- Για την εγγραφή τους στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Μ.Ο.Π.) οι πραγματογνώμονες συμμετέχουν σε εξετάσεις. Οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν προς το Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (Α.Τ.Ε.Τ.) σχετική αίτηση, που συνοδεύεται από τα αποδεικτικά προσόντων και έλλειψης κωλυμάτων της παρ. 2 του άρθρου 7 και της παρ. 1 του άρθρου 8 αντίστοιχα, καθώς και τα αποδεικτικά πρόσθετων σχετικών ακαδημαϊκών τίτλων και εμπειρίας, τα οποία συνεκτιμώνται.
- Οι εξετάσεις για την εγγραφή στο Μ.Ο.Π. διενεργούνται από πενταμελή επιτροπή, που ορίζεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και αποτελείται από:
α) τρεις (3) Ιστορικούς Τέχνης και
β) δύο (2) Συντηρητές.
Τα πρόσωπα των περ. α) και β) υπηρετούν ή έχουν αφυπηρετήσει από τα νομικά πρόσωπα με τις επωνυμίες «Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου», «Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Ε.Μ.Σ.Τ.)» και «Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης – ΜOMUS» και διαθέτουν τουλάχιστον δεκαετή προϋπηρεσία σε θέση ευθύνης στους φορείς αυτούς. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ένα από τα μέλη ως πρόεδρος και ένας υπάλληλος του Α.Τ.Ε.Τ. ως γραμματέας της επιτροπής.
- Η επιτροπή της παρ. 2 έχει τριετή θητεία, η οποία δύναται να ανανεωθεί έως δύο (2) φορές και υποστηρίζεται διοικητικά στο έργο της από το Α.Τ.Ε.Τ.
- Το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη διενέργεια των εξετάσεων της παρ. 1, η επιτροπή της παρ. 2 διαβιβάζει στο Α.Τ.Ε.Τ. τον πίνακα με τα στοιχεία των επιτυχόντων, οι οποίοι παρακολουθούν δωρεάν πρόγραμμα επιμόρφωσης τρίμηνης διάρκειας, που διοργανώνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου» σε συνεργασία με το Α.Τ.Ε.Τ., με αντικείμενα τη μελέτη και ανάλυση δικαστικών υποθέσεων πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, την ενημέρωση επί ζητημάτων διαπίστωσης της γνησιότητας αυτών και την εξάσκηση στη σύνταξη ολοκληρωμένων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης.
- Η εγγραφή στο Μ.Ο.Π. διενεργείται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού, που εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από την ολοκλήρωση του προγράμματος επιμόρφωσης της παρ. 4 και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.





Η ΕΕΙΤ διαπίστωσε με κατάπληξη τον αξιωματικό αποκλεισμό από τη στελέχωση της πενταμελούς επιτροπής τριετούς θητείας, των ιστορικών της τέχνης με την ιδιότητα μέλους ΔΕΠ ή καθηγητή σε Α.Ε.Ι. της χώρας ή της αλλοδαπής. Εκτός από το ότι αυτή η δεξαμενή προσωπικού διακρίνεται για την υψηλή ερευνητική της κατάρτιση, πρακτική και θεωρητική, και για τη διεθνή ενημέρωσή της σε παρόμοια ζητήματα με αυτά που απασχολούν το παρόν σχέδιο νόμου, η παρούσα διάκριση δημιουργεί μία ανισότιμη μεταχείριση μεταξύ διαφορετικών κλάδων του ίδιου επαγγέλματος με αποτέλεσμα, εκτιμούμε, να βλάπτεται το πνεύμα και οι ίδιοι οι στόχοι του σχεδιαζόμενου νόμου. Επιπλέον, η παρούσα διάκριση αποκλείει πρακτικά μία σημαντική ομάδα συναδέλφων με μακρόχρονη εμπειρία και συνεισφορά στα δημόσια μουσεία των οποίων η σημερινή τους μεταπήδηση σε θέσεις μελών ΔΕΠ στα ελληνικά ΑΕΙ, αντί να ενισχύει, φαίνεται να ακυρώνει τη συμμετοχή τους σε συναφή θεσμικά όργανα. Τέλος, επί των αρχών και με τους όρους του ίδιου του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, η παραπάνω διάκριση παράγει μία αχρείαστη αντίφαση μεταξύ των προσόντων των υποψηφίων (ιστορικών της τέχνης με πανεπιστημιακή εκπαίδευση) και της προέλευσης των μελών της πενταμελούς επιτροπής που τους επιλέγει (η οποία αποκλείει ρητώς τους πανεπιστημιακούς καθηγητές και τα μέλη ΔΕΠ που τους εκπαίδευσαν).
Προτείνουμε συνεπώς να αντικατασταθεί η συγκεκριμένη διάταξη. Στη θέση της θα καλωσορίζαμε πρόνοιες που να αποκαθιστούν την ισότιμη συμπερίληψη των μελών ΔΕΠ ιστορικών της τέχνης στις προβλέψεις του νόμου, πρόνοιες δηλαδή που να εγγυώνται τη θεσμική και ουσιαστική ενότητα της επιστημονικής ειδίκευσης και του επαγγέλματος.
Τα πρόσωπα της 5μελούς Επιτροπής της παρ. 2 δεν μπορεί να προέρχονται για όλες τις κατηγορίες έργων τέχνης/συλλογών αποκλειστικά και μόνον από πρόσωπα των συγκεκριμένων νομικών προσώπων (Ε.Π.Μ.Α.Σ., Ε.Μ.Σ.Τ., MOMUS).
Για ορισμένες δε κατηγορίες έργων τέχνης ή συλλογές αντικειμένων (π.χ. κοσμήματα, tapisseries, πορσελάνες, κεραμικά, έργα ασιατικής τέχνης, έργα αφρικανικής τέχνης, κλπ. ) τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν την απαιτούμενη επάρκεια γνώσεων. Προτείνεται η δυνατότητα συμμετοχής στην Επιτροπή κατά περίπτωση και προσώπων με εξειδικευμένες γνώσεις σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα.
Συμφωνώ με τα ήδη κατατεθειμένα σχόλια και επί πλέον επισημαίνω ότι
σε διεθνές επίπεδο, η αξιολόγηση υψηλά καταρτισμένων ειδικών (όπως οι εμπειρογνώμονες τέχνης) συχνά βασίζεται στην αξιολόγηση του συνολικού τους έργου και της πρακτικής τους εμπειρίας, αντί για μία εφάπαξ γραπτή ή προφορική εξέταση.
Εναλλακτικά η Επιτροπή Αξιολόγησης Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί με βάση την ισότιμη εκπροσώπηση των απαραίτητων επιστημονικών πεδίων (ιστορικών τέχνης, συντηρητών, μηχανικών/φυσικών/χημικών, επαγγελματίων αγοράς & δικαίου με εξειδίκευση στη διαχείριση συλλογών/δίκαιο τέχνης, κ.λπ.) δύναται να εξετάζει τον φάκελο κάθε υποψηφίου και να τον μοριοδοτεί βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως:
– ακαδημαϊκοί τίλτοι (διδακτορικό, μεταπτυχιακό σε συναφές αντικείμενο)
– επαγγελματική εμπειρία (ετη αποδεδειγμένης εμπειρίας στην αντίστοιχη κατηγορία πέραν της 10ετίας.
– επιστημονικό έργο (Δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά (peer-reviewed), συμμετοχή σε ερευνητικά έργα (ιδίως για την Κατηγορία β – Συντήρηση/Υλικά).
– πρακτική τεκμηρίωση (π.χ.Αριθμός εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης/τεχνικών αναλύσεων που έχει εκπονήσει ο υποψήφιος, κ.λπ).
– εξειδικευμένες πιστοποιήσεις (Πιστοποιήσεις π.χ. σε αναγνωρισμένα σεμινάρια, κ.ά).
Η τρέχουσα διάταξη επιβάλλει τρίμηνη υποχρεωτική επιμόρφωση στους επιτυχόντες, ανεξαρτήτως προϋπάρχουσας εμπειρίας και επιστημονικής/επαγγελματικής κατάρτισης. Δεδομένου ότι οι εγγεγραμμένοι πραγματογνώμονες είναι ήδη επιλεγμένοι βάσει αυστηρών κριτηρίων επάρκειας και καταλληλότητας, η υποχρεωτική συμμετοχή σε ένα τρίμηνο πρόγραμμα από υπαλλήλους της Εθνικής Πινακοθήκης δεν προσθέτει ουσιαστική αξία. Αντιθέτως, δημιουργεί διοικητική επιβάρυνση και ενδεχομένως υπονομεύει την αναγνώριση της πραγματικής επαγγελματικής τους εμπειρίας. Η φιλοσοφία της ρύθμισης θα πρέπει να επικεντρώνεται στην πραγματική αναβάθμιση δεξιοτήτων και ενημέρωση για νέες τεχνολογίες ή νομικά ζητήματα, αντί σε γραφειοκρατικά υποχρεωτικά σεμινάρια.
Προτεινόμενη εναλλακτική διατύπωση παραγράφου 4 του Άρθρου 9:
«Το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη διενέργεια των εξετάσεων της παρ. 1, η επιτροπή της παρ. 2 διαβιβάζει στο Α.Τ.Ε.Τ. τον πίνακα με τα στοιχεία των επιτυχόντων. Οι επιτυχόντες συμμετέχουν σε προγράμματα επιμόρφωσης που στοχεύουν στην αναβάθμιση δεξιοτήτων τους και στην ενημέρωση για νέα επιστημονικά και νομικά δεδομένα στον τομέα της αυθεντικότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Τα προγράμματα αυτά οργανώνονται από αναγνωρισμένους φορείς με αποδεδειγμένη επιστημονική και πρακτική εμπειρία, διάρκειας και περιεχομένου ανάλογου με τις ανάγκες των συμμετεχόντων, και μπορούν να υλοποιούνται ετησίως ή ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατά την κρίση του Α.Τ.Ε.Τ.»
Συμφωνώ με το σχόλιο 26 Δεκεμβρίου 2025, 21:29 | ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ και προσθέτω:
Στη διαδικασία επιμόρφωσης είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο να συμμετέχουν: α)εν ζωή καλλιτέχνες, το έργο των οποίων έχει επανειλημμένως πλαστογραφηθεί, β)απόγονοι καλλιτεχνών που διαχειρίζονται το καλλιτεχνικό έργο ή το ίδρυμα καλλιτέχνη, γ) ιδρύματα ή μουσεία καλλιτεχνών, γ) εγνωσμένου κύρους ερευνητές, επιστήμονες και επαγγελματίες της αγοράς τέχνης, οι οποίοι έχουν μακρά εμπειρία στη μελέτη και διαχείριση έργων συγκεκριμένων καλλιτεχνών.
Θα ήθελα να κάνω μια καθαρά θεσμική παρατήρηση: Επιτροπή που κρίνει ορκωτούς πραγματογνώμονες δεν νομιμοποιείται να στελεχώνεται μόνο από εν ενεργεία ή πρώην υπαλλήλους συγκεκριμένων κρατικών μουσείων.
Η επιτροπή αξιολόγησης πρέπει να απαρτίζεται όχι από «θεσμικά πρόσωπα» αλλά από επιστημονικά ελέγξιμους ειδικούς, με αποδείξιμη εμπειρία στη γνησιότητα και την πλαστογραφία — αλλιώς το άρθρο 9 δημιουργεί εξουσία χωρίς επαρκή επιστημονική νομιμοποίηση.Θα έπρεπε να προβλέπεται:
• τουλάχιστον ένα μέλος διεθνούς κύρους εκτός ελληνικών φορέων,
• συμμετοχή ειδικού με αποδεδειγμένη εμπειρία σε catalogue raisonné ή authentication boards,
• ρητή αξιολόγηση βάσει μετρήσιμων κριτηρίων, όχι απλής υπηρεσιακής αρχαιότητας.Η προτεινόμενη συμπλήρωση του άρθρου 9 αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μέσω της πρόβλεψης αντικειμενικών, ελέγξιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προσόντων για τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων.
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική κρίση, την προστασία των συλλεκτών και την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της να διαθέτουν όχι μόνο διοικητική ή υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στη μεθοδολογία διαπίστωσης γνησιότητας και στην αντιμετώπιση φαινομένων πλαστογραφίας, καθώς και πλήρη ανεξαρτησία από εμπορικά συμφέροντα.
Κατεύθυνση βελτίωσης:
Η προτεινόμενη συμπλήρωση του άρθρου 9 αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μέσω της πρόβλεψης αντικειμενικών, ελέγξιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προσόντων για τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων.Δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική κρίση, την προστασία των συλλεκτών και την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της να διαθέτουν όχι μόνο διοικητική ή υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στη μεθοδολογία διαπίστωσης γνησιότητας και στην αντιμετώπιση φαινομένων πλαστογραφίας, καθώς και πλήρη ανεξαρτησία από εμπορικά συμφέροντα.
Προσθήκη παραγράφου 6 στο άρθρο 9 ως εξής:
«6. Τα μέλη της επιτροπής της παρ. 2, ανεξαρτήτως ειδικότητας, οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένα και αθροιστικά τα ακόλουθα προσόντα, τα οποία τεκμηριώνονται με αντικειμενικά και ελέγξιμα στοιχεία:
α) Ακαδημαϊκά προσόντα υψηλού επιπέδου, και ειδικότερα διδακτορικό τίτλο σπουδών συναφούς αντικειμένου ή ισοδύναμο επιστημονικό έργο διεθνούς κύρους, αποδεικνυόμενο μέσω δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές, μονογραφιών ή συμμετοχής σε διεθνώς αναγνωρισμένα ερευνητικά προγράμματα.
β) Τεκμηριωμένη εμπειρία σε ζητήματα διαπίστωσης γνησιότητας έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων, περιλαμβανομένης συμμετοχής σε επιτροπές αξιολόγησης, πραγματογνωμοσύνες κατόπιν δικαστικού ή θεσμικού διορισμού, ή επιστημονική τεκμηρίωση περιπτώσεων πλαστογραφίας ή εσφαλμένων αποδόσεων.
γ) Αποδεδειγμένη γνώση της μεθοδολογίας έρευνας αυθεντικότητας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της ανάλυσης προέλευσης (provenance research), της ιστορικοκριτικής και συγκριτικής ανάλυσης, καθώς και της διεπιστημονικής συνεργασίας με επιστημονικές μεθόδους τεχνικής εξέτασης.
δ) Αποδεδειγμένη ανεξαρτησία και απουσία σύγκρουσης συμφερόντων, ιδίως μη άσκηση, κατά τον χρόνο διορισμού και κατά την προηγούμενη πενταετία, εμπορικής δραστηριότητας σχετικής με την αγοραπωλησία έργων τέχνης, τη διενέργεια ιδιωτικών πραγματογνωμοσυνών έναντι αμοιβής ή τη συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς με άμεσο οικονομικό συμφέρον από την κρίση επί της γνησιότητας έργων τέχνης.
Τα ανωτέρω προσόντα και κωλύματα αποδεικνύονται με την υποβολή σχετικών δικαιολογητικών και υπεύθυνων δηλώσεων, τα οποία ελέγχονται πριν τον ορισμό των μελών της επιτροπής.»
Προσθήκη παραγράφου 7 στο άρθρο 9:
«7. Ειδικώς:
α) Οι Ιστορικοί Τέχνης που μετέχουν στην επιτροπή οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένη εξειδίκευση σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες, καλλιτεχνικά ρεύματα ή περιόδους, η οποία τεκμηριώνεται μέσω επιστημονικών δημοσιεύσεων, συμμετοχής σε καταλόγους raisonné, ερευνητικά αρχεία ή/και επιτροπές τεκμηρίωσης και αυθεντικότητας.
β) Οι Συντηρητές οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία στη χρήση ή εποπτεία επιστημονικών και αναλυτικών μεθόδων εξέτασης έργων τέχνης, καθώς και εμπλοκή σε υποθέσεις εντοπισμού πλαστών ή τεχνικά ασύμβατων έργων, αποδεικνυόμενη μέσω εργαστηριακών εκθέσεων, δημοσιεύσεων ή πραγματογνωμοσυνών.»