Για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, κατόπιν αίτησης ή εντολής διοικητικής ή δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής ή κατόπιν αίτησης ιδιωτών, συνιστάται Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων (Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Μ.Ο.Π.). Το Μ.Ο.Π. τηρείται ψηφιακά στο Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (Α.Τ.Ε.Τ.) του άρθρου 6.
Ως πραγματογνώμονες στο Μ.Ο.Π. εγγράφονται, μετά από αίτησή τους, κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13, φυσικά πρόσωπα κατά τη διαδικασία του άρθρου 9. Οι πραγματογνώμονες είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής στη Συντήρηση Έργων Τέχνης, με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης και συλλογών. Αν οι τίτλοι του πρώτου εδαφίου προέρχονται από την αλλοδαπή, πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι ως ισότιμοι με πράξη του αρμοδίου οργάνου ή με αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.) ή από το Αυτοτελές Τμήμα Εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας (Α.Τ.Ε.Ε.Ν.), σύμφωνα με το π.δ. 38/2010 (Α’ 78).
Με μέριμνα του Α.Τ.Ε.Τ., το Μ.Ο.Π. επικαιροποιείται και κοινοποιείται στις Γραμματείες των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων της χώρας. Το Μ.Ο.Π. είναι προσβάσιμο στο κοινό και με ηλεκτρονικά μέσα. Τα στοιχεία επικοινωνίας των εγγεγραμμένων στο Μ.Ο.Π. δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
Στο άρθρο αυτό και ειδικά στην παράγραφο 2 προσδιορίζονται τα προσόντα και το περιεχόμενο της ιδιότητας του ιστορικού της τέχνης και προτείνονται ως τέτοιοι όλοι εκείνοι που κατέχουν πτυχίο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή της αλλοδαπής με ισότιμο τίτλο. Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο ότι, εδώ στην Ελλάδα, το μοναδικό Τμήμα που δίνει πτυχίο στην Ιστορία της Τέχνης είναι, πρόσφατα, το Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, της Α.Σ.Κ.Τ.
Ωστόσο, οι ιστορικοί της τέχνης στην Ελλάδα στην πλειοψηφία έχουν λάβει πτυχία από Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Αυτά, είτε περιλαμβάνουν, όπως στο ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ, τον προσδιορισμό Ιστορία της Τέχνης στην περιγραφή της ειδίκευσης (δηλαδή, «Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης») είτε όχι, όπως συμβαίνει σε Κρήτη, Ιωάννινα και αλλού, παρέχουν πτυχία που εξασφαλίζουν, βάσει του προγράμματος σπουδών, την ίδια κατάρτιση στην Ιστορία της Τέχνης. Αναγνωρίζοντας όχι συνολικά τα πτυχία με ειδίκευση «Αρχαιολογία» από Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας αλλά μόνον εκείνα με ειδίκευση «Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης», το επικαιροποιημένο προσοντολόγιο με το Π.Δ. 85/2022 (ΦΕΚ Α΄ 232/17-12-2022) για ΠΕ Ιστορικών Τέχνης δεν λύνει ικανοποιητικά το πρόβλημα. Το παρόν σχέδιο νόμου, μάλιστα, το επιδεινώνει, καθώς δεν αναγνωρίζει κανέναν από τους παραπάνω προσδιορισμούς των ιστορικών της τέχνης. Συνεπώς, όλοι εκείνοι οι επιστήμονες ιστορικοί της τέχνης που αναγνωρίζονται ως τέτοιοι από το προσοντολόγιο του 2022 του Υπουργείου Πολιτισμού, έρχονται τώρα να αποκλειστούν από μία άλλη υπηρεσία/μητρώο του ίδιου Υπουργείου, ως μη έχοντες τα προσόντα.
Η ΕΕΙΤ εδώ και καιρό ανέλαβε ως ιδρυτική της αποστολή να εφαρμόσει αυστηρά τα σχετικά κριτήρια για έναν πρακτικό και συνεπή προσδιορισμό της επιστημονικής ταυτότητας των ιστορικών της τέχνης στην Ελλάδα. Κατανοώντας τις ιδιαίτερες συνθήκες του πεδίου στην Ελλάδα και επιδιώκοντας να μην προκαλεί ανώφελες διαιρέσεις μεταξύ των μελών της, η ΕΕΙΤ από νωρίς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον η κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών με ειδίκευση στην Ιστορία της Τέχνης παρέχει ένα ασφαλές και ισότιμο κριτήριο για εγγραφή στα μητρώα των ενεργών μελών της, τα οποία περιλαμβάνουν αποκλειστικά ιστορικούς της τέχνης. Αυτό επιτρέπει και στους κατόχους πτυχίων με αναγραφόμενη ειδίκευση «Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης» αλλά και «Αρχαιολογία» να διεκδικήσουν ισότιμα, μετά την απόκτηση του μεταπτυχιακού τους τίτλου, μία θέση στον επιστημονικό μας χώρο, την οποία οι παρούσες προβλέψεις του σχεδίου νόμου εκ προοιμίου του στερούν.
Κατανοούμε και συμφωνούμε με την πρόθεση του Υπουργείου να καταρτίσει μητρώα με μέλη που διαθέτουν μια εστιασμένη εκπαίδευση και εξειδικευμένα προσόντα. Για να μην αποκλειστούν όμως όλοι όσοι διαθέτουν αποδεδειγμένα προσόντα ιστορικού της τέχνης (όπως αναγνωρίζονται εξάλλου εν μέρει και στο προσοντολόγιο του δημοσίου του 2022), αλλά και για πρακτικούς λόγους στελέχωσης του προτεινόμενου ΑΤΕΤ με ιστορικούς της τέχνης (υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μην βρεθούν στην ελληνική αγορά υποψήφιοι με τα παρόντα κριτήρια που στενεύουν δραματικά τη δεξαμενή), εισηγούμαστε, μαζί με τα προσόντα που προβλέπονται από το παρόν σχέδιο, και την προσθήκη του προσόντος ενός μεταπτυχιακού τίτλου στην ιστορία της τέχνης, με εξαίρεση τους κατόχους πτυχίου στην Ιστορία της Τέχνης, για τους οποίους δεν θα θεωρείται απαραίτητο προσόν. Επομένως, το σχετικό χωρίο του άρθρου 7, παράγραφος 2 προτείνεται να πάρει την παρακάτω μορφή
«… Οι πραγματογνώμονες είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης, ή μεταπτυχιακού τίτλου Α.Ε.Ι της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής στη Συντήρηση Έργων Τέχνης, με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης και συλλογών»
Τέλος, η ΕΕΙΤ αντιμετώπισε την πρόβλεψη μίας «τουλάχιστον δεκαετούς αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας…» ως μία ιδιαίτερα περιοριστική πρόβλεψη, ειδικά καθόσον προσδιορίζεται ως αναγκαστικό προσόν για τη συμμετοχή στις προβλεπόμενες εξετάσεις. Προτείνουμε η εμπειρία να προσμετράται φυσικά στην αξιολόγηση των υποψηφίων αλλά, καθώς προβλέπεται αυστηρή διαδικασία αξιολόγησης με διενέργεια εξετάσεων, προτείνουμε να μην ορίζεται ως προαπαιτούμενο προσόν που να αποκλείει τη συμμετοχή των υποψηφίων πραγματογνωμόνων σε αυτές.
Το Μ.Ο.Π. δεν μπορεί να είναι ενιαίο, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει πραγματογνώμονες για κάθε επιμέρους κατηγορία έργων τέχνης/συλλογών. Για τον σκοπό αυτό πρέπει στην παρ. 2 στα προσόντα των αιτούντων, πέραν της βασικής εκπαίδευσης στην ιστορία της Τέχνης και της γενικότερης επαγγελματικής εμπειρίας στη διαχείριση, επιμέλεια, κλπ. έργων τέχνης/συλλογών, να προστεθεί και η απόδειξη της ειδικότερης γνώσης επί συγκεκριμένης κατηγορίας έργων τέχνης/συλλογής, η οποία αποκτάται συνήθως μετά από πολυετή ενασχόληση με το συγκεκριμένο αντικείμενο.
Επίσης, εκτός από ιστορικούς τέχνης, το Μ.Ο.Π. θα πρέπει να περιλαμβάνει συντηρητές έργων τέχνης πανεπιστημιακού επιπέδου και επιστήμονες θετικών επιστημών εξειδικευμένους σε φυσικοχημικές μεθόδους ταυτοποίησης και διάγνωσης έργων τέχνης.
Η Συμφωνώ με το σχόλιο 30 Δεκεμβρίου 2025, 10:55 της κας Κασσιμάτη. Η πολυδιάστατη διεπιστημονική έρευνα που απαιτείται για την τεκμηρίωση και αξιολόγηση των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, η διεξαγωγή ενός τέτοιου υψηλού επιπέδου έργου είναι πρακτικά αδύνατη χωρίς σαφή πρόβλεψη και οικονομική υποστήριξη. Η κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και του συχνά υψηλού κόστους των εξειδικευμένων αναλύσεων απαιτεί πρόβλεψη της πηγής των πόρων που θα απαιτηθούν. Επίσης η έλλειψη επίσημων και δίκαιων αμοιβών εγκυμονεί τον υπαρκτό κίνδυνο της δημιουργίας αδιαφανών πρακτικών και «αμοιβών κάτω από το τραπέζι», υπονομεύοντας τη διαφάνεια και την ακεραιότητα του όλου εγχειρήματος.
Στο παρακάτω άρθρο λείπει η εννοια της διεπιστημονικής κρίσης της πλαστότητας/αυθεντικότητας ενός έργου τέχνης και ο ορκωτός Πραγματογνώμων επιφορτίζεται με ενα βάρος που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να φέρει εις πέρας αφού απαιτείται φυσικοχημική διαγνωστική μεθοδολογία και τεκμηρίωση, παράληλλα με την ιστορία της τέχνης, τη συντήρηση και ενδεχόμενα άλλες ειδικότητες.
Η αλλαγή της προσέγγισης από την ατομική ευθύνη του ορκωτού πραγματογνώμονα στην υποχρεωτική συγκρότηση Διεπιστημονικής Επιτροπής Κρίσης (Δ.Ε.Κ.) εξασφαλίζει την διεπιστημονική κρίση της γνησιότητας (connoisseurship and scientific analysis) και καθιστά την πραγματογνωμοσύνη συλλογική και πλήρη, καλύπτοντας την Ιστορία της Τέχνης, τη Συντήρηση και τη Χημική Ανάλυση. Καθίσταται σαφές ότι η κρίση πρέπει να λαμβάνει υπόψη υποχρεωτικά τη φυσικοχημική διαγνωστική μεθοδολογία, ευθυγραμμίζοντας τη διαδικασία με τα πρότυπα που χρησιμοποιούν τα μεγάλα μουσεία, τα διεθνή ερευνητικά κέντρα και οι ακαδημαϊκοί/ερευνητικοί φορείς. Επίσης η διάκριση των ειδικοτήτων διασφαλίζει ότι, ανεξάρτητα από την πηγή της εντολής (δικαστήριο ή ιδιώτης), η πραγματογνωμοσύνη θα έχει την απαιτούμενη βαρύτητα και πληρότητα.
Προτείνεται Σύσταση Μητρώου Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων και Διεπιστημονική Επιτροπή Κρίσης ως κάτωθι:
1. Σύσταση Μητρώου Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων (Μ.Ε.Ε.)
Για τη διενέργεια της Διεπιστημονικής Κρίσης Αυθεντικότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, κατόπιν αίτησης ή εντολής διοικητικής, δικαστικής, εισαγγελικής αρχής ή ιδιωτών, συνιστάται Μητρώο Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων (Μ.Ε.Ε.) έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Το Μ.Ε.Ε. τηρείται ψηφιακά στο Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (Α.Τ.Ε.Τ.) του άρθρου 6.
2. Προϋποθέσεις Εγγραφής στο Μ.Ε.Ε.
Ως Εξειδικευμένοι Εμπειρογνώμονες στο Μ.Ε.Ε. εγγράφονται, μετά από αίτησή τους και κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στα επόμενα άρθρα, φυσικά πρόσωπα με υψηλή επιστημονική εξειδίκευση και τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία. Οι τίτλοι σπουδών πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι κατά τα ισχύοντα.
Οι ειδικότητες των Εμπειρογνωμόνων κατανέμονται, κατ’ ελάχιστον, στις ακόλουθες κατηγορίες:
α) Επιστήμονες Τεκμηρίωσης Τέχνης (Connoisseurship): Κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. στην Ιστορία της Τέχνης με εξειδίκευση στη χρονολόγηση, την ιστορική έρευνα (provenance) και την τεκμηρίωση τεχνοτροπίας.
β) Επιστήμονες Συντήρησης & Υλικών: Κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. στη Συντήρηση Έργων Τέχνης ή Χημεία/Φυσική με εξειδίκευση στη διαγνωστική των έργων τέχνης (φασματοσκοπία, απεικόνιση, χημική ανάλυση χρωστικών, κ.ά).
γ) Επαγγελματίες Αγοράς & Δικαίου: Κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. σε συναφή πεδία, με αποδεδειγμένη εμπειρία στην εκτίμηση, τη διαχείριση συλλογών και τη λειτουργία της διεθνούς αγοράς τέχνης.
3. Συγκρότηση και Λειτουργία της Διεπιστημονικής Επιτροπής Κρίσης
Η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της πλαστότητας/γνησιότητας απαιτεί υποχρεωτικά τη συγκρότηση Διεπιστημονικής Επιτροπής Κρίσης (Δ.Ε.Κ.) από το Μ.Ε.Ε., η οποία αποτελείται από τουλάχιστον τρία (3) μέλη, ένα από κάθε κατηγορία ειδικότητας (α, β, γ).
Η Δ.Ε.Κ. είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση και την τελική κρίση πλαστότητας/αυθεντικότητας η οποία βασίζεται στην ταυτόχρονη και συγκριτική εκτίμηση όλων των διαθέσιμων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων:
o Της ιστορικής τεκμηρίωσης (Provenance).
o Της καλλιτεχνικής τεχνοτροπίας και υφολογίας (Connoisseurship).
o Των αποτελεσμάτων της φυσικοχημικής διαγνωστικής μεθοδολογίας (Scientific Analysis), η οποία πρέπει να τεκμηριώνεται με γραπτές εκθέσεις και φωτογραφικό υλικό.
Με σκοπό την επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακό έλεγχο των έργων τέχνης είναι κρίσιμη, η πρόβλεψη ένταξης θεσμοθετημένων πανεπιστημιακων εργαστηρίων ή ερευνητικων κέντρων που δεν είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025, αλλά διαθέτουν υψηλή επιστημονική επάρκεια, καθώς τα πανεπιστημιακά εργαστήρια/ερευνητικά κέντρα συχνά πρωτοπορούν στην έρευνα και την ανάπτυξη ειδικών μεθοδολογιών, απαραίτητων στην επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακό έλεγχο των έργων τέχνης.
«Συλλεκτικά Αντικείμενα» – Έννοια, εύρος και αναγκαιότητα εξειδίκευσης
Σύμφωνα με την «Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης» του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, η έννοια των «Συλλεκτικών Αντικειμένων» βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση C-252/84). Με βάση τη νομολογία αυτή, συλλεκτικά αντικείμενα είναι εκείνα τα οποία δεν αποκτώνται για τον σκοπό της συνήθους χρήσης, αλλά για λόγους συλλογής, λόγω της σπανιότητας, της παλαιότητάς τους ή του ιδιαίτερου ιστορικού, επιστημονικού ή πολιτιστικού ενδιαφέροντός τους. Η αξία τους δεν συνδέεται με τη λειτουργικότητά τους, αλλά με αντικειμενικά χαρακτηριστικά που θεμελιώνουν τον ιστορικό/συλλεκτικό τους χαρακτήρα.
Η υιοθέτηση της παραπάνω έννοιας συνεπάγεται συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους Ορκωτούς Πραγματογνώμονες του Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Μ.Ο.Π.), οι οποίοι καλούνται να είναι σε θέση να κρίνουν τη σπανιότητα, να προσδιορίζουν την παλαιότητα και να αξιολογούν το ιδιαίτερο ιστορικό, αρχειακό, πολιτιστικό ή συλλεκτικό ενδιαφέρον ενός «συλλεκτικού αντικειμένου», και παράλληλα να προβαίνουν σε αξιολόγηση της γνησιότητάς του βάσει των ειδικών χαρακτηριστικών του.
Ωστόσο, ο ενιαίος όρος «Συλλεκτικά Αντικείμενα», σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, καλύπτει στην πράξη πλήθος ετερογενών κατηγοριών (όπως σπάνια βιβλία, χειρόγραφα και αρχειακό υλικό, νομισματικά και φιλοτελικά αντικείμενα, χαρτογραφικά τεκμήρια, φωτογραφία, ή ακόμα και είδη ένδυσης και υπόδησης από αναγνωρισμένους οίκους μόδας κ.ά.), από διαφορετικά υλικά, διαφορετικές τεχνικές κατασκευής και ποικίλα χαρακτηριστικά. Κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες συνιστά αυτοτελές πεδίο εξειδίκευσης, με διαφορετικές μεθοδολογίες τεκμηρίωσης και καθορισμού κριτηρίων αυθεντικότητας. Εντός δε κάθε κατηγορίας δύνανται να υφίστανται και περαιτέρω υποκατηγορίες, οι οποίες απαιτούν πρόσθετες και ειδικότερες εξειδικευμένες γνώσεις.
Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της γνησιότητας και της συλλεκτικής αξίας δεν μπορεί να είναι γενικού χαρακτήρα, ούτε να προκαταβάλλεται ότι συγκεντρώνεται στο πρόσωπο ενός και μόνο πραγματογνώμονα. Αντίθετα, απαιτείται εξειδικευμένη γνώση του κάθε αντικειμένου, των υλικών και τεχνικών κατασκευής, του ιστορικού πλαισίου, της τεκμηρίωσης προέλευσης (provenance research) της σχετικής αγοράς και της σχετικής βιβλιογραφίας.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η εγγραφή στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων δεν δύναται να είναι ενιαία, αλλά οφείλει να αντανακλά τη διαφοροποίηση των κατηγοριών συλλεκτικών αντικειμένων και των απαιτούμενων εξειδικεύσεων, όπως αυτές αναγνωρίζονται στη διεθνή πρακτική, συμπεριλαμβανομένης της εξειδικευμένης γνώσης (connoisseurship), η οποία αποκτάται μέσω μακρόχρονης επαγγελματικής ενασχόλησης και μελέτης συγκεκριμένων κατηγοριών αντικειμένων.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η επάρκεια του Ορκωτού Πραγματογνώμονα δεν μπορεί να τεκμαίρεται αποκλειστικά από την κατοχή συγκεκριμένου βασικού τίτλου σπουδών, αλλά οφείλει να αξιολογείται σε συνάρτηση με τη δηλωμένη κατηγορία ή υποκατηγορία έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων και τη μακρόχρονη, αποδεδειγμένη ειδική επαγγελματική εμπειρία του.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται, πέραν των κατόχων πτυχίου Ιστορίας της Τέχνης ή Συντήρησης Έργων Τέχνης με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία, να δύνανται να εντάσσονται στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων και κάτοχοι πτυχίου άλλης ειδικότητας, υπό την προϋπόθεση τουλάχιστον δεκαπενταετούς αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας στο σχετικό αντικείμενο.
Με τον τρόπο αυτό, η ιδιότητα του Ορκωτού Πραγματογνώμονα προσδιορίζεται ως συνδυασμός βασικού τίτλου σπουδών και αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας, με πρόβλεψη εναλλακτικών διαδρομών επάρκειας ανάλογα με το γνωστικό υπόβαθρο και το επίπεδο εξειδίκευσης, συμπεριλαμβανομένης της εξειδικευμένης εμπειρικής και συγκριτικής γνώσης (connoisseurship).
Προτεινόμενη εναλλακτική διατύπωση
2. Ως πραγματογνώμονες στο Μ.Ο.Π. εγγράφονται, μετά από αίτησή τους, κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13, φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά τη διαδικασία του άρθρου 9. Η εγγραφή συνοδεύεται από την περιγραφή της συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων στην οποία ο πραγματογνώμονας Μ.Ο.Π. εξειδικεύεται. Οι πραγματογνώμονες είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής στη Συντήρηση Έργων Τέχνης, με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, μελέτη, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης, συλλεκτικών αντικειμένων και συλλογών, ή κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής με τουλάχιστον δεκαπενταετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, μελέτη, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης, συλλεκτικών αντικειμένων και συλλογών. Αν οι τίτλοι του πρώτου εδαφίου προέρχονται από την αλλοδαπή, πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι ως ισότιμοι με πράξη του αρμοδίου οργάνου ή με αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.) ή από το Αυτοτελές Τμήμα Εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας (Α.Τ.Ε.Ε.Ν.), σύμφωνα με το π.δ. 38/2010 (Α’ 78).
Η διεπιστημονική έρευνα που θα απαιτηθεί όχι μόνο από διπλωματούχους ιστορικούς τέχνης, αλλά από εξειδικευμένους connoisseurs, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, κατά προτίμηση ιδιωτών, ατόμων δηλαδή με εμπεριστατωμένες και αποδεδειγμένες γνώσεις σε συγκεκριμένα πεδία -και όχι σε κάθε τομέα- από τον τεράστιο όγκο που αναφέρεται στις Καλές Τέχνες, ώστε να κρίνει σύμφωνα με την διεθνή δεοντολογία ζητήματα ποιότητας και αυθεντικότητας, δεν είναι δυνατόν να διεκπεραιωθεί χωρίς ουδεμία πρόβλεψη για οικονομική υποστήριξη. Οι δαπάνες για ψηφιοποίηση, απόκτηση εργαλείων και οργάνων για εργαστηριακή έρευνα, μετακινήσεις έργων και ατόμων, διατήρηση γραφείων όσων ΜΟΠ επιλεγούν, θα είναι σημαντικές. Επιβάλλεται, επομένως, έγκριση διάθεσης σεβαστού ποσού για τις συγκεκριμένες δαπάνες ,καθώς και επιμέρους αμοιβές του επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού που θα απασχοληθεί. Χωρίς αμοιβές, ο υπαρκτός κίνδυνος για αμοιβές κάτω από το τραπέζι γίνεται ορατός.
Δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στις επιβεβλημένες συνθήκες ψηφιοποίησης, έργο δυσχερές και απαιτητικό για όσους έχουν συγκεκριμένη αντίληψη, έργο το οποίο χρίζει διαρκούς τροφοδότησης και επεξεργασίας. Απαιτείται δηλαδή εξειδικευμένο προσωπικό με πιστοποίηση ειδικού πληροφορικής.
Συνιστάται η διάκριση μεταξύ πλαστών, δηλαδή δολίως ριγμένα στο εμπόριο έργων με ψεύτικες υπογραφές, και μη γνησίων, έργων δηλαδή χωρίς υπογραφές μεν, αλλά αποδιδόμενα σε καλλιτέχνες, ή απλώς ανήκοντα σε σχολές αναγνωρισμένων δημιουργών.
Κύριοι Στόχοι
(1) Διασφάλιση επιστημονικής εγκυρότητας στις αναλύσεις έργων τέχνης.
(2) Προστασία των συλλεκτών, συλλογών και αγοράς.
(3) Καθιέρωση δεοντολογικής υπευθυνότητας για Ορκωτούς Πραγματογνώμονες.
Άρθρο Χ: Επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακός έλεγχος έργων τέχνης
1. Η συντήρηση έργων τέχνης δύναται να ασκείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ανεξαρτήτως μεγέθους εργαστηρίου ή τεχνικού εξοπλισμού, εφόσον αφορά αποκλειστικά εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης ή προληπτικής προστασίας.
2. Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών, τα αποτελέσματα των οποίων:
α) χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης,
β) περιλαμβάνονται σε γνωματεύσεις, πιστοποιητικά, εκθέσεις ή φακέλους αυθεντικότητας,
γ) προορίζονται για εμπορική, ασφαλιστική, δικαστική ή διοικητική χρήση,
πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3.
3. Τα εργαστήρια της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν:
α) να είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 για τις συγκεκριμένες μεθόδους δοκιμών που εφαρμόζουν, ή
β) να συνεργάζονται τεκμηριωμένα με διαπιστευμένα εργαστήρια κατά ISO/IEC 17025, τα αποτελέσματα των οποίων ενσωματώνονται αυτούσια και με σαφή αναφορά στη διαπίστευση.
4. Επιστημονικές αναλύσεις που διενεργούνται εκτός του πλαισίου της παραγράφου 3 επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση και δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος γνωμάτευσης αυθεντικότητας ή επίσημου φακέλου τεκμηρίωσης.
Άρθρο Ψ: Διαχωρισμός συντήρησης και αυθεντικοποίησης
1. Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια για τη διενέργεια ή αξιολόγηση εργαστηριακών δοκιμών αυθεντικότητας.
2. Κάθε έκθεση, γνωμάτευση ή πιστοποιητικό που περιλαμβάνει συμπεράσματα αυθεντικότητας οφείλει να αναφέρει ρητώς:
α) ποια επιστημονικά δεδομένα προέρχονται από διαπιστευμένα εργαστήρια,
β) ποια στοιχεία βασίζονται σε ιστορική, τεχνοτροπική ή αρχειακή ανάλυση,
γ) τα όρια και τους περιορισμούς των εφαρμοσθέντων μεθόδων.
Άρθρο Ζ: Μεταβατικές διατάξεις
1. Εργαστήρια που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια και εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αλλά δεν είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025, δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες της παραγράφου 2 του άρθρου Χ για μεταβατική περίοδο έως τριών (3) ετών, υπό την προϋπόθεση ότι:
α) έχουν υποβάλει αίτηση διαπίστευσης στον αρμόδιο εθνικό φορέα (Ε.ΣΥ.Δ.), και
β) δηλώνουν ρητώς στα παραδοτέα τους ότι τελούν υπό διαδικασία διαπίστευσης.
Άρθρο Ω: Αστική ευθύνη και έννομες συνέπειες
1. Η χρήση επιστημονικών αναλύσεων ή εργαστηριακών δοκιμών κατά παράβαση των άρθρων Χ και Ψ συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα.
2. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει, υπογράφει ή χρησιμοποιεί γνωμάτευση, έκθεση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας βασισμένο σε τέτοιες αναλύσεις ευθύνεται για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους.
3. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων τεκμαίρει υπαιτιότητα, εκτός αν αποδειχθεί ανωτέρα βία.
Αιτιολογική Έκθεση: Η προστασία της αυθεντικότητας και της αξίας των έργων τέχνης απαιτεί σαφή και συνεκτικά κριτήρια για την επιστημονική τεκμηρίωση, την αξιολόγηση εργαστηριακών δεδομένων και τις υποχρεώσεις των επαγγελματιών που συμμετέχουν στη διαπίστευση των έργων.
Με τα άρθρα Χ–Ω καθορίζεται ότι:
1. Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών που χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 ή μέσω τεκμηριωμένης συνεργασίας με τέτοια εργαστήρια (Άρθρο Χ, παρ. 3). Αποτελέσματα αναλύσεων μη διαπιστευμένων εργαστηρίων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση (Άρθρο Χ, παρ. 4).
2. Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια (Άρθρο Ψ, παρ. 1). Κάθε γνωμάτευση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας πρέπει να αναφέρει ρητώς την προέλευση των επιστημονικών δεδομένων, τη διαπίστευση των εργαστηρίων και τα όρια των εφαρμοσθέντων μεθόδων (Άρθρο Ψ, παρ. 2–3).
3. Η παράβαση των κανόνων επιστημονικής τεκμηρίωσης συνιστά παράνομη πράξη κατά τον Αστικό Κώδικα και θεμελιώνει αστική ευθύνη για κάθε ζημία σε τρίτους (Άρθρο Ω, παρ. 1–3).
4. Η σύνδεση με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Άρθρο 10) ενισχύει την επαγγελματική υπευθυνότητα, επιβάλλοντας τη χρήση μόνο διαπιστευμένων και τεκμηριωμένων δεδομένων, την αναφορά περιορισμών και αβεβαιοτήτων των μεθόδων και την έκδοση γνωματεύσεων με δεοντολογική υπευθυνότητα.
Συνδυαστικά, η ρύθμιση δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαφάνειας, επιστημονικής εγκυρότητας και δεοντολογικής υπευθυνότητας, αναβαθμίζει την αξιοπιστία των διαδικασιών πιστοποίησης έργων τέχνης, προστατεύει τους συλλέκτες, τις συλλογές και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα των εργαστηριακών αποτελεσμάτων στην Ελλάδα.
Η συντήρηση έργων τέχνης δύναται να ασκείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ανεξαρτήτως μεγέθους εργαστηρίου ή τεχνικού εξοπλισμού, εφόσον αφορά αποκλειστικά εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης ή προληπτικής προστασίας.
Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών, τα αποτελέσματα των οποίων:
α) χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης,
β) περιλαμβάνονται σε γνωματεύσεις, πιστοποιητικά, εκθέσεις ή φακέλους αυθεντικότητας,
γ) προορίζονται για εμπορική, ασφαλιστική, δικαστική ή διοικητική χρήση,
πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3.
Τα εργαστήρια της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν:
α) να είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 για τις συγκεκριμένες μεθόδους δοκιμών που εφαρμόζουν, ή
β) να συνεργάζονται τεκμηριωμένα με διαπιστευμένα εργαστήρια κατά ISO/IEC 17025, τα αποτελέσματα των οποίων ενσωματώνονται αυτούσια και με σαφή αναφορά στη διαπίστευση.
Επιστημονικές αναλύσεις που διενεργούνται εκτός του πλαισίου της παραγράφου 3 επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση και δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος γνωμάτευσης αυθεντικότητας ή επίσημου φακέλου τεκμηρίωσης.
Άρθρο Ψ: Διαχωρισμός συντήρησης και αυθεντικοποίησης
Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια για τη διενέργεια ή αξιολόγηση εργαστηριακών δοκιμών αυθεντικότητας.
Κάθε έκθεση, γνωμάτευση ή πιστοποιητικό που περιλαμβάνει συμπεράσματα αυθεντικότητας οφείλει να αναφέρει ρητώς:
α) ποια επιστημονικά δεδομένα προέρχονται από διαπιστευμένα εργαστήρια,
β) ποια στοιχεία βασίζονται σε ιστορική, τεχνοτροπική ή αρχειακή ανάλυση,
γ) τα όρια και τους περιορισμούς των εφαρμοσθέντων μεθόδων.
Άρθρο Ζ: Μεταβατικές διατάξεις
Εργαστήρια που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια και εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αλλά δεν είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025, δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες της παραγράφου 2 του άρθρου Χ για μεταβατική περίοδο έως τριών (3) ετών, υπό την προϋπόθεση ότι:
α) έχουν υποβάλει αίτηση διαπίστευσης στον αρμόδιο εθνικό φορέα, και
β) δηλώνουν ρητώς στα παραδοτέα τους ότι τελούν υπό διαδικασία διαπίστευσης.
Άρθρο Ω: Αστική ευθύνη και έννομες συνέπειες
Η χρήση επιστημονικών αναλύσεων ή εργαστηριακών δοκιμών κατά παράβαση των άρθρων Χ και Ψ συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα.
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει, υπογράφει ή χρησιμοποιεί γνωμάτευση, έκθεση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας βασισμένο σε τέτοιες αναλύσεις ευθύνεται για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους.
Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων τεκμαίρει υπαιτιότητα, εκτός αν αποδειχθεί ανωτέρα βία.
Αιτιολογική Έκθεση
Η προστασία της αυθεντικότητας και της αξίας των έργων τέχνης απαιτεί σαφή και συνεκτικά κριτήρια για την επιστημονική τεκμηρίωση, την αξιολόγηση εργαστηριακών δεδομένων και τις υποχρεώσεις των επαγγελματιών που συμμετέχουν στη διαπίστευση των έργων.
Με τα άρθρα Χ–Ω καθορίζεται ότι:
Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών που χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 ή μέσω τεκμηριωμένης συνεργασίας με τέτοια εργαστήρια (Άρθρο Χ, παρ. 3). Αποτελέσματα αναλύσεων μη διαπιστευμένων εργαστηρίων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση (Άρθρο Χ, παρ. 4).
Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια (Άρθρο Ψ, παρ. 1). Κάθε γνωμάτευση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας πρέπει να αναφέρει ρητώς την προέλευση των επιστημονικών δεδομένων, τη διαπίστευση των εργαστηρίων και τα όρια των εφαρμοσθέντων μεθόδων (Άρθρο Ψ, παρ. 2–3).
Η παράβαση των κανόνων επιστημονικής τεκμηρίωσης συνιστά παράνομη πράξη κατά τον Αστικό Κώδικα και θεμελιώνει αστική ευθύνη για κάθε ζημία σε τρίτους (Άρθρο Ω, παρ. 1–3).
Η σύνδεση με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Άρθρο 10) ενισχύει την επαγγελματική υπευθυνότητα, επιβάλλοντας τη χρήση μόνο διαπιστευμένων και τεκμηριωμένων δεδομένων, την αναφορά περιορισμών και αβεβαιοτήτων των μεθόδων και την έκδοση γνωματεύσεων με δεοντολογική υπευθυνότητα.
Συνδυαστικά, η ρύθμιση δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαφάνειας, επιστημονικής εγκυρότητας και δεοντολογικής υπευθυνότητας, αναβαθμίζει την αξιοπιστία των διαδικασιών πιστοποίησης έργων τέχνης, προστατεύει τους συλλέκτες, τις συλλογές και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα των εργαστηριακών αποτελεσμάτων στην Ελλάδα.
Προσθήκη στο παραπάνω σχόλιο (ανάρτηση: 29.12.2025, 19:54) από ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΝΤΟΥΡΟΥ. Κρίνεται απαραίτητο να συστήνεται διεπιστημονική επιτροπή, η οποία θα αποτελείται από τις προαναφερόμενες ειδικότητες, προκειμένου να εξάγεται ένα αποτέλεσμα που θα βασίζεται στην ομόφωνη γνώμη των επιστημόνων της επιτροπής.
Σημαντική παρατήρηση και πρόταση βελτίωσης:
Το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων πρέπει να περιλαμβάνει ένα δίκτυο επιστημόνων, οι οποίοι θα εξετάζουν το εκάστοτε έργο πολύπλευρα. Ειδικότερα, το Μ.Ο.Π. θα πρέπει να περιλαμβάνει: α) ιστορικούς τέχνης, οι οποίοι έχουν εμβαθύνει σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες ή ομάδες καλλιτεχνών, γεγονός που θα αποδεικνύεται από το ερευνητικό, ακαδημαϊκό και αναγνωρισμένο συγγραφικό τους έργο, β) συντηρητές έργων τέχνης, οι οποίοι εξειδικεύονται σε επιμέρους υλικά και τεχνικές μεθόδους μελέτης, συντήρησης και αισθητικής αποκατάστασης, προκειμένου να διαπιστώνουν ορθά τα υλικά και την τεχνολογία κατασκευής του έργου, καθώς επίσης την παθολογία του έργου, σε συνάρτηση με την προέλευση και τη χρονολόγηση αυτού, γ) ανεξάρτητα εργαστήρια φυσικοχημικών διαγνωστικών μεθόδων, όπου εξετάζεται η χημική και η φυσική σύσταση κάθε έργου μέσα από εξειδικευμένες μεθόδους φωτογράφισης και μικροσκοπικής παρατήρησης, δ) ειδικούς ερευνητές προέλευσης (provenance researchers), οι οποίοι εξετάζουν αναλυτικά το πλήρες ιστορικό ιδιοκτησίας και τα νομιμοποιητικά έγγραφα ιδιοκτησίας, και τεκμηριώνουν κάθε μεταβίβαση από τον πρώτο ιδιοκτήτη στον επόμενο, κ.ο.κ., ε) εμπειρογνώμονες καλλιτεχνικού έργου (connoiseurs), οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένη εμπειρία και εγνωσμένο κύρος σχετικά με τη μελέτη του συνολικού έργου ενός δημιουργού.
Ο αποκλεισμός των νομικών προσώπων και εξειδικευμένων εργαστηρίων από το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων συνιστά προβληματική επιλογή. Η δικαστηριακή εμπειρία, αλλά και πρωτοβουλίες όπως η έκθεση «Η κρυφή γοητεία της πλαστογραφίας» στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών (2024), υπογραμμίζουν τη σημασία των συλλογικών, διεπιστημονικών γνωμοδοτήσεων. Η απουσία δομών που διαθέτουν εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και τεχνολογικό εξοπλισμό αιχμής στερεί από τη διαδικασία κρίσιμα εργαλεία αξιοπιστίας. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν το Εργαστήριο ARTICON του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, καθώς και το Διαγνωστικό Κέντρο Έργων Τέχνης «ΟΡΜΥΛΙΑ» στη Χαλκιδική.
Αν μου επιτρέπεις μια καθαρά θεσμική παρατήρηση: Επιτροπή που κρίνει ορκωτούς πραγματογνώμονες δεν νομιμοποιείται να στελεχώνεται μόνο από εν ενεργεία ή πρώην υπαλλήλους συγκεκριμένων κρατικών μουσείων.
Η επιτροπή αξιολόγησης πρέπει να απαρτίζεται όχι από «θεσμικά πρόσωπα» αλλά από επιστημονικά ελέγξιμους ειδικούς, με αποδείξιμη εμπειρία στη γνησιότητα και την πλαστογραφία — αλλιώς το άρθρο 9 δημιουργεί εξουσία χωρίς επαρκή επιστημονική νομιμοποίηση.
Θα έπρεπε να προβλέπεται:
• τουλάχιστον ένα μέλος διεθνούς κύρους εκτός ελληνικών φορέων,
• συμμετοχή ειδικού με αποδεδειγμένη εμπειρία σε catalogue raisonné ή authentication boards,
• ρητή αξιολόγηση βάσει μετρήσιμων κριτηρίων, όχι απλής υπηρεσιακής αρχαιότητας.
Η προτεινόμενη συμπλήρωση του άρθρου 9 αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μέσω της πρόβλεψης αντικειμενικών, ελέγξιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προσόντων για τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων.
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική κρίση, την προστασία των συλλεκτών και την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της να διαθέτουν όχι μόνο διοικητική ή υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στη μεθοδολογία διαπίστωσης γνησιότητας και στην αντιμετώπιση φαινομένων πλαστογραφίας, καθώς και πλήρη ανεξαρτησία από εμπορικά συμφέροντα.
Κατεύθυνση βελτίωσης:
Η προτεινόμενη συμπλήρωση του άρθρου 9 αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μέσω της πρόβλεψης αντικειμενικών, ελέγξιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προσόντων για τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων.
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική κρίση, την προστασία των συλλεκτών και την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της να διαθέτουν όχι μόνο διοικητική ή υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στη μεθοδολογία διαπίστωσης γνησιότητας και στην αντιμετώπιση φαινομένων πλαστογραφίας, καθώς και πλήρη ανεξαρτησία από εμπορικά συμφέροντα.
Προσθήκη παραγράφου 6 στο άρθρο 9 ως εξής:
«6. Τα μέλη της επιτροπής της παρ. 2, ανεξαρτήτως ειδικότητας, οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένα και αθροιστικά τα ακόλουθα προσόντα, τα οποία τεκμηριώνονται με αντικειμενικά και ελέγξιμα στοιχεία:
α) Ακαδημαϊκά προσόντα υψηλού επιπέδου, και ειδικότερα διδακτορικό τίτλο σπουδών συναφούς αντικειμένου ή ισοδύναμο επιστημονικό έργο διεθνούς κύρους, αποδεικνυόμενο μέσω δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές, μονογραφιών ή συμμετοχής σε διεθνώς αναγνωρισμένα ερευνητικά προγράμματα.
β) Τεκμηριωμένη εμπειρία σε ζητήματα διαπίστωσης γνησιότητας έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων, περιλαμβανομένης συμμετοχής σε επιτροπές αξιολόγησης, πραγματογνωμοσύνες κατόπιν δικαστικού ή θεσμικού διορισμού, ή επιστημονική τεκμηρίωση περιπτώσεων πλαστογραφίας ή εσφαλμένων αποδόσεων.
γ) Αποδεδειγμένη γνώση της μεθοδολογίας έρευνας αυθεντικότητας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της ανάλυσης προέλευσης (provenance research), της ιστορικοκριτικής και συγκριτικής ανάλυσης, καθώς και της διεπιστημονικής συνεργασίας με επιστημονικές μεθόδους τεχνικής εξέτασης.
δ) Αποδεδειγμένη ανεξαρτησία και απουσία σύγκρουσης συμφερόντων, ιδίως μη άσκηση, κατά τον χρόνο διορισμού και κατά την προηγούμενη πενταετία, εμπορικής δραστηριότητας σχετικής με την αγοραπωλησία έργων τέχνης, τη διενέργεια ιδιωτικών πραγματογνωμοσυνών έναντι αμοιβής ή τη συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς με άμεσο οικονομικό συμφέρον από την κρίση επί της γνησιότητας έργων τέχνης.
Τα ανωτέρω προσόντα και κωλύματα αποδεικνύονται με την υποβολή σχετικών δικαιολογητικών και υπεύθυνων δηλώσεων, τα οποία ελέγχονται πριν τον ορισμό των μελών της επιτροπής.»
Προσθήκη παραγράφου 7 στο άρθρο 9:
«7. Ειδικώς:
α) Οι Ιστορικοί Τέχνης που μετέχουν στην επιτροπή οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένη εξειδίκευση σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες, καλλιτεχνικά ρεύματα ή περιόδους, η οποία τεκμηριώνεται μέσω επιστημονικών δημοσιεύσεων, συμμετοχής σε καταλόγους raisonné, ερευνητικά αρχεία ή/και επιτροπές τεκμηρίωσης και αυθεντικότητας.
β) Οι Συντηρητές οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία στη χρήση ή εποπτεία επιστημονικών και αναλυτικών μεθόδων εξέτασης έργων τέχνης, καθώς και εμπλοκή σε υποθέσεις εντοπισμού πλαστών ή τεχνικά ασύμβατων έργων, αποδεικνυόμενη μέσω εργαστηριακών εκθέσεων, δημοσιεύσεων ή πραγματογνωμοσυνών.»
Εκτός από την κραυγαλέα παράλειψη στο σχέδιο νόμου της συμπερίληψης στο υπό διαμόρφωση Μητρώο του εξειδικευμένου στο έργο ενός καλλιτέχνη connoisseur, υπάρχει και η εξίσου σημαντική παράλειψη από το Μητρώο του ερευνητή προέλευσης.
Ο ερευνητής προέλευσης (provenance researcher) είναι ένας ειδικός που ερευνά τη «βιογραφία» των πολιτιστικών αντικειμένων, ανατρέχοντας στην αλυσίδα ιδιοκτησίας τους από τη δημιουργία τους μέχρι σήμερα. Ο ρόλος αυτός είναι ζωτικής σημασίας για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας, της νόμιμης ιδιοκτησίας και της ηθικής συμμόρφωσης στα μουσεία και στην αγορά τέχνης.
Βασικές αρμοδιότητες:
1. Αναζήτηση ιστορικού ιδιοκτησίας: Τεκμηρίωση κάθε μεταβίβασης, πώλησης και έκθεσης ενός έργου τέχνης για τη δημιουργία ενός πλήρους χρονολογίου.
2. Έρευνα αρχείων: Αναζήτηση σε αρχεία μουσείων, καταλόγους δημοπρασιών, αρχεία εμπόρων και βιβλιοθήκες για την εύρεση στοιχείων σχετικά με προηγούμενους ιδιοκτήτες.
3. Φυσική επιθεώρηση: Εξέταση της μπροστινής και της πίσω πλευράς του αντικειμένου για ετικέτες, σφραγίδες, επιγραφές και σημάδια εμπόρων που παρέχουν στοιχεία για το παρελθόν του.
4. Δέουσα επιμέλεια: Εντοπισμός «κόκκινων σημαιών» (red flags), όπως ύποπτα κενά στην ιδιοκτησία ή/και εμπόρων που έχουν διακινήσει πλαστά έργα τέχνης.
5. Υποστήριξη αποκατάστασης: Παροχή των ιστορικών στοιχείων που απαιτούνται για την αξιολόγηση των αιτήσεων επιστροφής παράνομα αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων.
Παρατηρήσεις (κρίσιμες)
Θεσμοθετείται εμμέσως κρατικό μονοπώλιο αυθεντικότητας, αντίθετο με τη διεθνή πρακτική.
Συγχέεται η επιστημονική γνώση, με τη δικονομική ιδιότητα του πραγματογνώμονα.
Τα προσόντα είναι τυπικά και διοικητικά, όχι ερευνητικά, επιστημονικά και συνδεδεμένα με corpus καλλιτεχνών.
Αγνοείται πλήρως το connoisseurship.
Η εκπαίδευση από επιμελητές της Εθνικής Πινακοθήκης εγείρει σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης ρόλων και ζήτημα επιστημονικής μονοφωνίας.
Η εποπτεία, εκπαίδευση και έλεγχος συγκεντρώνονται στο ίδιο Υπουργείο.
Κατεύθυνση βελτίωσης
Το σύστημα πραγματογνωμοσύνης πρέπει να αναγνωρίζει την επιστημονική πολυφωνία, να μην κρατικοποιεί τη γνώση και, τέλος, να ενσωματώνει ανεξάρτητους, εξειδικευμένους ερευνητές.
Στο άρθρο αυτό και ειδικά στην παράγραφο 2 προσδιορίζονται τα προσόντα και το περιεχόμενο της ιδιότητας του ιστορικού της τέχνης και προτείνονται ως τέτοιοι όλοι εκείνοι που κατέχουν πτυχίο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή της αλλοδαπής με ισότιμο τίτλο. Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο ότι, εδώ στην Ελλάδα, το μοναδικό Τμήμα που δίνει πτυχίο στην Ιστορία της Τέχνης είναι, πρόσφατα, το Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, της Α.Σ.Κ.Τ.
Ωστόσο, οι ιστορικοί της τέχνης στην Ελλάδα στην πλειοψηφία έχουν λάβει πτυχία από Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Αυτά, είτε περιλαμβάνουν, όπως στο ΕΚΠΑ και το ΑΠΘ, τον προσδιορισμό Ιστορία της Τέχνης στην περιγραφή της ειδίκευσης (δηλαδή, «Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης») είτε όχι, όπως συμβαίνει σε Κρήτη, Ιωάννινα και αλλού, παρέχουν πτυχία που εξασφαλίζουν, βάσει του προγράμματος σπουδών, την ίδια κατάρτιση στην Ιστορία της Τέχνης. Αναγνωρίζοντας όχι συνολικά τα πτυχία με ειδίκευση «Αρχαιολογία» από Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας αλλά μόνον εκείνα με ειδίκευση «Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης», το επικαιροποιημένο προσοντολόγιο με το Π.Δ. 85/2022 (ΦΕΚ Α΄ 232/17-12-2022) για ΠΕ Ιστορικών Τέχνης δεν λύνει ικανοποιητικά το πρόβλημα. Το παρόν σχέδιο νόμου, μάλιστα, το επιδεινώνει, καθώς δεν αναγνωρίζει κανέναν από τους παραπάνω προσδιορισμούς των ιστορικών της τέχνης. Συνεπώς, όλοι εκείνοι οι επιστήμονες ιστορικοί της τέχνης που αναγνωρίζονται ως τέτοιοι από το προσοντολόγιο του 2022 του Υπουργείου Πολιτισμού, έρχονται τώρα να αποκλειστούν από μία άλλη υπηρεσία/μητρώο του ίδιου Υπουργείου, ως μη έχοντες τα προσόντα.
Η ΕΕΙΤ εδώ και καιρό ανέλαβε ως ιδρυτική της αποστολή να εφαρμόσει αυστηρά τα σχετικά κριτήρια για έναν πρακτικό και συνεπή προσδιορισμό της επιστημονικής ταυτότητας των ιστορικών της τέχνης στην Ελλάδα. Κατανοώντας τις ιδιαίτερες συνθήκες του πεδίου στην Ελλάδα και επιδιώκοντας να μην προκαλεί ανώφελες διαιρέσεις μεταξύ των μελών της, η ΕΕΙΤ από νωρίς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον η κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών με ειδίκευση στην Ιστορία της Τέχνης παρέχει ένα ασφαλές και ισότιμο κριτήριο για εγγραφή στα μητρώα των ενεργών μελών της, τα οποία περιλαμβάνουν αποκλειστικά ιστορικούς της τέχνης. Αυτό επιτρέπει και στους κατόχους πτυχίων με αναγραφόμενη ειδίκευση «Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης» αλλά και «Αρχαιολογία» να διεκδικήσουν ισότιμα, μετά την απόκτηση του μεταπτυχιακού τους τίτλου, μία θέση στον επιστημονικό μας χώρο, την οποία οι παρούσες προβλέψεις του σχεδίου νόμου εκ προοιμίου του στερούν.
Κατανοούμε και συμφωνούμε με την πρόθεση του Υπουργείου να καταρτίσει μητρώα με μέλη που διαθέτουν μια εστιασμένη εκπαίδευση και εξειδικευμένα προσόντα. Για να μην αποκλειστούν όμως όλοι όσοι διαθέτουν αποδεδειγμένα προσόντα ιστορικού της τέχνης (όπως αναγνωρίζονται εξάλλου εν μέρει και στο προσοντολόγιο του δημοσίου του 2022), αλλά και για πρακτικούς λόγους στελέχωσης του προτεινόμενου ΑΤΕΤ με ιστορικούς της τέχνης (υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μην βρεθούν στην ελληνική αγορά υποψήφιοι με τα παρόντα κριτήρια που στενεύουν δραματικά τη δεξαμενή), εισηγούμαστε, μαζί με τα προσόντα που προβλέπονται από το παρόν σχέδιο, και την προσθήκη του προσόντος ενός μεταπτυχιακού τίτλου στην ιστορία της τέχνης, με εξαίρεση τους κατόχους πτυχίου στην Ιστορία της Τέχνης, για τους οποίους δεν θα θεωρείται απαραίτητο προσόν. Επομένως, το σχετικό χωρίο του άρθρου 7, παράγραφος 2 προτείνεται να πάρει την παρακάτω μορφή
«… Οι πραγματογνώμονες είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης, ή μεταπτυχιακού τίτλου Α.Ε.Ι της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής στη Συντήρηση Έργων Τέχνης, με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης και συλλογών»
Τέλος, η ΕΕΙΤ αντιμετώπισε την πρόβλεψη μίας «τουλάχιστον δεκαετούς αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας…» ως μία ιδιαίτερα περιοριστική πρόβλεψη, ειδικά καθόσον προσδιορίζεται ως αναγκαστικό προσόν για τη συμμετοχή στις προβλεπόμενες εξετάσεις. Προτείνουμε η εμπειρία να προσμετράται φυσικά στην αξιολόγηση των υποψηφίων αλλά, καθώς προβλέπεται αυστηρή διαδικασία αξιολόγησης με διενέργεια εξετάσεων, προτείνουμε να μην ορίζεται ως προαπαιτούμενο προσόν που να αποκλείει τη συμμετοχή των υποψηφίων πραγματογνωμόνων σε αυτές.
Το Μ.Ο.Π. δεν μπορεί να είναι ενιαίο, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει πραγματογνώμονες για κάθε επιμέρους κατηγορία έργων τέχνης/συλλογών. Για τον σκοπό αυτό πρέπει στην παρ. 2 στα προσόντα των αιτούντων, πέραν της βασικής εκπαίδευσης στην ιστορία της Τέχνης και της γενικότερης επαγγελματικής εμπειρίας στη διαχείριση, επιμέλεια, κλπ. έργων τέχνης/συλλογών, να προστεθεί και η απόδειξη της ειδικότερης γνώσης επί συγκεκριμένης κατηγορίας έργων τέχνης/συλλογής, η οποία αποκτάται συνήθως μετά από πολυετή ενασχόληση με το συγκεκριμένο αντικείμενο.
Επίσης, εκτός από ιστορικούς τέχνης, το Μ.Ο.Π. θα πρέπει να περιλαμβάνει συντηρητές έργων τέχνης πανεπιστημιακού επιπέδου και επιστήμονες θετικών επιστημών εξειδικευμένους σε φυσικοχημικές μεθόδους ταυτοποίησης και διάγνωσης έργων τέχνης.
Η Συμφωνώ με το σχόλιο 30 Δεκεμβρίου 2025, 10:55 της κας Κασσιμάτη. Η πολυδιάστατη διεπιστημονική έρευνα που απαιτείται για την τεκμηρίωση και αξιολόγηση των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, η διεξαγωγή ενός τέτοιου υψηλού επιπέδου έργου είναι πρακτικά αδύνατη χωρίς σαφή πρόβλεψη και οικονομική υποστήριξη. Η κάλυψη των λειτουργικών δαπανών και του συχνά υψηλού κόστους των εξειδικευμένων αναλύσεων απαιτεί πρόβλεψη της πηγής των πόρων που θα απαιτηθούν. Επίσης η έλλειψη επίσημων και δίκαιων αμοιβών εγκυμονεί τον υπαρκτό κίνδυνο της δημιουργίας αδιαφανών πρακτικών και «αμοιβών κάτω από το τραπέζι», υπονομεύοντας τη διαφάνεια και την ακεραιότητα του όλου εγχειρήματος.
Στο παρακάτω άρθρο λείπει η εννοια της διεπιστημονικής κρίσης της πλαστότητας/αυθεντικότητας ενός έργου τέχνης και ο ορκωτός Πραγματογνώμων επιφορτίζεται με ενα βάρος που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να φέρει εις πέρας αφού απαιτείται φυσικοχημική διαγνωστική μεθοδολογία και τεκμηρίωση, παράληλλα με την ιστορία της τέχνης, τη συντήρηση και ενδεχόμενα άλλες ειδικότητες.
Η αλλαγή της προσέγγισης από την ατομική ευθύνη του ορκωτού πραγματογνώμονα στην υποχρεωτική συγκρότηση Διεπιστημονικής Επιτροπής Κρίσης (Δ.Ε.Κ.) εξασφαλίζει την διεπιστημονική κρίση της γνησιότητας (connoisseurship and scientific analysis) και καθιστά την πραγματογνωμοσύνη συλλογική και πλήρη, καλύπτοντας την Ιστορία της Τέχνης, τη Συντήρηση και τη Χημική Ανάλυση. Καθίσταται σαφές ότι η κρίση πρέπει να λαμβάνει υπόψη υποχρεωτικά τη φυσικοχημική διαγνωστική μεθοδολογία, ευθυγραμμίζοντας τη διαδικασία με τα πρότυπα που χρησιμοποιούν τα μεγάλα μουσεία, τα διεθνή ερευνητικά κέντρα και οι ακαδημαϊκοί/ερευνητικοί φορείς. Επίσης η διάκριση των ειδικοτήτων διασφαλίζει ότι, ανεξάρτητα από την πηγή της εντολής (δικαστήριο ή ιδιώτης), η πραγματογνωμοσύνη θα έχει την απαιτούμενη βαρύτητα και πληρότητα.
Προτείνεται Σύσταση Μητρώου Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων και Διεπιστημονική Επιτροπή Κρίσης ως κάτωθι:
1. Σύσταση Μητρώου Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων (Μ.Ε.Ε.)
Για τη διενέργεια της Διεπιστημονικής Κρίσης Αυθεντικότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, κατόπιν αίτησης ή εντολής διοικητικής, δικαστικής, εισαγγελικής αρχής ή ιδιωτών, συνιστάται Μητρώο Εξειδικευμένων Εμπειρογνωμόνων (Μ.Ε.Ε.) έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Το Μ.Ε.Ε. τηρείται ψηφιακά στο Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (Α.Τ.Ε.Τ.) του άρθρου 6.
2. Προϋποθέσεις Εγγραφής στο Μ.Ε.Ε.
Ως Εξειδικευμένοι Εμπειρογνώμονες στο Μ.Ε.Ε. εγγράφονται, μετά από αίτησή τους και κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στα επόμενα άρθρα, φυσικά πρόσωπα με υψηλή επιστημονική εξειδίκευση και τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία. Οι τίτλοι σπουδών πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι κατά τα ισχύοντα.
Οι ειδικότητες των Εμπειρογνωμόνων κατανέμονται, κατ’ ελάχιστον, στις ακόλουθες κατηγορίες:
α) Επιστήμονες Τεκμηρίωσης Τέχνης (Connoisseurship): Κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. στην Ιστορία της Τέχνης με εξειδίκευση στη χρονολόγηση, την ιστορική έρευνα (provenance) και την τεκμηρίωση τεχνοτροπίας.
β) Επιστήμονες Συντήρησης & Υλικών: Κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. στη Συντήρηση Έργων Τέχνης ή Χημεία/Φυσική με εξειδίκευση στη διαγνωστική των έργων τέχνης (φασματοσκοπία, απεικόνιση, χημική ανάλυση χρωστικών, κ.ά).
γ) Επαγγελματίες Αγοράς & Δικαίου: Κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. σε συναφή πεδία, με αποδεδειγμένη εμπειρία στην εκτίμηση, τη διαχείριση συλλογών και τη λειτουργία της διεθνούς αγοράς τέχνης.
3. Συγκρότηση και Λειτουργία της Διεπιστημονικής Επιτροπής Κρίσης
Η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της πλαστότητας/γνησιότητας απαιτεί υποχρεωτικά τη συγκρότηση Διεπιστημονικής Επιτροπής Κρίσης (Δ.Ε.Κ.) από το Μ.Ε.Ε., η οποία αποτελείται από τουλάχιστον τρία (3) μέλη, ένα από κάθε κατηγορία ειδικότητας (α, β, γ).
Η Δ.Ε.Κ. είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση και την τελική κρίση πλαστότητας/αυθεντικότητας η οποία βασίζεται στην ταυτόχρονη και συγκριτική εκτίμηση όλων των διαθέσιμων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων:
o Της ιστορικής τεκμηρίωσης (Provenance).
o Της καλλιτεχνικής τεχνοτροπίας και υφολογίας (Connoisseurship).
o Των αποτελεσμάτων της φυσικοχημικής διαγνωστικής μεθοδολογίας (Scientific Analysis), η οποία πρέπει να τεκμηριώνεται με γραπτές εκθέσεις και φωτογραφικό υλικό.
Με σκοπό την επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακό έλεγχο των έργων τέχνης είναι κρίσιμη, η πρόβλεψη ένταξης θεσμοθετημένων πανεπιστημιακων εργαστηρίων ή ερευνητικων κέντρων που δεν είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025, αλλά διαθέτουν υψηλή επιστημονική επάρκεια, καθώς τα πανεπιστημιακά εργαστήρια/ερευνητικά κέντρα συχνά πρωτοπορούν στην έρευνα και την ανάπτυξη ειδικών μεθοδολογιών, απαραίτητων στην επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακό έλεγχο των έργων τέχνης.
«Συλλεκτικά Αντικείμενα» – Έννοια, εύρος και αναγκαιότητα εξειδίκευσης
Σύμφωνα με την «Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης» του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, η έννοια των «Συλλεκτικών Αντικειμένων» βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση C-252/84). Με βάση τη νομολογία αυτή, συλλεκτικά αντικείμενα είναι εκείνα τα οποία δεν αποκτώνται για τον σκοπό της συνήθους χρήσης, αλλά για λόγους συλλογής, λόγω της σπανιότητας, της παλαιότητάς τους ή του ιδιαίτερου ιστορικού, επιστημονικού ή πολιτιστικού ενδιαφέροντός τους. Η αξία τους δεν συνδέεται με τη λειτουργικότητά τους, αλλά με αντικειμενικά χαρακτηριστικά που θεμελιώνουν τον ιστορικό/συλλεκτικό τους χαρακτήρα.
Η υιοθέτηση της παραπάνω έννοιας συνεπάγεται συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους Ορκωτούς Πραγματογνώμονες του Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Μ.Ο.Π.), οι οποίοι καλούνται να είναι σε θέση να κρίνουν τη σπανιότητα, να προσδιορίζουν την παλαιότητα και να αξιολογούν το ιδιαίτερο ιστορικό, αρχειακό, πολιτιστικό ή συλλεκτικό ενδιαφέρον ενός «συλλεκτικού αντικειμένου», και παράλληλα να προβαίνουν σε αξιολόγηση της γνησιότητάς του βάσει των ειδικών χαρακτηριστικών του.
Ωστόσο, ο ενιαίος όρος «Συλλεκτικά Αντικείμενα», σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, καλύπτει στην πράξη πλήθος ετερογενών κατηγοριών (όπως σπάνια βιβλία, χειρόγραφα και αρχειακό υλικό, νομισματικά και φιλοτελικά αντικείμενα, χαρτογραφικά τεκμήρια, φωτογραφία, ή ακόμα και είδη ένδυσης και υπόδησης από αναγνωρισμένους οίκους μόδας κ.ά.), από διαφορετικά υλικά, διαφορετικές τεχνικές κατασκευής και ποικίλα χαρακτηριστικά. Κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες συνιστά αυτοτελές πεδίο εξειδίκευσης, με διαφορετικές μεθοδολογίες τεκμηρίωσης και καθορισμού κριτηρίων αυθεντικότητας. Εντός δε κάθε κατηγορίας δύνανται να υφίστανται και περαιτέρω υποκατηγορίες, οι οποίες απαιτούν πρόσθετες και ειδικότερες εξειδικευμένες γνώσεις.
Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της γνησιότητας και της συλλεκτικής αξίας δεν μπορεί να είναι γενικού χαρακτήρα, ούτε να προκαταβάλλεται ότι συγκεντρώνεται στο πρόσωπο ενός και μόνο πραγματογνώμονα. Αντίθετα, απαιτείται εξειδικευμένη γνώση του κάθε αντικειμένου, των υλικών και τεχνικών κατασκευής, του ιστορικού πλαισίου, της τεκμηρίωσης προέλευσης (provenance research) της σχετικής αγοράς και της σχετικής βιβλιογραφίας.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η εγγραφή στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων δεν δύναται να είναι ενιαία, αλλά οφείλει να αντανακλά τη διαφοροποίηση των κατηγοριών συλλεκτικών αντικειμένων και των απαιτούμενων εξειδικεύσεων, όπως αυτές αναγνωρίζονται στη διεθνή πρακτική, συμπεριλαμβανομένης της εξειδικευμένης γνώσης (connoisseurship), η οποία αποκτάται μέσω μακρόχρονης επαγγελματικής ενασχόλησης και μελέτης συγκεκριμένων κατηγοριών αντικειμένων.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η επάρκεια του Ορκωτού Πραγματογνώμονα δεν μπορεί να τεκμαίρεται αποκλειστικά από την κατοχή συγκεκριμένου βασικού τίτλου σπουδών, αλλά οφείλει να αξιολογείται σε συνάρτηση με τη δηλωμένη κατηγορία ή υποκατηγορία έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων και τη μακρόχρονη, αποδεδειγμένη ειδική επαγγελματική εμπειρία του.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται, πέραν των κατόχων πτυχίου Ιστορίας της Τέχνης ή Συντήρησης Έργων Τέχνης με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία, να δύνανται να εντάσσονται στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων και κάτοχοι πτυχίου άλλης ειδικότητας, υπό την προϋπόθεση τουλάχιστον δεκαπενταετούς αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας στο σχετικό αντικείμενο.
Με τον τρόπο αυτό, η ιδιότητα του Ορκωτού Πραγματογνώμονα προσδιορίζεται ως συνδυασμός βασικού τίτλου σπουδών και αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας, με πρόβλεψη εναλλακτικών διαδρομών επάρκειας ανάλογα με το γνωστικό υπόβαθρο και το επίπεδο εξειδίκευσης, συμπεριλαμβανομένης της εξειδικευμένης εμπειρικής και συγκριτικής γνώσης (connoisseurship).
Προτεινόμενη εναλλακτική διατύπωση
2. Ως πραγματογνώμονες στο Μ.Ο.Π. εγγράφονται, μετά από αίτησή τους, κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13, φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά τη διαδικασία του άρθρου 9. Η εγγραφή συνοδεύεται από την περιγραφή της συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων στην οποία ο πραγματογνώμονας Μ.Ο.Π. εξειδικεύεται. Οι πραγματογνώμονες είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής στην Ιστορία της Τέχνης ή πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής στη Συντήρηση Έργων Τέχνης, με τουλάχιστον δεκαετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, μελέτη, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης, συλλεκτικών αντικειμένων και συλλογών, ή κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής με τουλάχιστον δεκαπενταετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στη διαχείριση, μελέτη, επιμέλεια, συντήρηση, αποκατάσταση, τεκμηρίωση, εκτίμηση ή έκθεση έργων τέχνης, συλλεκτικών αντικειμένων και συλλογών. Αν οι τίτλοι του πρώτου εδαφίου προέρχονται από την αλλοδαπή, πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι ως ισότιμοι με πράξη του αρμοδίου οργάνου ή με αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.) ή από το Αυτοτελές Τμήμα Εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας (Α.Τ.Ε.Ε.Ν.), σύμφωνα με το π.δ. 38/2010 (Α’ 78).
https://drive.google.com/file/d/1vlstHEZINYtRD4BhG45JJwz8YsgRdGVE/view?usp=sharing
Η διεπιστημονική έρευνα που θα απαιτηθεί όχι μόνο από διπλωματούχους ιστορικούς τέχνης, αλλά από εξειδικευμένους connoisseurs, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, κατά προτίμηση ιδιωτών, ατόμων δηλαδή με εμπεριστατωμένες και αποδεδειγμένες γνώσεις σε συγκεκριμένα πεδία -και όχι σε κάθε τομέα- από τον τεράστιο όγκο που αναφέρεται στις Καλές Τέχνες, ώστε να κρίνει σύμφωνα με την διεθνή δεοντολογία ζητήματα ποιότητας και αυθεντικότητας, δεν είναι δυνατόν να διεκπεραιωθεί χωρίς ουδεμία πρόβλεψη για οικονομική υποστήριξη. Οι δαπάνες για ψηφιοποίηση, απόκτηση εργαλείων και οργάνων για εργαστηριακή έρευνα, μετακινήσεις έργων και ατόμων, διατήρηση γραφείων όσων ΜΟΠ επιλεγούν, θα είναι σημαντικές. Επιβάλλεται, επομένως, έγκριση διάθεσης σεβαστού ποσού για τις συγκεκριμένες δαπάνες ,καθώς και επιμέρους αμοιβές του επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού που θα απασχοληθεί. Χωρίς αμοιβές, ο υπαρκτός κίνδυνος για αμοιβές κάτω από το τραπέζι γίνεται ορατός.
Δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στις επιβεβλημένες συνθήκες ψηφιοποίησης, έργο δυσχερές και απαιτητικό για όσους έχουν συγκεκριμένη αντίληψη, έργο το οποίο χρίζει διαρκούς τροφοδότησης και επεξεργασίας. Απαιτείται δηλαδή εξειδικευμένο προσωπικό με πιστοποίηση ειδικού πληροφορικής.
Συνιστάται η διάκριση μεταξύ πλαστών, δηλαδή δολίως ριγμένα στο εμπόριο έργων με ψεύτικες υπογραφές, και μη γνησίων, έργων δηλαδή χωρίς υπογραφές μεν, αλλά αποδιδόμενα σε καλλιτέχνες, ή απλώς ανήκοντα σε σχολές αναγνωρισμένων δημιουργών.
Συνοπτική Επισκόπηση: Άρθρα Χ–Ω & Αιτιολογική Έκθεση
Κύριοι Στόχοι
(1) Διασφάλιση επιστημονικής εγκυρότητας στις αναλύσεις έργων τέχνης.
(2) Προστασία των συλλεκτών, συλλογών και αγοράς.
(3) Καθιέρωση δεοντολογικής υπευθυνότητας για Ορκωτούς Πραγματογνώμονες.
Άρθρο Χ: Επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακός έλεγχος έργων τέχνης
1. Η συντήρηση έργων τέχνης δύναται να ασκείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ανεξαρτήτως μεγέθους εργαστηρίου ή τεχνικού εξοπλισμού, εφόσον αφορά αποκλειστικά εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης ή προληπτικής προστασίας.
2. Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών, τα αποτελέσματα των οποίων:
α) χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης,
β) περιλαμβάνονται σε γνωματεύσεις, πιστοποιητικά, εκθέσεις ή φακέλους αυθεντικότητας,
γ) προορίζονται για εμπορική, ασφαλιστική, δικαστική ή διοικητική χρήση,
πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3.
3. Τα εργαστήρια της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν:
α) να είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 για τις συγκεκριμένες μεθόδους δοκιμών που εφαρμόζουν, ή
β) να συνεργάζονται τεκμηριωμένα με διαπιστευμένα εργαστήρια κατά ISO/IEC 17025, τα αποτελέσματα των οποίων ενσωματώνονται αυτούσια και με σαφή αναφορά στη διαπίστευση.
4. Επιστημονικές αναλύσεις που διενεργούνται εκτός του πλαισίου της παραγράφου 3 επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση και δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος γνωμάτευσης αυθεντικότητας ή επίσημου φακέλου τεκμηρίωσης.
Άρθρο Ψ: Διαχωρισμός συντήρησης και αυθεντικοποίησης
1. Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια για τη διενέργεια ή αξιολόγηση εργαστηριακών δοκιμών αυθεντικότητας.
2. Κάθε έκθεση, γνωμάτευση ή πιστοποιητικό που περιλαμβάνει συμπεράσματα αυθεντικότητας οφείλει να αναφέρει ρητώς:
α) ποια επιστημονικά δεδομένα προέρχονται από διαπιστευμένα εργαστήρια,
β) ποια στοιχεία βασίζονται σε ιστορική, τεχνοτροπική ή αρχειακή ανάλυση,
γ) τα όρια και τους περιορισμούς των εφαρμοσθέντων μεθόδων.
Άρθρο Ζ: Μεταβατικές διατάξεις
1. Εργαστήρια που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια και εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αλλά δεν είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025, δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες της παραγράφου 2 του άρθρου Χ για μεταβατική περίοδο έως τριών (3) ετών, υπό την προϋπόθεση ότι:
α) έχουν υποβάλει αίτηση διαπίστευσης στον αρμόδιο εθνικό φορέα (Ε.ΣΥ.Δ.), και
β) δηλώνουν ρητώς στα παραδοτέα τους ότι τελούν υπό διαδικασία διαπίστευσης.
Άρθρο Ω: Αστική ευθύνη και έννομες συνέπειες
1. Η χρήση επιστημονικών αναλύσεων ή εργαστηριακών δοκιμών κατά παράβαση των άρθρων Χ και Ψ συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα.
2. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει, υπογράφει ή χρησιμοποιεί γνωμάτευση, έκθεση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας βασισμένο σε τέτοιες αναλύσεις ευθύνεται για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους.
3. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων τεκμαίρει υπαιτιότητα, εκτός αν αποδειχθεί ανωτέρα βία.
Αιτιολογική Έκθεση: Η προστασία της αυθεντικότητας και της αξίας των έργων τέχνης απαιτεί σαφή και συνεκτικά κριτήρια για την επιστημονική τεκμηρίωση, την αξιολόγηση εργαστηριακών δεδομένων και τις υποχρεώσεις των επαγγελματιών που συμμετέχουν στη διαπίστευση των έργων.
Με τα άρθρα Χ–Ω καθορίζεται ότι:
1. Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών που χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 ή μέσω τεκμηριωμένης συνεργασίας με τέτοια εργαστήρια (Άρθρο Χ, παρ. 3). Αποτελέσματα αναλύσεων μη διαπιστευμένων εργαστηρίων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση (Άρθρο Χ, παρ. 4).
2. Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια (Άρθρο Ψ, παρ. 1). Κάθε γνωμάτευση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας πρέπει να αναφέρει ρητώς την προέλευση των επιστημονικών δεδομένων, τη διαπίστευση των εργαστηρίων και τα όρια των εφαρμοσθέντων μεθόδων (Άρθρο Ψ, παρ. 2–3).
3. Η παράβαση των κανόνων επιστημονικής τεκμηρίωσης συνιστά παράνομη πράξη κατά τον Αστικό Κώδικα και θεμελιώνει αστική ευθύνη για κάθε ζημία σε τρίτους (Άρθρο Ω, παρ. 1–3).
4. Η σύνδεση με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Άρθρο 10) ενισχύει την επαγγελματική υπευθυνότητα, επιβάλλοντας τη χρήση μόνο διαπιστευμένων και τεκμηριωμένων δεδομένων, την αναφορά περιορισμών και αβεβαιοτήτων των μεθόδων και την έκδοση γνωματεύσεων με δεοντολογική υπευθυνότητα.
Συνδυαστικά, η ρύθμιση δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαφάνειας, επιστημονικής εγκυρότητας και δεοντολογικής υπευθυνότητας, αναβαθμίζει την αξιοπιστία των διαδικασιών πιστοποίησης έργων τέχνης, προστατεύει τους συλλέκτες, τις συλλογές και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα των εργαστηριακών αποτελεσμάτων στην Ελλάδα.
Άρθρα Χ–Ω
Άρθρο Χ: Επιστημονική τεκμηρίωση και εργαστηριακός έλεγχος έργων τέχνης
Η συντήρηση έργων τέχνης δύναται να ασκείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ανεξαρτήτως μεγέθους εργαστηρίου ή τεχνικού εξοπλισμού, εφόσον αφορά αποκλειστικά εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης ή προληπτικής προστασίας.
Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών, τα αποτελέσματα των οποίων:
α) χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης,
β) περιλαμβάνονται σε γνωματεύσεις, πιστοποιητικά, εκθέσεις ή φακέλους αυθεντικότητας,
γ) προορίζονται για εμπορική, ασφαλιστική, δικαστική ή διοικητική χρήση,
πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3.
Τα εργαστήρια της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν:
α) να είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 για τις συγκεκριμένες μεθόδους δοκιμών που εφαρμόζουν, ή
β) να συνεργάζονται τεκμηριωμένα με διαπιστευμένα εργαστήρια κατά ISO/IEC 17025, τα αποτελέσματα των οποίων ενσωματώνονται αυτούσια και με σαφή αναφορά στη διαπίστευση.
Επιστημονικές αναλύσεις που διενεργούνται εκτός του πλαισίου της παραγράφου 3 επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση και δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος γνωμάτευσης αυθεντικότητας ή επίσημου φακέλου τεκμηρίωσης.
Άρθρο Ψ: Διαχωρισμός συντήρησης και αυθεντικοποίησης
Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια για τη διενέργεια ή αξιολόγηση εργαστηριακών δοκιμών αυθεντικότητας.
Κάθε έκθεση, γνωμάτευση ή πιστοποιητικό που περιλαμβάνει συμπεράσματα αυθεντικότητας οφείλει να αναφέρει ρητώς:
α) ποια επιστημονικά δεδομένα προέρχονται από διαπιστευμένα εργαστήρια,
β) ποια στοιχεία βασίζονται σε ιστορική, τεχνοτροπική ή αρχειακή ανάλυση,
γ) τα όρια και τους περιορισμούς των εφαρμοσθέντων μεθόδων.
Άρθρο Ζ: Μεταβατικές διατάξεις
Εργαστήρια που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διαθέτουν αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια και εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αλλά δεν είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025, δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες της παραγράφου 2 του άρθρου Χ για μεταβατική περίοδο έως τριών (3) ετών, υπό την προϋπόθεση ότι:
α) έχουν υποβάλει αίτηση διαπίστευσης στον αρμόδιο εθνικό φορέα, και
β) δηλώνουν ρητώς στα παραδοτέα τους ότι τελούν υπό διαδικασία διαπίστευσης.
Άρθρο Ω: Αστική ευθύνη και έννομες συνέπειες
Η χρήση επιστημονικών αναλύσεων ή εργαστηριακών δοκιμών κατά παράβαση των άρθρων Χ και Ψ συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα.
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει, υπογράφει ή χρησιμοποιεί γνωμάτευση, έκθεση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας βασισμένο σε τέτοιες αναλύσεις ευθύνεται για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους.
Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων τεκμαίρει υπαιτιότητα, εκτός αν αποδειχθεί ανωτέρα βία.
Αιτιολογική Έκθεση
Η προστασία της αυθεντικότητας και της αξίας των έργων τέχνης απαιτεί σαφή και συνεκτικά κριτήρια για την επιστημονική τεκμηρίωση, την αξιολόγηση εργαστηριακών δεδομένων και τις υποχρεώσεις των επαγγελματιών που συμμετέχουν στη διαπίστευση των έργων.
Με τα άρθρα Χ–Ω καθορίζεται ότι:
Η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και εργαστηριακών δοκιμών που χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης πραγματοποιείται αποκλειστικά από εργαστήρια που είναι διαπιστευμένα κατά ISO/IEC 17025 ή μέσω τεκμηριωμένης συνεργασίας με τέτοια εργαστήρια (Άρθρο Χ, παρ. 3). Αποτελέσματα αναλύσεων μη διαπιστευμένων εργαστηρίων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για εσωτερική τεχνική πληροφόρηση (Άρθρο Χ, παρ. 4).
Η ιδιότητα του συντηρητή έργων τέχνης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως επιστημονική επάρκεια (Άρθρο Ψ, παρ. 1). Κάθε γνωμάτευση ή πιστοποιητικό αυθεντικότητας πρέπει να αναφέρει ρητώς την προέλευση των επιστημονικών δεδομένων, τη διαπίστευση των εργαστηρίων και τα όρια των εφαρμοσθέντων μεθόδων (Άρθρο Ψ, παρ. 2–3).
Η παράβαση των κανόνων επιστημονικής τεκμηρίωσης συνιστά παράνομη πράξη κατά τον Αστικό Κώδικα και θεμελιώνει αστική ευθύνη για κάθε ζημία σε τρίτους (Άρθρο Ω, παρ. 1–3).
Η σύνδεση με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Άρθρο 10) ενισχύει την επαγγελματική υπευθυνότητα, επιβάλλοντας τη χρήση μόνο διαπιστευμένων και τεκμηριωμένων δεδομένων, την αναφορά περιορισμών και αβεβαιοτήτων των μεθόδων και την έκδοση γνωματεύσεων με δεοντολογική υπευθυνότητα.
Συνδυαστικά, η ρύθμιση δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαφάνειας, επιστημονικής εγκυρότητας και δεοντολογικής υπευθυνότητας, αναβαθμίζει την αξιοπιστία των διαδικασιών πιστοποίησης έργων τέχνης, προστατεύει τους συλλέκτες, τις συλλογές και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα των εργαστηριακών αποτελεσμάτων στην Ελλάδα.
Προσθήκη στο παραπάνω σχόλιο (ανάρτηση: 29.12.2025, 19:54) από ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΝΤΟΥΡΟΥ. Κρίνεται απαραίτητο να συστήνεται διεπιστημονική επιτροπή, η οποία θα αποτελείται από τις προαναφερόμενες ειδικότητες, προκειμένου να εξάγεται ένα αποτέλεσμα που θα βασίζεται στην ομόφωνη γνώμη των επιστημόνων της επιτροπής.
Σημαντική παρατήρηση και πρόταση βελτίωσης:
Το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων πρέπει να περιλαμβάνει ένα δίκτυο επιστημόνων, οι οποίοι θα εξετάζουν το εκάστοτε έργο πολύπλευρα. Ειδικότερα, το Μ.Ο.Π. θα πρέπει να περιλαμβάνει: α) ιστορικούς τέχνης, οι οποίοι έχουν εμβαθύνει σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες ή ομάδες καλλιτεχνών, γεγονός που θα αποδεικνύεται από το ερευνητικό, ακαδημαϊκό και αναγνωρισμένο συγγραφικό τους έργο, β) συντηρητές έργων τέχνης, οι οποίοι εξειδικεύονται σε επιμέρους υλικά και τεχνικές μεθόδους μελέτης, συντήρησης και αισθητικής αποκατάστασης, προκειμένου να διαπιστώνουν ορθά τα υλικά και την τεχνολογία κατασκευής του έργου, καθώς επίσης την παθολογία του έργου, σε συνάρτηση με την προέλευση και τη χρονολόγηση αυτού, γ) ανεξάρτητα εργαστήρια φυσικοχημικών διαγνωστικών μεθόδων, όπου εξετάζεται η χημική και η φυσική σύσταση κάθε έργου μέσα από εξειδικευμένες μεθόδους φωτογράφισης και μικροσκοπικής παρατήρησης, δ) ειδικούς ερευνητές προέλευσης (provenance researchers), οι οποίοι εξετάζουν αναλυτικά το πλήρες ιστορικό ιδιοκτησίας και τα νομιμοποιητικά έγγραφα ιδιοκτησίας, και τεκμηριώνουν κάθε μεταβίβαση από τον πρώτο ιδιοκτήτη στον επόμενο, κ.ο.κ., ε) εμπειρογνώμονες καλλιτεχνικού έργου (connoiseurs), οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένη εμπειρία και εγνωσμένο κύρος σχετικά με τη μελέτη του συνολικού έργου ενός δημιουργού.
Ο αποκλεισμός των νομικών προσώπων και εξειδικευμένων εργαστηρίων από το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων συνιστά προβληματική επιλογή. Η δικαστηριακή εμπειρία, αλλά και πρωτοβουλίες όπως η έκθεση «Η κρυφή γοητεία της πλαστογραφίας» στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών (2024), υπογραμμίζουν τη σημασία των συλλογικών, διεπιστημονικών γνωμοδοτήσεων. Η απουσία δομών που διαθέτουν εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και τεχνολογικό εξοπλισμό αιχμής στερεί από τη διαδικασία κρίσιμα εργαλεία αξιοπιστίας. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν το Εργαστήριο ARTICON του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, καθώς και το Διαγνωστικό Κέντρο Έργων Τέχνης «ΟΡΜΥΛΙΑ» στη Χαλκιδική.
Αν μου επιτρέπεις μια καθαρά θεσμική παρατήρηση: Επιτροπή που κρίνει ορκωτούς πραγματογνώμονες δεν νομιμοποιείται να στελεχώνεται μόνο από εν ενεργεία ή πρώην υπαλλήλους συγκεκριμένων κρατικών μουσείων.
Η επιτροπή αξιολόγησης πρέπει να απαρτίζεται όχι από «θεσμικά πρόσωπα» αλλά από επιστημονικά ελέγξιμους ειδικούς, με αποδείξιμη εμπειρία στη γνησιότητα και την πλαστογραφία — αλλιώς το άρθρο 9 δημιουργεί εξουσία χωρίς επαρκή επιστημονική νομιμοποίηση.
Θα έπρεπε να προβλέπεται:
• τουλάχιστον ένα μέλος διεθνούς κύρους εκτός ελληνικών φορέων,
• συμμετοχή ειδικού με αποδεδειγμένη εμπειρία σε catalogue raisonné ή authentication boards,
• ρητή αξιολόγηση βάσει μετρήσιμων κριτηρίων, όχι απλής υπηρεσιακής αρχαιότητας.
Η προτεινόμενη συμπλήρωση του άρθρου 9 αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μέσω της πρόβλεψης αντικειμενικών, ελέγξιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προσόντων για τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων.
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική κρίση, την προστασία των συλλεκτών και την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της να διαθέτουν όχι μόνο διοικητική ή υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στη μεθοδολογία διαπίστωσης γνησιότητας και στην αντιμετώπιση φαινομένων πλαστογραφίας, καθώς και πλήρη ανεξαρτησία από εμπορικά συμφέροντα.
Κατεύθυνση βελτίωσης:
Η προτεινόμενη συμπλήρωση του άρθρου 9 αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας επιλογής και αξιολόγησης Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, μέσω της πρόβλεψης αντικειμενικών, ελέγξιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων προσόντων για τα μέλη της επιτροπής εξετάσεων.
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις της επιτροπής επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική κρίση, την προστασία των συλλεκτών και την καταπολέμηση της πλαστογραφίας, κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της να διαθέτουν όχι μόνο διοικητική ή υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στη μεθοδολογία διαπίστωσης γνησιότητας και στην αντιμετώπιση φαινομένων πλαστογραφίας, καθώς και πλήρη ανεξαρτησία από εμπορικά συμφέροντα.
Προσθήκη παραγράφου 6 στο άρθρο 9 ως εξής:
«6. Τα μέλη της επιτροπής της παρ. 2, ανεξαρτήτως ειδικότητας, οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένα και αθροιστικά τα ακόλουθα προσόντα, τα οποία τεκμηριώνονται με αντικειμενικά και ελέγξιμα στοιχεία:
α) Ακαδημαϊκά προσόντα υψηλού επιπέδου, και ειδικότερα διδακτορικό τίτλο σπουδών συναφούς αντικειμένου ή ισοδύναμο επιστημονικό έργο διεθνούς κύρους, αποδεικνυόμενο μέσω δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές, μονογραφιών ή συμμετοχής σε διεθνώς αναγνωρισμένα ερευνητικά προγράμματα.
β) Τεκμηριωμένη εμπειρία σε ζητήματα διαπίστωσης γνησιότητας έργων τέχνης ή συλλεκτικών αντικειμένων, περιλαμβανομένης συμμετοχής σε επιτροπές αξιολόγησης, πραγματογνωμοσύνες κατόπιν δικαστικού ή θεσμικού διορισμού, ή επιστημονική τεκμηρίωση περιπτώσεων πλαστογραφίας ή εσφαλμένων αποδόσεων.
γ) Αποδεδειγμένη γνώση της μεθοδολογίας έρευνας αυθεντικότητας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της ανάλυσης προέλευσης (provenance research), της ιστορικοκριτικής και συγκριτικής ανάλυσης, καθώς και της διεπιστημονικής συνεργασίας με επιστημονικές μεθόδους τεχνικής εξέτασης.
δ) Αποδεδειγμένη ανεξαρτησία και απουσία σύγκρουσης συμφερόντων, ιδίως μη άσκηση, κατά τον χρόνο διορισμού και κατά την προηγούμενη πενταετία, εμπορικής δραστηριότητας σχετικής με την αγοραπωλησία έργων τέχνης, τη διενέργεια ιδιωτικών πραγματογνωμοσυνών έναντι αμοιβής ή τη συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς με άμεσο οικονομικό συμφέρον από την κρίση επί της γνησιότητας έργων τέχνης.
Τα ανωτέρω προσόντα και κωλύματα αποδεικνύονται με την υποβολή σχετικών δικαιολογητικών και υπεύθυνων δηλώσεων, τα οποία ελέγχονται πριν τον ορισμό των μελών της επιτροπής.»
Προσθήκη παραγράφου 7 στο άρθρο 9:
«7. Ειδικώς:
α) Οι Ιστορικοί Τέχνης που μετέχουν στην επιτροπή οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένη εξειδίκευση σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες, καλλιτεχνικά ρεύματα ή περιόδους, η οποία τεκμηριώνεται μέσω επιστημονικών δημοσιεύσεων, συμμετοχής σε καταλόγους raisonné, ερευνητικά αρχεία ή/και επιτροπές τεκμηρίωσης και αυθεντικότητας.
β) Οι Συντηρητές οφείλουν να διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία στη χρήση ή εποπτεία επιστημονικών και αναλυτικών μεθόδων εξέτασης έργων τέχνης, καθώς και εμπλοκή σε υποθέσεις εντοπισμού πλαστών ή τεχνικά ασύμβατων έργων, αποδεικνυόμενη μέσω εργαστηριακών εκθέσεων, δημοσιεύσεων ή πραγματογνωμοσυνών.»
Εκτός από την κραυγαλέα παράλειψη στο σχέδιο νόμου της συμπερίληψης στο υπό διαμόρφωση Μητρώο του εξειδικευμένου στο έργο ενός καλλιτέχνη connoisseur, υπάρχει και η εξίσου σημαντική παράλειψη από το Μητρώο του ερευνητή προέλευσης.
Ο ερευνητής προέλευσης (provenance researcher) είναι ένας ειδικός που ερευνά τη «βιογραφία» των πολιτιστικών αντικειμένων, ανατρέχοντας στην αλυσίδα ιδιοκτησίας τους από τη δημιουργία τους μέχρι σήμερα. Ο ρόλος αυτός είναι ζωτικής σημασίας για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας, της νόμιμης ιδιοκτησίας και της ηθικής συμμόρφωσης στα μουσεία και στην αγορά τέχνης.
Βασικές αρμοδιότητες:
1. Αναζήτηση ιστορικού ιδιοκτησίας: Τεκμηρίωση κάθε μεταβίβασης, πώλησης και έκθεσης ενός έργου τέχνης για τη δημιουργία ενός πλήρους χρονολογίου.
2. Έρευνα αρχείων: Αναζήτηση σε αρχεία μουσείων, καταλόγους δημοπρασιών, αρχεία εμπόρων και βιβλιοθήκες για την εύρεση στοιχείων σχετικά με προηγούμενους ιδιοκτήτες.
3. Φυσική επιθεώρηση: Εξέταση της μπροστινής και της πίσω πλευράς του αντικειμένου για ετικέτες, σφραγίδες, επιγραφές και σημάδια εμπόρων που παρέχουν στοιχεία για το παρελθόν του.
4. Δέουσα επιμέλεια: Εντοπισμός «κόκκινων σημαιών» (red flags), όπως ύποπτα κενά στην ιδιοκτησία ή/και εμπόρων που έχουν διακινήσει πλαστά έργα τέχνης.
5. Υποστήριξη αποκατάστασης: Παροχή των ιστορικών στοιχείων που απαιτούνται για την αξιολόγηση των αιτήσεων επιστροφής παράνομα αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων.
Παρατηρήσεις (κρίσιμες)
Θεσμοθετείται εμμέσως κρατικό μονοπώλιο αυθεντικότητας, αντίθετο με τη διεθνή πρακτική.
Συγχέεται η επιστημονική γνώση, με τη δικονομική ιδιότητα του πραγματογνώμονα.
Τα προσόντα είναι τυπικά και διοικητικά, όχι ερευνητικά, επιστημονικά και συνδεδεμένα με corpus καλλιτεχνών.
Αγνοείται πλήρως το connoisseurship.
Η εκπαίδευση από επιμελητές της Εθνικής Πινακοθήκης εγείρει σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης ρόλων και ζήτημα επιστημονικής μονοφωνίας.
Η εποπτεία, εκπαίδευση και έλεγχος συγκεντρώνονται στο ίδιο Υπουργείο.
Κατεύθυνση βελτίωσης
Το σύστημα πραγματογνωμοσύνης πρέπει να αναγνωρίζει την επιστημονική πολυφωνία, να μην κρατικοποιεί τη γνώση και, τέλος, να ενσωματώνει ανεξάρτητους, εξειδικευμένους ερευνητές.