Άρθρο 39
Υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου
(άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2225)
- Το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (Σ.Ε.Π.Ε.) υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που παρατίθεται στην παρ. 1 του Παραρτήματος ΙΙΙ του άρθρου 61 και ισούται, σε ετήσια βάση, με την παρούσα αξία όλων των μελλοντικών ή τρεχουσών υποχρεώσεων, ήτοι αναλήψεων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή.
- Για τον υπολογισμό του Σ.Ε.Π.Ε. λαμβάνεται υπόψη το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εξαιρουμένων:
α) των καταβλητέων επιβαρύνσεων που προκύπτουν από τη μη συμμόρφωση του καταναλωτή με οποιαδήποτε υποχρέωση βάσει της σύμβασης πίστωσης και
β) των πρόσθετων εξόδων πέραν της τιμής αγοράς που καταβάλλονται κατά την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, είτε η αγορά πραγματοποιείται με πίστωση είτε τοις μετρητοίς.
Τα έξοδα τήρησης λογαριασμού για την καταγραφή των καταβολών και των αναλήψεων, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής για τις καταβολές και τις αναλήψεις, καθώς και κάθε άλλο έξοδο που σχετίζεται με τις καταβολές περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκτός αν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό και τα έξοδα του λογαριασμού έχουν προσδιοριστεί σαφώς και αυτοτελώς στη σύμβαση πίστωσης ή σε άλλη σύμβαση που έχει συναφθεί με τον καταναλωτή.
- Ο υπολογισμός του Σ.Ε.Π.Ε. βασίζεται στην παραδοχή ότι η σύμβαση πίστωσης παραμένει σε ισχύ καθ’ όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής πρόκειται να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που ορίζονται στη σύμβαση πίστωσης.
- Στις συμβάσεις πίστωσης που περιέχουν ρήτρες οι οποίες επιτρέπουν διακυμάνσεις του χρεωστικού επιτοκίου ή διακυμάνσεις ορισμένων επιβαρύνσεων που περιλαμβάνονται στο Σ.Ε.Π.Ε. και των οποίων το ύψος δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς κατά τον χρόνο του υπολογισμού, το Σ.Ε.Π.Ε. υπολογίζεται βάσει της παραδοχής ότι το χρεωστικό επιτόκιο και οι λοιπές επιβαρύνσεις παραμένουν σταθερά στο αρχικό τους επίπεδο και πρόκειται να ισχύουν μέχρι τη λήξη της σύμβασης πίστωσης.
- Εφόσον είναι αναγκαίο, ο υπολογισμός του Σ.Ε.Π.Ε. πραγματοποιείται με τη χρήση των πρόσθετων παραδοχών που καθορίζονται στην παρ. 2 του Παραρτήματος III του άρθρου 61.
Άρθρο 40
Καθορισμός ανώτατου ορίου συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και συνολικού ποσού πίστωσης, χρεωστικών τόκων, επιβαρύνσεων και εξόδων πάσης φύσης για συμβάσεις πίστωσης – Δυνατότητα επιβολής πραγματικών εξόδων του πιστωτικού φορέα
(παρ. 1 και 2 άρθρου 31 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2225)
- Το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (Σ.Ε.Π.Ε.) δεν υπερβαίνει το μέσο Σ.Ε.Π.Ε. για συμβάσεις πίστωσης αντίστοιχου τύπου, όπως αυτό δημοσιεύεται σε τριμηνιαία βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένο κατά τριάντα τοις εκατό (30%) έως και πενήντα τοις εκατό (50%).
- Το μέγιστο συνολικό κόστος της πίστωσης σε βάρος του καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων τόκων, επιβαρύνσεων και εξόδων πάσης φύσης, ορίζεται σε εξήντα τοις εκατό (60%) επί του ποσού του κεφαλαίου της πίστωσης για συμβάσεις πίστωσης με διάρκεια έως και τέσσερα (4) έτη, σε εβδομήντα τοις εκατό (70%) επί του ποσού του κεφαλαίου της πίστωσης για συμβάσεις πίστωσης με διάρκεια άνω των τεσσάρων (4) ετών και έως τα οκτώ (8) έτη, και σε εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) επί του ποσού του κεφαλαίου της πίστωσης για συμβάσεις πίστωσης με διάρκεια άνω των οκτώ (8) ετών.
- Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται σε συμβάσεις πίστωσης τόσο με σταθερό όσο και με κυμαινόμενο επιτόκιο, καθώς και σε οποιαδήποτε μορφή πίστωσης προς καταναλωτές, εξαιρουμένων των πιστωτικών καρτών για τις οποίες εφαρμόζεται μόνο η παρ. 1.
- Η επιβολή εξόδων στο πλαίσιο συμβάσεων πίστωσης επιτρέπεται, μόνο εφόσον τα έξοδα αυτά αντιστοιχούν σε αμοιβές για ειδικές υπηρεσίες που παρέχει ο πιστωτικός φορέας ή σε πραγματικές δαπάνες υπέρ τρίτων, και δεν αποσκοπούν στην κάλυψη του λειτουργικού κόστους του πιστωτικού φορέα.



