ΜΕΡΟΣ Α’ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2023/2413 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 18ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2023 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2018/2001, ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2018/1999 ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 98/70/ΕΚ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 1-2)

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός του Μέρους Α΄ είναι η συμβολή στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, με αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030, και στην ενίσχυση της σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των Α.Π.Ε., η απλούστευση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών αδειοδότησης έργων Α.Π.Ε., με θέσπιση δεσμευτικών προθεσμιών και ορισμό περιοχών επιτάχυνσης, η προώθηση καινοτόμων τεχνολογιών και υπηρεσιών ευελιξίας και η διεύρυνση του πλαισίου διαχείρισης των εγγυήσεων προέλευσης, μέσω της ενσωμάτωσης:

α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Οκτωβρίου 2023 για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας 98/70/ΕΚ όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου (L 31.10.2023),

β) της κατ’ εξουσιοδότηση Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 της Επιτροπής της 14ης Μαρτίου 2024 για την τροποποίηση του παραρτήματος IX της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την προσθήκη πρώτων υλών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιοαερίου (L 17.5.2024), και

γ) της μερικής ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 σχετικά με κοινούς κανόνες για τις εσωτερικές αγορές ανανεώσιμων αερίων, φυσικού αερίου και υδρογόνου, και με την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2023/1791 και την κατάργηση της οδηγίας 2009/73/ΕΚ (L 15.7.2024).

 

Άρθρο 2

Αντικείμενο

Αντικείμενο του Μέρους Α’ είναι η θέσπιση πλαισίου κανόνων για την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης των μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ηλεκτρικών δικτύων για την ενσωμάτωση της πράσινης ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα, καθώς και για τη χρήση, διαχείριση, επαλήθευση και αξιολόγηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στους τομείς των μεταφορών, της βιομηχανίας, της θέρμανσης ή ψύξης και των κτιρίων.

  • 14 Απριλίου 2026, 09:21 | Ersilia Verlinghieri

    Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 09:26 | Konstantinos Tsirlis

    Όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.,
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 09:35 | Θεοφάνης Λάμπρου

    η διευκόλυνση της επενδυτικής δραστηριότητας από τη θεσμική κατοχύρωση της προστασίας.

    Για όλους αυτούς τους λόγους, η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει να αποσυρθεί ή να τροποποιηθεί ριζικά. Προϋπόθεση για οποιαδήποτε επιτάχυνση αδειοδότησης οφείλει να είναι: πρώτον, η ολοκλήρωση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, δεύτερον, η ολοκλήρωση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, τρίτον, η έκδοση των αναγκαίων Προεδρικών Διαταγμάτων για όλες τις προστατευόμενες περιοχές Natura 2000, και τέταρτον, η πλήρης συμμόρφωση της χώρας με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι τότε, κάθε απόπειρα αποδυνάμωσης της περιβαλλοντικής αδειοδότησης υπονομεύει τόσο την προστασία της φύσης όσο και την ασφάλεια δικαίου.

  • 14 Απριλίου 2026, 09:04 | Ακρίβη Κατερινα

    μφωνώ με τα σχόλια και τις προτάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, όπως εκφράζονται στο παρακάτω κείμενο που συνέταξε και υπέβαλλε η Κα Καραμανώφ.8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
    Μαρία Καραμανώφ

  • 14 Απριλίου 2026, 09:11 | Ναυσικά Κ.

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 08:59 | Ιωάννα Κοντογιάννη

    Συντάσσομαι με το κείμενο αντιρρήσεων που έχει υποβάλει το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος στη διαβούλευση. Το παρόν νομοσχέδιο καταστρατηγεί τα περιβαλλοντικά δικαιώματα των πολιτών και παραβιάζει τις ευρωπαϊκές οδηγίες για την προστασία των περιοχών Natura

  • 14 Απριλίου 2026, 08:54 | Άννα Καγιαμπάκη

    Να προστεθεί: «Η εφαρμογή του παρόντος διέπεται από την αρχή της προφύλαξης και τη διασφάλιση της ακεραιότητας των περιοχών του δικτύου Natura 2000».

  • 14 Απριλίου 2026, 08:47 | Λιάσκος Αλέξης

    Απόσυρση ολόκληρου του ν/σ για τους παρακάτω λόγους:
    Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    ——-

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.

    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.

    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026

    Μαρία Καραμανώφ
    Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
    Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
    Email: info@environ-sustain.gr

  • 14 Απριλίου 2026, 08:44 | Εμμανουήλ Ευάγγελος

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 08:27 | Βασίλης Αθανασιάδης

    Συμφωνώ με το σχόλιο που υπέβαλλε στην παρούσα διαβούλευση στις 8 Απριλίου 2026 η κ Μαρία Καραμανώφ ως Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και το οποίο παραθέτω αυτούσιο.

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.

    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.

    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    Βασίλης Αθανασιάδης

  • 14 Απριλίου 2026, 08:15 | tlyra16@gmail.com

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 08:06 | ΝΙΚΟΣ ΜΑΣΤΡΟΚΩΣΤΑΣ

    Αλιβέρι : 13-4-2026
    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
    ΝΟΜΟΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
    ΔΗΜΟΣ ΚΥΜΗΣ-ΑΛΙΒΕΡΙΟΥ ΠΡΟΣ: ΥΠΕΝ
    ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
    ΤΑΧ. ΔΙΕΥΘ.: ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ 13-15 Διαβούλευση Νομοσχέδιο(ΕΕ) 2023/2413
    ΤΑΧ.ΚΩΔ.: 34500 ΑΛΙΒΕΡΙ (ΕΕ) 2024/1405-Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788
    Email: nik.mastrokostas67@gmail.com
    dimos.kimis-aliveriou@0902.syzefxis.gov.gr

    Θέμα : «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του»

    O Δήμος Κύμης Αλιβερίου εκφράζει τις Αντιρρήσεις και κάνει προτάσεις για τροποποίηση και προσθήκες άρθρων σε Νόμους :

    -Με τον νέο Νόμο η προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελεί πλέον στρατηγική προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας γίνετε για ( τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τις ΑΠΕ) να επιταχύνει τις διαδικασίες, να απλοποιήσει την αδειοδότηση και να ενσωματώσει τις νέες ευρωπαϊκές οδηγίες.
    Ωστόσο, πίσω από την επιτάχυνση των επενδύσεων, ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι πλέον ο ρόλος των Δήμων και των τοπικών κοινωνιών στον σχεδιασμό και τον έλεγχο των έργων ΑΠΕ ;
    Δεν υπάρχει πουθενά ο ρόλος των Δήμων ούτε καν σαν γνωμοδοτικός φορέας και δεν ερωτάτε για τίποτα .

    -Οι διαδικασίες για έργα ΑΠΕ αποκτούν σαφή χρονικά όρια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπεται ακόμη και σιωπηρή έγκριση εάν η διοίκηση δεν απαντήσει εγκαίρως.
    Για μικρότερα έργα, η κλασική άδεια αντικαθίσταται από γνωστοποίηση, μειώνοντας σημαντικά τη γραφειοκρατία. Θεσπίζονται ειδικές περιοχές όπου:
    -οι αδειοδοτήσεις γίνονται ταχύτερα
    -οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι τυποποιούνται
    -ταχύτερες διαδικασίες για τροποποιήσεις έργων
    -ειδικά καθεστώτα για καινοτόμα έργα και υπεράκτια αιολικά

    -μεταβαίνει από μια χρονοβόρα διαδικασία σε ένα σύστημα fast track, ψηφιοποιημένο και κεντρικά ελεγχόμενο.

    Οι αλλαγές αυτές έχουν άμεσες συνέπειες για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την περιθωριοποίηση των Δήμων και της τοπικής κοινωνίας.

    Ο νέος Νόμος δίνει την έννοια ενός πανικού άνευ προηγουμένου η την ευκαιρία να τελειώσουν όλες οι κόντρες κατά των αδειοδοτήσεων για αιολικά πάρκα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι οι ΑΠΕ από μόνες τους δεν μπορούν να αποτελέσουν την κύρια βάση εξηλεκτρισμού της Ευρώπης λόγω του ότι η παραγωγή της ενέργειας δεν είναι σταθερή γιατί εξαρτάται από τον αέρα από την ταχύτητα του και τη διάρκεια του καθώς και από τα φωτοβολταϊκά που εξαρτώνται από την ηλιοφάνεια.

    Κατά συνέπεια :

    Όσον αφορά για τον Δήμο μας, τον Δήμο Κύμης – Αλιβερίου είναι ένας Δήμος ο οποίος έχει υποστεί μεγάλο περιβαλλοντικό και οικολογικό οικονομικό πλήγμα από την ανεξέλεγκτη εγκατάσταση των ανεμογεννητριών και μάλιστα χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό όλα αυτά τα χρόνια .

    α)Με ομόφωνη απόφαση του ο Δήμος Κύμης Αλιβερίου αοφάσισε ότι δεν θέλει καμία εγκατάσταση νέας ανεμογεννήτριας στα όρια του γιατί έχει υπέρ κορεστεί .

    β) Είμαστε κάθετα αντίθετοι στον Νέο Νόμο όσον αφορά την έκτακτης ανάγκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σκοπό έχει το ξεμπλοκάρισμα της έγκρισης των αδειοδοτήσεων που εκκρεμούν για έργα ΑΠΕ διότι επιτρέπει τις αδειοδοτήσεις ακόμα και σε περιοχές Natura, διαγράφοντας οριστικά την περιβαλλοντική νομοθεσία η κάθε έννοια χωροταξικού σχεδιασμού και οδηγεί στην καταστροφή της βιοποικιλότητας καθώς και κάθε σχεδιασμού ανάπτυξης των Δήμων για την περιοχή μας.

    γ) Είμαστε κάθετα αντίθετοι για τη χωροθέτηση των ΑΠΕ στην Ελλάδα με τη μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων διότι στο Δήμο Κύμης-Αλιβερίου εξαιρεί μόνο την περιοχή στα Κοτύλαια όρη και παρόλα αυτά έχει εκδοθεί άδεια παραγωγού και Περιβαλλοντικά και την περιοχή εντός της λίμνης του Δύστου και επιτρέπει στα τρία τέταρτα του Δήμου την εγκατάσταση των αιολικών πάρκων ενώ σε κάποια σημεία στα παράλια που τα εξαιρεί έχουν ήδη εγκατασταθεί αιολικά πάρκα καθώς και ότι σε αυτές τις περιοχές που επιτρέπει στον Δήμος μας , ο Δήμος έχει κάνει άλλο σχεδιασμό για το τι θέλει και προτείνουμε αυτή η μελέτη να μπει σε διαβούλευση υπολογίζοντας τις προτάσεις των Δήμων και να γίνει εκ νέου .

    δ) Ζητάμε να ολοκληρωθεί ειδική περιβαλλοντική Μελέτη Natura 2000 εμπεριέχοντας μέσα τις παρατηρήσεις και τις ενστάσεις των Δήμων και ειδικά του Δήμου μας στο να μη θεωρήσουν υφιστάμενες τις Εγκρίσεις ΑΠΕ εντός των ζωνών Natura καθώς και την αντίρρησή μας για την εγκατάσταση ΑΠΕ και την ζώνη καλλιέργειας περιμετρικά της λίμνης του Δύστου ενώ πρέπει να θεωρήσουν υφιστάμενο το φράγμα Μανικίων καθώς επίκειται ολοκλήρωση της κατασκευής του με επεξεργασία και δίκτυα μεταφοράς ύδρευσης του Δήμου Κύμης – Αλιβερίου και Δήμου Ερέτριας .
    ε) Ζητάμε την εδώ και χρόνια απαίτηση μας ενός σύγχρονου ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού για τις ΑΠΕ κατόπιν ευρείας διαβούλευσης και αφού υπολογιστούν οι προτάσεις των Δήμων , Πανεπιστημίων και να είναι συμβατό με ρυθμίσεις που θα προκύψουν από την ολοκλήρωση της νέας ειδικής περιβαλλοντικής Μελέτης ΕΠΜ Natura 2000 .

    στ) Ζητάμε να γίνει παράκτιος και υπεράκτιος χωροταξικός σχεδιασμός λαμβάνοντας τις προτάσεις Πανεπιστημίων, Δήμων και Περιφερειών κατόπιν διαβούλευσης όχι χωρίς να μας λαμβάνετε υπόψη .

    ζ) Ζητάμε να εφαρμοστεί στη χώρα μας ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία περιβαλλοντικών επιπτώσεων .

    η) Ζητάμε να μη γίνει στο Δήμο μας, στο νομό μας και στην Ελλάδα γενικότερα αυτή η ανεξέλεγκτη εγκατάσταση των αιολικών πάρκων με την αιτιολογία έκτακτης ανάγκης και στρατηγική επένδυση, να μη γίνουμε ο χώρος αποθήκευσης και η μπαταρία της Ευρώπης και μάλιστα χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό χωρίς τη νέα ειδική περιβαλλοντική Μελέτη χωρίς τη γνώμη της τοπικής κοινωνίας και χωρίς να υπολογίσουμε την ενεργειακή ανάγκη της χώρας .

    θ) Ζητάμε να εξεταστούν πολιτικές για την εξοικονόμηση ενέργειας, για νέο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας με κατασκευή υδροηλεκτρικών μονάδων, εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε στέγες, φωτοβολταϊκών μονάδων σε περιοχές που δεν ενοχλούν και αφού συμφωνηθούν με την τοπική κοινωνία, καθώς και νέες τεχνολογίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που δεν μολύνουν το περιβάλλον δεν καταστρέφουν την βιοποικιλότητα των περιοχών και τη ζωή των κατοίκων.

    ι)Είμαστε κάθετα αντίθετοι σε όποια νέα έγκριση εγκατάστασης αδείας αιολικών πάρκων στο Δήμο Κύμης-Αλιβερίου διότι από την μέχρι τώρα ανεξέλεγκτη εγκατάσταση τους έχει κορεστεί η περιοχή μας και δεν αντέχει άλλες ανεμογεννήτριες ενώ το όραμα μας είναι η ανάπτυξη του τόπο μας σε τουριστικό προορισμό , η δημιουργία περιπατητικών διαδρομών, φεστιβάλ αναρρίχησης και περισσότερες πίστες αναρρίχησης στο χώρο Κοτυλαίων και ότι έχει να κάνει με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και της οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής και των δημοτών μας .

    -Είμαστε Αρνητικοί και εισηγούμαστε περί τροποποίησης του νόμου σε διάταξη στον νέο νόμου που σχεδιάστηκε και ψηφίστηκε περί εκσυγχρονισμού της περιβαλλοντικής νομοθεσίας πού μετατρέπει την Εύβοια μοναδικό νομό στην χώρα, σε απέραντο αιολικό πάρκο και την εντάσσει σε περιοχή ανεξέλεγκτης εγκατάστασης ανεμογεννητριών έχοντας το 41 % της ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα .
    ια) Ο Δήμος Κύμης Αλιβερίου να εξαιρεθεί από τον νόμο ως περιοχή κορεσμένη και να μην μπει ως περιοχή Επιτάχυνσης ΑΠΕ
    -Να γίνει αναστολής νέων αδειοδοτήσεων στα όρια του Δήμου Κύμης Αλιβερίου λόγο υψηλής συγκέντρωσης έργων ΑΠΕ .

    Πρέπει να γίνουν προσθήκες και αλλαγές στον Νόμο και σε άλλους νόμους Υπουργείων :

    1)Να είναι προϋπόθεση και να απαιτείτε η γνωμοδότηση από τις τοπικές κοινωνίες όπως αυτές εκφράζονται από τους Ο. Τ.Α Α΄ και Β ΄ βαθμού για την έγκριση της άδειας παραγωγού και της τελικής έγκρισης, η κάθε περιοχή έχει τις δικές της ιδιομορφίες και ο κάθε Δήμος έχει το δικό του όραμα για την περιοχή του και αυτό πρέπει να λαμβάνετε υπόψη από το Κεντρικό Κράτος .
    -Ο στρατηγικός σχεδιασμός για ΑΠΕ να γίνετε από κοινού,
    Περιφερειακό , Τοπικό επίπεδο (Δήμοι) και κεντρικό κράτος και την ΕΕ .
    – Οι επενδύσεις να μην μπορούν να προχωρούν χωρίς την πλήρη ευθυγράμμιση με τις τοπικές προτεραιότητες.

    2) Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ), που αποτελούν βασικό εργαλείο χωρικού σχεδιασμού των Δήμων να λαμβάνονται υπόψη και όχι να θέτει η πολιτεία τους όρους κατά το δοκούν .
    – Οι ζώνες επιτάχυνσης ΑΠΕ να μην καθορίζονται κεντρικά αλλά από τους Δήμους .

    3) Δάση και περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές
    – Να μη γίνετε τυποποίηση των περιβαλλοντικών όρων αλλά να γίνετε ανάλογα τις ιδιομορφίες της κάθε περιοχής και τα προστατευόμενα είδη η το περιβαλλοντικό όραμα των Δήμων .
    – Να μην γίνει επιτάχυνση των περιβαλλοντικών εγκρίσεων γιατί
    ενδέχεται να οδηγήσουν σε , περιορισμένο ουσιαστικό έλεγχο σε δασικές περιοχές με ανύπαρκτο ρόλο των τοπικών κοινωνιών και Δήμων .
    -Οι Δήμοι, που συχνά εκφράζουν τις τοπικές αντιδράσεις, έχουν ανύπαρκτο περιθώριο παρέμβασης και τους αφαιρεί κάθε δικαίωση στα δικαστήρια λόγο της ευνοϊκής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ .

    4) Εγκαταστάσεις ΑΠΕ σε Τουριστικές περιοχές .
    -Ο Δήμος Κύμης Αλιβερίου είναι Τουριστικός Δήμος ενώ έχει δεχτεί μεγάλη επίθεση εγκατάστασης ΑΠΕ και ανησυχία προκαλεί η εφαρμογή του νέου Νόμου στις παράκτιες και υπεράκτιες ζώνες του γιατί αυξάνεται η πίεση για εγκατάσταση ενεργειακών έργων και συγκρούονται χρήσεις γης (τουρισμός, ενέργεια) με αποτέλεσμα να χάσουμε την φισιογνωμία μας και να μην εχουμε εργαλέια αντίδρασης .
    Να Αποφασίζει ο Δήμος για το τι Ανάπτυξη θέλει στα όρια του και αν επιτρέπει η όχι εγκατάσταση ΑΠΕ .

    5)Χωροταξικός σχεδιασμός ΑΠΕ
    α) Ύπαρξη νέου ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού για τις ΑΠΕ και των θέσεων εγκατάστασης αιολικών πάρκων και άλλων ΑΠΕ ειδικά στην Εύβοια και να γνωμοδοτήσουν οι Δήμοι ότι συμφωνούν η όχι η να γίνει με την συνεργασία των Δήμων .
    β ) Αίτημα για να γίνει για πρώτη φορά πλάνο θαλασσίου χωροταξικού σχεδιασμού που δεν υπάρχει, ενώ ξεκινά σε λίγο η αδειοδότησης θαλασσίων και πλωτών πάρκων με έτοιμους ξένους επενδύτες να είναι προ των πηλών και εκεί πάλι φαίνεται πρωταγωνιστής η Εύβοια λόγο ανέμων υψηλών ταχυτήτων, διάρκειας καθώς και λόγο της εύκολης μεταφοράς ηλεκτρικής ενεργείας λόγο δικτύου .
    γ)Να γίνει χωροθετικός σχεδιασμός για τις υποδομές αποθήκευσης ενέργειας(μπαταρίες) .

    δ)Να μειωθεί ο συντελεστής κορεσμού χωρικότητας και να εφαρμόζεται ούτος ώστε να μειωθούν η και να μηδενιστούν νέες εγκαταστάσεις ανεμογεννητριών και να εφαρμοστεί σε ενδεχόμενες αδειοδοτήσεις, έτσι ώστε να μην δημιουργούνται μεγάλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και να μην λειτουργούν σε βάρος των άλλων παραγωγικών και οικονομικών συμφερόντων της περιοχής και να υπολογίζετε η φέρουσα ικανότητα σε τοπικό επίπεδο της ευρύτερης περιοχής.
    -Να εξαιρεθούν από τον χαρακτηρισμό ως Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ περιοχές που έχουν ήδη αυξημένη συγκέντρωση ΑΠΕ και δεν υπολογίστηκαν με συνολική περιβαλλοντική και χωρική αξιολόγηση όπως ο Δήμος Κύμης Αλιβερίου .
    -Να υπολογιστεί ώστε να μην καθορίζονται Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ οι περιοχές όπου εκκρεμεί η ολοκλήρωση χωρικού σχεδιασμού.
    – ο Δήμος Κύμης Αλιβερίου να εξαιρεθεί από τον νόμο ως περιοχή κορεσμένη και να μην μπει ως περιοχή Επιτάχυνσης ΑΠΕ .

    ε) Αίτημα για τροποποίηση νόμου η προσθήκη με άρθρο. Έγκρισης και αποδοχής των χωροθετημένων θέσεων από την τοπική κοινωνία όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους ΟΤΑ και την Περιφέρεια , οι οποίοι και θα χορηγούν έγκριση η μη , για την εγκατάσταση του Αιολικού Πάρκου.

    6) Τροποποίηση για τα ανταποδοτικά στις εγκατεστημένες ΑΠΕ
    Αίτημα προς τα αρμόδια Υπουργεία για τροποποίηση του νόμου που τροποποιήθηκε για τα ανταποδοτικά τέλη από τις εταιρείες ανεμογεννητριών. Επιστροφή των ποσών

    α) Το σημερινό ποσό που παίρνουν οι Δήμοι κατάντησε να είναι 1,7 % δηλαδή ψίχουλα αν σκεφτεί κανείς ότι η δήμοι , οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες των περιοχών είναι αυτοί που έχουν δεχτεί και έχουν υποστεί όλη αυτή την κακοποίηση της περιοχής τους και την οικονομική πτώση των επιχειρήσεων τους ενώ στις εταιρείες ΑΠΕ χορηγείτε επιδότηση λειτουργικής ενίσχυσης βάση διατάξεων του ν. 4414/2016 .
    Το ποσό αυτό θα πρέπει όχι μόνο να πάει πάλη στο 3 % αλλά να αυξηθεί στο 5,5 % .
    Το 1/3 του ιδικού τέλους προς το πράσινο ταμείο και το 1/10 για τους κατοίκους πρέπει να είναι επιπρόσθετα του ποσού που θα παίρνουν οι ΟΤΑ με το άρθρο 25 παράγραφος Α1 του ν 3468/2006 και όχι αφαιρούμενο η το ποσό των ΟΤΑ θα πρέπει από 3 % να γίνει 5,5 % .

    β) Να αποδοθεί στους κατοίκους ότι ο νόμος προβλέπει , δηλαδή το 1/3 να επιστρέφει στους κατοίκους του Δημοτικού διαμερίσματος που έχει το αιολικό πάρκο κάθε πρώτο τρίμηνο του έτους η εκκαθάριση έτους .

    γ ) Να νομοθετηθεί με άρθρο με πρόταση νόμου ποσοστό 5 % στον εκ του συνολικού προϋπολογισμού της εγκατάστασης σε αρχικό ανταποδοτικό τέλος εγκατάστασης η ποσό που θα προκύψει από την προκήρυξη των θέσεων μετά τον χωροταξικό σχεδιασμό για έργα που θα γίνονται στο δημοτικό διαμέρισμα που θα εγκατασταθεί το αιολικό πάρκο, 2 % στον Δήμο που ανήκει το αιολικό πάρκο , ποσοστό 2 % να χορηγείται στις περιοχές των ΟΤΑ όπου περνά η έχει περάσει το καλώδιο σύνδεσης με το διαχειριστή διανομής .

    δ) Αίτημα για νομοθέτηση με άρθρο νόμου η απαλλαγή του τέλους ΑΠΕ , ΕΤΜΕΑΡ που πληρώνουν οι καταναλωτές των Δήμων ενώ έχουν εγκατεστημένες εταιρείες ΑΠΕ η περνά καλώδιο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τις ΑΠΕ που επιβαρύνουν και μολύνουν το περιβάλλον τους και την οικονομική πτώση του τζίρου των επιχειρήσεων τους.

    ε) Να λαμβάνουν Ανταποδοτικά τέλη οι Δήμοι από ΑΠΕ όσα χρόνια έχουν άδεια λειτουργίας και όχι έως τώρα που λαμβάνουν όσες είναι εγκατεστημένες μέχρι 20 χρόνια λόγο της ισχύος της άδειας . Γιατί υπάρχουν εγκατεστημένες και πέρα των 20 χρόνων που λειτουργούν γιατί πήραν παράταση και οι Δήμοι δεν λαμβάνουν ανταποδοτικά . είναι παράλογο .
    Όσο υπάρχει παράταση λειτουργίας να λαμβάνονται και τα ανταποδοτικά

    7) νομοθέτηση με άρθρο.
    α) Οι επενδυτές θα υποχρεούνται δια ρητής διάταξης να αποκαθιστούν στην προτέρα φυσική κατάσταση οποιαδήποτε αλλοίωση προκαλέσουν στο φυσικό περιβάλλον κατά την διάρκεια των εργασιών κατασκευής, λειτουργίας , η επέκτασης η ανανέωσης των ανεμογεννητριών αλλά και αποχώρησης τους μετά το πέρας της εκμετάλλευσης λειτουργίας της εγκατάστασης και με ποινικές ρήτρες γιατί θα μείνουν τα ερείπια .
    β)Υπογειοποίηση και αποκατάσταση των οδών η περιοχών κατά την κατασκευή των δικτύων μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας. γ)Αποκατάσταση των δρόμων όπου περνούν τα βαρέα οχήματα μεταφοράς ανταλλακτικών και τμημάτων των ανεμογεννητριών για την εγκατάσταση των αιολικών πάρκων.
    γ) Η χρήση της γης που καταλαμβάνουν οι ΑΠΕ μετά την χρήση και αποχώρηση των επενδυτών από την εκμετάλλευση των ΑΠΕ, να περιέλθει στους ΟΤΑ όσον αφορά την διαχείριση και τα οφέλη που τυχόν προκύπτουν και να υφίσταται δια συμβατικού όρου ο κύριος και χρήστης των εκτάσεων να είναι ο Δήμος στην εδαφική Περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έκταση.

    Επιπροσθέτως:
    Συμφωνώ με τα σχόλια και τις προτάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, όπως εκφράζονται στο παρακάτω κείμενο που συνέταξε και υπέβαλλε η Κα Καραμανώφ. 8 Απριλίου 2026, 21:03

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν. Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    O Αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος
    ΔΗΜΟΥ ΚΥΜΗΣ ΑΛΙΒΕΡΙΟΥ
    Νικόλαος Μαστροκώστας

  • 14 Απριλίου 2026, 08:56 | ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

    ΣΕ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΟΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΓΚΡΙΘΕΙ ΟΙ ΠΕΡΙΒΑΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΟΠΣΔΗΠΟΤΕ ΝΑ ΕΞΕΡΕΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ.

  • 14 Απριλίου 2026, 07:16 | ww1233245u11

    Είμαι η γενική γραμματέας και έφορος προστασίας του ορειβατικού συλλόγου Ιωαννίνων. Διαφωνούμε κάθετα με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου. Καταστρατηγεί τα άρθρα 24 και 117 του ελληνικού Συντάγματος καθώς και τους δύο πυλώνες της αρχής της αειφορίας που ψηφίστηκαν από την ΕΕ , την προστασία της βιοποικιλότητας και την επαύξηση του δασικού πλούτου μέσα από το δίκτυο Natura 2.000.

  • 14 Απριλίου 2026, 07:42 | ΔΗΜΟΣ ΔΙΡΦΥΩΝ ΜΕΣΣΑΠΙΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ

    Ψαχνά, 14 Απριλίου 2026
    Συμμετοχή του Δήμου Διρφύων – Μεσσαπίων της Περιφερειακής Ενότητας Ευβοίας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».

    1) Ως Δήμος Διρφύων Μεσσαπίων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας με δασικές και ορεινές εκτάσεις, επαπειλούμενες και κατά το παρελθόν από την επέλαση των χωρίς σχέδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμφωνούμε και υιοθετούμε στο σύνολό τους τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και υποβάλλουμε αυτούσιο το ακόλουθο σχόλιο που υπέβαλε η Πρόεδρός του Μαρία Καραμανώφ την 08η Απριλίου 2026 για τη συμμετοχή στην παρούσα δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    —-
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν. 4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τα καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    2) Επιπρόσθετα συμφωνούμε και υιοθετούμε στο σύνολό τους τις απόψεις της κας ΚΑΤΗ Βασιλικής, Καθηγήτριας του Τμήματος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ειδικότερα:
    – Σχόλιο της κας ΚΑΤΗ Βασιλικής – Καθηγήτριας του Τμήματος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
    Η ανάκληση του χαρακτηρισμού των αναδασωτέων εκτάσεων μετά από πυρκαγιά είναι τραγική και παράνομη διάταξη. Η νομιμοποίηση αυθαίρετων εγκαταστάσεων στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας επίσης.
    Οι ζώνες Περιοχών Επιτάχυνσης όπου τα έργα ΑΠΕ εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209) ΔΕΝ μπορούν να οριστούν στην Ελλάδα, καθώς εκκρεμούν τα Π.Δ. των ζωνώσεων και χρήσεων γης στις περιοχές Natura, το χωροταξικό για τις ΑΠΕ (είναι πρακτικά ανύπαρκτο καθώς έχει καταγγελθεί για ανεπάρκεια από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) και λοιπά χωροταξικά (τουρισμού κτλ). Οι ζώνες επιτάχυνσης μπορούν να οριστούν ΜΕΤΑ την έγκριση των ΠΔ και των ειδικών εθνικών χωροταξικών σχεδίων, με επιστημονικά κριτήρια.

    ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ BCL (BIODIVERSITY CONSERVATION LAB)
    1. Το Εργαστήριο (BCL, Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών & Τεχνολογιών, Παν/ο Ιωαννίνων) έχει ήδη παράγει χωροταξικό χάρτη, όπου εξαιρείται το 60% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας από εγκατάσταση ΑΠΕ. Ο χάρτης αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ΜΕΤΑ την έγκριση των ΠΔ και λοιπών χωροταξικών ως ΠΡΩΤΗ ΒΑΣΗ για τον ορισμό των ζωνών επιτάχυνσης ΕΝΤΟΣ του 40% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας, όπως ορίζει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία, χρησιμοποιώντας επιστημονικά κριτήρια και σχετική τεκμηρίωση.
    Τεκμηρίωση/δημοσίευση: Kati V, Kassara C, Vrontisi Z, Moustakas A (2021) The biodiversity-wind energy-land use nexus in a global biodiversity hotspot. Science of The Total Environment, 768, 144471. https://doi.org/10.1016/j.scitotenv.2020.144471
    2. Η έρευνα του Εργαστηρίου αποδεικνύει επίσης τον κακό χωροταξικό σχεδιασμό των ΑΣΠΗΕ στην Ελλάδα σε σχέση με την Κ. Ευρώπη, καθώς στη χώρα μας επιλέγονται μεγάλα υψόμετρα, περιοχές έντονης διάβρωσης και δάση-δασικές/ημιφυσικές εκτάσεις σε αντίθεση με την Κεντρική Ευρώπη.
    Επιπλέον, η ίδια έρευνα αποδεικνύει τη μεγάλη καταστροφή ως προς την τριπλάσια δέσμευση γης (δημιουργία τεχνητών επιφανειών) στην Ελλάδα ως προς τον παγκόσμιο μέσο όρο. Αν εφαρμοστεί αυτή η διάταξη του νόμου, θα είναι μια συνειδητή μεγάλης κλίμακας καταστροφή της Ελληνικής φύσης και του Ελληνικού τοπίου, άνευ αποκατάστασης.
    Τεκμηρίωση/δημοσίευση: Kati V, Kassara C, Panagos P, Tampouratzi L, Gotsis D, Tzortzakaki O, Petridou M, Psaralexi M, Sidiropoulos L, Vasilakis D, Zakkak S, Galani A, Mpoukas N (2023a) The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps. Journal of Environmental Management, 348, 119340. https://doi.org/10.1016/j.jenvman.2023.119340
    3. Άλλη έρευνα του Εργαστηρίου αποδεικνύει (α) τη μεγάλη καταστροφή που προκαλεί έργο ΑΣΠΗΕ στην Κεντρική Εύβοια στα δάση, ενδημικά και σημαντικά είδη κτλ, (β) την απουσία εθνικού κατάλληλου χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ, και (γ) τη χαμηλή ποιότητα της συναφούς Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
    Τεκμηρίωση/δημοσίευση: Kati V, Spiliopoulou K, Stefanidis A, Kassara C (2025a) Sacrificing Wilderness for Renewables? Land Artificialization from Inadequate Spatial Planning of Wind Energy in Evvoia, Greece. Land, 14(6), 1296. https://www.mdpi.com/2073-445X/14/6/1296
    Τεκμηρίωση/ Ελληνική μελέτη: Κατή Β. & Βλαχόπουλος Κ. 2024. Μελέτη αντίκρουσης για την προστασία της φύσης στην περιοχή των βουνών της κεντρικής Εύβοιας (GR2420011) από την εγκατάσταση Αιολικών Σταθμών Παραγωγής Ενέργειας (ΜΠΕ: ΠΕΤ 2406011011). https://doi.org/10.13140/RG.2.2.28482.70087
    4. Άλλη έρευνα του εργαστηρίου αποδεικνύει την καταστρεπτική επίπτωση των ΑΠΕ και ειδικά των ΑΣΠΗΕ στις πιο φυσικές άγριες περιοχές της Ελλάδας, τις οποίες η Ελληνική Πολιτεία έχει δεσμευτεί στον ΟΗΕ πως θα προστατεύσει (Δέσμευση για 55 βουνά), στο πλαίσιο της εθνικής έκθεσης για τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης. Ο παρόν σχέδιο νόμου αντικρούει και ακυρώνει την εθνική πολιτική του ΥΠΕΝ σε αυτήν την κατεύθυνση.
    Τεκμηρίωση: Η πλήρης επιστημονική τεκμηρίωση παρουσιάζεται στο website του έργου ROADLESS https://bc.lab.uoi.gr/el/research/projects/roadless/
    Παρουσιάζονται : ο Χάρτης των περιοχών άνευ δρόμων της Ελλάδας, όλη η εθνική νομοθεσία και τα ΦΕΚ προστασίας των βουνών, πέντε συναφείς διεθνείς δημοσιεύσεις, οι πολιτικές συνόψεις στα Ελληνικά, όπου παρουσιάζεται όλη η νομική και πολιτική επιχειρηματολογία αντίκρουσης του παρόντος άρθρου του παρόντος Σχεδίου Νόμου
    Κύριες δημοσιεύσεις:
    Kati, V., Petridou, M., Tzortzakaki, O., Papantoniou, E., Galani, A., Psaralexi, M., Gotsis, D., Papaioannou, H., Kassara, C. 2023. How much wilderness is left? A roadless approach under the Global and the European Biodiversity Strategy focusing on Greece. Biological Conservation 281, 110015.
    Κατή Β., Κασσάρα Χ., Παπαϊωάννου Χ. 2022. Αδιατάρακτες Φυσικές Περιοχές (ΑΦΠ) της Ελλάδας και Βιώσιμη Ανάπτυξη. https://doi.org/10.13140/RG.2.2.31581.49122
    5. Πρόσφατη έρευνα του εργαστηρίου (προς δημοσίευση) αποδεικνύει πως η δυνητική ζώνη επενδύσεων ΑΠΕ, καλύπτει το 40.94% της χώρας (53,584 km2). Οι αιτήσεις εντός αυτής της ζώνης τον Ιανουάριο του 2025 για έργα ΑΣΠΗΕ σε όλα τα στάδια αδειοδότησης ήταν 16.9GW, ξεπερνώντας κατά 30% τον εθνικό στόχο εγκαταστημένης ισχύος ΑΣΠΗΕ του ΕΣΕΚ για το 2050 (13 GW). Η δημοσίευση θα αναρτηθεί στον ιστοχώρο του Εργαστηρίου BCL όταν θα δημοσιευτεί από το διεθνές έγκριτο περιοδικό (υπολογίζουμε σε ένα μήνα/under minor review).
    Τέλος, είναι ανυπόστατο να μιλάμε στην Ελλάδα για ζώνες επιτάχυνσης, όταν δεν υπάρχουν επαρκή δίκτυα κατανομής ενέργειας. Πρόκειται για ένα καταστροφικό σενάριο επιπλέον παραγωγής καθαρής ενέργειας που δεν μπορεί η Ελλάδα να απορροφήσει, με τεράστια οικονομική ζημιά και για τον κλάδο των ΑΠΕ και για τον Έλληνα πολίτη. Δεν γνωρίζω αν η μη παροχή της παραγόμενης ενέργειας στο σύστημα λόγω δικτύου επιβαρύνει τον επιχειρηματία ή τον Έλληνα πολίτη. Κρίνοντας από τους λογαριασμούς ρεύματος, ίσως το δεύτερο. Άρα τίθεται ευρύτερο θέμα ισονομίας, δημοκρατίας, διαφάνειας, πλέον των εξαιρετικά δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
    6. Οι ζώνες επιτάχυνσης δεν μπορούν να οριστούν πριν τη χαρτογράφηση των παλαιών και αρχέγονων δασών, όπως ορίζει η εθνική νομοθεσία
    7. Η επιχειρηματολογία δημοσιεύτηκε ως ανοιχτή επιστολή που στάλθηκε στην πολιτική ηγεσία 23/12/2023
    https://bc.lab.uoi.gr/en/policy/epistoli-stin-politiki-igesia-gia-tin-orthi-chorothetisi-ton-aiolikon-stathmon-paragogis-ilektrikis-energeias-gia-tin-antimetopisi-tis-klimatikis-kai-oikologikis-krisis/
    Επίσης είναι παράλογο να μιλάμε για ένα τέτοιο καταστρεπτικό νομοσχέδιο για τη φύση, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα πρέπει να εφαρμόσει τον Κανονισμό Αποκατάστασης της Φύσης και να πληρώνει στο μέλλον τεράστια ποσά για να αποκαταστήσει τη ζημιά των παρεμβάσεων που το παρόν Σχέδιο Νόμου προωθεί.
    Εντός των ως άνω δημοσιεύσεων υπάρχουν σαφείς προτάσεις για την προστασία της Ελληνικής φύσης, για το σχεδιασμό έργων οδοποιίας, για την βελτίωση της ποιότητας των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΟΦΥΠΕΚΑ ως διαμεσολαβητής), για τον ορθό χωροταξικό σχεδιασμό των ΑΠΕ κτλ. Προφανώς δεν μπορεί να αναλυθεί όλη η επιστημονική επιχειρηματολογία και τα προτεινόμενα μέτρα εντός του παρόντος σχολίου.
    Τα άρθρα περί άρσης προστασίας των αναδασωτέων εκτάσεων μετά από πυρκαγιά και των ζωνών επιτάχυνσης των ΑΠΕ τα θεωρούμε όχι απλά άκυρα, αλλά εγκληματικά.

    Ψαχνά, 14 Απριλίου 2026
    Αντώνιος Σπυρόπουλος
    Δήμαρχος Διρφύων Μεσσαπίων Ευβοίας
    Email: dimarxos@ddm.gov.gr

  • 14 Απριλίου 2026, 07:55 | ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ

    Επίσης δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 07:34 | Λ. Παλαιολόγου

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 07:01 | Ελληνικός Σύνδεσμος Επενδυτών Μικρών Ανεμογεννητριών

    Τα έργα ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών μικρών ανεμογεννητριών, πρέπει να αναγνωρίζονται ρητά ως έργα υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, σύμφωνα με το άρθρο 16στ’ της RED III και την παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 4951/2022. Η στάθμιση κόστους-οφέλους και η εξισορρόπηση έννομων συμφερόντων πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση (case-by-case) και όχι με οριζόντιες, a-priori ζώνες αποκλεισμού (π.χ. βάσει υψομέτρου, χαρακτηρισμού ΖΕΠ, νησιωτικών περιοχών ή Natura), οι οποίες αντίκεινται στην Οδηγία. Τέτοιες ζώνες απαγορεύουν εκ των προτέρων ακόμη και την υποβολή και αξιολόγηση ΜΠΕ/ΕΟΑ, ενώ η Οδηγία απαιτεί συγκεκριμένη, δεόντως αιτιολογημένη και κοινοποιημένη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξαίρεση μόνο για ειδικές περιστάσεις.
    Ειδικά για μικρές ανεμογεννήτριες προτείνουμε:
    Τη μεταφορά της υποχρέωσης αυτής σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν τα τεχνικά δεδομένα έχουν οριστικοποιηθεί, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ICAO/EASA και την αρχή της αναλογικότητας.
    Η υφιστάμενη διαδικασία υπαγωγής μικρών ανεμογεννητριών σε ΠΠΔ επιβάλλει πρόωρη εκπόνηση μελέτης επιπτώσεων σε ραδιοβοήθημα (C-VOR) και σύμφωνη γνώμη ΥΠΑ πριν την οριστικοποίηση τεχνικών χαρακτηριστικών, δημιουργώντας δυσανάλογο διοικητικό και οικονομικό βάρος.
    Παράλληλα, απαιτείται ρητή ρύθμιση για τη δυνατότητα υποβολής κοινού αιτήματος χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης (ΟΠΣ) για σταθμούς μικρών ανεμογεννητριών, ανεξαρτήτως εγκατεστημένης ισχύος κάθε επιμέρους σταθμού, καθώς και τροποποίηση του πλαισίου για ανάπτυξη δικτύου Μέσης Τάσης έως 1.500 μ., όταν τεκμηριώνεται τεχνικά ως αναγκαία για τη σύνδεση έργων ΑΠΕ. Αυτές οι ρυθμίσεις εναρμονίζονται πλήρως με το άρθρο 16στ’ της RED III και με την ανάγκη επιτάχυνσης της ανάπτυξης μικρής κλίμακας ΑΠΕ.

  • 14 Απριλίου 2026, 06:23 | Καθετή

    Εκ μέρους της Καθετή, ενός μη κερδοσκοπικού πολιτιστικού και εκπαιδευτικού οργανισμού στον Αργοσαρωνικό, που είναι αφιερωμένος στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών, δεν συμφωνούμε με το νομοσχέδιο και συντασσόμαστε με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 05:28 | Ακταία

    Εκ μέρους της ΑΚΤΑΙΑΣ, της πανελλήνιας συμμαχίας για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη βιομηχανική υδατοκαλλιέργεια, δεν συμφωνούμε με το νομοσχέδιο και συντασσόμαστε με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 02:18 | ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΥΛΗΣ

    ΑΡΘΡΑ 1-2
    Το τοπίο δεν αναγνωρίζεται ως παράγοντας σχεδιασμού, ούτε ως πεδίο σύγκρουσης, διαπραγμάτευσης και κοινωνικής σημασίας. Δηλαδή δεν τίθεται ως «όριο», αλλά ως ουδέτερο υπόβαθρο εφαρμογής πολιτικών (και ως λέξη-έννοια ανύπαρκτη σε όλο το Σχέδιο Νόμου).

    Πρόταση τροποποίησης:
    Να προστεθεί στον σκοπό ρητή αναφορά στην προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου, με ενσωμάτωση των αρχών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), διότι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ πραγματοποιείται στον χώρο, που αποτελεί το λειτουργικό υπόβαθρο της ενεργειακής πολιτικής, και μονάδα ανάλυσης του χώρου είναι το τοπίο.

  • 14 Απριλίου 2026, 02:36 | Ειρήνη Φοσγκεράου

    Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος, όπως επισημαίνει και το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και η Πρόεδρός του, Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., και οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 02:21 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026

    Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    ——-

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.

    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.

    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026

    Μαρία Καραμανώφ
    Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
    Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
    Email: info@environ-sustain.gr

  • 14 Απριλίου 2026, 02:26 | Χρήστος Παππάς

    Συμφωνώ με τις απόψεις και τα σχόλια της Προέδρου του Επιμελητηρίου
    Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας κας Μαρίας Καραμανώφ, οι οποίες παρατίθενται
    αυτούσιες κατωτέρω:—8 Απριλίου 2026, 21:03 | Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 02:06 | Γιώργος Παππάς

    Διαφωνώ πλήρως με το Νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος οι οποίες αναφέρονται ακολούθως:
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣΤο νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣΌλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥΑναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤο γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:49 | Φοίβος Κυπριανού

    Προσυπογράφω και εγώ το παρακάτω κείμενο το οποίο αποτελεί την συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:04 | Άννα Ροδοπούλου

    Προσυπογράφω και εγώ το παρακάτω κείμενο το οποίο αποτελεί την συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:18 | Μανταλένα Κυπριανού

    Προσυπογράφω και εγώ το παρακάτω κείμενο το οποίο αποτελεί την συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:47 | Ελένη Κυπριανού

    Προσυπογράφω και εγώ το παρακάτω κείμενο το οποίο αποτελεί την συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 01:29 | Γιώργος Πουλακης

    Συμμετέχω στη δημόσια διαβούλευση για να εκφράσω την έντονη διαφωνία μου με βασικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, υποβαθμίζουν το φυσικό περιβάλλον στο όνομα μιας άναρχης ενεργειακής ανάπτυξης. Μια πραγματικά πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εις βάρος της βιοποικιλότητας.
    Ζητώ τα εξής:
    1. Όχι σε “Περιοχές Επιτάχυνσης” χωρίς σαφείς κανόνες. Η διαδικασία αδειοδότησης δεν μπορεί να προχωρά με fast-track πρακτικές χωρίς εξειδικευμένες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και χωρίς επικαιροποιημένο Χωροταξικό Πλαίσιο.
    2. Προστασία των δασών – όχι κάλυψη παρανομιών. Το άρθρο 96, που προβλέπει παρατάσεις για τη νομιμοποίηση παράνομων δραστηριοτήτων σε δασικές εκτάσεις, αποδυναμώνει τον ρόλο των Δασικών Υπηρεσιών και πρέπει να αποσυρθεί.
    3. Σεβασμός στις τοπικές κοινωνίες. Η αφαίρεση του δικαιώματος της τοπικής αυτοδιοίκησης να έχει δεσμευτικό λόγο στη χωροθέτηση βιομηχανικών ή ενεργειακών έργων είναι εξαιρετικά προβληματική.
    Τα βουνά, τα δάση και οι περιοχές Natura 2000 δεν είναι «χώροι προς εκμετάλλευση». Αποτελούν πολύτιμα οικοσυστήματα που αξίζουν ουσιαστική προστασία. Ζητώ την τροποποίηση του νομοσχεδίου με γνώμονα τη διαφύλαξή τους και όχι την υποβάθμισή τους.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:45 | ΒΑΓΕΝΑ ΠΑΝΑΓ ( ΣΣΕΔ ΦΩΤΟΚΥΚΛΩΣΗ ΑΕ)

    Το νομοσχέδιο καταλύει κάθε περιβαλλοντική πρόνοια που ειχε θεσπισθεί με προηγούμενες διατάξεις και οδηγίες ΕΕ. Μοιάζει δε να εκπορεύεται από Υπουργείο Ανάπτυξης και όχι από Υπουργείο Περιβάλλοντος, αφού μοναδικό μέλημα έχει την ανάπτυξη ΑΠΕ(επενδύσεις) με κάθε τρόπο και χωρίς πολλές ακόμα και θεσπισμένες προϋποθέσεις. Εντελώς αντιφατικά δε, ενώ αναφέρεται(Μερος Α΄- Αρθρο 2) σε «…θέσπιση πλαισίου κανόνων.. για επαλήθευση και αξιολόγηση κριτηρίων αειφορίας και μείωσης εκπομπών….» στα εν συνεχεία άρθρα αυτού, επί της ουσίας, απομειώνει ή καταργεί κάθε κριτήριο , αξιολόγηση και περιβαλλοντική προϋπόθεση.
    Εαν η αναφερόμενη «..επαλήθευση και αξιολόγηση κριτηρίων αειφορίας και μείωση εκπομπών κλπ…» έχει ουσιώδες πράγματι περιεχόμενο, τότε οφείλει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αξιολόγηση και επαλήθευση των ενεργειακών προϊόντων ως προς τη συμμόρφωσή τους με τις διατάξεις για την ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ τους , όπως ορίζονται στο ενιαίο πλαίσιο για τη διαχείριση αποβλήτων του ν. 4819/2021, σύμφωνα με το οικείο Πρόγραμμα Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού(ΠΔΕΠ), ο οποίος επίσης εκδόθηκε σε συμμόρφωση με αντίστοιχες οδηγίες ΕΕ και ο οποίος εφαρμόζεται για όλα τα λοιπά απόβλητα προϊόντων Ηλεκτρικού Ηλεκτρονικού εξοπλισμού(ΑΗΗΕ). Από το έτος 2014 , ειδικά για τα φ/β πάνελς , έχει θεσπισθεί η κατά προτεραιότητα συλλογή και ανακύκλωσή τους. Από το έτος 2001 έχει θεσπισθεί η «ευθύνη παραγωγού» και από το 2012 η «Διευρυμένη Ευθύνη Παραγωγού» προϊόντος για τη χρηματοδότηση της ανακύκλωσης αποβλήτων κάθε είδους προϊόντος μεταξύ των οποίων και τα φ/β πάνελς, τα οποία όμως κατά πλήθη εισέρχονται στην αγορά και εγκαθίστανται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα χωρίς την εισφορά ανακύκλωσης και χωρίς την καταχώρισή τους στο ΕΜΠΑ.
    Το πρόβλημα διογκώνεται με τις παρούσες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για την αύξηση ΑΠΕ, εντούτοις ο νομοθέτης δεν προνοεί αντίθετα εντελώς αγνοεί ή απαξιώνει το εξόχως περιβαλλοντικό ζήτημα της ανακύκλωσης των αποβλήτων τους που προκύπτει, σαν να μην υπάρχει θεσμικά και περιβαλλοντικά. Έτσι ενώ επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό ζήτημα , αυτό της ενέργειας, θα δημιουργήσει ένα μεγαλύτερο περιβαλλοντικό ζήτημα, αυτό της αθρόας συσσώρευσης όγκων αποβλήτων στο περιβάλλον, που θα προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα, το οποίο δεν θα είναι διαχειρίσιμο μελλοντικά. Οι ΑΠΕ , κυρίως τα φωτοβολταϊκά πάρκα ήδη αναπτύσσονται από το 2009 στη χώρα, πλέον ραγδαία τα τελευταία έτη, η δε παρούσα επιτάχυνση διαδικασίών…απομείωση περιορισμών…χορήγηση προνομίων..για την απάπτυξη ΑΠΕ που προωθείται, καθιστά ορατή την περαιτέρω επέκταση πάρκων και σταθμών φ/β παραγωγής ενέργειας σε όλα τα εδάφη της χώρας. Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να συμβαίνει χωρίς «επαλήθευση και αξιολόγηση του κριτηρίου συμμόρφωσης των υπόχρεων προϊόντων και παραγωγών σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του ν.4819/2021 «, και αυτό πρέπει να αποτελεί δέσμευση και προϋπόθεση για κάθε μονάδα/σταθμό φ/β πρό της εγκατάστασης των προϊόντων αυτών στην αγορα ως ορίζει ο νόμος ή έστω πρό της λειτουργίας των. Τι θα συμβεί στο (τοπικό και ευρύτερο) περιβάλλον όταν ήδη απορρίπτονται τόνοι φ/β πάνελς λόγω φθοράς ή παλαιότητος ή παρωχημένης τεχνολογίας ή αντικατάστασης του πάρκου ή της μονάδας! Και αυτοί οι όγκοι προφανώς θα πολλαπλασιάζονται !
    Συνεπώς, αναγκαίο είναι να τεθεί αρθρο ( ή παράγραφος στο αρθρο 11) περί αναγκαίας συμμόρφωσης των υποψήφιων προϊόντων και παραγωγών ενέργειας από φ/β, με τις διατάξεις του ν. 4819/2021 και να ορισθεί το χρονικό στάδιο και η Αρχή ή ο φορέας που θα ελέγχει τη συμμόρφωση των εν λόγω προϊόντων και υποχρέων.
    Τέλος να ειπωθεί ότι το νέο νομοσχέδιο εισάγεται με τυπικό νόμο, η δε δημόσια διαβούλευση ορίστηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, σχεδόν προσχηματικά, και σε μέρες αργιών, περιορίζοντας έτσι τις δυνατότητες συμμετοχής, αντίδρασης και γνώμης των ενδιαφερόμενων πολιτών και φορέων.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:15 | Vasiliki Kaliva

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με
    επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα
    συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές
    μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
    εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες
    και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη
    μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση
    αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και
    την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις,
    πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν
    ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας
    πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα
    που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες
    καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο
    βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της
    περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και
    την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ
    ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά
    θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών
    Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση
    και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την
    προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων
    μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και
    την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων.
    Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά
    λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές
    για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
    φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής,
    την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου
    στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους
    ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την
    παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ
    κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του
    άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση
    νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν
    εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι
    απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την
    καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο
    χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019
    «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε
    (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή
    νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό
    όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής
    συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην
    προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες
    περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να
    αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος
    ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα
    επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν
    πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν
    επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από
    το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά
    υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών
    Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των
    αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια
    προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση
    της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για
    το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61
    του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που
    κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη
    Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42
    του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της
    πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους
    καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που
    φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
    οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β.
    ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν
    ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε,
    συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη
    της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό
    νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την
    απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να
    τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση
    Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation)
    και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το
    ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το
    νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες
    έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού
    Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με
    διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.),
    όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν
    στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε
    ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες
    δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα
    και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές
    πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια,
    δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο
    έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και
    δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που
    αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά
    τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη
    διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο
    πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή
    τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία
    για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και
    το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως
    κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα
    προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του
    νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και
    έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο
    δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης
    του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι
    την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή
    δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά
    ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα
    αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή
    του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης
    σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει.
    Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν
    για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος
    αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης
    διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα
    παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του
    τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό
    σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος
    σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε
    είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και
    πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής
    από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων
    υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία
    αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα
    εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και
    αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από
    πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης
    ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους
    θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα
    δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που
    έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο
    νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής
    της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
    πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες,
    εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί
    και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και
    βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που
    εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια
    της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις
    των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη
    λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας
    προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και
    47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή
    τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω
    προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής,
    επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν
    έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές
    πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική
    υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών
    Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα
    με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ.
    2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής
    αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’
    209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να
    έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το
    2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την
    εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε
    επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των
    εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
    χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως
    αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής
    περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης
    Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη
    συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ
    από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
    απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη
    διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές
    επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής
    περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η
    διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η
    οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη
    επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της
    περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή
    όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο
    αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο
    επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει
    στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
    ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο
    χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία
    απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν
    από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του
    περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η
    Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως,
    ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους
    μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που
    προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε
    κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα
    προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό
    υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία
    προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε
    συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος.
    Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το
    Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής
    Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει
    διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την
    ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ
    λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει
    διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η
    χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της
    Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη
    θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των
    περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9
    του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής
    αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται
    αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας
    του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική
    νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο
    δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια
    διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι
    τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ
    μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και
    προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη
    συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό.
    Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την
    ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης
    των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε
    καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της
    επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας
    είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των
    δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη
    διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη
    χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την
    αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την
    ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την
    οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των
    δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική
    εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:39 | Ε.Σ.Ε.Μ.Α.

    Τα έργα ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών μικρών ανεμογεννητριών, πρέπει να αναγνωρίζονται ρητά ως έργα υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, σύμφωνα με το άρθρο 16στ’ της RED III και την παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 4951/2022. Η στάθμιση κόστους-οφέλους και η εξισορρόπηση έννομων συμφερόντων πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση και όχι με οριζόντιες, a-priori ζώνες αποκλεισμού (π.χ. βάσει υψομέτρου, χαρακτηρισμού ΖΕΠ, νησιωτικών περιοχών ή Natura), οι οποίες αντίκεινται στην Οδηγία. Τέτοιες ζώνες απαγορεύουν εκ των προτέρων ακόμη και την υποβολή και αξιολόγηση ΜΠΕ/ΕΟΑ, ενώ η Οδηγία απαιτεί συγκεκριμένη, δεόντως αιτιολογημένη και κοινοποιημένη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξαίρεση μόνο για ειδικές περιστάσεις. Ειδικά για μικρές ανεμογεννήτριες προτείνουμε:
    Τη μεταφορά της υποχρέωσης αυτής σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν τα τεχνικά δεδομένα έχουν οριστικοποιηθεί, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ICAO/EASA και την αρχή της αναλογικότητας.
    Η υφιστάμενη διαδικασία υπαγωγής μικρών ανεμογεννητριών σε ΠΠΔ επιβάλλει πρόωρη εκπόνηση μελέτης επιπτώσεων σε ραδιοβοήθημα (C-VOR) και σύμφωνη γνώμη ΥΠΑ πριν την οριστικοποίηση τεχνικών χαρακτηριστικών, δημιουργώντας δυσανάλογο διοικητικό και οικονομικό βάρος.
    Παράλληλα, απαιτείται ρητή ρύθμιση για τη δυνατότητα υποβολής κοινού αιτήματος χορήγησης Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης (ΟΠΣ) για σταθμούς μικρών ανεμογεννητριών, ανεξαρτήτως εγκατεστημένης ισχύος κάθε επιμέρους σταθμού, καθώς και τροποποίηση του πλαισίου για ανάπτυξη δικτύου Μέσης Τάσης έως 1.500 μ., όταν τεκμηριώνεται τεχνικά ως αναγκαία για τη σύνδεση έργων ΑΠΕ. Αυτές οι ρυθμίσεις εναρμονίζονται πλήρως με το άρθρο 16στ’ της RED III και με την ανάγκη επιτάχυνσης της ανάπτυξης μικρής κλίμακας ΑΠΕ.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:52 | Christina Angelakou

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:50 | Δημήτριος Σουφλέρης

    Διαφωνώ με το παρόν Νομοσχέδιο-Σκούπα που απλά προωθεί ακόμη περισσότερο τις ΑΠΕ, τα επιχειρηματικά συμφέροντα και την ουσιαστική υποβάθμιση και καταστροφή του Ελληνικού Περιβάλλοντος!

  • 14 Απριλίου 2026, 00:20 | Γιώτα Ιωαννίδου

    Προσυπογράφω και εγώ το παρακάτω κείμενο το οποίο αποτελεί την συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία». Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:38 | ΔΗΜΟΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ

    Το νομοσχέδιο αποτελεί μια εκτενή μεταρρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), η οποία τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στις 31 Μαρτίου 2026 (με καταληκτική ημερομηνία την 14η Απριλίου 2026). Πρόκειται για ένα «πολυνομοσχέδιο» που στοχεύει στην ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τις νέες ευρωπαϊκές απαιτήσεις για την λεγόμενη πράσινη μετάβαση.

    Δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι για τους λόγους που εξηγούμε στην συνέχεια να τοποθετούμαστε αρνητικά ως προς το νομοσχέδιο αυτό να δηλώσουμε την διαφωνία μας και ζητούμε την απόσυρσή του.

    Πρόλογος

    Το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Γιαυτό και γίνεται βεβιασμένα και δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι ετερόκλιτες και πολύπλοκες. Προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (ΣΑΗΕ, μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης. Ακόμη προωθούνται τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, η μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων και παρέχονται μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας. Ακόμα εξουδετερώνεται η συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων εκτάσεων και των οικοτόπων Natura και αλλοιώνεται η διαδικασία χωρικού σχεδιασμού.
    Τελικός σκοπός είναι να γίνει η χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και την προώθηση κάθε είδους επιχειρηματικής εκμετάλλευσης.

    Δυστυχώς το νομοσχέδιο είναι «σκούπα», περιλαμβάνει δηλαδή πολλές, διαφορετικές και ετερόκλιτες διατάξεις και ξεχνά και παραβλέπει εντελώς τα ζητήματα Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

    Ο Δήμος Ερέτριας είναι ένας Δήμος με σπουδαίο περιβάλλον, θαλάσσιο και ορεινό, κηρυγμένος τουριστικός και ταυτόχρονα ο σπουδαιότερος αρχαιολογικά τόπος της Εύβοιας -με πανελλαδική εμβέλεια- και αγωνίζεται με συνέπεια και συνέχεια για την διατήρηση του Περιβάλλοντος και του Πολιτισμού. Γιαυτό και σταθερά έχει προχωρήσει σε λήψη σαφών αποφάσεων και έχει ενεργήσει έγκαιρα, νόμιμα και επιστημονικά κατά της υπέρμετρης και άλογης επέκτασης των ΑΠΕ και της αποθήκευσης εντός των ορίων του.

    Οι βασικοί πυλώνες του Νομοσχεδίου είναι:

    1. Επιτάχυνση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ)
    Ο κεντρικός στόχος είναι η δραστική αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα έως το 2030, ενσωματώνοντας την ευρωπαϊκή οδηγία RED III (2023/2413).
    Κύρια σημεία:
    • Ζώνες Επιτάχυνσης ΑΠΕ: Θεσπίζονται συγκεκριμένες περιοχές όπου η αδειοδότηση έργων θα γίνεται με «fast-track» διαδικασίες και λιγότερα γραφειοκρατικά εμπόδια, καθώς θα έχουν προ-εγκριθεί περιβαλλοντικά.
    • Απλοποίηση Αδειοδότησης: Μειώνονται οι χρόνοι έκδοσης αδειών και διευκολύνονται οι τροποποιήσεις υφιστάμενων σταθμών.
    • Διασυνοριακά Έργα: Προβλέπεται η δυνατότητα κοινών έργων ΑΠΕ με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ για την επίτευξη των εθνικών στόχων.

    2. Αγορά Ενέργειας και Αποθήκευση
    • Ενσωμάτωση Οδηγιών: Προσαρμόζεται το πλαίσιο για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό και την ευελιξία του συστήματος.
    • Αποθήκευση Ενέργειας: Δίνονται κίνητρα και καθορίζεται το πλαίσιο για την ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης (μπαταρίες κλπ.), τα οποία είναι απαραίτητα για να «χωρέσει» περισσότερη πράσινη ενέργεια στο δίκτυο.

    3. Πολεοδομικές και Περιβαλλοντικές Ρυθμίσεις
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει διατάξεις που αφορούν τη χρήση γης και την προστασία του περιβάλλοντος:
    • Δασική Προστασία: Ρυθμίσεις για τη διαχείριση δασικών εκτάσεων και την προσαρμογή στις απαιτήσεις της κλιματικής αλλαγής.
    • Πολεοδομικές παρεκκλίσεις: Προβλέπονται ρυθμίσεις για την επίλυση ζητημάτων δόμησης και χωροταξίας, ειδικά σε σχέση με ενεργειακές υποδομές.

    4. Οργάνωση του Υπουργείου (ΥΠΕΝ)
    • Περιλαμβάνονται διατάξεις για την επαρκή στελέχωση και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων του, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στον αυξημένο όγκο αδειοδοτήσεων και ελέγχων.
    Το νομοσχέδιο επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα του «ηλεκτρικού χώρου» και των καθυστερήσεων που εμποδίζουν τις επενδύσεις στην “πράσινη” ενέργεια. Παράλληλα, εισάγει αυστηρότερα πλαίσια για την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση των εκπομπών ρύπων, ακολουθώντας το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

    Η πάγια, σταθερή και τεκμηριωμένη Αρνητική θέση του Δήμου Ερέτριας για τις ΑΠΕ και την Αποθήκευση

    Στον Δήμο Ερέτριας έχουν ληφθεί οι κατωτέρω αποφάσεις κατά των ΑΣΠΗΕ-ΑΠΕ. Η απόφαση με αριθμό Δημοτικού Συμβουλίου 43/2020, η απόφαση με αριθμό Δημοτικού Συμβουλίου 43/2022, στην οποία εκτός των άλλων τονίζεται ότι: “(ο Δήμος Ερετρίας) απαιτεί τη διακοπή κάθε αδειοδοτικής διαδικασίας και για κάθε έργο, σε οποίο στάδιο κι αν βρίσκεται, μέχρι την ολοκλήρωση της αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ και την θεσμική θωράκιση προστασίας των προστατευόμενων περιοχών, σύμφωνα και με τις αποφάσεις της ΠΕΔ Στέρεας Ελλάδας”. Το 2024 ακολούθησε η απόφαση 46/2024, με Ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου κατά της εγκατάστασης α/γ στα βουνά του Δήμου, όπου το Δημοτικό Συμβούλιο ο μ ό φ ω ν α αποδέχεται και ψηφίζει κατά κάθε έργου ΑΣΠΗΕ στην Κεντρική Εύβοια.
    Τονίζεται ότι με την απόφαση με αριθμ. 170/2024, της 28/11/2024 ο Δήμος Ερέτριας αρνήθηκε την συμμετοχή του στο Πρόγραμμα ΑΠΟΛΛΩΝ. Για τα θέματα των ΑΠΕ τον Ιανουάριο του 2025 διοργανώθηκε Ημερίδα με τίτλο «Ανεμογεννήτριες – Φωτοβολταϊκά – Ιχθυοκαλλιέργειες. Αυτό είναι το μέλλον του Δήμου Ερέτριας;», από τον Δήμο Ερέτριας σε συνεργασία με το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας.

    Ο Δήμος Ερέτριας με σταθερότητα, διαχρονικά και ασχέτως δημοτικής παρατάξεως τίθεται πλήρως αντίθετος με κάθε έργο ΑΣΠΗΕ, Αποθήκευσης (ιδίως εγγύς ή εντός κατοικημένων περιοχών) κλπ αφενός μέχρι να αναθεωρηθεί το ΕΠΧΣΑΑ/ΑΠΕ και αφετέρου για να προστατευθούν επί της ουσίας οι περιοχές του που ανήκουν σε νομικό καθεστώς περιβαλλοντικής προστασίας, έχουν δάση ή αρχαιολογικούς τόπους, τουριστική αξία κλπ.
    Δηλαδή ο Δήμος με ειλικρινή, συνεπή και συνεχή δράση προασπίζεται την Φύση, τον αρχαιολογικό και τουριστικό χαρακτήρα του, τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας μέσα από κάθε απαιτούμενη ενέργεια και θα συνεχίσει να πράττει με αυτόν τον τρόπο έως ότου εξασφαλισθεί ένα όντως βιώσιμο, αειφορικό και υγιές φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον για ολόκληρη την έκταση του Δήμου και την Κεντρική Εύβοια.

    Κριτική επί του Νομοσχεδίου

    Σε συμφωνία με τις απόψεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας (https://www.environ-sustain.gr/) επισημαίνονται τα ακόλουθα:

    1. Πολύ περιορισμένος και ανεπαρκής χρόνος Δημοσίας Διαβουλεύσεως

    Το νομοσχέδιο με 110 άρθρα πραγματεύεται 6 διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις. Πρόκειται για μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των 5 συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Η διάταξη του άρθρου 61 του ν. 4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Επίσης παραβιάζεται η Σύμβαση Άαρχους (Convention on Access to Information, Public Participation in Decision-Making and Access to Justice in Environmental Matters) που υπεγράφη στις 25 Ιουνίου 1998, τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2001 (Ν. 3422/2005 ΦΕΚ Α 303/13-12-2005), ενώ έχει κυρωθεί από την ΕΕ με την Απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005.
    Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο θεωρεί ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων εκτάσεων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    2. Παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας

    Όλα τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, έχουν ειδικό, τεχνικό ή επιστημονικό περιεχόμενο, και συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Γιαυτό έπρεπε να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κλπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση, αλλά του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Διότι σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    3. Περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος

    3 Α. Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησης του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως π.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κλπ., το δάσος καταστραφεί από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά. Αντιλαμβάνεται κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τα καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Καρυστίας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Επίσης στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    3 Β. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική ή και υποκριτική.
    Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κλπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Θεωρούν δηλαδή ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα.
    Στην Ελλάδα όμως, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Για το λόγο αυτό έχουμε καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura.
    Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο 2025 από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    4. Επίλογος, τελικά συμπεράσματα και αίτημα

    Επειδή το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση, το δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια και συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση, την δικαστική προστασία, την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων.
    Επειδή ουσιαστικά οι διατάξεις του νομοσχεδίου προωθούν την ακόμα μεγαλύτερη ευκολία στην χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (ΣΑΗΕ, μπαταρίες).
    Επειδή είτε καταργείται εντελώς η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης είτε παρέχονται ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας, είτε αλλοιώνεται η διαδικασία χωρικού σχεδιασμού.
    Επειδή όλα αυτά εν συνόλω θα καταστρέψουν ακόμη περισσότερο το ελληνικό περιβάλλον, τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας και το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας.

    Όσον αφορά τον Δήμο Ερέτριας με την μοναδικότητα του (φυσική, αρχαιολογική, πολιτιστική, τουριστική και πάνω απ΄ όλα ανθρώπινη) όλα τα προηγούμενα θα θέσουν σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο και απειλή το σύνολο των εκτάσεών του και του πληθυσμού του, γιαυτό Ζητάμε να αποσυρθεί το επίμαχο νομοσχέδιο για να προστατευθεί αφενός το φυσικό και πολιτιστικό μας περιβάλλον, τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών και κατοίκων του Δήμου μας και εν τέλει το κράτος Δικαίου και η κοινωνία του τόπου μας.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:28 | Κωνσταντίνος Καλύβας

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:06 | ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΟΡΕΙΒΑΣΙΑΣ ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΗΣ

    
Η Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασιας Αναρρίχησης συμφωνεί με τις παρακάτω επισημάνσεις της Προέδρου του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Αντιπρόεδρου του ΣΤΕ ε.τ Μαρίας Καραμανώφ

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή. 


    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον. 
Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    
Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ


    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ. 
Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο. 

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ
    ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ


    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία». 
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν. 
Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση

  • 14 Απριλίου 2026, 00:29 | Aikaterini Barampouti

    Συμμετέχω στην Διαβούλευση για να εκφράσω την ρητή διαφωνία μου στο νομοσχέδιο και την έντονη ανησυχία μου για την έλλειψη στιβαρής επιστημονικής διερεύνησης σχετικά με την αδειοδότηση των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση αυτή, με επικεφαλής την Μαρία Καραμανώφ.
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    Συγκεκριμένα, διαφωνώ με την πρακτική συντόμευσης της διαβούλευσης. Δίνεται ανεπαρκής χρόνος τεκμηριωμένης επιστημονικής και νομικής διερεύνησης επί των 110 άρθρων του νομοσχεδίου το οποίο πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα – αυτή η συνθήκη εξουδετερώνει και ευτελίζει την διαδικασία διαβούλευσης. Οι πολίτες καλούμαστε να διαβάσουμε και να αναλύσουμε 300 σελίδες εντός των δύο εβδομάδων του Πάσχα. Διαβάζοντας τις σελίδες αυτές, θεωρώ ότι το νομοσχέδιο πρακτικά επιδιώκει την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων, επίσης περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας σε διαφορετικούς τομείς και σαφώς παραβιάζει το άρθρο 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική.
    Όσον αφορά στα νομοτεχνικά σημεία διακρίνω και εγώ τα εξής:
    1. Παραβίαση του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, ειδικά καθώς όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης.
    2. Παραβίαση του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    Ως πατριώτης Ελληνίδα δεν έχω πειστεί από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ως προς την ορθότητα και την ενδελεχή έρευνα για την συγκρότησή του. Διακρίνω προχειρότητα, η οποία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο στην καταστροφή του φυσικού πλούτου της χώρας μας λόγω ανεξέλεγκτης επιχειρηματικής ενεργειακής εκμετάλλευσης, αλλά και στην καταστροφή της μικρής πρωτογενούς γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:20 | ΒΑΣΙΛΙΚΗ

    Είμαι απολύτως κατά και επισης δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:01 | Ανεξάρτητη Δημοτική Κίνηση «Κοινό Τηνίων»

    Γενικές παρατηρήσεις

    1. Προσχηματική διαδικασία διαβούλευσης
    Η ανάρτηση προς διαβούλευση ενός νομοσχεδίου περίπου 300 σελίδων, 100 άρθρων και 6 διαφορετικών τομέων, για δεκαπέντε ημέρες, μέσα στην περίοδο του Πάσχα αποτελεί ξεκάθαρο εμπαιγμό των πολιτών και των ενδιαφερόμενων φορέων.

    2. Επιπλέον υποβάθμιση του ρόλου των ΟΤΑ
    Όσον αφορά τις εγκρίσεις έργων ΑΠΕ, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν ήδη διακοσμητικό ρόλο ο οποίος υποβαθμίζεται επιπλέον με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Οι περιοχές επιτάχυνσης (ανεξέλεγκτης εγκατάστασης) ΑΠΕ ορίζονται κεντρικά από το υπουργείο χωρίς καμία έγκριση, ούτε καν γνωμοδότηση από τους Δήμους και τις Περιφέρειες, ακόμη και σε σύγκρουση με τα τοπικά πολεοδομικά σχέδια. Οι fast – track διαδικασίες ακόμη και για έργα εκτός περιοχών επιτάχυνσης, σε τουριστικές, αγροτικές και δασικές περιοχές, στενεύουν τα περιθώρια ελέγχου και αντίδρασης των Δήμων οι οποίοι κινδυνεύουν να χάσουν τελείως την σημερινή φυσιογνωμία τους.

    3. Υποβάθμιση του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος
    Το νομοσχέδιο συνολικά, προωθεί την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, με ανεξέλεγκτες εγκαταστάσεις έργων ΑΠΕ σε στεριά και θάλασσα, με πολεοδόμηση εντός NATURA, με νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων εντός δασικών εκτάσεων κλπ. Η πρόφαση της επίτευξης “πράσινων” στόχων μέσω της fast – track καταστροφής είναι απλά τραγική.
    Επιπλέον, δεν λαμβάνει υπόψιν την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας η οποία απειλείται από τις ανεξέλεγκτες εγκαταστάσεις ΑΠΕ και τα συνοδά τους έργα. Για παράδειγμα, η αναγνωρισμένη από την UNESCO παραδοσιακή τέχνη της ξερολιθιάς και τα μνημεία της (αγροτικά κτίσματα κλπ.), προστατεύονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία αλλά καταστρέφονται ανενδοίαστα στον βωμό της “πράσινης” ενέργειας, ειδικά στα νησιά.

    4. Κατάληψη γεωργικής γης
    Ο ορισμός περιοχών επιτάχυνσης και η γενικότερη ταχεία προώθηση των έργων ΑΠΕ σε όλη την επικράτεια πρόκειται να ελαχιστοποιήσει την διαθέσιμη έκταση της χώρας προς γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλλευση.

    5. Ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών à la carte
    Το νομοσχέδιο επικαλείται την ενσωμάτωση των οδηγιών της Ε.Ε. για την ενίσχυση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ όμως παρακάμπτει τις αντίστοιχες οδηγίες για προστασία του περιβάλλοντος όπως η οδηγία για προστασία των περιοχών Natura 2000, η οδηγία για τις Ειδικές Οικολογικές Αξιολογήσεις και η οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:32 | Αγγέλα Γεωργαντά

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις παρεμβάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και του Συνδέσμου Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ), τα οποία και παραθέτω εδώ.

    Α. Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    1. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
    2. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    3. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρoνται ενδεικτικά οι παρακάτω δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    Περίπτωση 1
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
    Περίπτωση 2
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
    4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    Β. Ανακοίνωση του ΣΕΠΟΧ για τις πρόσφατες εξελίξεις ως προς τη δυνατότητα πολεοδόμησης στις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura
    Σε ό,τι αφορά στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
    • Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    • Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των
    προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
    • Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμηση. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης – ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου – και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    • Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ. χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμηση με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:24 | Βασίλης Γιαννάκης

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις παρεμβάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και του Συνδέσμου Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ), τα οποία και παραθέτω εδώ.

    Α. Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    1. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
    2. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    3. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρoνται ενδεικτικά οι παρακάτω δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    Περίπτωση 1
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
    Περίπτωση 2
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
    4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    Β. Ανακοίνωση του ΣΕΠΟΧ για τις πρόσφατες εξελίξεις ως προς τη δυνατότητα πολεοδόμησης στις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura
    Σε ό,τι αφορά στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
    • Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    • Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των
    προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
    • Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμηση. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης – ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου – και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    • Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ. χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμηση με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:23 | Νίκος Γιαννάκης

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με τις παρεμβάσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και του Συνδέσμου Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ), τα οποία και παραθέτω εδώ.

    Α. Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    1. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.
    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
    2. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    3. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρoνται ενδεικτικά οι παρακάτω δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    Περίπτωση 1
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
    Περίπτωση 2
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
    4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

    Β. Ανακοίνωση του ΣΕΠΟΧ για τις πρόσφατες εξελίξεις ως προς τη δυνατότητα πολεοδόμησης στις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura
    Σε ό,τι αφορά στο Κεφάλαιο Γ: «Περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για επιτρεπόμενες χρήσεις σε προστατευόμενες περιοχές Δικτύου Natura 2000 – Τροποποιήσεις ν. 1650/1986», στο άρθρο 98 «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986» ορίζεται ότι «σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΤΠΣ ή ΕΠΣ) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση», με ορισμένες προϋποθέσεις.
    Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
    Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
    Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
    Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
    Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
    • Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
    • Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των
    προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
    • Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμηση. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης – ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου – και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
    • Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ. χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμηση με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
    Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
    Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:17 | Αικατερίνη Μπαραμπούτη

    Συμμετέχω στην Διαβούλευση για να εκφράσω την ρητή διαφωνία μου ως προς το συγκεκριμένο νομοσχέδιο και την έντονη ανησυχία μου για την έλλειψη στιβαρής επιστημονικής διερεύνησης σχετικά με την αδειοδότηση των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση αυτή, με επικεφαλής την Μαρία Καραμανώφ.
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    Συγκεκριμένα, διαφωνώ με την πρακτική συντόμευσης της διαβούλευσης. Δίνεται ανεπαρκής χρόνος τεκμηριωμένης επιστημονικής και νομικής διερεύνησης επί των 110 άρθρων του νομοσχεδίου το οποίο πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα – αυτή η συνθήκη εξουδετερώνει και ευτελίζει την διαδικασία διαβούλευσης. Οι πολίτες καλούμαστε να διαβάσουμε και να αναλύσουμε 300 σελίδες εντός των δύο εβδομάδων του Πάσχα. Διαβάζοντας τις σελίδες αυτές, θεωρώ ότι το νομοσχέδιο πρακτικά επιδιώκει την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων, επίσης περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας σε διαφορετικούς τομείς και σαφώς παραβιάζει το άρθρο 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική.
    Όσον αφορά στα νομοτεχνικά σημεία διακρίνω και εγώ τα εξής:
    1. Παραβίαση του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, ειδικά καθώς όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης.
    2. Παραβίαση του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    Ως πατριώτης Ελληνίδα δεν έχω πειστεί από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ως προς την ορθότητα και την ενδελεχή έρευνα για την συγκρότησή του. Διακρίνω προχειρότητα, η οποία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο στην καταστροφή του φυσικού πλούτου της χώρας μας λόγω ανεξέλεγκτης επιχειρηματικής ενεργειακής εκμετάλλευσης, αλλά και στην καταστροφή της μικρής πρωτογενούς γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής.

  • 14 Απριλίου 2026, 00:51 | ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΕΒΗΣ

    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
    Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια
    διαβούλευση για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με
    τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από
    ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405
    και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά
    ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής
    προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου
    Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
    ——-
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες
    επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
    εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και
    φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και
    αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων
    κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των
    πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες
    παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura
    με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που
    επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές
    ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο,
    καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας
    ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
    ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά
    αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την
    κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των
    ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura,
    των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα
    Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των
    εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας
    νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές
    προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά
    Σελ: 1 από 2
    φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την
    μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην
    Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την
    εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της
    υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη
    μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος,
    που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το
    κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».
    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που
    ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει
    επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το
    άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το
    διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012
    για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο
    αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής
    των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη
    περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη
    Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να
    κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων
    και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς
    μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν
    επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.
    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το
    Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού
    περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η
    νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους
    αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την
    αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της
    παρανομίας για το μέλλον.
    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019
    παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές
    ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης –
    ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο
    κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία
    δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα
    Σελ: 2 από 2
    προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα
    οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό,
    τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή
    επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν,
    ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική
    πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται
    να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του
    παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus
    Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το
    ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το
    νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως
    γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.
    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και
    ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές
    Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο,
    δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε
    ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα
    παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό
    δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν
    προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί
    παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας
    είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των
    στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά
    τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη
    διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης
    είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται
    στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του.
    Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν
    μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας.
    Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’
    εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες
    και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    Σελ: 3 από 2
    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του
    Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την
    έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις
    ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με
    πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής
    βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την
    έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν.
    998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν
    εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος
    αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης
    διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο,
    δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’
    εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».
    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης
    σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε
    είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και
    πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από
    Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων
    υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς
    και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων
    υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος
    καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η
    πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους
    λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση
    της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή
    πρόκειται να καούν στο μέλλον.
    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με
    παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις,
    πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία
    γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί
    χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών,
    παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του
    παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και
    Σελ: 4 από 2
    δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979
    συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας
    προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν.
    998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36
    του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η
    ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής
    τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι
    απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη
    δασική υπηρεσία».
    2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
    (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και
    τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται
    από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική
    αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».
    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το
    Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη
    σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το
    ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών
    επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα
    χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και
    αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
    δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον
    επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της
    ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και
    απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη,
    προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα
    και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης
    καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής
    Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από
    τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά
    της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι
    την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.
    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το
    νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που
    αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την
    Σελ: 5 από 2
    ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο
    της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται
    έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες
    ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την
    προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό
    Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ
    στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους
    περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη
    ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα
    προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό
    υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία
    προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό
    με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι
    για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020)
    και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για
    την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω
    μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για
    την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε
    πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη
    συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών
    σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό
    Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη
    διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές
    αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο
    προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.
    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την
    καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη
    διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την
    αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια,
    σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν
    σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη
    διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες
    όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των
    προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων
    Σελ: 6 από 2
    αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία
    περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη
    μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο
    τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura
    είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να
    καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για
    την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη
    επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη
    ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων
    εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.
    Αθήνα, 8 Απριλίου 2026
    Μαρία Καραμανώφ
    Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
    Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

  • 14 Απριλίου 2026, 00:06 | ELENI

    Συμφωνώ με την τοποθέτηση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και της προέδρου του, κας Μαρία Καραμανώφ.

    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.

    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.

    Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.

    Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.

    Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

    Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.

    Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.

    Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

    1.

    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».

    Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.

    Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».

    2.

    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».

    Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.

    Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.

    Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.

    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 13 Απριλίου 2026, 23:08 | ΤΕΡΕΖΑ

    Δεν συμφωνώ με το νομοσχέδιο και συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Καραμανώφ.Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.Α. ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
    Το νομοσχέδιο αριθμεί 110 άρθρα και πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, από την ενσωμάτωση τριών διαφορετικών ενωσιακών Οδηγιών, την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων μέχρι την παρέμβαση στα εκπονούμενα Τοπικά Χωροταξικά Σχέδια (ΤΠΣ) και την οργάνωση και στελέχωση του ΥΠΕΝ και των εποπτευόμενων φορέων. Περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις όπως π.χ. την ανέγερση παρεκκλησίου Ιεράς Μονής, την μετεγκατάσταση Υπηρεσιών του Δήμου Ελληνικού, την ανέγερση πολυχώρου στην Πάτμο, τη νομιμοποίηση εγκαταστάσεων εντός πάρκων και αλσών στους ΟΤΑ, την εξαίρεση από την αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό, την παράταση της υποβολής αιτήσεων για την υπαγωγή στα κίνητρα του ΝΟΚ κ.λπ. Πρόκειται για ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση παραβίασης του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική. Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί, ο χρόνος των δύο (2) εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 61 του ν.4622/2019 «περί επιτελικού κράτους» συρρικνώνει σημαντικά το διάστημα των πέντε (5) συνολικά εβδομάδων που είχε καθορίσει ο νόμος 4048/2012 για την καλή νομοθέτηση και την υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό όμως εξουδετερώνεται κάθε αντικειμενική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών και των φορέων στη διαδικασία διαβούλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση, εντός δύο (2) εβδομάδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, οι πολίτες καλούνται να αναγνώσουν 300 περίπου σελίδες, να κατανοήσουν και να ελέγξουν σε βάθος ένα μεγάλο αριθμό πολύπλοκων ρυθμίσεων και να διατυπώσουν με δόκιμα επιχειρήματα τις ενστάσεις και αντιρρήσεις τους, χωρίς μάλιστα να έχουν πρόσβαση σε κανένα από τα στοιχεία που αιτιολογούν και στηρίζουν επιστημονικά τις επιλογές του Υπουργείου.Το μόνο που προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των διατάξεων είναι ότι το Υπουργείο για μια ακόμη φορά υπολαμβάνει ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των περιοχών Natura, των δασών και αναδασωτέων και η νομιμοποίηση και επιβράβευση των αυθαιρεσιών που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους αποτελούν δημόσια προβλήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με κριτήριο όχι την αποκατάσταση της νομιμότητας αλλά τη νομιμοποίηση και ενθάρρυνση της παρανομίας για το μέλλον.Είναι προφανές ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη του άρθρου 61 του ν.4622/2019 παραβιάζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας που κατοχυρώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Παραβιάζει επίσης το άρθρο 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία, αφού καμμία πληροφορία δεν παρέχεται στους καλούμενους να μετάσχουν στη διαβούλευση ούτε για τα προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο ούτε για τα κριτήρια με τα οποία το αρμόδιο Υπουργείο κατέληξε στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.Β. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.Γ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.1.
    Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».2.
    Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση.

  • 13 Απριλίου 2026, 23:41 | Αικατερίνη Μπαραμπούτη

    Συμμετέχω στην Διαβούλευση για να εκφράσω την ρητή διαφωνία μου στο νομοσχέδιο και την έντονη ανησυχία μου για την έλλειψη στιβαρής επιστημονικής διερεύνησης σχετικά με την αδειοδότηση των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Συντάσσομαι με την πρόταση του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη δημόσια διαβούλευση αυτή, με επικεφαλής την Μαρία Καραμανώφ.
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα ετερόκλιτων ρυθμίσεων οι οποίες επιφέρουν δραστικές μεταβολές, μεταξύ άλλων, στη χωροθέτηση και αδειοδότηση των εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, τη μίσθωση και αδειοδότηση μεταλλείων και λατομείων, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων εγκαταστάσεων κάθε είδους σε δάση και αναδασωτέα καθώς και την ανάκληση της εκτέλεσης των πράξεων επιβολής κυρώσεων (κατεδαφίσεις, πρόστιμα) για τις αντίστοιχες παραβάσεις, τη μείωση της ήδη σχεδόν ανύπαρκτης προστασίας των περιοχών Natura με την παροχή της δυνατότητας πολεοδόμησής τους κ.ο.κ.
    Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων αυτών είναι το έμμεσο αλλά βαρύ πλήγμα που επιφέρουν στην ήδη δοκιμαζόμενη από πλημμύρες, επιδημίες και άλλες καταστροφές ελληνική ύπαιθρο, την οποία μετατρέπουν σε ένα απέραντο βιομηχανικό τοπίο, καταστρέφοντας ό,τι έχει απομείνει από το φυσικό της περιβάλλον και εκτοπίζοντας ακόμα περισσότερο τον αγροτικό πληθυσμό και την πρωτογενή παραγωγή.
    Συγκεκριμένα, διαφωνώ με την πρακτική συντόμευσης της διαβούλευσης. Δίνεται ανεπαρκής χρόνος τεκμηριωμένης επιστημονικής και νομικής διερεύνησης επί των 110 άρθρων του νομοσχεδίου το οποίο πραγματεύεται έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα – αυτή η συνθήκη εξουδετερώνει και ευτελίζει την διαδικασία διαβούλευσης. Οι πολίτες καλούμαστε να διαβάσουμε και να αναλύσουμε 300 σελίδες εντός των δύο εβδομάδων του Πάσχα. Διαβάζοντας τις σελίδες αυτές, θεωρώ ότι το νομοσχέδιο πρακτικά επιδιώκει την κατάργηση και των ελαχίστων προϋποθέσεων για τη χωροθέτηση και αδειοδότηση των ΑΠΕ και την ανατροπή ισχυουσών ρυθμίσεων για την προστασία των περιοχών Natura, των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων, επίσης περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας σε διαφορετικούς τομείς και σαφώς παραβιάζει το άρθρο 74 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση».

    Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος διαβούλευσης είναι απολύτως ανεπαρκής, γεγονός που ευτελίζει την όλη διαδικασία και την καθιστά εντελώς προσχηματική.

    Όσον αφορά στα νομοτεχνικά σημεία διακρίνω και εγώ τα εξής:
    1. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
    Όλα σχεδόν τα ζητήματα που ρυθμίζει το νομοσχέδιο, αφενός μεν, έχουν ειδικό, τεχνικό και/ή επιστημονικό περιεχόμενο, αφετέρου δε, συνεπάγονται σοβαρή επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος και κατάληψη της γεωργικής γης. Όφειλαν, ως εκ τούτου, να ρυθμίζονται όχι με τυπικό νόμο αλλά με κανονιστική διοικητική πράξη, ώστε να συνοδεύονται από την απαραίτητη τεκμηρίωση, στην οποία να δύναται να έχει πρόσβαση και να τοποθετηθεί ο πολίτης με βάση τα δικαιώματα που του παρέχει η Σύμβαση Aarhus, το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, ο Κανονισμός 1367/2006 (Aarhus Regulation) και οι Οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 2001/42/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ, καθώς και το ελληνικό Σύνταγμα και η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το νομοσχέδιο παραβιάζει ευθέως όλες τις ανωτέρω διατάξεις οι οποίες έχουν, ως γνωστόν, υπερνομοθετική ισχύ.Η συνήθης τακτική του ελληνικού Δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο διότι, σε αντίθεση με τις διοικητικές πράξεις, ο τυπικός νόμος δεν προσβάλλεται ευθέως στα δικαστήρια, δύναται μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητά του. Ο έλεγχος όμως της συνταγματικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένος και δεν εκτείνεται στη νομιμότητα και πληρότητα των στοιχείων που αιτιολογούν και στηρίζουν τις εκάστοτε ρυθμίσεις, όπως συμβαίνει κατά τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεδομένου λοιπόν ότι στη διαβούλευση επί σχεδίου νόμου τα μόνα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο πολίτης είναι οι ίδιες οι διατάξεις χωρίς καμμία αιτιολογία ή τεκμηρίωση, δεν του παρέχεται στο στάδιο αυτό η απαραίτητη πληροφορία για να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Ταυτόχρονα όμως του στερείται και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορεί να στραφεί ευθέως κατά του νόμου επικαλούμενος έλλειψη πληροφορίας. Ακόμα και αν αργότερα προσβάλλει κάποια διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, οι λόγοι που αφορούν ουσιαστικές πλημμέλειες, αστοχίες και έλλειψη τεκμηρίωσης του ίδιου του νόμου δεν θα είναι παραδεκτοί στο δικαστήριο.
    2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος και της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
    2.1 Σύμφωνα με το άρθρο 96 του νομοσχεδίου, «(4) Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας».Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή είχε εκδοθεί έγκριση επέμβασης σε δάσος σύμφωνα με την (άκρως προβληματική) δασική νομοθεσία για έργα κάθε είδους όπως λ.χ. κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών και κάθε απαραίτητου έργου για τη λειτουργία αυτών καθώς και των δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα, έργα εκμετάλλευσης ορυκτών πρώτων υλών, με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομιδή αυτών κ.λπ., το δάσος καταστραφεί όμως στη συνέχεια από πυρκαγιά και η περιοχή κηρυχθεί αναδασωτέα, η πράξη αναδάσωσης ανακαλείται υποχρεωτικά (!!). Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τη καμμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν στο μέλλον.Εξάλλου στο ίδιο άρθρο νομιμοποιούνται αυθαίρετες εγκαταστάσεις στα δάση με παράταση της ανοχής της παρανομίας, ως εξής: «(7) Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου […] Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία».
    2.2 Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, «1. Τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) που εγκαθίστανται εντός Περιοχών Επιτάχυνσης, σύμφωνα με τους όρους και τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της παρ. 2 του άρθρου 7Α, εξαιρούνται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση του ν. 4014/2011 (Α’ 209)…».Για να κατανοήσουμε τις συνέπειες της διάταξης αυτής, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ το οποίο ισχύει από το 2008, έχει χαρακτηρίσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς όμως να έχει προβεί το ίδιο, όπως όφειλε, σε επιστημονική μελέτη και διακρίβωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Ο έλεγχος αυτός έχει μετατεθεί με τελείως αντιεπιστημονικό και αδόκιμο τρόπο στο κατώτερο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) από τον επιχειρηματία για τη συγκεκριμένη περιοχή που τον ενδιαφέρει και την έγκριση της ΜΠΕ με ΑΕΠΟ από τη Διοίκηση. Πρόκειται για μία διαδικασία άκρως προβληματική και απρόσφορη, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη, προκειμένου περί περιοχών που χαρακτηρίζονται «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ», ακόμα και αυτή η υποτυπώδης διαδικασία ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης καταργείται. Καταργείται επίσης και η διαδικασία της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) της περιοχής, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα και μελέτη, αν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής (δάση, βιοποικιλότητα, γεωμορφολογία, ύδατα κ.λπ.) επιτρέπουν ή όχι την εγκατάσταση των ΑΠΕ. Τα σχόλια περιττεύουν.Ως προς το άρθρο αυτό και τις γενικότερες ρυθμίσεις του ιδίου Κεφαλαίου, το νομοσχέδιο επικαλείται την υποχρέωση ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ε.Ε. που αναφέρει στο Προοίμιό του. Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στο χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτειά κάθε κράτους μέλους θα είναι πάντως υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για το λόγο αυτό έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας τον οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura. Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία.Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
    Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει την ενωσιακή και ελληνική νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση και εξουδετερώνει το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών στη διαφάνεια, την ουσιαστική συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση και την αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε αμέλεια, σπουδή ή παρανόηση της νομοθεσίας εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου.
    Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι μεν ετερόκλιτες, πολύπλοκες και προκαλούν σκόπιμη σύγχυση, ώστε να αποθαρρύνουν τους πολίτες από τη συμμετοχή στη διαβούλευση, συγκλίνουν όμως ως προς ένα κοινό σκοπό. Συνδυαστικά λαμβανόμενες όλες οι επίμαχες διατάξεις, είτε αφορούν την ακόμα μεγαλύτερη άμβλυνση των προϋποθέσεων χωροθέτησης και αδειοδότησης των ΑΠΕ και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) είτε καταργούν εντελώς τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης χάριν της επιτάχυνσης είτε παρέχουν ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στην αγορά ενέργειας είτε εξουδετερώνουν ακόμα περισσότερο τη συνταγματική προστασία των δασών, των αναδασωτέων και των οικοτόπων Natura είτε αλλοιώνουν τη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού, έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταστήσουν τη χώρα ένα πεδίο απαλλαγμένο από κάθε περιορισμό και ανοιχτό για την αλόγιστη και αναιτιολόγητη επέκταση της επιδρομής των ΑΠΕ, την ανεμπόδιστη επέκταση της λατομικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, την οικιστική ανάπτυξη ακόμα και των περιοχών Natura, την εξόντωση των δασών και των αναδασωτέων εκτάσεων και κάθε είδους επιχειρηματική εκμετάλλευση. Ως πατριώτες Έλληνες διαφωνούμε κάθετα με την καταστροφή του φυσικού πλούτου της χώρας μας αλλά και της μικρής πρωτογενούς παραγωγής.