώφ.
Ως Επιτροπή Αγώνα Αγραφιωτών αγωνιζόμαστε να προστατέψουμε τα βουνά και τους κάμπους από τις βιομηχανικής κλίμακας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αγωνιζόμαστε ενάντια στην σχεδιαζόμενη καταστροφή των ποταμών και των ρεμάτων και την αρπαγή του υδάτινου πλούτου με το πρόσχημα της παραγωγής ενέργειας. Για το παρόν νομοσχέδιο εκφράζουμε τη διαφωνία μας με τις βασικές ρυθμίσεις του και με τον τρόπο διεξαγωγής της διαβούλευσης. Συμφωνούμε με τις ενστάσεις που κατέθεσε το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας. Όπως αναφέρει το Επιμελητήριο, κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή. Ακολουθεί το κείμενο του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας.
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
——-
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
Μαρία Καραμανώφ
Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Email: info@environ-sustain.gr
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.:
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλητων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλητες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες), είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης, είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας, είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura, είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
8 Απριλίου 2026, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
II.
Η ανάκληση του χαρακτηρισμού των αναδασωτέων εκτάσεων μετά από πυρκαγιά είναι τραγική και παράνομη διάταξη. Η νομιμοποίηση αυθαίρετων εγκαταστάσεων στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας επίσης.
Οι ζώνες Περιοχών Επιτάχυνσης όπου τα έργα ΑΠΕ εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209) ΔΕΝ μπορούν να οριστούν στην Ελλάδα, καθώς εκκρεμούν τα Π.Δ. των ζωνώσεων και χρήσεων γης στις περιοχές Natura, το χωροταξικό για τις ΑΠΕ (είναι πρακτικά ανύπαρκτο καθώς έχει καταγγελθεί για ανεπάρκεια από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) και λοιπά χωροταξικά (τουρισμού κτλ). Οι ζώνες επιτάχυνσης μπορούν να οριστούν ΜΕΤΑ την έγκριση των ΠΔ και των ειδικών εθνικών χωροταξικών σχεδίων, με επιστημονικά κριτήρια.
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ BCL (BIODIVERSITY CONSERVATION LAB)
1. Το Εργαστήριό μας (BCL, Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών & Τεχνολογιών, Παν/ο Ιωαννίνων) έχει ήδη παράγει χωροταξικό χάρτη, όπου εξαιρείται το 60% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας από εγκατάσταση ΑΠΕ. Ο χάρτης αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ΜΕΤΑ την έγκριση των ΠΔ και λοιπών χωροταξικών ως ΠΡΩΤΗ ΒΑΣΗ για τον ορισμό των ζωνών επιτάχυνσης ΕΝΤΟΣ του 40% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας, όπως ορίζει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία, χρησιμοποιώντας επιστημονικά κριτήρια και σχετική τεκμηρίωση.
Τεκμηρίωση/δημοσίευση: Kati V, Kassara C, Vrontisi Z, Moustakas A (2021) The biodiversity-wind energy-land use nexus in a global biodiversity hotspot. Science of The Total Environment, 768, 144471. https://doi.org/10.1016/j.scitotenv.2020.144471
2. Η έρευνά μας αποδεικνύει επίσης τον κακό χωροταξικό σχεδιασμό των ΑΣΠΗΕ στην Ελλάδα σε σχέση με την Κ. Ευρώπη, καθώς στη χώρα μας επιλέγονται μεγάλα υψόμετρα, περιοχές έντονης διάβρωσης και δάση-δασικές/ημιφυσικές εκτάσεις σε αντίθεση με την Κεντρική Ευρώπη.
Επιπλέον, η ίδια έρευνα αποδεικνύει τη μεγάλη καταστροφή ως προς την τριπλάσια δέσμευση γης (δημιουργία τεχνητών επιφανειών) στην Ελλάδα ως προς τον παγκόσμιο μέσο όρο. Αν εφαρμοστεί αυτή η διάταξη του νόμου, θα είναι μια συνειδητή μεγάλης κλίμακας καταστροφή της Ελληνικής φύσης και του Ελληνικού τοπίου, άνευ αποκατάστασης.
Τεκμηρίωση/δημοσίευση: Kati V, Kassara C, Panagos P, Tampouratzi L, Gotsis D, Tzortzakaki O, Petridou M, Psaralexi M, Sidiropoulos L, Vasilakis D, Zakkak S, Galani A, Mpoukas N (2023a) The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps. Journal of Environmental Management, 348, 119340.
https://doi.org/10.1016/j.jenvman.2023.119340
3. Άλλη έρευνα του εργαστηρίου μας αποδεικνύει (α) τη μεγάλη καταστροφή που προκαλεί έργο ΑΣΠΗΕ στην Κεντρική Εύβοια στα δάση, ενδημικά και σημαντικά είδη κτλ, (β) την απουσία εθνικού κατάλληλου χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ, και (γ) τη χαμηλή ποιότητα της συναφούς Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Τεκμηρίωση/δημοσίευση: Kati V, Spiliopoulou K, Stefanidis A, Kassara C (2025a) Sacrificing Wilderness for Renewables? Land Artificialization from Inadequate Spatial Planning of Wind Energy in Evvoia, Greece. Land, 14(6), 1296.
https://www.mdpi.com/2073-445X/14/6/1296
Τεκμηρίωση/ Ελληνική μελέτη: Κατή Β. & Βλαχόπουλος Κ. 2024. Μελέτη αντίκρουσης για την προστασία της φύσης στην περιοχή των βουνών της κεντρικής Εύβοιας (GR2420011) από την εγκατάσταση Αιολικών Σταθμών Παραγωγής Ενέργειας (ΜΠΕ: ΠΕΤ 2406011011).
https://doi.org/10.13140/RG.2.2.28482.70087
4. Άλλη έρευνα του εργαστηρίου μας αποδεικνύει την καταστρεπτική επίπτωση των ΑΠΕ και ειδικά των ΑΣΠΗΕ στις πιο φυσικές άγριες περιοχές της Ελλάδας, τις οποίες η Ελληνική Πολιτεία έχει δεσμευτεί στον ΟΗΕ πως θα προστατεύσει (Δέσμευση για 55 βουνά), στο πλαίσιο της εθνικής έκθεσης για τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης. Ο παρόν σχέδιο νόμου αντικρούει και ακυρώνει την εθνική πολιτική του ΥΠΕΝ σε αυτήν την κατεύθυνση.
Τεκμηρίωση: Η πλήρης επιστημονική τεκμηρίωση παρουσιάζεται στο website του έργου ROADLESS https://bc.lab.uoi.gr/el/research/projects/roadless/
Παρουσιάζονται : ο Χάρτης των περιοχών άνευ δρόμων της Ελλάδας, όλη η εθνική νομοθεσία και τα ΦΕΚ προστασίας των βουνών, πέντε συναφείς διεθνείς δημοσιεύσεις, οι πολιτικές συνόψεις στα Ελληνικά, όπου παρουσιάζεται όλη η νομική και πολιτική επιχειρηματολογία αντίκρουσης του παρόντος άρθρου του παρόντος Σχεδίου Νόμου
Κύριες δημοσιεύσεις: Kati, V., Petridou, M., Tzortzakaki, O., Papantoniou, E., Galani, A., Psaralexi, M., Gotsis, D., Papaioannou, H., Kassara, C. 2023. How much wilderness is left? A roadless approach under the Global and the European Biodiversity Strategy focusing on Greece. Biological Conservation 281, 110015.
Κατή Β., Κασσάρα Χ., Παπαϊωάννου Χ. 2022. Αδιατάρακτες Φυσικές Περιοχές (ΑΦΠ) της Ελλάδας και Βιώσιμη Ανάπτυξη. https://doi.org/10.13140/RG.2.2.31581.49122
5. Πρόσφατη έρευνα του εργαστηρίου μας (προς δημοσίευση) αποδεικνύει πως η δυνητική ζώνη επενδύσεων ΑΠΕ, καλύπτει το 40.94% της χώρας (53,584 km2). Οι αιτήσεις εντός αυτής της ζώνης τον Ιανουάριο του 2025 για έργα ΑΣΠΗΕ σε όλα τα στάδια αδειοδότησης ήταν 16.9GW, ξεπερνώντας κατά 30% τον εθνικό στόχο εγκαταστημένης ισχύος ΑΣΠΗΕ του ΕΣΕΚ για το 2050 (13 GW). Η δημοσίευση θα αναρτηθεί στον ιστοχώρο του Εργαστηρίου BCL όταν θα δημοσιευτεί από το διεθνές έγκριτο περιοδικό (υπολογίζουμε σε ένα μήνα/under minor review).
Τέλος, είναι ανυπόστατο να μιλάμε στην Ελλάδα για ζώνες επιτάχυνσης, όταν δεν υπάρχουν επαρκή δίκτυα κατανομής ενέργειας. Πρόκειται για ένα καταστροφικό σενάριο επιπλέον παραγωγής καθαρής ενέργειας που δεν μπορεί η Ελλάδα να απορροφήσει, με τεράστια οικονομική ζημιά και για τον κλάδο των ΑΠΕ και για τον Έλληνα πολίτη. Δεν γνωρίζω αν η μη παροχή της παραγόμενης ενέργειας στο σύστημα λόγω δικτύου επιβαρύνει τον επιχειρηματία ή τον Έλληνα πολίτη. Κρίνοντας από τους λογαριασμούς ρεύματος, ίσως το δεύτερο. Άρα τίθεται ευρύτερο θέμα ισονομίας, δημοκρατίας, διαφάνειας, πλέον των εξαιρετικά δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
6. Οι ζώνες επιτάχυνσης δεν μπορούν να οριστούν πριν τη χαρτογράφηση των παλαιών και αρχέγονων δασών, όπως ορίζει η εθνική νομοθεσία
7. Η επιχειρηματολογία δημοσιεύτηκε ως ανοιχτή επιστολή που στάλθηκε στην πολιτική ηγεσία 23/12/2023
https://bc.lab.uoi.gr/en/policy/epistoli-stin-politiki-igesia-gia-tin-orthi-chorothetisi-ton-aiolikon-stathmon-paragogis-ilektrikis-energeias-gia-tin-antimetopisi-tis-klimatikis-kai-oikologikis-krisis/
Επίσης είναι παράλογο να μιλάμε για ένα τέτοιο καταστρεπτικό νομοσχέδιο για τη φύση, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα πρέπει να εφαρμόσει τον Κανονισμό Αποκατάστασης της Φύσης και να πληρώνει στο μέλλον τεράστια ποσά για να αποκαταστήσει τη ζημιά των παρεμβάσεων που το παρόν Σχέδιο Νόμου προωθεί.
Εντός των ως άνω δημοσιεύσεων υπάρχουν σαφείς προτάσεις για την προστασία της Ελληνικής φύσης, για το σχεδιασμό έργων οδοποιίας, για την βελτίωση της ποιότητας των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΟΦΥΠΕΚΑ ως διαμεσολαβητής), για τον ορθό χωροταξικό σχεδιασμό των ΑΠΕ κτλ. Προφανώς δεν μπορεί να αναληθεί όλη η επιστημονική επιχειρηματολογία και τα προτεινόμενα μέτρα εντός του παρόντος σχολίου.
Τα άρθρα περί άρσης προστασίας των αναδασωτέων εκτάσεων μετά από πυρκαγιά και των ζωνών επιτάχυνσης των ΑΠΕ τα θεωρώ όχι απλά άκυρα, αλλά εγκληματικά.
Είμαι στη διάθεση της Πολιτείας για παροχή στοιχείων και τεκμηριωμένων προτάσεων ως προς την απόσυρση και επανα-συγγραφή άρθρων του παρόντος Σχεδίου Νόμου.
9 Απριλίου 2026, Βασιλική Κατή, Καθηγήτρια, Τμ. Βιολογ. Εφαρμογών & Τεχνολογιών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
«Τουριστικό» υπερθέαμα από ημερήσια ορειβατική στον Πόρο: δύο κορυφογραμμές με ανεμογεννήτριες. «Τουριστικό» υπερθέαμα από βόλτα στο Ναύπλιο, από το ιστορικότερο σημείο του λιμανιού, σε ανοιχτό ορίζοντα 180 μόλις μοιρών: κορυφογραμμές με ανεμογεννήτριες, ορατές σε έξι, ναι έξι, διαφορετικά σημεία. Σε αντιδιαστολή, πολυήμερη ορειβατική σε όλη τη Βουλγαρία, όπου διανύονταν χιλιόμετρα καθημερινά προς όλες τις κατευθύνσεις: ανεμογεννήτριες μόνο σε ένα σημείο σε όλη τη χώρα, ενώ η φύση όπου πηγαίναμε, άθικτη. Όπως θα έπρεπε να είχε παραμείνει και η φύση στην Ελλάδα – και έτι παραπάνω, καθότι, η δική μας χώρα, απείρως τουριστικότερη.
Και να πεις ότι είχαμε δει κάποια μείωση στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού από όλο αυτό το πολυετές ξεκοίλιασμα της φύσης – όχι, το αντίθετο. Το οποίο ξεκοίλιασμα της φύσης επιτελέστηκε σκοπίμως μέσα στις καραντίνες που είχαμε απαγόρευση της κυκλοφορίας στους πολίτες, σκοπίμως για να στερηθούμε το δικαίωμα της αυτοπροσώπως διαμαρτυρίας.
Και μόνο που βλέπεις, σε τούτη τη διαβούλευση, να δίνεται χρόνος μέχρι νωρίς το πρωί της πρώτης εργασίμου μετά τις διακοπές του Πάσχα, με μόλις δύο εβδομάδες χρόνο…
Και μόνο που βλέπεις το παράλογο, σε νομοσχέδιο ΑΠΕ (για την προώθηση υποτίθεται των πράσινων τεχνολογιών για την προστασία του περιβάλλοντος), ρυθμίσεις για την ανέγερση… πολυχώρου στην Πάτμο, ή παρεκκλησίου μοναστηριού, και πόσα άλλα άσχετα με τις ΑΠΕ αν όχι βλαβερά για το περιβάλλον, όπως το να επιτρέπονται τελικά οικοδομικές εργασίες στον Υμηττό ή να νομιμοποιούνται εγκαταστάσεις εντός πάρκων και αλσών από τους ΟΤΑ, ή και εντελώς άσχετα, όπως η μετεγκατάσταση υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, και η παράταση για υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ… Τι δουλειά έχει η ενσωμάτωση (και πώς ενσωμάτωση) τριών Οδηγιών ΕΕ στο εθνικό μας δίκαιο, με όλα αυτά τα φωτογραφικά;
Και μόνο που βλέπεις τις -ήδη εκτενέστατες- καταστροφές του φυσικού μας περιβάλλοντος, φυσικού κεφαλαίου όλων των πολιτών, και τις ήδη αυθαιρεσίες και παρανομίες, να επεκτείνονται με αυτό το νομοσχέδιο και στις περιοχές Natura, και στα δάση, αλλά και -άκουσον άκουσον- στα αναδασωτέα… Αντί να αποκαθίσταται η νομιμότητα, ήδη βαρύτατα τρωθείσα επί μακρόν, βλέπεις, με αυτό το κείμενο, να νομιμοποιούνται ήδη υπάρχουσες παρανομίες, ή να παρατείνεται η ανοχή σε αυτές, και να ενθαρρύνονται έτσι και για το μέλλον.
Πότε θα πάψει όλη αυτή η άκρατη, άκριτη -και κυρίως δόλια, με το πρόσχημα της κακώς εννοούμενης νομιμότητας και της κακώς εννοούμενης ανάπτυξης- μετατροπή της πανέμορφης χώρας μας σε βιομηχανικό τοπίο;
Σε κρανίου τόπο;
Χωρίς μελέτες αποδοτικότητας (να είναι τυχαίο που τις έλικες των ανεμογεννητριών σπάνια τις βλέπεις να σαλεύουν;), χωρίς μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων από το ίδιο το Κράτος για να εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητά τους…
Πού θα πάει αυτό; Πότε θα μπει φρένο στον παραλογισμό;
Πότε θα συνέλθει η φύση; Θα επανέλθει ποτέ;
Εκείνων που τα απεργάζονται όλα αυτά, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους πρόκειται να ζήσουνε σε κάποιαν άλλη χώρα;