Άρθρο 11 – Αμοιβή

Το άρθρο 194 του νόμου 4512/2018 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 194
1. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία των μερών.
2. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ως εξής: α) στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 182, ο αιτούμενος δικαστική προστασία προκαταβάλλει στον διαμεσολαβητή ποσό πενήντα (50,00) ευρώ ως αμοιβή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, ποσό το οποίο βαρύνει και τα δύο μέρη. Σε περίπτωση που η διαφορά αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, το μέρος της διαφοράς που δεν προσήλθε στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρότι κλήθηκε νομότυπα προς τούτο σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης Α της παραγράφου 4 του άρθρου 182 ή δεν κατέβαλε το ποσό που του αναλογεί για την αμοιβή του διαμεσολαβητή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, καταδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ σε ολόκληρο το ποσό των πενήντα (50,00) που κατέβαλε ο αιτούμενος δικαστική προστασία για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, λογιζόμενο ως δικαστικό έξοδο.
β) για κάθε ώρα διαμεσολάβησης μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στα ογδόντα (80,00) ευρώ και βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία.

3. Τα ποσά των παραγράφων 1 και 2 μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
4. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να παρέχει στα μέρη πλήρη ενημέρωση για τον τρόπο αμοιβής του.»

  • 13 Οκτωβρίου 2019, 14:03 | ΝΑΝΑ ΠΑΠΑΔΟΓΕΩΡΓΑΚΗ

    Στο άρθρο 194, παρ. 2 του νόμου 4512/2018 θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν το ποσό των 50 ευρώ για την αμοιβή του διαμεσολαβητή είναι ποσό που βαρύνει τα μέρη διά δύο (από 25 έκαστο μέρος) ή είναι το ποσό που συνολικά βαρύνει και τους δύο.
    Η διατύπωση, ως έχει, «ποσό το οποίο βαρύνει και τα δύο μέρη», δεν είναι ξεκάθαρη.

  • Άρθρο 194 – Παράγραφος 1
    Στο θέμα της ελεύθερης συμφωνίας αμοιβής του διαμεσολαβητή: Με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί το συγκεκριμένο εδάφιο καταλαβαίνει κάποιος πως τα δύο μέρη της διαφοράς είναι αυτά που με κοινή τους συμφωνία αποφασίζουν την αμοιβή του διαμεσολαβητή! Θεωρούμε πως το θέμα της αμοιβής πρέπει να είναι αντικείμενο ελεύθερης συμφωνίας μεταξύ του διαμεσολαβητή και του κάθε μέρους. Η εμπειρία έχει δείξει πως πολλές φορές η αμοιβή, που συνήθως εννοείται και εφαρμόζεται εξ ημισείας, μπορεί να γίνει δεκτή από το ένα μέρος αλλά όχι από το άλλο (τυπικό παράδειγμα η διαμεσολάβηση μεταξύ μιας μεγάλης εταιρίας και ενός μικρού ιδιώτη). Στην περίπτωση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσει το πρώτο μέρος να αναλάβει μέρος της αμοιβής που αναλογεί (με την εξ ημισείας διανομή) στην άλλη πλευρά. Δεν είναι επίσης λογικό, ο διαμεσολαβητής να μειώνει την αμοιβή του και για τα δύο μέρη στο επίπεδο της χαμηλότερης τιμής. Πρόβλημα επίσης προκύπτει από την υποχρέωση «γραπτής» συμφωνίας αφού στην πράξη ο διαμεσολαβητής συμφωνεί την αμοιβή του με τα μέρη προφορικά, ενώ ακόμη και η αναφορά της σε email του διαμεσολαβητή προς το μέρος είναι αμφίβολο αν νοείται ως γραπτή συμφωνία, παρά μόνο ίσως από τη στιγμή που θα γίνει η καταβολή του ποσού. Κατά συνέπεια η ορθή διατύπωση του εδαφίου πρέπει να διασφαλίζει την ελεύθερη και ευέλικτη συμφωνία του διαμεσολαβητή με κάθε μέρος. Προτείνουμε: «Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με συμφωνία του διαμεσολαβητή με το κάθε μέρος»

    Άρθρο 194 – Παράγραφος 2α
    Στο θέμα της αμοιβής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας: Στην παράγραφο 2 θεωρούμε πως η αμοιβή των 50€ της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας είναι χαμηλή. Προτείνουμε να κινηθεί στα επίπεδα των 70€ (δηλαδή 35€ ή λιγότερο ανά μέρος, αν είναι πολυμερής η διαδικασία), που είναι αφενός εύλογη για το έργο και τα έξοδα των διαμεσολαβητών και αφετέρου βρίσκεται σε απόλυτη εφαρμογή με την απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τη μείωση του κόστος της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (συνυπολογίζοντας μάλιστα και την κατάργηση της υποχρεωτικής παρουσίας δικηγόρου στην αρχική συνεδρία και του κόστους επιδόσεων). Επειδή ο προσφεύγων στη διαμεσολάβηση θα αναλάβει να καταβάλλει στον διαμεσολαβητή όλη την αμοιβή, στην περίπτωση που το άλλο μέρος δεν προσέλθει ή προσέλθει αλλά δεν καταβάλλει το ήμισυ της αμοιβής που του αναλογεί (πρέπει να διευκρινιστεί στο εδάφιο α) πως η αμοιβή βαρύνει τα μέρη εξ ημισείας εκτός διαφορετικής μεταξύ τους συμφωνίας), προτείνουμε να καταδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ στο πενταπλάσιο του μέρους της αμοιβής που του αναλογεί. Προτείνουμε επίσης α) την απαλλαγή της αμοιβής της αρχικής συνεδρίας από ΦΠΑ για μικρότερη επιβάρυνση των μερών και β) τον συμψηφισμό της με την κύρια αμοιβή του διαμεσολαβητή, εφόσον τα μέρη συμφωνήσουν να συνεχίσουν την επίλυση με διαμεσολάβηση.

  • Άρθρο 11ο
    Στο άρθρο 194 παρ. 2, προτείνουμε να προβλεφθεί ότι η καταδίκη του μέρους που δεν προσήλθε στην ΥΑΣ στην καταβολή του ποσού των πενήντα ευρώ γίνεται «ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης», εάν ακολουθήσει δικαστική διαδικασία.

  • 11 Οκτωβρίου 2019, 21:11 | Νίκος Ανέστης

    Για την αμοιβή του διαμεσολαβητή στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία, προκρίνεται η λύση του χαρακτηρισμού αυτής ως αποζημίωσης.

    Επειδή προκύπτει η υποχρεωτικότητα της συνεδρίας και η συμμετοχή σε αυτή του διαμεσολαβητή, λογίζεται ότι ο διαμεσολαβητής που συμμετέχει υποχρεωτικά σε αυτή επί σκοπώ την ενημέρωση των μερών, δεν ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. Κατά συνέπεια το ποσό της «αποζημίωσης» του διαμεσολαβητή, θα πρέπει να εναρμονιστεί με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την ειδική εκλογική αποζημίωση και να μην υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000) και επομένως να μην αναλογεί ΦΠΑ στο έσοδο αυτό.

    Σε αυτή την περίπτωση δε θα υπάρξει επιβάρυνση των μερών με ΦΠΑ, αυξάνοντας το κόστος της αρχικής συνεδρίας, δε θα υπάρξει επιλογή του προσώπου του διαμεσολαβητή ανάλογα με το αν υπόκειται σε καθεστώς ΦΠΑ,ώστε να αποφύγουν το υπερβάλλον ποσό αυτού, το μέρος θα καταβάλλει στο διαμεσολαβητή ποσό που δε θα υπόκειται σε παρακρατήσεις και φορολογία ώστε να αποτελεί κίνητρο για τον τελευταίο να εφαρμόσει τις διατάξεις περί πλήρους και ολοκληρωμένης ωριαίας ενημέρωσης στα μέρη για τη διαδικασία.

    Προτείνεται η αντικατάσταση του όρου «αμοιβή» με τον όρο «αποζημίωση» και την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της εκλογικής αποζημίωσης.

  • Είναι αναγκαία η δημιουργία Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας (ΚΑΔ) για το επάγγελμα του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή, όπως ήδη έχει προβλεφθεί στο άρθρο 195 Ν. 4512/2018, το οποίο παραμένει σε ισχύ.

  • Στη παράγραφο 2 ορίζεται η αμοιβή του διαμεσολαβητή σε 50 ευρώ για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, χωρίς να διευκρινίζεται αν είναι ωριαία και αν αφορά και τα δύο μέρη.
    Καταρχήν δεν προβλέπεται η τυχόν χωριστή ενημέρωση των μερών, από το διαμεσολαβητή η οποία κρίνεται πιθανή, αφού πρόκειται για αντιδικία και συνεπώς ενδέχεται τα μέρη να μην επιθυμούν να συνυπάρξουν σε κοινή ενημερωτική συνεδρία. Άρα πρέπει να προβλεφθεί και αυτή η περίπτωση και συνεπώς και η αμοιβή του διαμεσολαβητή να διαμορφωθεί ανάλογως, αφού θα πρόκειται για ξεχωριστή αρχική συνεδρία για έκαστο των μερών.
    Επιπροσθέτως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε υπόθεσης, η ενημέρωση μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ την μία ώρα, αν επιθυμούμε τουλάχιστον να είμαστε αποτελεσματικοί και πειστικοί, ως διαμεσολαβητές, απέναντι στα μέρη σχετικά με την πραγματοποίηση της διαμεσολάβησης. Η σκοπούμενη αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και η δημιουργία μιας ισόρροπης σχέσης μεταξύ της διαμεσολάβησης και των δικαστικών διαδικασιών, όπως ειδικά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, θα επέλθει μόνο εφόσον ένας ικανός αριθμός υποθέσεων επιλύεται με τη διαμεσολάβηση. Αλλιώς η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση θα μείνει γράμμα κενό.
    Υπό το ίδιο πρίσμα της αποτελεσματικότητας του διαμεσολαβητή στην αρχική υποχρεωτική συνεδρία, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κάθε υπόθεσης θα πρέπει να προετοιμαστεί αναλόγως, ήτοι να μελετήσει την υπόθεση, όπως επίσης και να επικοινωνήσει με τα μέρη για να διευθετήσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες της συνεδρίας κλπ.
    Με βάση τα παραπάνω η διαμόρφωση του επιπέδου αμοιβής προτείνουμε να είναι η κατωτέρω: 50 ευρώ την ώρα για καθένα από τα μέρη.

    Σε σχέση με την αμοιβή του διαμεσολαβητή η οποία έχει μειωθεί στα 80 ευρώ και εξομοιώνεται με την αμοιβή του δικηγόρου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο τελευταίος διαχειρίζεται ένα άτομο\μέρος\πελάτη, ενώ ο διαμεσολαβητής «διαχειρίζεται» και τα δύο μέρη (ίσως και περισσότερα κατά περίπτωση) και συνεπώς δεν δικαιολογείται αυτή η εξομοίωση. Άρα, η ελάχιστη ωριαία αμοιβή του διαμεσολαβητή, για την διαδικασία της διαμεσολάβησης θα πρέπει να παραμείνει στα 100 ευρώ.

  • Να διευκρινιστεί αν η ανωτέρω αμοιβή περιλαμβάνει ΦΠΑ. Επίσης να διευκρινιστεί το γραμμάτιο προκαταβολής που θα πρέπει να εκδοθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο για την παράστασή του στη διαδικασία.

  • 10 Οκτωβρίου 2019, 18:55 | ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΜΗΝΑΚΑΚΗΣ

    Για λόγους οργανωτικής τάξης το εδάφιο που αφορά την αμοιβή για την παράσταση των νομικών παραστατών στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης στο άρθρο 182§4 περίπτωση Α πρέπει να μεταφερθεί στο άρθρο 194. Ο όρος «ελάχιστη» αμοιβή θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον όρο «νόμιμη», αφού η αμοιβή μπορεί να καθοριστεί και κάτω από το προβλεπόμενο ποσό με έγγραφη συμφωνία. Η παράγραφος 1 του άρθρου 194 πρέπει να τροποποιηθεί ως εξής: » Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτού και των μερών» γιατί με την ισχύουσα διατύπωση δημιουργείται η εντύπωση ότι τα μέρη καθορίζουν την αμοιβή του διαμεσολαβητή. Τέλος πρέπει να διευκρινισθεί αν πρέπει να εκδίδεται γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών σε κάθε συνεδρία ή μόνο στην αρχική και αν η προβλεπόμενη στο Παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή των 150 Ευρώ για Αίτηση – Παράσταση σε εξωδικαστική διαμεσολάβηση ισχύει.

  • 5 Οκτωβρίου 2019, 21:29 | ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ-ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ/ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΡΙΑ

    Σχόλιο στο άρθρο 11 (άρθρο 194 περ. 2)
    2. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ως εξής:α)στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 182, ο αιτούμενος δικαστική προστασία προκαταβάλλει στον διαμεσολαβητή ποσό πενήντα (50,00) ευρώ ως αμοιβή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, ποσό το οποίο βαρύνει και τα δύο μέρη.

    Η αμοιβή αυτή για μια πληροφοριακή συνάντηση με τον διαμεσολαβητή μπορεί να κρίνεται αναγκαίο να διατηρηθεί σε χαμηλό επίπεδο ώστε να μην υπάρχει υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση του πολίτη, ενέχει όμως τον κίνδυνο της παταγώδους αποτυχίας της διαμεσολάβησης και της δημιουργίας γραφείων εκδόσεως πιστοποιητικών μη επίτευξης συμφωνίας, αφού δεν μπορεί να εγγράφεται στο παθητικό του διαμεσολαβητή το γεγονός ότι η πληροφόρηση δεν τους έπεισε.Για να πείσει ο διαμεσολαβητής τον πολίτη να επιλέξει να λύσει την διαφορά του με την διαδικασία της διαμεσολάβησης, αυτή θα πρέπει να διέλθει τουλάχιστον τα τρία πρώτα στάδια της κι αυτό δεν είναι εφικτό σε μία πληροφοριακή συνάντηση.

  • 4 Οκτωβρίου 2019, 15:21 | ΔΜ

    Εγώ πάλι πιστεύω ότι εάν τελικά προχωρήσει ο θεσμός της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, το ορθότερο θα ήταν ο διαμεσολαβητής να αμείβεται από το Δημόσιο.

  • 4 Οκτωβρίου 2019, 12:33 | Ανδρέας

    Η αμοιβή του διαμεσολαβητή είναι αδικαιολόγητη. Εφόσον είναι υποχρεωτική η προσφυγή στις υπηρεσίες του και όχι επιλογή των μερών θα έπρεπε αυτός να αμείβεται με ένα συμβολικό ποσό περίπου 20 ευρώ σε περίπτωση, που δεν προχωρήσει η διαδικασία, διότι τελικώς κανείς δεν τον χρειάστηκε.
    Δεν γίνεται να επιβαρύνονται οι ενδιαφερόμενοι με πενήντα ευρώ χωρίς λόγο.
    Αντίθετα, όποιος επιθυμεί τη διαμεσολάβηση να πληρώσει δεόντως τις υπηρεσίες του διαμεσολαβητή. Έχει πολύ μεγάλη διαφορά το ένα με το άλλο.
    Η υποχρεωτικότητα πρέπει να συνδυαστεί με ένα ελάχιστο ποσό αμοιβής ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι είναι συνταγματική, που το απεύχομαι.

  • 3 Οκτωβρίου 2019, 20:34 | Ιωάννης

    Ο καθορισμός της αμοιβής του διαμεσολαβητή σε 50,00 ευρώ για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία δεν τιμά τον Διαμεσολαβητή ούτε προάγει τελικώς την ουσία της Διαμεσολάβησης!
    Ναι μεν αρχικώς καθορίζεται ελεύθερα αλλά, λόγω του ανταγωνισμού, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τελικώς θα κυμανθεί σε αυτό το ευτελές επίπεδο, όπως ατυχώς προσδιορίζεται.
    Ειδικώς στην υποχρεωτική υπαγωγή οι περισσότεροι εμπλεκόμενοι θα έρχονται στην αρχική συνεδρία αναγκαστικώς και με αρνητική διάθεση απέναντι στη Διαμεσολάβηση προκειμένου να υπογραφεί το πρακτικό αποτυχίας και μέχρι εκεί. (άρθρο 182 4Γ: Αν κατά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία της διαμεσολάβησης τα μέρη της διαφοράς δεν συμφωνήσουν να προχωρήσουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης, τότε θεωρείται ότι έχει πληρωθεί η υποχρέωση του παρόντος άρθρου και συντάσσεται πρακτικό).
    Παρακαλώ αναλογιστείτε πώς είναι δυνατόν ο Διαμεσολαβητής να αγωνιστεί να προετοιμάσει καταλλήλως την αρχική συνεδρία και να εμπνεύσει στα μέρη να προσπαθήσουν ουσιαστικώς για τη διευθέτηση της διαφοράς τους, όπως έχει άλλωστε εκπαιδευθεί, όταν θα αμοιφθεί τελικώς με 50 ευρώ και μάλιστα με θεωρητική διάρκεια της πρώτης συνεδρίας έως 24 ώρες…
    Αντιθέτως, η αμοιβή των 80 ευρώ/ώρα της επόμενης συνεδρίας εμφανίζεται καταλληλότερη.
    Συνεπώς, ίσως θα ήταν πιο αποτελεσματική και τιμητική για τον θεσμό της Διαμεσολάβησης μια αμοιβή για την αρχική συνεδρία που θα καθορίζεται αναλόγως με την εξέλιξη και την διάθεση των μερών.
    Για παράδειγμα 150 ευρώ στις περιπτώσεις τυπικής προσέλευσης προς απόκτηση μόνο του πρακτικού αποτυχίας, άλλως 50 ευρώ/ώρα στις περιπτώσεις ουσιαστικής προόδου της αρχικής συνεδρίας.

  • 3 Οκτωβρίου 2019, 13:21 | ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΩΣΤΗΡΗΣ

    ΣΤΟΝ ΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ ΟΤΙ Ο ΦΠΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΤΩΝ ΡΙΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΟΣΩΝ.