ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
Άρθρο 26
Εποπτεία κοινωφελών περιουσιών
- Η εποπτεία των κοινωφελών περιουσιών ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και συνίσταται, ιδίως:
α) στον έλεγχο τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον νόμο και τη βούληση του διαθέτη,
β) στον έλεγχο τήρησης και συνεχούς ενημέρωσης του Η.Μ.ΚΟΙ.Π.,
γ) στον έλεγχο της ανάρτησης στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π. των στοιχείων, που είναι υποχρεωτικά για τη διοίκηση και διαχείριση των κοινωφελών περιουσιών της παρούσας Ενότητας, ιδίως ετήσιων απολογισμών, ισολογισμών, πιστοποιητικού συμμόρφωσης, οργανισμού, συγκρότησης Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) σε σώμα, προκηρύξεων και συμβάσεων σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 6,
δ) στην καταγραφή των κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών ως ενεργών ή αδρανών,
ε) στην εντολή διενέργειας έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου επί των κοινωφελών περιουσιών.
- Ειδικά οι αρμοδιότητες της παρ. 1 ως προς τα ενεργά κοινωφελή ιδρύματα και τις ενεργές αυτοτελείς περιουσίες ασκούνται και από τις κατά τόπο αρμόδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, με βάση την έδρα της διοίκησής τους.
Άρθρο 27
Δήλωση περιουσιών – Επιβράβευση υπόδειξης
- Κάθε κοινωφελής περιουσία γνωστοποιείται υποχρεωτικά στην εποπτεύουσα αρχή και καταχωρίζεται με ευθύνη της διοίκησης ή του διαχειριστή της στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π..
- Τα πρόσωπα που, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29, καταδεικνύουν στην εποπτεύουσα αρχή περιουσιακά στοιχεία της παρούσας Ενότητας, άγνωστα στο Δημόσιο, δικαιούνται αμοιβής. Η αμοιβή καταβάλλεται μετά την εκκαθάριση και την περιέλευση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, στο Δημόσιο ή τον φορέα εκτέλεσης κοινωφελούς σκοπού. Το ύψος της αμοιβής δεν μπορεί να ανέρχεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας της εκκαθαρισθείσας περιουσίας.
- Την αμοιβή της παρ. 2 δεν δικαιούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που υποχρεούνται από τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα να συμβάλλουν στην εξακρίβωση περιουσιακών στοιχείων υπέρ του Δημοσίου.
Άρθρο 28
Υποχρεώσεις δικαστικών γραμματέων και προξενικών αρχών
- Σε περίπτωση θανάτου διαθέτη πριν από την 1η.11.2025, όταν δημοσιεύεται διαθήκη ή κατατίθεται δημοσιευθείσα στο εξωτερικό διαθήκη, η οποία περιέχει διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ φυσικού ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ο Γραμματέας του δικαστηρίου ή η προξενική αρχή της δημοσίευσης ή κατάθεσης, καθώς και ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον οποίο περιέρχεται τέτοια διαθήκη, υποχρεούνται να διαβιβάζουν αντίγραφο των σχετικών πρακτικών δημοσίευσης στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αμελλητί και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα.
- Ο Γραμματέας του δικαστηρίου της κληρονομίας υποχρεούται, εντός του ίδιου ως άνω χρονικού διαστήματος, να γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κάθε δήλωση που κατατίθεται ενώπιον του δικαστηρίου και αφορά:
α) αποποίηση κληρονομίας με διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού και
β) αποδοχή, αποποίηση ή παραίτηση από το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης με διάταξη υπέρ κοινωφελούς σκοπού.
- Ο Γραμματέας του αρμόδιου δικαστηρίου υποχρεούται να διαβιβάζει στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίγραφο κάθε απόφασης διάλυσης σωματείου, εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τη θεώρησή της. Σε περίπτωση διάλυσης σωματείου χωρίς δικαστική απόφαση, την υποχρέωση ενημέρωσης της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας φέρουν τα όργανα διοίκησης του σωματείου και, σε κάθε περίπτωση, οι εκκαθαριστές του.
Άρθρο 29
Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, πιστωτικών ιδρυμάτων και λοιπών προσώπων
- Οι συμβολαιογράφοι διαβιβάζουν στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντίγραφα διαθηκών που δημοσιεύουν, πράξεων αποδοχής κληρονομίας και συμβάσεων δωρεών που συντάσσουν, όταν αυτές περιλαμβάνουν διατάξεις υπέρ κοινωφελούς σκοπού, αμελλητί και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση ή τη σύνταξή τους, αντίστοιχα.
- Τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές εταιρείες και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με το οποίο συμφώνησε πρόσωπο που απεβίωσε να καταβάλουν, κατ’ εντολή του, χρηματικό ποσό ή να παραδώσουν άλλο περιουσιακό στοιχείο υπέρ κοινωφελούς σκοπού, σε κληρονόμο του, στο Δημόσιο ή σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υποχρεούνται, αμέσως μόλις λάβουν γνώση του επελθόντος θανάτου, να ενημερώσουν σχετικά τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
- Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων υποχρεούται, εφόσον περιέλθει σε γνώση της πράξη αποδοχής κληρονομίας ή σύμβαση δωρεάς με διάταξη κοινωφελούς σκοπού ή πληροφορία σχετικά με συμφωνία της παρ. 2, να ενημερώσει εγγράφως τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 30
Σύσταση Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών
- Συστήνεται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών, το οποίο αποτελείται από τα εξής μέλη:
α) Έναν (1) Αντιπρόεδρο ή Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο,
β) έναν (1) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
γ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών ή της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,
δ) ένα (1) εν ενεργεία μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με πιστοποίηση αναλυτή από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,
ε) ένα (1) εν ενεργεία μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, πιστοποιημένο εκτιμητή ακινήτων, με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ή μηχανολόγου μηχανικού ή αρχιτέκτονα.
Αναλόγως της φύσης των προς συζήτηση θεμάτων, μπορεί να καλούνται υπάλληλοι των αρμόδιων εκ του σκοπού της περιουσίας Υπουργείων, οι οποίοι μετέχουν στη συζήτηση χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Σε περίπτωση παραπομπής θεμάτων της παρ. 2 του άρθρου 31, στο Συμβούλιο συμμετέχει επιπλέον, ο Διευθυντής Κοινωφελών Περιουσιών της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Στην περίπτωση αυτή, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου.
- Ο Πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου και το μέλος της περ. β) της παρ. 1, με τους αναπληρωτές τους, προτείνονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τα μέλη των περ. δ) και ε) της παρ. 1 προτείνονται με τους αναπληρωτές τους από τον Πρόεδρο του οικείου Επιμελητηρίου, μέσα σε έναν (1) μήνα από την αποστολή πρόσκλησης από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, τα μέλη των περ. δ) και ε) της παρ. 1 επιλέγονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίζονται ο γραμματέας με τον αναπληρωτή του, που είναι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών.
- Η θητεία του Προέδρου και των μελών των περ. β), δ) και ε) της παρ. 1 είναι τριετής. Η θητεία του Προέδρου και του μέλους της περ. β) της παρ. 1 μπορεί να ανανεωθεί άπαξ, για ισόχρονο διάστημα. Μετά τη λήξη της θητείας τους τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών εξακολουθούν νομίμως να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την αντικατάστασή τους. Το Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει έγκυρα μέχρι την αντικατάσταση μελών του, τα οποία εξέλιπαν ή αποχώρησαν για οποιονδήποτε λόγο ή απώλεσαν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.
- Στο Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών εισηγούνται για τα θέματα της παρ. 1 του άρθρου 31 υπάλληλοι της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ενώ για τα θέματα της παρ. 2 του άρθρου 31 εισηγούνται υπάλληλοι της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου. Για τεχνικά ζητήματα εισηγείται υπάλληλος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
- Τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών λαμβάνουν για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις, ειδική αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), περί αμοιβών συλλογικών οργάνων. Η αποζημίωση βαρύνει την ειδική πίστωση του άρθρου 39.
- Συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται τα άρθρα 13 έως 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45), περί συγκρότησης, σύνθεσης, λειτουργίας και λήψης αποφάσεων.
Άρθρο 31
Αρμοδιότητες Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών
1.Το Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών γνωμοδοτεί για κάθε θέμα, το οποίο παραπέμπεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπως για την επίλυση θεμάτων γενικότερης σημασίας ή τον έλεγχο αναρτητέων ή αναρτηθεισών πράξεων διοίκησης ή διαχείρισης ιδιαιτέρως μεγάλου ή εξαιρετικά σημαντικού αντικειμένου, στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π..
- Στο Κεντρικό Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών δύνανται να παραπέμπονται τα θέματα της παρ. 1, δια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, και μετά από αίτημα του Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ – ΔΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 32
Εκτέλεση και ερμηνεία ιδρυτικών πράξεων – Προϋποθέσεις μεταβολής σκοπού ή αξιοποίησης
- Οι κοινωφελείς περιουσίες αξιοποιούνται σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, όπως αυτή προκύπτει από την ιδρυτική πράξη.
- Κάθε αμφισβήτηση ή αμφιβολία σχετικά με το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή επιλύεται από το αρμόδιο, κατ’ άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), δικαστήριο.
- Με απόφαση του δικαστηρίου της παρ. 2, επιτρέπεται η μεταβολή του κοινωφελούς σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης κοινωφελούς περιουσίας, εφόσον:
α) ο αρχικός σκοπός δεν είναι πλέον εφικτό να εκπληρωθεί, εν όλω ή εν μέρει. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπονται η αντικατάσταση με νέο κοινωφελή σκοπό και η συνακόλουθη προσαρμογή του τρόπου αξιοποίησης,
β) ο αρχικός σκοπός μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης. Σε αυτή την περίπτωση επιτρέπεται η μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης, καθώς και, εφόσον απαιτείται, η συμπληρωματική προσαρμογή του σκοπού.
Σε κάθε περίπτωση διασφαλίζεται ο κοινωφελής χαρακτήρας της περιουσίας και ότι ο νέος σκοπός ή ο νέος τρόπος αξιοποίησης παραμένει, όσο το δυνατόν, πλησιέστερα προς τη βούληση και το πνεύμα του ιδρυτή ή διαθέτη.
Άρθρο 33
Διαδικασία υποβολής και δημοσιότητας της αίτησης μεταβολής του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης
- Η αίτηση για τη μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης της κοινωφελούς περιουσίας υποβάλλεται από:
α) το αρμόδιο όργανο διοίκησης ή διαχείρισης της κοινωφελούς περιουσίας ή
β) την εποπτεύουσα αρχή, ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης ή διαχείρισης της περιουσίας, ή
γ) κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον.
Στις περ. α) και γ) η αίτηση μεταβολής του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης κοινοποιείται στην εποπτεύουσα αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης.
- Περίληψη της υποβληθείσας αίτησης αναρτάται τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από τη δικάσιμο:
α) στην ιστοσελίδα της εποπτεύουσας αρχής και
β) στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π.,
και παραμένει αναρτημένη έως και τη συζήτησή της.
Άρθρο 34
Συνέπειες δικαστικής απόφασης για τη μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης
- Εφόσον δυνάμει δικαστικής απόφασης κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του οργανισμού ή του καταστατικού του νομικού προσώπου που διοικεί και διαχειρίζεται την οικεία κοινωφελή περιουσία, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από τη γνώση αυτής, πρόταση αντίστοιχης τροποποίησης του καταστατικού ή του οργανισμού.
Σε περίπτωση κατεπείγοντος, η απόφαση εφαρμόζεται και χωρίς την απαιτούμενη τροποποίηση του οργανισμού ή του καταστατικού.
- Σε περίπτωση που, με την αίτηση του άρθρου 33 προς το αρμόδιο δικαστήριο, ζητείται να διατεθούν περιουσιακά στοιχεία κοινωφελούς ιδρύματος σε άλλο κοινωφελές ίδρυμα προς εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, η σχετική δίκη ανακοινώνεται στο τελευταίο, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182). Η μεταβίβαση κινητών περιουσιακών στοιχείων επέρχεται αυτοδικαίως με την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ενώ η μεταβίβαση ακινήτων συντελείται με τη μεταγραφή της, σύμφωνα με το άρθρο 1192 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Το ίδρυμα στο οποίο μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις του μεταβιβάζοντος ιδρύματος έναντι τρίτων. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομά του, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επανάληψής τους. Μέχρι τη συντέλεση της μεταβίβασης, η διοίκηση του μεταβιβάζοντος ιδρύματος διατηρεί την ευθύνη για τη διαχείριση της μεταβιβαζόμενης περιουσίας.
Άρθρο 35
Ορισμός μη εφικτού νέου τρόπου αξιοποίησης
Εάν μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης μεταβολής του τρόπου αξιοποίησης, ο νέος τρόπος αξιοποίησης κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, επιτρέπεται η αξιοποίηση της κοινωφελούς περιουσίας σύμφωνα με τον αρχικά καθορισθέντα τρόπο από τον διαθέτη ή δωρητή, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται απόφαση του οργάνου διοίκησης ή διαχείρισης της κοινωφελούς περιουσίας, η οποία κοινοποιείται στην εποπτεύουσα αρχή εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή της.
Άρθρο 36
Δίκες κοινωφελών περιουσιών – Κοινοποίηση εγγράφων
- Εκτός από τους εκτελεστές διαθηκών, τους διοικητές κοινωφελών περιουσιών και τον Φορέα, και η εποπτεύουσα αρχή νομιμοποιείται:
α) να ασκεί κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση ή την εξασφάλιση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα,
β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, και γ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης.
- Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα της παρ. 1 κοινοποιούνται υποχρεωτικά στην εποπτεύουσα αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα Ενότητα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται ο Κώδικας νόμων περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου (Διάταγμα της 26.6/10.7.1944, Α΄ 139).
- Η κοινοποίηση προσκλήσεων ή άλλων εγγράφων, πλην δικογράφων, εκ μέρους της εποπτεύουσας αρχής προς τον Φορέα, τους εκκαθαριστές κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, τους εκτελεστές διαθηκών, τους διοικητές ιδρυμάτων ή αυτοτελών περιουσιών ή προς άλλα πρόσωπα σχετικά με τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των προσώπων ή μέσω της Ψηφιακής υπηρεσίας «Υποβολή αιτήσεων/στοιχείων/εγγράφων για κοινωφελείς περιουσίες» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr – ΕΨΠ), εκτός αν οι αποδέκτες έχουν επιλέξει άλλο τρόπο επίδοσης ή κοινοποίησης μέσω του Εθνικού Μητρώου Επικοινωνίας (Ε.Μ.Επ) του άρθρου 17 του ν. 4704/2020 (Α’ 133) ή με σχετική αίτησή τους προς την εποπτεύουσα αρχή. Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να κοινοποιήσει τα έγγραφα αυτά και με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο, εφόσον το κρίνει σκόπιμο.
Άρθρο 37
Παροχή πληροφοριών
Η εποπτεύουσα αρχή, οι διοικητές και διαχειριστές κοινωφελών περιουσιών, οι εκτελεστές διαθηκών και ο Φορέας δικαιούνται να ζητούν από φορείς του Δημοσίου, νομικά ή φυσικά πρόσωπα, που μπορεί να κατέχουν στοιχεία της κοινωφελούς περιουσίας, και ιδίως από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες και από την εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Ανώνυμη Εταιρεία», πληροφορίες για τα στοιχεία αυτά και να ενεργούν έλεγχο για την εξακρίβωση των περιουσιών αυτών. Οι ζητούμενες πληροφορίες παρέχονται ατελώς και χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ-ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 38
Διαχείριση καταθέσεων
- Οι κληρονόμοι, κληροδόχοι, εκτελεστές διαθηκών, διοικητές κοινωφελών ιδρυμάτων και διαχειριστές αυτοτελών περιουσιών καταθέτουν τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από τις περιουσίες της παρούσας Ενότητας σε έναν ή περισσότερους έντοκους λογαριασμούς όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμίας. Ενημερώνουν άμεσα την εποπτεύουσα αρχή για τα στοιχεία των λογαριασμών, αιτιολογώντας τον σκοπό της κατάθεσης και τα αναρτούν στο Η.Μ.ΚΟΙ.Π..
- Τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία τηρούνται τίτλοι υπέρ κοινωφελών σκοπών, χωρίς ειδική εντολή, εισπράττουν κατά τη λήξη τα μερίσματα ή άλλα ωφελήματα αυτών και τα καταθέτουν στους αντίστοιχους λογαριασμούς. Τα εν λόγω ποσά καθίστανται αυτοδικαίως έντοκα από την ημερομηνία λήξης τους.
- Σε περίπτωση σύστασης επικαρπίας ή καταπιστεύματος επί κινητών αξιών ή μετρητών, των οποίων η κυριότητα έχει καταλειφθεί στο Δημόσιο, σε κοινωφελές ίδρυμα ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού, ο επικαρπωτής ή ο βεβαρημένος με καταπίστευμα καταθέτει τα αντίστοιχα ποσά σε πιστωτικό ίδρυμα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκτός εάν άλλως ορίζεται ρητώς στη διαθήκη. Κατ’ εξαίρεση, η εποπτεύουσα αρχή δύναται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή της, να επιτρέψει την απευθείας διαχείριση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων από τον δικαιούχο, υπό την προϋπόθεση παροχής επαρκούς ασφάλειας.
- Η μεταφορά ή μετατροπή των καταθέσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3 γίνεται μόνο με εντολή του δικαιούχου και με ταυτόχρονη ενημέρωση της εποπτεύουσας αρχής. Σε αντίθετη περίπτωση, το πιστωτικό ίδρυμα υπέχει ευθύνη για κάθε ζημία που προκαλείται.
Άρθρο 39
Πόροι και έξοδα διοίκησης κοινωφελών περιουσιών
- Στον κρατικό προϋπολογισμό προβλέπεται κάθε έτος ειδική πίστωση για τη λειτουργία του Η.Μ.ΚΟΙ.Π. και για τα έξοδα διοίκησης και εποπτείας των κοινωφελών περιουσιών της παρούσας Ενότητας.
- Τα πρόστιμα του άρθρου 55, της παρ. 2 του άρθρου 105 και της παρ. 2 του άρθρου 129, καθώς και τα τέλη, που εισπράττονται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 6 αποτελούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.
- Για την αντιμετώπιση δαπανών της εποπτεύουσας αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της που απορρέουν από την παρούσα Ενότητα, επιβάλλεται ετήσια παρακράτηση σε βάρος των εσόδων των κοινωφελών περιουσιών, κατά ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5%).
Άρθρο 40
Πάγια προκαταβολή
- Για την κάλυψη αμοιβών, δαπανών και εξόδων εκκαθάρισης κοινωφελών περιουσιών, που δεν διαθέτουν επαρκή ρευστότητα, είναι δυνατή η σύσταση, σύμφωνα με τα άρθρα 108 έως 115 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), πάγιας προκαταβολής υπέρ της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, την οποία διαχειρίζεται ο εκάστοτε προϊστάμενος Διεύθυνσης ή ο αναπληρωτής του. Μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης τα αντίστοιχα ποσά εισπράττονται από το ενεργητικό ή τα έσοδα της περιουσίας και αποδίδονται στον λογαριασμό από τον οποίο εκταμιεύθηκαν.
- Η παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως ως προς τις σχολάζουσες κληρονομίες για την πληρωμή κάθε είδους αμοιβών, δαπανών και εξόδων τους.





Σχόλιο επί της παρ. 2 του άρθρου 32 : «Εδώ τίθεται ζήτημα, διότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «επιτρέπεται» η μεταβολή του κοινωφελούς σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης της περιουσίας και ότι για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η έκδοση δικαστικής απόφασης. Όμως από την διάταξη της παραγράφου 34 παρ. 1 του αυτού νόμου προκύπτει ότι για την τροποποίηση του καταστατικού (και άρα και αναφορικά με τον τρόπο αξιοποίησης της περιουσίας) θα πρέπει η άνω απόφαση να υποβληθεί στην εποπτεύουσα αρχή με πρόταση προς τροποποίηση. Άρα δεν καθίσταται κατανοητό το εάν η τροποποίηση του καταστατικού ή αλλαγή του τρόπου αξιοποίησης της περιουσίας είναι αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης ή αν, αντιθέτως, χρειάζεται και η απόφαση της εποπτεύουσας αρχής επί της πρότασης.».
Σχόλιο επί της παρ. 1 εδ. τελ. του άρθρου 33: «Η αίτηση (προς το Δικαστήριο) για την μεταβολή του σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης της περιουσίας κοινοποιείται στην εποπτεύουσας αρχή, η οποία μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να συμμετάσχει στην δίκη. Επομένως, δεν υπάρχει ανάγκη να υπάρχει η πρόβλεψη του άρθρου 34 παρ. 1 για υποβολή πρότασης περί τροποποίησης κατόπιν της απόφασης.».
Σχόλιο επί της παρ. 1 του άρθρου 34: «Εδώ τίθεται το αυτό ζήτημα, όπως και ανωτέρω έχουμε αναφέρει σχετικά με την παρ. 2 του άρθρου 32, ότι δηλ. η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «επιτρέπεται» η μεταβολή του κοινωφελούς σκοπού ή του τρόπου αξιοποίησης της περιουσίας και ότι για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η έκδοση δικαστικής απόφασης. Όμως από την διάταξη της παρ. του παρόντος άρθρου προκύπτει ότι για την τροποποίηση του καταστατικού (και άρα και αναφορικά με τον τρόπο αξιοποίησης της περιουσίας) θα πρέπει η άνω απόφαση να υποβληθεί στην εποπτεύουσα αρχή με πρόταση προς τροποποίηση. Άρα δεν καθίσταται κατανοητό το εάν η τροποποίηση του καταστατικού ή αλλαγή του τρόπου αξιοποίησης της περιουσίας είναι αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης ή αν, αντιθέτως, χρειάζεται και η απόφαση της εποπτεύουσας αρχής επί της πρότασης.».
Σχόλιο επί της παρ. 2 του άρθρου 34: «Δεν υπάρχει αποχρών λόγος για την διαφοροποίηση αυτή. Η διάθεση περιουσιακών στοιχείων συνιστά και αυτή μεταβολή του τρόπου αξιοποίησης της περιουσίας. Και, αν εν προκειμένω, επιτρέπεται η διάθεση ακινήτων με μόνη την δικαστική απόφαση θα πρέπει το αυτό να ισχύσει και για την ανάλωση του κεφαλαίου, χωρίς να απαιτείται πέραν της δικαστικής απόφασης και απόφαση της εποπτεύουσας αρχής επί της οικείας πρότασης».
Επί του άρθρου 39 παρ. 1 , θέλω να επισημάνω ότι :
Επειδή υπάρχει ήδη νομοθετημένο και πλήρως λειτουργικό προηγούμενο όπου οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις ενισχύονται από ειδικά έσοδα που προέρχονται από δραστηριότητες εντός των αρμοδιοτήτων τους.
Επειδή πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 και 5 του ν. 4018/2011 (ΦΕΚ Α’ 215) και το άρθρο 171 του ν. 4251/2014, όπως ισχύει (ΦΕΚ Α’ 81/2023), μέρος των εσόδων από τα παράβολα αδειών διαμονής καταχωρίζεται σε ειδικούς ΚΑΕ και στη συνέχεια κατανέμεται στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις με ΚΥΑ (ενδεικτικά ΦΕΚ Β’ 1314/2016).
Επειδή το υφιστάμενο αυτό μοντέλο αποτελεί σαφές παράδειγμα ότι η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων μέσω θεσμοθετημένων μηχανισμών αξιοποίησης ειδικών εσόδων, ώστε να ανταποκρίνονται στις αρμοδιότητές τους.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, στο νέο Πλαίσιο Εποπτείας των Κοινωφελών Περιουσιών, είναι απολύτως συνεπές και τεχνικά εφαρμόσιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις να ενισχύονται από έσοδα των Ιδρυμάτων ή των λοιπών κοινωφελών φορέων, κατά τρόπο ανάλογο με το υφιστάμενο παράδειγμα των Διευθύνσεων Αλλοδαπών και Μετανάστευσης
Στα άρθρα 30 & 31 να προστεθούν διατάξεις αντίστοιχες με αυτές του ισχύοντος Ν.4182/2013, περί της λειτουργίας Συμβουλίων Κοινωφελών Περιουσιών στις αντίστοιχες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις.
Είναι πρακτικώς ανέφικτο όλα τα ζητήματα να συγκεντρώνονται και να εξετάζονται από ένα Κεντρικό Συμβούλιο στην Αθήνα.
Αλλά και πέραν του φόρτου που θα προκαλέσει κάτι τέτοιο, η συμμετοχή στα κατά τόπους συμβούλια, των αντιπροσώπων των οικείων περιφερειακών επιμελητηρίων (Οικονομικού και Τεχνικού) ενισχύει την επιδιωκόμενη με το παρόν νομοσχέδιο, αναπτυξιακή οπτική που πρέπει να διέπει τη διαχείριση των Κοινωφελών Περιουσιών, προς εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη αλλά και της συνολικής βιωσιμότητας των Ιδρυμάτων.
Στο άρθρο 26 παρ. 2 η διατύπωση «με βάση την έδρα της διοίκησή τους» να αντικατασταθεί : «με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. ε »
και στο άρθρο 4 – ΟΡΙΣΜΟΙ να έχει προηγηθεί η αλλαγή :
» η Εποπτεία των Κοινωφελών Περιουσιών ανατίθεται στις αντίστοιχες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις βάσει του που εκτελείται ο σκοπός του Κοινωφελούς Ιδρύματος »
Θα μπορούσε σε κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις να προτάσσεται το κριτήριο του τόπου της ακίνητης περιουσίας, στο πνεύμα του Α.Ν. 2039/39
Άρθρο 36 παρ. 2:
Κρίνεται σκόπιμο να περιοριστεί η υποχρέωση ανάρτησης αποκλειστικά στις νομικές πράξεις που επιφέρουν μεταβολή στην περιουσιακή κατάσταση του νομικού προσώπου. Άλλως όχι επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, διότι θα είναι ενάντια στα συμφέροντα του Ιδρύματος, π.χ. άσκηση αγωγής για την απόδοση μισθίου ή διεκδίκησης οφειλομένων που απορρίπτεται αν δεν έχει κοινοποιηθεί στην εποπτεύουσα αρχή.
Περαιτέρω, αν το Ίδρυμα ασκήσει ασφαλιστικά μέτρα, ανακοπές κ.λ.π., όπου πολλές φορές οι προθεσμίες είναι ασφυκτικές, θα πρέπει το σχετικό ένδικο βοήθημα να έχει κοινοποιηθεί στην εποπτεύουσα αρχή? Επίσης, θα πρέπει να προβλεφθεί ο τρόπος με τον οποίο θα αποδεικνύεται η κοινοποίηση των ενδίκων βοηθημάτων στην εποπτεύουσα αρχή. Θα γίνεται με δικαστικό επιμελητή (που ενέχει κόστος), ή μέσα από τη πλατφόρμα?
Η αρμοδιότητα των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων είναι ασαφής και πρέπει να αποσαφηνιστεί από τον ίδιο το νόμο. Η αναφορά μόνο στην έδρα ενός κοινωφελούς φορέα δεν μπορεί να αποτελεί το μόνο κριτήριο, π.χ τι νόημα έχει να εποπτεύει την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος ο Γραμματέας της Α.Δ. Αττικής καθότι εδρεύει στην Αθήνα, όταν οι σκοποί της εκτελούνται στην Ήπειρο;
Επίσης κρίνεται σκόπιμο η αρμοδιότητα σε κάποιες ρητά κατονομαζόμενες περιπτώσεις να μην μεταβιβάζεται, ιδίως όταν πρόκειται για σκοπούς που αφορούν άμεσα το κράτος. Προτείνεται στο άρθρο 26 παρ.2 να προστεθεί νέα παράγραφος ως εξής: «3. Κοινωφελείς περιουσίες για τους σκοπούς των Ενόπλων Δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, των ασφαλιστικών ταμείων, της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης και των πολιτικών κομμάτων εποπτεύονται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών».
Πολύ σωστή κίνηση, η καθιέρωση αμοιβής για τους πολίτες που θα αναδεικνύουν τις περιπτώσεις σχολάζοντας κληρονομιάς.
Προτείνω την δημιουργία ηλεκτρονικής πύλης, για την καταχώρηση των περιπτώσεων αυτών, με χρήση των κωδικών τάξης των πολιτών, για την υπευθυνότητα και την καταγραφή της πράξης.
Σε κάθε περίπτωση, μετά την δημοσίευση του Νόμου θα ήταν απαραίτητη η δημοσιοποίηση του θέματος της αμοιβής, εκτιμώ, ότι σε λιγότερο από εξάμηνο θα έχει καταγραφεί όλα τα ακίνητα.
[αρθ. 27] Η ανάδειξη σχολάζουσας ακίνητης κληρονομίας είναι πρόσφορο να συνοδεύεται και με παράδοση κλειδιών και αποδεικτικών εγγράφων υπάρξεως της για επιτάχυνση της διαδικασίας.
Σημαντική η πληροφόρηση που παρέχεται από το λειτουργούν Κτηματολόγιο.
Είναι ευκαιρία να διασαφηνιστεί εάν η υποχρέωση ενημέρωσης της Εποπτεύουσας ισχύει μόνο όταν πρόκειται για μεταφορά συνολικά της κατάθεσης ή για μετατροπή της σε κάποιου είδους επένδυση. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή αφορά οποιαδήποτε κίνηση του λογαριασμού, αποκλείεται εκ των πραγμάτων η χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικής τραπεζικής(internet-banking) από τα Ιδρύματα, η οποία όμως αποτελεί επιτακτική, εύλογη και διαχρονική ανάγκη.
Επομένως, από τις ανάγκες της σύγχρονης συναλλακτικής πρακτικής προκύπτει ότι οι συναλλαγές επί λογαριασμών οι οποίες εμπίπτουν στην τρέχουσα διαχείριση των οικονομικών ενός Ιδρύματος, θα πρέπει να εξαιρούνται της υποχρέωσης ενημέρωσης της εποπτεύουσας αρχής. Κατά μία πιο συντηρητική αλλά ενδιάμεση προσέγγιση, Θα μπορούσε να τεθεί ένα πλαίσιο ως προς το ποιές εννοούνται ως τέτοιες(τρέχουσες).