Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι:
α) η καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων με σκοπό παραπλάνησης τρίτων, καθώς και η αποτροπή της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων που ευρίσκονται σε κοινόχρηστους, δημόσιους, δημοτικούς χώρους και χώρους μουσείων,
β) η προστασία του έργου τέχνης και του συλλεκτικού αντικειμένου από παρεμβάσεις σε αυτά προκειμένου να διατηρηθούν αλώβητα για τις μέλλουσες γενεές και
γ) η προστασία των αγοραστών, δημιουργών, επαγγελματιών του χώρου, συλλεκτών, μουσείων και η ασφαλής έκθεση των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων σε πολιτιστικούς χώρους.





https://the-provenance-research-blog.squarespace.com/home/2026/1/7
Το Άρθρο 1 θέτει σημαντικούς και θεμιτούς στόχους, όπως την προστασία των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, την πρόληψη της απάτης και τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενεές. Ωστόσο, η διατύπωσή του παραμένει κυρίως διακηρυκτική και δεν προβαίνει σε επαρκή διάκριση μεταξύ εκ προθέσεως εγκληματικής συμπεριφοράς και καλόπιστης επιστημονικής διαφωνίας, αβεβαιότητας απόδοσης ή συνήθους εμπορικού κινδύνου, που είναι εγγενείς στην αγορά τέχνης. Ελλείψει τέτοιας διευκρίνισης, υφίσταται ο κίνδυνος ο σκοπός του νόμου να ερμηνευθεί υπέρμετρα κατά την εφαρμογή του και στη δικαστική πρακτική. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η ρήτρα σκοπού να αποσαφηνίζει ρητώς ότι η νομοθεσία στοχεύει πρωτίστως στην εκ προθέσεως απάτη, την οργανωμένη πλαστογραφία και τη σοβαρή υλική βλάβη, χωρίς να υποκαθιστά ή να απορροφά αστικά ένδικα μέσα που αφορούν συμβατικές διαφορές, ψευδείς δηλώσεις ή ζητήματα αποζημίωσης.
Το Άρθρο 2 προσδιορίζει τους βασικούς μηχανισμούς επίτευξης των στόχων του νόμου, όπως τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων, τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων και τη δημιουργία αυτόνομης μονάδας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς ο τρόπος αλληλεπίδρασης των μηχανισμών αυτών, ούτε η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ποινικής επιβολής, διοικητικής παρακολούθησης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η έλλειψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαλύψεις ή ασάφεια ως προς την αρμοδιότητα και την ευθύνη των εμπλεκομένων φορέων. Το Άρθρο 2 προσδιορίζει τους βασικούς μηχανισμούς επίτευξης των στόχων του νόμου, όπως τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων, τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων και τη δημιουργία αυτόνομης μονάδας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς ο τρόπος αλληλεπίδρασης των μηχανισμών αυτών, ούτε η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ποινικής επιβολής, διοικητικής παρακολούθησης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η έλλειψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαλύψεις ή ασάφεια ως προς την αρμοδιότητα και την ευθύνη των εμπλεκομένων φορέων.
Το Άρθρο 3(α) ορίζει το «έργο τέχνης» με αναφορά στην «αναγνωρισμένη καλλιτεχνική αξία», έννοια εγγενώς υποκειμενική και εξελισσόμενη. Παρότι η ευελιξία αυτή είναι θεμιτή στο πλαίσιο του πολιτιστικού διαλόγου, δημιουργεί νομική αβεβαιότητα όταν χρησιμοποιείται ως κριτήριο στο ποινικό δίκαιο. Δεν προσδιορίζεται ποιος αναγνωρίζει την καλλιτεχνική αξία, με ποια κριτήρια και σε ποιο χρονικό σημείο, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ερμηνευτικές διαμάχες, ιδίως ως προς τη σύγχρονη, εννοιολογική, ψηφιακή ή μη δυτική τέχνη. Αντίστοιχα, το Άρθρο 3(β), που ορίζει το «συλλεκτικό αντικείμενο», βασίζεται σε κριτήρια προερχόμενα κυρίως από το τελωνειακό και φορολογικό δίκαιο, όπως η σπανιότητα και η «μεγάλη αξία», τα οποία δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στη λειτουργία της αγοράς τέχνης. Και οι δύο ορισμοί θα επωφελούνταν από μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και ενδεικτικά κριτήρια, ώστε να διασφαλίζεται συνεπής ερμηνεία και να αποφεύγεται η επιλεκτική επιβολή.
Το Άρθρο 4 θεσπίζει το βασικό ποινικό αδίκημα με ιδιαίτερα ευρεία διατύπωση, περιλαμβάνοντας όχι μόνο την κατασκευή και τη διακίνηση αλλά και την κατοχή ή αποδοχή κατοχής. Παρότι το εύρος αυτό αντανακλά την πρόθεση αντιμετώπισης ολόκληρης της αλυσίδας της δόλιας δραστηριότητας, δημιουργεί κινδύνους όταν η απαίτηση πρόθεσης παραπλάνησης δεν συνδέεται σαφώς με συγκεκριμένη συμπεριφορά ή πράξη. Ειδικότερα, η αναφορά στην παραπλάνηση «ως προς την αξία» ενδέχεται να συγχέει την ποινική απάτη με τη συνήθη εμπορική διαφωνία, σε έναν τομέα όπου η αξία είναι μεταβαλλόμενη και εξαρτώμενη από το πλαίσιο. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, καθώς και τα χρηματικά όρια, εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Η δε παρεπόμενη επαγγελματική απαγόρευση, αν και θεμιτή σε περιπτώσεις κατάχρησης εμπιστοσύνης, διατυπώνεται ιδιαιτέρως ευρέως και θα έπρεπε να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις αναλογικότητας.
Το Άρθρο 5, που ρυθμίζει τη δήμευση, την απόδοση και την καταστροφή πλαστών έργων, εγείρει σοβαρά ζητήματα διαδικαστικών εγγυήσεων. Η υποχρεωτική καταστροφή αντικειμένων που κατασκευάστηκαν εξαρχής για παραπλάνηση ενδέχεται να στερήσει πολύτιμα εγκληματολογικά και επιστημονικά τεκμήρια, ιδίως ενόψει της εξέλιξης των τεχνικών πιστοποίησης. Επιπλέον, η δυνατότητα κατάσχεσης ή καταστροφής ακόμη και μετά από αθώωση, χωρίς σαφές πρότυπο απόδειξης ή επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, ενδέχεται να προκαλέσει ζητήματα συνταγματικής τάξης. Τέλος, η πρόβλεψη ηλεκτρονικού αρχείου στερείται πλαισίου διακυβέρνησης, ιδίως ως προς την πρόσβαση, την προστασία δεδομένων και την ασφάλεια.
Τα άρθρα 7 έως 10, που αφορούν το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, επιδιώκουν θεμιτά την ενίσχυση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των γνωμοδοτήσεων. Ωστόσο, τα κριτήρια επιλεξιμότητας εμφανίζονται περιοριστικά, αποκλείοντας ουσιώδεις μορφές εξειδίκευσης, όπως η έρευνα προέλευσης, η αρχειακή τεκμηρίωση και η επιστημονική ανάλυση υλικών. Επιπλέον, η αντιμετώπιση της αυθεντικότητας ως δυαδικής έννοιας δεν ανταποκρίνεται στη διεθνή επιστημονική πρακτική, η οποία αναγνωρίζει βαθμούς πιθανότητας και τεκμηριωμένης αβεβαιότητας. Ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας δεδομένων ανακύπτουν επίσης από την υποχρεωτική αρχειοθέτηση ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων.
Τέλος, το Άρθρο 11 αναβαθμίζει ορθώς τη φθορά έργων τέχνης σε σοβαρό ποινικό αδίκημα, αλλά χρησιμοποιεί ευρείς όρους, όπως «ρυπαίνει» ή «αλλοιώνει τη μορφή», χωρίς διάκριση μεταξύ αναστρέψιμης και μη αναστρέψιμης βλάβης. Η πρόβλεψη ευθύνης από αμέλεια στερείται συγκεκριμένου προτύπου επιμέλειας, ιδίως για επαγγελματίες που εμπλέκονται στη διαχείριση ή συντήρηση έργων τέχνης, ενώ τα χρηματικά όρια αξίας εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης.
https://the-provenance-research-blog.squarespace.com/home/2026/1/7
Το Άρθρο 1 θέτει σημαντικούς και θεμιτούς στόχους, όπως την προστασία των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, την πρόληψη της απάτης και τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενεές. Ωστόσο, η διατύπωσή του παραμένει κυρίως διακηρυκτική και δεν προβαίνει σε επαρκή διάκριση μεταξύ εκ προθέσεως εγκληματικής συμπεριφοράς και καλόπιστης επιστημονικής διαφωνίας, αβεβαιότητας απόδοσης ή συνήθους εμπορικού κινδύνου, που είναι εγγενείς στην αγορά τέχνης. Ελλείψει τέτοιας διευκρίνισης, υφίσταται ο κίνδυνος ο σκοπός του νόμου να ερμηνευθεί υπέρμετρα κατά την εφαρμογή του και στη δικαστική πρακτική. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η ρήτρα σκοπού να αποσαφηνίζει ρητώς ότι η νομοθεσία στοχεύει πρωτίστως στην εκ προθέσεως απάτη, την οργανωμένη πλαστογραφία και τη σοβαρή υλική βλάβη, χωρίς να υποκαθιστά ή να απορροφά αστικά ένδικα μέσα που αφορούν συμβατικές διαφορές, ψευδείς δηλώσεις ή ζητήματα αποζημίωσης.
Το Άρθρο 2 προσδιορίζει τους βασικούς μηχανισμούς επίτευξης των στόχων του νόμου, όπως τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων, τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων και τη δημιουργία αυτόνομης μονάδας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς ο τρόπος αλληλεπίδρασης των μηχανισμών αυτών, ούτε η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ποινικής επιβολής, διοικητικής παρακολούθησης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η έλλειψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαλύψεις ή ασάφεια ως προς την αρμοδιότητα και την ευθύνη των εμπλεκομένων φορέων. Μεγαλύτερη θεσμική ακρίβεια θα συνέβαλε στη μείωση του κινδύνου σύγχυσης δικαιοδοσιών και θα απέτρεπε την άτυπη ανάληψη ρυθμιστικών ρόλων πέραν της νομοθετικής πρόθεσης.
Το Άρθρο 3(α) ορίζει το «έργο τέχνης» με αναφορά στην «αναγνωρισμένη καλλιτεχνική αξία», έννοια εγγενώς υποκειμενική και εξελισσόμενη. Παρότι η ευελιξία αυτή είναι θεμιτή στο πλαίσιο του πολιτιστικού διαλόγου, δημιουργεί νομική αβεβαιότητα όταν χρησιμοποιείται ως κριτήριο στο ποινικό δίκαιο. Δεν προσδιορίζεται ποιος αναγνωρίζει την καλλιτεχνική αξία, με ποια κριτήρια και σε ποιο χρονικό σημείο, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ερμηνευτικές διαμάχες, ιδίως ως προς τη σύγχρονη, εννοιολογική, ψηφιακή ή μη δυτική τέχνη. Αντίστοιχα, το Άρθρο 3(β), που ορίζει το «συλλεκτικό αντικείμενο», βασίζεται σε κριτήρια προερχόμενα κυρίως από το τελωνειακό και φορολογικό δίκαιο, όπως η σπανιότητα και η «μεγάλη αξία», τα οποία δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στη λειτουργία της αγοράς τέχνης. Και οι δύο ορισμοί θα επωφελούνταν από μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και ενδεικτικά κριτήρια, ώστε να διασφαλίζεται συνεπής ερμηνεία και να αποφεύγεται η επιλεκτική επιβολή.
Το Άρθρο 4 θεσπίζει το βασικό ποινικό αδίκημα με ιδιαίτερα ευρεία διατύπωση, περιλαμβάνοντας όχι μόνο την κατασκευή και τη διακίνηση αλλά και την κατοχή ή αποδοχή κατοχής. Παρότι το εύρος αυτό αντανακλά την πρόθεση αντιμετώπισης ολόκληρης της αλυσίδας της δόλιας δραστηριότητας, δημιουργεί κινδύνους όταν η απαίτηση πρόθεσης παραπλάνησης δεν συνδέεται σαφώς με συγκεκριμένη συμπεριφορά ή πράξη. Ειδικότερα, η αναφορά στην παραπλάνηση «ως προς την αξία» ενδέχεται να συγχέει την ποινική απάτη με τη συνήθη εμπορική διαφωνία, σε έναν τομέα όπου η αξία είναι μεταβαλλόμενη και εξαρτώμενη από το πλαίσιο. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, καθώς και τα χρηματικά όρια, εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Η δε παρεπόμενη επαγγελματική απαγόρευση, αν και θεμιτή σε περιπτώσεις κατάχρησης εμπιστοσύνης, διατυπώνεται ιδιαιτέρως ευρέως και θα έπρεπε να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις αναλογικότητας.
Το Άρθρο 5, που ρυθμίζει τη δήμευση, την απόδοση και την καταστροφή πλαστών έργων, εγείρει σοβαρά ζητήματα διαδικαστικών εγγυήσεων. Η υποχρεωτική καταστροφή αντικειμένων που κατασκευάστηκαν εξαρχής για παραπλάνηση ενδέχεται να στερήσει πολύτιμα εγκληματολογικά και επιστημονικά τεκμήρια, ιδίως ενόψει της εξέλιξης των τεχνικών πιστοποίησης. Επιπλέον, η δυνατότητα κατάσχεσης ή καταστροφής ακόμη και μετά από αθώωση, χωρίς σαφές πρότυπο απόδειξης ή επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, ενδέχεται να προκαλέσει ζητήματα συνταγματικής τάξης. Τέλος, η πρόβλεψη ηλεκτρονικού αρχείου στερείται πλαισίου διακυβέρνησης, ιδίως ως προς την πρόσβαση, την προστασία δεδομένων και την ασφάλεια.
Τα άρθρα 7 έως 10, που αφορούν το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, επιδιώκουν θεμιτά την ενίσχυση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των γνωμοδοτήσεων. Ωστόσο, τα κριτήρια επιλεξιμότητας εμφανίζονται περιοριστικά, αποκλείοντας ουσιώδεις μορφές εξειδίκευσης, όπως η έρευνα προέλευσης, η αρχειακή τεκμηρίωση και η επιστημονική ανάλυση υλικών. Επιπλέον, η αντιμετώπιση της αυθεντικότητας ως δυαδικής έννοιας δεν ανταποκρίνεται στη διεθνή επιστημονική πρακτική, η οποία αναγνωρίζει βαθμούς πιθανότητας και τεκμηριωμένης αβεβαιότητας. Ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας δεδομένων ανακύπτουν επίσης από την υποχρεωτική αρχειοθέτηση ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων.
Τέλος, το Άρθρο 11 αναβαθμίζει ορθώς τη φθορά έργων τέχνης σε σοβαρό ποινικό αδίκημα, αλλά χρησιμοποιεί ευρείς όρους, όπως «ρυπαίνει» ή «αλλοιώνει τη μορφή», χωρίς διάκριση μεταξύ αναστρέψιμης και μη αναστρέψιμης βλάβης. Η πρόβλεψη ευθύνης από αμέλεια στερείται συγκεκριμένου προτύπου επιμέλειας, ιδίως για επαγγελματίες που εμπλέκονται στη διαχείριση ή συντήρηση έργων τέχνης, ενώ τα χρηματικά όρια αξίας εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης.
http://www.theprovenanceresearchblog.com/home/2026/1/7
Το Άρθρο 1 θέτει σημαντικούς και θεμιτούς στόχους, όπως την προστασία των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, την πρόληψη της απάτης και τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενεές. Ωστόσο, η διατύπωσή του παραμένει κυρίως διακηρυκτική και δεν προβαίνει σε επαρκή διάκριση μεταξύ εκ προθέσεως εγκληματικής συμπεριφοράς και καλόπιστης επιστημονικής διαφωνίας, αβεβαιότητας απόδοσης ή συνήθους εμπορικού κινδύνου, που είναι εγγενείς στην αγορά τέχνης. Ελλείψει τέτοιας διευκρίνισης, υφίσταται ο κίνδυνος ο σκοπός του νόμου να ερμηνευθεί υπέρμετρα κατά την εφαρμογή του και στη δικαστική πρακτική. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η ρήτρα σκοπού να αποσαφηνίζει ρητώς ότι η νομοθεσία στοχεύει πρωτίστως στην εκ προθέσεως απάτη, την οργανωμένη πλαστογραφία και τη σοβαρή υλική βλάβη, χωρίς να υποκαθιστά ή να απορροφά αστικά ένδικα μέσα που αφορούν συμβατικές διαφορές, ψευδείς δηλώσεις ή ζητήματα αποζημίωσης.
Το Άρθρο 2 προσδιορίζει τους βασικούς μηχανισμούς επίτευξης των στόχων του νόμου, όπως τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων, τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων και τη δημιουργία αυτόνομης μονάδας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς ο τρόπος αλληλεπίδρασης των μηχανισμών αυτών, ούτε η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ποινικής επιβολής, διοικητικής παρακολούθησης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η έλλειψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαλύψεις ή ασάφεια ως προς την αρμοδιότητα και την ευθύνη των εμπλεκομένων φορέων. Μεγαλύτερη θεσμική ακρίβεια θα συνέβαλε στη μείωση του κινδύνου σύγχυσης δικαιοδοσιών και θα απέτρεπε την άτυπη ανάληψη ρυθμιστικών ρόλων πέραν της νομοθετικής πρόθεσης.
Το Άρθρο 3(α) ορίζει το «έργο τέχνης» με αναφορά στην «αναγνωρισμένη καλλιτεχνική αξία», έννοια εγγενώς υποκειμενική και εξελισσόμενη. Παρότι η ευελιξία αυτή είναι θεμιτή στο πλαίσιο του πολιτιστικού διαλόγου, δημιουργεί νομική αβεβαιότητα όταν χρησιμοποιείται ως κριτήριο στο ποινικό δίκαιο. Δεν προσδιορίζεται ποιος αναγνωρίζει την καλλιτεχνική αξία, με ποια κριτήρια και σε ποιο χρονικό σημείο, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ερμηνευτικές διαμάχες, ιδίως ως προς τη σύγχρονη, εννοιολογική, ψηφιακή ή μη δυτική τέχνη. Αντίστοιχα, το Άρθρο 3(β), που ορίζει το «συλλεκτικό αντικείμενο», βασίζεται σε κριτήρια προερχόμενα κυρίως από το τελωνειακό και φορολογικό δίκαιο, όπως η σπανιότητα και η «μεγάλη αξία», τα οποία δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στη λειτουργία της αγοράς τέχνης. Και οι δύο ορισμοί θα επωφελούνταν από μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και ενδεικτικά κριτήρια, ώστε να διασφαλίζεται συνεπής ερμηνεία και να αποφεύγεται η επιλεκτική επιβολή.
Το Άρθρο 4 θεσπίζει το βασικό ποινικό αδίκημα με ιδιαίτερα ευρεία διατύπωση, περιλαμβάνοντας όχι μόνο την κατασκευή και τη διακίνηση αλλά και την κατοχή ή αποδοχή κατοχής. Παρότι το εύρος αυτό αντανακλά την πρόθεση αντιμετώπισης ολόκληρης της αλυσίδας της δόλιας δραστηριότητας, δημιουργεί κινδύνους όταν η απαίτηση πρόθεσης παραπλάνησης δεν συνδέεται σαφώς με συγκεκριμένη συμπεριφορά ή πράξη. Ειδικότερα, η αναφορά στην παραπλάνηση «ως προς την αξία» ενδέχεται να συγχέει την ποινική απάτη με τη συνήθη εμπορική διαφωνία, σε έναν τομέα όπου η αξία είναι μεταβαλλόμενη και εξαρτώμενη από το πλαίσιο. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, καθώς και τα χρηματικά όρια, εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Η δε παρεπόμενη επαγγελματική απαγόρευση, αν και θεμιτή σε περιπτώσεις κατάχρησης εμπιστοσύνης, διατυπώνεται ιδιαιτέρως ευρέως και θα έπρεπε να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις αναλογικότητας.
Το Άρθρο 5, που ρυθμίζει τη δήμευση, την απόδοση και την καταστροφή πλαστών έργων, εγείρει σοβαρά ζητήματα διαδικαστικών εγγυήσεων. Η υποχρεωτική καταστροφή αντικειμένων που κατασκευάστηκαν εξαρχής για παραπλάνηση ενδέχεται να στερήσει πολύτιμα εγκληματολογικά και επιστημονικά τεκμήρια, ιδίως ενόψει της εξέλιξης των τεχνικών πιστοποίησης. Επιπλέον, η δυνατότητα κατάσχεσης ή καταστροφής ακόμη και μετά από αθώωση, χωρίς σαφές πρότυπο απόδειξης ή επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, ενδέχεται να προκαλέσει ζητήματα συνταγματικής τάξης. Τέλος, η πρόβλεψη ηλεκτρονικού αρχείου στερείται πλαισίου διακυβέρνησης, ιδίως ως προς την πρόσβαση, την προστασία δεδομένων και την ασφάλεια.
Τα άρθρα 7 έως 10, που αφορούν το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, επιδιώκουν θεμιτά την ενίσχυση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των γνωμοδοτήσεων. Ωστόσο, τα κριτήρια επιλεξιμότητας εμφανίζονται περιοριστικά, αποκλείοντας ουσιώδεις μορφές εξειδίκευσης, όπως η έρευνα προέλευσης, η αρχειακή τεκμηρίωση και η επιστημονική ανάλυση υλικών. Επιπλέον, η αντιμετώπιση της αυθεντικότητας ως δυαδικής έννοιας δεν ανταποκρίνεται στη διεθνή επιστημονική πρακτική, η οποία αναγνωρίζει βαθμούς πιθανότητας και τεκμηριωμένης αβεβαιότητας. Ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας δεδομένων ανακύπτουν επίσης από την υποχρεωτική αρχειοθέτηση ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων.
Τέλος, το Άρθρο 11 αναβαθμίζει ορθώς τη φθορά έργων τέχνης σε σοβαρό ποινικό αδίκημα, αλλά χρησιμοποιεί ευρείς όρους, όπως «ρυπαίνει» ή «αλλοιώνει τη μορφή», χωρίς διάκριση μεταξύ αναστρέψιμης και μη αναστρέψιμης βλάβης. Η πρόβλεψη ευθύνης από αμέλεια στερείται συγκεκριμένου προτύπου επιμέλειας, ιδίως για επαγγελματίες που εμπλέκονται στη διαχείριση ή συντήρηση έργων τέχνης, ενώ τα χρηματικά όρια αξίας εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης.
• (α) «με σκοπό παραπλάνησης τρίτων» : Θα μπορούσε να αντικατασταθεί με πιο νομικούς όρους όπως «για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, της παράνομης διακίνησης και της ψευδούς παροχής πληροφοριών».
• (β) «η προστασία του έργου τέχνης και του συλλεκτικού αντικειμένου από παρεμβάσεις σε αυτά» : Εννοεί την προστασία από μη εξουσιοδοτημένες ή ακατάλληλες παρεμβάσεις. Θα μπορούσε να προστεθεί η λέξη «μη εξουσιοδοτημένες» ή «ακατάλληλες» για μεγαλύτερη ακρίβεια, καθώς η συντήρηση είναι και αυτή «παρέμβαση», αλλά απαραίτητη.
Η διεπιστημονική έρευνα που θα απαιτηθεί όχι μόνο από διπλωματούχους ιστορικούς τέχνης, αλλά από εξειδικευμένους connoisseurs, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, κατά προτίμηση ιδιωτών, ατόμων δηλαδή με εμπεριστατωμένες και αποδεδειγμένες γνώσεις σε συγκεκριμένα πεδία -και όχι σε κάθε τομέα- από τον τεράστιο όγκο που αναφέρεται στις Καλές Τέχνες, ώστε να κρίνει σύμφωνα με την διεθνή δεοντολογία ζητήματα ποιότητας και αυθεντικότητας, δεν είναι δυνατόν να διεκπεραιωθεί χωρίς ουδεμία πρόβλεψη για οικονομική υποστήριξη. Οι δαπάνες για ψηφιοποίηση, απόκτηση εργαλείων και οργάνων για εργαστηριακή έρευνα, μετακινήσεις έργων και ατόμων, διατήρηση γραφείων όσων ΜΟΠ επιλεγούν, θα είναι σημαντικές. Επιβάλλεται, επομένως, έγκριση διάθεσης σεβαστού ποσού για τις συγκεκριμένες δαπάνες ,καθώς και επιμέρους αμοιβές του επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού που θα απασχοληθεί. Χωρίς αμοιβές, ο υπαρκτός κίνδυνος για αμοιβές κάτω από το τραπέζι γίνεται ορατός.
Δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στις επιβεβλημένες συνθήκες ψηφιοποίησης, έργο δυσχερές και απαιτητικό για όσους έχουν συγκεκριμένη αντίληψη, έργο το οποίο χρίζει διαρκούς τροφοδότησης και επεξεργασίας. Απαιτείται δηλαδή εξειδικευμένο προσωπικό με πιστοποίηση ειδικού πληροφορικής.
Συνιστάται η διάκριση μεταξύ πλαστών, δηλαδή δολίως ριγμένα στο εμπόριο έργων με ψεύτικες υπογραφές, και μη γνησίων, έργων δηλαδή χωρίς υπογραφές μεν, αλλά αποδιδόμενα σε καλλιτέχνες, ή απλώς ανήκοντα σε σχολές αναγνωρισμένων δημιουργών.
Η διεπιστημονική έρευνα που θα απαιτηθεί όχι μόνο από διπλωματούχους ιστορικούς τέχνης, αλλά από εξειδικευμένους connoisseurs, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, κατά προτίμηση ιδιωτών, ατόμων δηλαδή με εμπεριστατωμένες και αποδεδειγμένες γνώσεις σε συγκεκριμένα πεδία -και όχι σε κάθε τομέα- από τον τεράστιο όγκο που αναφέρεται στις Καλές Τέχνες, ώστε να κρίνει σύμφωνα με την διεθνή δεοντολογία ζητήματα ποιότητας και αυθεντικότητας, δεν είναι δυνατόν να διεκπεραιωθεί χωρίς ουδεμία πρόβλεψη για οικονομική υποστήριξη. Οι δαπάνες για ψηφιοποίηση, απόκτηση εργαλείων και οργάνων για εργαστηριακή έρευνα, μετακινήσεις έργων και ατόμων, διατήρηση γραφείων όσων ΜΟΠ επιλεγούν, θα είναι σημαντικές. Επιβάλλεται, επομένως, έγκριση διάθεσης σεβαστού ποσού για τις συγκεκριμένες δαπάνες ,καθώς και επιμέρους αμοιβές του επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού που θα απασχοληθεί. Χωρίς αμοιβές, ο υπαρκτός κίνδυνος για αμοιβές κάτω από το τραπέζι γίνεται ορατός.
Δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στις επιβεβλημένες συνθήκες ψηφιοποίησης, έργο δυσχερές και απαιτητικό για όσους έχουν συγκεκριμένη αντίληψη, έργο το οποίο χρίζει διαρκούς τροφοδότησης και επεξεργασίας. Απαιτείται δηλαδή εξειδικευμένο προσωπικό με πιστοποίηση ειδικού πληροφορικής.
Συνιστάται η διάκριση μεταξύ πλαστών, δηλαδή δολίως ριγμένα στο εμπόριο έργων με ψεύτικες υπογραφές, και μη γνησίων, έργων δηλαδή χωρίς υπογραφές μεν, αλλά αποδιδόμενα σε καλλιτέχνες, ή απλώς ανήκοντα σε σχολές αναγνωρισμένων δημιουργών.
Παρατηρήσεις
Ο σκοπός του νόμου συγχέει ετερόκλητα φαινόμενα, ήτοι την κατασκευή και διακίνηση πλαστών έργων τέχνης (οικονομικό/οργανωμένο έγκλημα της αγοράς τέχνης) με τη φθορά έργων τέχνης σε δημόσιους ή μουσειακούς χώρους (βανδαλισμός/προσβολή δημόσιας περιουσίας).
Η διατύπωση του σκοπού είναι γενική και διακηρυκτική, χωρίς αναφορά σε προληπτικούς μηχανισμούς, σε διοικητική παρέμβαση πριν τη συναλλαγή ή την έκθεση και σε ρύθμιση της αγοράς τέχνης.
Απουσιάζει πλήρως η έννοια της πρόληψης της διακίνησης πλαστών.
Δεν γίνεται καμία αναφορά στη σημασία της εξειδικευμένης γνώσης επί του συνολικού έργου (corpus) ενός καλλιτέχνη, αλλά ούτε στον ρόλο των ειδικών γνωστών (connoisseurs).
Κατεύθυνση βελτίωσης
Ο σκοπός θα πρέπει να διαχωρίζει ρητά την πλαστογραφία από τη φθορά έργων και να περιλαμβάνει ρητά προληπτικά και διοικητικά μέτρα, καθώς και αναγνώριση της επιστημονικής εξειδίκευσης.
Το ΜΕΡΟΣ Α΄ αντιμετωπίζει την πλαστογραφία στενά ποινικά και εκ των υστέρων, χωρίς πρόληψη, χωρίς ρύθμιση της αγοράς και χωρίς αναγνώριση της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής.