ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ – ΠΟΙΝΙΚH ΔΙΑΤΑΞH Άρθρο 11 Φθορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Προσθήκη άρθρου 378Α στον Ποινικό Κώδικα

Στον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α΄ 95), προστίθεται άρθρο 378Α, ως εξής:

«Άρθρο 378Α

Φθορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων

  1. Όποιος καταστρέφει, βλάπτει, ρυπαίνει, αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη μορφή ή καθιστά ανέφικτη ή δυσχερή τη χρήση έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου, το οποίο εκτίθεται ή φυλάσσεται σε κοινόχρηστους χώρους, εσωτερικούς ή εξωτερικούς χώρους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού ή εποπτευόμενων ή αναγνωρισμένων από αυτό, ή σε οποιονδήποτε χώρο όπου εκτίθενται ή φυλάσσονται τα έργα τέχνης και συλλεκτικά αντικείμενα δυνάμει συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος ή με χρηματική ποινή.
  2. Αν πρόκειται για έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο αξίας άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και η πράξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 έγινε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης ή από δύο ή περισσότερους ενωμένους για την τέλεσή της, επιβάλλεται κάθειρξη έως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.».
  • 8 Ιανουαρίου 2026, 00:38 | ΕΕΙΤ (Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης)

    Σε σύγκριση με το άρθρο που αντικαθιστά, το 378 στον παραπάνω ποινικό κώδικα, το παρόν άρθρο επιχειρεί μία σαφή διαστολή και διεύρυνση των προσδιοριζόμενων αδικημάτων κατά έργων τέχνης και συνακόλουθη αυστηροποίηση των ποινών. Το συγκεκριμένο άρθρο ενέχει ευθέως πολιτικές και νομικές διαστάσεις από τις οποίες ένας επιστημονικός φορέας, όπως η ΕΕΙΤ, αφενός δεν αφίσταται, αφετέρου όμως θα προτιμούσε να τοποθετηθεί ξεχωριστά σε χώρο που να επιτρέπει μία πιο λεπταίσθητη ανάλυση των σοβαρών επιστημονικών και επαγγελματικών προβλημάτων που εγείρονται. Τα σημεία, στο παρόν προτεινόμενο πλαίσιο, τα οποία φαίνεται να εναντιώνονται ευθέως στις πρόσφατες διεθνείς τάσεις και αποτελούν επικίνδυνες παρεκκλίσεις τόσο από την κοινή λογική όσο και από μία κοινωνικά ενεργή ιστορία και δημόσια ιστορία της τέχνης είναι
    Α) η εξίσωση στην παράγραφο 1 οποιουδήποτε θεωρηθεί ότι «καθιστά ανέφικτη ή δυσχερή τη χρήση έργου τέχνης ή συλλεκτικού αντικειμένου, το οποίο εκτίθεται ή φυλάσσεται σε κοινόχρηστους χώρους, εσωτερικούς ή εξωτερικούς χώρους…»), με τον οποιονδήποτε προκαλεί υλικές καταστροφές στο έργο. Εξισώνεται έτσι η απλή διατάραξη της προβλεπόμενης έκθεσης ή θέασης ενός έργου με την πραγματική υλική βλάβη στο έργο αυτό και επιφέρονται μάλιστα οι ίδιες ποινές. Η καταληκτική δε πρόταση της παραγράφου προσδιορίζει αυστηρή ποινική μεταχείριση των πράξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 – συμπεριλαμβανομένης, επομένως, και της δυσχερούς χρήσης του έργου– ακόμη και από αμέλεια. Εκτιμούμε ότι αυτές οι διατάξεις είναι ανοικτές σε καταχρηστικές παρερμηνείες οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε κατασταλτικές χρήσεις όσον αφορά την κοινωνική χρήση του δημόσιου χώρου και την αυτονόητη διάδραση της κοινωνίας με τα έργα τέχνης στον δημόσιο χώρο, εσωτερικό ή εξωτερικό
    Β) η πρόβλεψη στην παράγραφο 2 προσδιορίζει ότι αν οι παραπάνω πράξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 έγιναν «στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης ή από δύο ή περισσότερους ενωμένους για την τέλεσή της, επιβάλλεται κάθειρξη έως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ». Η ποινή αυτή εξαρτάται από την αξία του έργου του οποίου η «χρήση» μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίστηκε και συνολικά κρίνεται ως αχρείαστα περιοριστική των ελευθεριών έκφρασης των πολιτών και είναι ποινικά εξοντωτική
    Τέτοιες προβλέψεις δυνητικά ποινικοποιούν οποιαδήποτε οργανωμένη ενημέρωση, απόπειρα δημιουργικής αναπλαισίωσης ή ερμηνευτικού επαναπροσδιορισμού αμφιλεγόμενων έργων ή οποιαδήποτε άλλη πικετοφορία ή καλοπροαίρετη και μη βίαιη μορφή παρέμβασης. Ακόμη και η φυσική παρουσία κάποιων ατόμων των οποίων η συναλλαγή με το έργο θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει τη «χρήση» του έργου (την έκθεση και θέασή του καταρχάς) εξομοιώνεται με τις δράσεις εγκληματικής οργάνωσης.
    Κατανοούμε την ανάγκη μέριμνας και προστασίας των έργων τέχνης και των άλλων αντικειμένων αξίας εκ μέρους της πολιτείας και υποδεχόμαστε με ικανοποίηση το συγκροτημένο ενδιαφέρον που επιδεικνύετε προς αυτή την κατεύθυνση. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι με διατάξεις όπως οι παραπάνω παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας σε ό,τι αφορά την ποινικοποίηση των πρακτικών κριτικής ή μη συμβατικής πρόσληψης των έργων, και φυσικά παράγονται αυθαίρετες εξομοιώσεις μεταξύ τελείως διαφορετικών λειτουργιών (παρεμπόδιση θέασης = καταστροφή). Αισθανόμαστε ότι με αυτόν τον τρόπο οι κίνδυνοι, δηλαδή το κόστος στον πολιτισμό – καλλιτεχνικό, κοινωνικό και επιστημονικό – είναι πολύ μεγαλύτερο από μία οποιαδήποτε υπαρκτή ή, όπως φαίνεται, ακόμη και ανύπαρκτη φθορά.

  • 1 Ιανουαρίου 2026, 13:40 | ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ

    Θα αναφερθώ σε μία σχετικά πρόσφατη υπόθεση διότι τα δικαστικά λάθη είναι τόσο παλιά όσο και ο νόμος. Αλλά κάποιες φορές ξεπερνούν κάθε όριο απογοήτευσης, ιδίως όταν καταρρακώνουν το αίσθημα δικαιοσύνης και κάνουν κομμάτια τη λογική. Ή μάλλον, όταν τη λερώνουν με… ντοματόσουπα.

    Το «Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» (περ. 1665) είναι ο πιο διάσημος πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Γιοχάνες Βερμέερ και συχνά αποκαλείται η «Μόνα Λίζα του Βορρά» λόγω του μυστηριώδους βλέμματος και της καθηλωτικής του αύρας. μόνιμα στη συλλογή του μουσείου Mauritshuis στη Χάγη της Ολλανδίας. Μετά την επίθεση στο ανυπεράσπιστο «Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» στις 27 Οκτωβρίου 2023, η Δικαιοσύνη πήρε τη μεγάλη της απόφαση: «Αθώοι οι βάνδαλοι της τέχνης».

    Η απόφαση – φυσικά στα αγγλικά, έτσι για το κύρος – είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφραστεί σε κανονική ανθρώπινη γλώσσα. Όλα περιστρέφονται γύρω από τον περιβόητο όρο «chilling effect».

    Μεταφράζω: το chilling effect εμφανίζεται όταν η άσκηση ενός συνταγματικού δικαιώματος – ιδίως της ελευθερίας έκφρασης – αποθαρρύνεται ή εμποδίζεται λόγω του ενδεχομένου ή της απειλής δίωξης ή άλλων νομικών συνεπειών.

    Πάντα είχα την εντύπωση πως «έκφραση γνώμης» σημαίνει λόγια, επιχειρήματα – όχι το να πετάς κονσέρβες σούπας σε εύθραυστα έργα τέχνης.

    Και αν κάποιος κάνει τον κόπο να ταξιδέψει από άλλη χώρα για να θαυμάσει αυτό το έργο; Δεν παραβιάζεται το δικό του δικαίωμα;
    Οπότε, τι τελικά μετρά περισσότερο; Μια επιδεικτική, ανώφελη πράξη από μια χούφτα βάνδαλους ή τα δικαιώματα όλων όσων αγαπούν και σέβονται την τέχνη;

    Καλώς ήρθατε στη Χάγη, την πόλη της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης. Ή, τουλάχιστον, έτσι λένε…

    Ο όρος chilling effect (στα ελληνικά αποδίδεται συχνά ως «παραλυτική επίδραση» ή «αποτρεπτικό αποτέλεσμα») περιγράφει μια κατάσταση όπου άνθρωποι αποφεύγουν να ασκήσουν ένα νόμιμο δικαίωμα – συνήθως την ελευθερία λόγου ή έκφρασης – από φόβο μήπως τιμωρηθούν ή διωχθούν νομικά.
    Πχ. αν ένας δημοσιογράφος ξέρει ότι, αν γράψει ένα άρθρο που ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, υπάρχει κίνδυνος να του κάνουν μήνυση, να τον απολύσουν ή να τον σέρνουν στα δικαστήρια για χρόνια… τότε ίσως δεν το γράψει καθόλου. Αυτός ο φόβος προκαλεί το chilling effect.

    Ονομάζεται δε έτσι επειδή «παγώνει» τη δράση – οι άνθρωποι αυτολογοκρίνονται και αποσύρονται από τον δημόσιο λόγο ή από νόμιμες ενέργειες, λόγω πιθανού κόστους ή ρίσκου.

    Στην παραπάνω υπόθεση του μουσείου Mauritshuis με το έργο τέχνης, το δικαστήριο θεώρησε ότι αν τιμωρηθούν οι ακτιβιστές, μπορεί να δημιουργηθεί ένα chilling effect που θα αποτρέψει άλλους από το να διαμαρτυρηθούν για κοινωνικά ή περιβαλλοντικά ζητήματα – ακόμα κι αν οι πράξεις τους είναι συμβολικές ή ακραίες.

    Θεωρώ, όμως, ότι αυτό είναι παρερμηνεία του όρου γιατί η ελευθερία έκφρασης δεν σημαίνει πως μπορείς να καταστρέφεις δημόσια ή ιδιωτική περιουσία χωρίς συνέπειες.

    Πώς όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αντιμετωπίζει την έννοια του chilling effect (αποτρεπτική επίδραση) στη νομολογία του?

    Τι είναι το Chilling Effect στο πλαίσιο του ΕΔΑΔ;
    Το chilling effect αναφέρεται στην αποθάρρυνση ατόμων από την άσκηση των δικαιωμάτων τους, ιδιαίτερα της ελευθερίας έκφρασης, λόγω του φόβου πιθανών νομικών συνεπειών ή άλλων κυρώσεων. Το ΕΔΑΔ αναγνωρίζει ότι τέτοιες αποθαρρυντικές επιδράσεις μπορούν να προκύψουν από υπερβολικά αυστηρά ή ασαφή νομικά μέτρα, οδηγώντας σε αυτολογοκρισία και περιορισμό του δημόσιου διαλόγου.

    Εφαρμογή του Chilling Effect στη Νομολογία του ΕΔΑΔ:
    Το ΕΔΑΔ έχει εφαρμόσει την έννοια του chilling effect σε διάφορες υποθέσεις που αφορούν την ελευθερία έκφρασης. Συγκεκριμένα, έχει επισημάνει ότι η επιβολή ποινικών κυρώσεων σε δημοσιογράφους για τη δημοσίευση πληροφοριών μπορεί να έχει αποτρεπτική επίδραση στην ελευθερία του Τύπου. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Reichman κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η προσφυγή σε ποινικές διαδικασίες μπορεί να έχει αποτρεπτική επίδραση στην ελευθερία έκφρασης.

    Σημασία για τη Δημοκρατία:
    Το ΕΔΑΔ υπογραμμίζει ότι η ελευθερία έκφρασης αποτελεί θεμέλιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε περιορισμός πρέπει να είναι αναλογικός και να μην δημιουργεί φόβο ή αυτολογοκρισία στους πολίτες. Η αναγνώριση του chilling effect από το Δικαστήριο λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου για την προστασία της ελευθερίας έκφρασης από υπερβολικές ή καταχρηστικές παρεμβάσεις. Συνολικά, το ΕΔΑΔ χρησιμοποιεί την έννοια του chilling effect για να αξιολογήσει τον αντίκτυπο των κρατικών ενεργειών στην ελευθερία έκφρασης, διασφαλίζοντας ότι τα άτομα δεν αποθαρρύνονται από την άσκηση των δικαιωμάτων τους λόγω φόβου πιθανών κυρώσεων.

  • 26 Δεκεμβρίου 2025, 17:21 | Vasilieios Psaromatis

    Σωστά θα ήθελα και ηλεκτρονική επιτήρηση μετά την ποινη