Άρθρο 07 – Ρυθμίσεις για τον χρηματοπιστωτικό τομέα

1. Σε περίπτωση αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 50 ΣΕΕ χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία, τα ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, των υποπεριπτ. α΄ και β’ του σημ. 27 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013 με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία παρέχουν ελεύθερα σχετικές υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, μέσω εγκατάστασης ή διασυνοριακά, πριν από την ημερομηνία αποχώρησης, δύναται να συνεχίσουν την παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών, έως τις 31.12.2020, προς υφιστάμενους πελάτες που εδρεύουν ή φορολογούνται στην Ελλάδα.
2. Οι οντότητες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο μπορούν, ενδεικτικά α) να ασκούν τις δραστηριότητες του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 (Α’107) ή/και να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες του Τμήματος Α του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018 (Α’ 14) και παρεπόμενες υπηρεσίες του Τμήματος Β του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, β) να προβαίνουν στη διενέργεια, καθώς και στον διακανονισμό και εκκαθάριση συναλλαγών βάσει συμβάσεων – πλαισίου ή και άλλων χρηματοοικονομικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία αποχώρησης, γ) να συμμετέχουν σε Τόπους Διαπραγμάτευσης, κατά την έννοια της παρ. 24 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 με την ιδιότητα του Μέλους ή και του Βασικού Διαπραγματευτή, δ) να συμμετέχουν στις κοινοπραξίες και δημοπρασίες στην πρωτογενή αγορά, ε) να συμμετέχουν ως Μέλη, άμεσα ή και έμμεσα, στα Συστήματα του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2789/2000 (Α’21).
3. Στις οντότητες της παρ. 1 απαγορεύεται η παροχή νέων υπηρεσιών ή η άσκηση νέων δραστηριοτήτων σε νέους ή υφιστάμενους πελάτες, καθώς και η συμμετοχή τους σε Τόπους Διαπραγμάτευσης και Συστήματα άλλα από αυτά στα οποία συμμετείχαν πριν από την ημερομηνία αποχώρησης. Δεν νοούνται ως νέες υπηρεσίες ή νέες δραστηριότητες, η μετακύλιση, ανανέωση και διαχείριση χρηματοοικονομικών θέσεων που έχουν λήξει και κρίνεται απαραίτητη η ανανέωσή τους είτε μερικώς είτε ολικώς με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο.
4. Οι διατάξεις του ν. 4261/2014 (Α’ 107), του ν. 4514/2018, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, των κατ’ εξουσιοδότηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 Κανονισμών, του ν. 4537/2018 (Α’ 84), του ν. 4021/2011 (Α’ 218), του ν. 4370/2016 (Α΄37), του ν. 2533/1997 (Α’ 228) καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση των προαναφερθέντων νομοθετημάτων εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για οντότητες με έδρα στα κράτη μέλη, εφαρμόζονται αναλόγως και στις οντότητες της παρ. 1.
5. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο οι οποίες ασκούν δραστηριότητες πρωτασφάλισης στην Ελλάδα, με εγκατάσταση ή διασυνοριακά, πριν από την ημερομηνία αποχώρησης, δύνανται να συνεχίσουν την άσκηση αυτών έως τις 31.12.2020, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της Ενότητας 1 του Κεφαλαίου Θ’ (άρθρα 130-140) του ν. 4364/2016 (Α’ 13), ως ισχύει, προκειμένου και μόνο να διασφαλιστεί η συνέχεια των συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία αποχώρησης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του ν. 4364/2016, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στα κράτη μέλη. Οι επιχειρήσεις του πρώτου εδαφίου δεν δύναται να προβούν στη σύναψη νέων συμβάσεων παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών ή στη δημιουργία, ανανέωση, επέκταση ή επανάληψη ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπεται σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία αποχώρησης.
Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης στην Ελλάδα πριν από την ημερομηνία αποχώρησης, δύνανται να συνεχίσουν την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων έως τις 31.12.2020, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της Ενότητας 2 του Κεφαλαίου Θ’ (άρθρα 141-143) του ν. 4364/2016, ως ισχύει. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στα κράτη μέλη.
Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πριν από την ημερομηνία αποχώρησης, μετά την ημερομηνία αυτή αποτελούν επιχειρήσεις με έδρα σε τρίτη χώρα, εφαρμοζομένων σε αυτές των σχετικών διατάξεων του ν. 4583/2018 (Α’112).
6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν κοινής εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να παραταθεί ή να μειωθεί η προθεσμία της παρ. 1, να διευρύνεται ή να περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου και να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του.
7. Οι οντότητες της παρ. 1, καθώς και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 5 υποχρεούνται να ενημερώνουν με επαρκή τρόπο (μέσω ανακοινώσεων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή μέσω ηλεκτρονικής ή έντυπης προσωπικής αλληλογραφίας ή με άλλο πρόσφορο μέσο), την αρμόδια εποπτική αρχή, τους πελάτες τους ή ασφαλισμένους τους, αντιστοίχως, ως προς το καθεστώς που διαμορφώνεται για την παροχή υπηρεσιών και για τις ασφαλιστικές συμβάσεις μετά την ημερομηνία αποχώρησης.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Σχόλια επί του άρθρου 07 – ρυθμίσεις για τον χρηματοπιστωτικό τομέα

    Σχόλια επί της παραγράφου (1):

    – Ορισμός της έννοιας ‘αποχώρηση …χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία’
    Φρονούμε ότι η προϋπόθεση που τίθεται στο εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 1, ήτοι «…Σε περίπτωση αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 50 ΣΕΕ χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία…» είναι σε κάποιο βαθμό αόριστη, στο μέτρο που δεν εξετάζει τι είδους συμφωνία θα είναι αυτή, μεταξύ ποιων θα συναφθεί, σε ποιο βαθμό θα ρυθμίζει επαρκώς τα θέματα που πραγματεύεται το παρόν άρθρο κλπ. Προτείνουμε μία εμπλουτισμένη διατύπωση, λ.χ. «…Σε περίπτωση αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 50 ΣΕΕ χωρίς να έχει επιτευχθεί μία συμφωνία, είτε μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε διμερώς μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ελλάδας, η οποία να ρυθμίζει επαρκώς και με άμεση ισχύ το ζήτημα της άσκησης των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο…». Σε διαφορετική περίπτωση, υφίσταται το ενδεχόμενο να καταρτιστεί πράγματι κάποια συμφωνία σε ευρωπαϊκό ή διμερές επίπεδο, πλην όμως αυτή να μην καλύπτει επαρκώς τα εδώ εξεταζόμενα ζητήματα – στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω δραστηριότητες θα μείνουν ακάλυπτες, καθώς η προϋπόθεση της ‘αποχώρησης…χωρίς συμφωνία’ τυπικώς τουλάχιστον δεν θα πληροίται.

    – Ως προς το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω παραγράφου
    Θεωρούμε σκόπιμο και προτείνουμε, για σκοπούς ενότητας δικαίου, διαφύλαξης της ισότητας μεταξύ των διαφόρων παρόχων υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο επενδυτικό τομέα, αλλά και για διαφύλαξης της εν γένει σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, να εξασφαλιστεί για την οριζόμενη μεταβατική περίοδο, η εξακολούθηση της δραστηριότητας, όχι μόνο των πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, αλλά (με αντίστοιχους όρους) και των εταιρειών διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες παρέχουν κατά την ημερομηνία αποχώρησης υπηρεσίες που συνίστανται, είτε στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (οι λεγόμενες εταιρείες διαχείρισης διευρυμένου σκοπού), είτε διαχείρισης ΟΣΕΚΑ/ΟΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 4099/2012 και 4209/2013 αντιστοίχως, είτε και εμπορικής προώθησης και διάθεσης των μεριδίων των ΟΣΕΚΑ/ΟΕΕ που διαχειρίζονται, εφόσον έχουν προβεί πριν από την ημερομηνία αποχώρησης στη δέουσα γνωστοποίηση και εγγραφή τους στα οικεία μητρώα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα άρθρα 25, 26, 27, 32 και 89-90 του Ν. 4099/2012 και 31, 32, 33 και 41 του Ν. 4209/2013. Φρονούμε ότι οι εν λόγω δραστηριότητες θα πρέπει, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης, ώστε οι εταιρείες διαχείρισης να δύνανται να παρέχουν (επενδυτικές) υπηρεσίες διευρυμένου σκοπού στους τυχόν υφιστάμενους πελάτες τους (όχι πάντως νέες σε σχέση με αυτές που παρείχαν προ της ημερομηνίας αποχώρησης), να προβαίνουν σε διαχείριση των τυχόν κεφαλαίων (ΟΣΕΚΑ, ΟΕΕ) που διαχειρίζονταν προ της εν λόγω ημερομηνίας και να προωθούν εμπορικά ή να διανέμουν/πωλούν στην Ελλάδα τα κεφάλαιά τους κατά τη μεταβατική περίοδο με τους ίδιους όρους με τους οποίους το έπρατταν έως την ημερομηνία αποχώρησης και φυσικά μόνον στην έκταση και για τα κεφάλαια που το έπρατταν πριν την εν λόγω ημερομηνία. Σε διαφορετική περίπτωση, ιδίως όσον αφορά τις διευρυμένες (επενδυτικές) υπηρεσίες καθώς και τη διαχείριση κεφαλαίων, υφίσταται ασυνέχεια στη σχετική αγορά, αλλά και ένα αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υπέρ των εταιρειών επενδύσεων και πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στις υπηρεσίες αυτές κατά τη μεταβατική περίοδο. Τα ίδια αντιστοίχως θα μπορούσαν να υποστηριχθούν και για την άσκηση υπηρεσιών πληρωμών από ιδρύματα πληρωμών βάσει του άρθρου 30 Ν. 4537/2018, τη στιγμή που οι ίδιες υπηρεσίες επιτρέπεται με βάση την υφιστάμενη διατύπωση της υπό διαβούλευση διάταξης να παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα.

    Σχόλια επί της παραγράφου (3):

    – Επιτρεπόμενες δραστηριότητες
    Ως προς τις δραστηριότητες που δικαιούνται να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη μεταβατική περίοδο, θεωρούμε ότι ο περιορισμός των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων ως προς την παροχή νέων υπηρεσιών ή άσκηση νέων δραστηριοτήτων μπορεί να προκαλέσει κάποια ανασφάλεια στην αγορά ως προς το είδος των επιτρεπομένων δραστηριοτήτων, ιδίως αναφορικά με την αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων, καθώς και τη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων. Για παράδειγμα, δεν είναι ξεκάθαρο (αν και κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι αυτονόητο), εάν για τη μεταβατική περίοδο, η αποδοχή περαιτέρω κεφαλαίων σε υφιστάμενους κατά την ημερομηνία αποχώρησης καταθετικούς λογαριασμούς, καθώς και η επαύξηση των πιστωτικών ορίων σε δάνεια και πιστώσεις που έχουν συναφθεί προ της ημερομηνίας αποχώρησης, επιτρέπονται κατά τη μεταβατική περίοδο. Και ναι μεν υφίσταται η νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον υπουργό οικονομικών να καθορίσει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια (με την παρ. 6) πλην όμως είναι αμφίβολο πόσο αποτελεσματικά μπορούν να καθοριστούν τα σχετικά κρίσιμα θέματα χωρίς κάποια καθοδήγηση από τον ίδιο τον τυπικό νόμο.
    Η παραπάνω ασάφεια, ενδεχομένως να δημιουργήσει πρόβλημα στην πράξη ως προς το τι τελικώς συνιστά απαγορευμένη ‘νέα υπηρεσία’. Το φαινομενικά στενό πεδίο εφαρμογής της διάταξης, η οποία αναφέρεται σε απαγόρευση παροχής οποιωνδήποτε νέων υπηρεσιών, έρχεται σε αντίθεση με την πρακτική άλλων κρατών-μελών, τα οποία επέλεξαν μία πιο ευέλικτη προσέγγιση, όπως λ.χ. η Γερμανία, η νομοθεσία της οποίας επιτρέπει την παροχή υπηρεσιών, οι οποίες βρίσκονται ‘σε στενή σύνδεση’ με υφιστάμενες συμβάσεις κατά τον χρόνο της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. άρθρ. 53 παρ. 12 εδ. β’ του KWG και άρθρ. 39 παρ. 8 εδ. β’ του νόμου για τα ιδρύματα πληρωμών/ZAG). Αντίστοιχη προσέγγιση υιοθέτησε και το Λουξεμβούργο (βλ. άρθρ. 1 του νόμου της 8ης Απριλίου 2019 που ρυθμίζει ομοίως ζητήματα Brexit). Στη Γερμανία καλύπτονται βάσει της αιτιολογικής έκθεσης του σχεδίου νόμου της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, εκείνες οι περιπτώσεις, στις οποίες τυχόν τροποποιήσεις υφισταμένων συμβάσεων είναι τόσο σημαντικές ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως περιπτώσεις παροχής τραπεζικών ή επενδυτικών υπηρεσιών (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του νόμου BT-Drs. 19/7377, σελ. 27, όπου γίνεται ρητά λόγος για “sog. lifecycle events”). Το εδάφιο β’ της παραγράφου 3 φανερώνει πως ο νομοθέτης θέλησε (και ορθώς κατά τη γνώμη μας) να μεριμνήσει για τα λεγόμενα “lifecycle events” σε συμβάσεις παραγώγων. Η συγκεκριμένη αξιολογική στάση του νομοθέτη μπορεί και κατά τη γνώμη μας πρέπει να επεκταθεί και σε έτερα είδη συμβάσεων όπως αυτά που προαναφέρθηκαν.
    Συνεπώς, προτείνεται να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής του νόμου κατά το πρότυπο του γερμανικού νόμου, ώστε να καλυφθούν και υπηρεσίες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν νέες, αρκεί οι συμβάσεις αυτές να συνδέονται στενά με υφιστάμενες, έστω και με τη χρήση μίας ενδεικτικής παράθεσης, ώστε να καλύπτονται και οι περιπτώσεις λ.χ. στις οποίες τα μέρη συμφωνούν την αύξηση του ορίου υφιστάμενης κατά την ημερομηνία αποχώρησης πίστωσης, επέκταση του δικαιώματος χρήσης του κεφαλαίου, καθώς και γενικά η δυνατότητα αναδιάρθρωσης της ληφθείσας πίστωσης. Η τελευταία περίπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, ενόψει της υπάρχουσας προοπτικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και της ανάγκης των ελληνικών επιχειρήσεων να κάνουν χρήση πιστωτικών διευκολύνσεων από πιστωτικά ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου.
    Σαν γενική τέλος παρατήρηση θέλουμε να σημειώσουμε πως ελλείψει ρυθμίσεως στο πλαίσιο μίας συμφωνίας μεταξύ Ε.Ε. και Ηνωμένου Βασιλείου, υφίσταται ενδεχομένως πεδίο για τη χώρα μας, εκμεταλλευόμενη τα περιθώρια που της αφήνει η κοινοτική και εγχώρια νομοθεσία, να νομοθετήσει με γνώμονα και προοπτική να καταστεί μία χώρα με φιλικό καθεστώς προς τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα του Ηνωμένου Βασιλείου, κατορθώνοντας – σε ένα πολύ αισιόδοξο σενάριο – να αποτελέσει και τη μετέπειτα έδρα θυγατρικών εταιρειών τους – λ.χ. νομοθετώντας κάποια ρύθμιση περί της αυτοδίκαιης μεταφοράς συμβατικής σχέσης σε εγχώριο ίδρυμα, εάν απλώς δεν αντιταχθεί εγκαίρως ο πελάτης. Ακόμη και αν τελικώς αποφευχθεί η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου δίχως την επίτευξη συμφωνίας, όπως δείχνουν οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, μία τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την επιθυμία της Ελλάδας για ‘φιλική’ μεταχείριση των επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου.

    Σχόλια επί της παραγράφου (4):

    – Εφαρμογή νομοθετημάτων της ελληνικής νομοθεσίας
    Στην παρ. (4) του άρθρου 07 του σχεδίου νόμου, παρατίθενται τα νομοθετήματα που θα διέπουν τη λειτουργία των ιδρυμάτων και επιχειρήσεων κατά τη μεταβατική περίοδο. Για την αποφυγή παρερμηνειών ως προς το νομοθετικό καθεστώς που θα διέπει τη λειτουργία τους κατά τη μεταβατική περίοδο, καθώς και την σαφή οριοθέτηση της εφαρμοστέας νομοθεσίας, προτείνουμε να προστεθεί το εξής κείμενο στο τέλος της παρ. (4): «…στο μέτρο και στην έκταση που ίσχυαν κατά το χρόνο πριν την ημερομηνία αποχώρησης…». Περαιτέρω ειδικά ως προς την αναφορά στις διατάξεις του Ν. 2533/1997, δεν είναι απολύτως σαφές ποιο τμήμα του εν λόγω νόμου τυγχάνει εφαρμοστέο στα συγκεκριμένα ιδρύματα και επιχειρήσεις κατά τη μεταβατική περίοδο, καθότι το εν λόγω νομοθέτημα αποτελείται ως γνωστόν από διάφορα κεφάλαια που θεσπίζουν διατάξεις του ευρύτερου δικαίου της κεφαλαιαγοράς. Για παράδειγμα δεν είναι σαφές εάν για τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 84 παρ. 2 του εν λόγω Νόμου (‘Συμμετοχή ΕΠΕΥ στο Συνεγγυητικό’), το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθήσει να θεωρείται Κράτος-Μέλος ή τρίτη χώρα κατά τη μεταβατική περίοδο. Θα ήταν λοιπόν κατά τη γνώμη μας σκόπιμο να περιοριστεί η σχετική αναφορά μόνο στις διατάξεις που είναι σχετικές με τη λειτουργία των εν λόγω επιχειρήσεων.