ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΕΦΕΤΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΝΣΗΜΑ – ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ (άρθρα 51-54)

Άρθρο 51

Κλήρωση και στελέχωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων και λειτουργία των Ποινικών Τμημάτων και του Τμήματος Βουλευμάτων – Τροποποίηση άρθρου 20 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών

Στο άρθρο 20 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α` 109), περί κλήρωσης των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. γγ) της περ. γ) της παρ. 3, οι λέξεις «εφετείων και των τριμελών εφετείων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εφετείων, των τριμελών εφετείων και των μονομελών εφετείων», β) στην περ. α’ της παρ. 12 βα) στο πρώτο εδάφιο, i) οι λέξεις «Εφετείο Αθηνών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ποινικό Τμήμα των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης», ii) πριν από τις λέξεις
«, ο αριθμός των δικαστών» προστίθενται οι λέξεις «και Θεσσαλονίκης», ββ) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «για δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών που έχουν οριστεί για να προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια και όλων των εφετών που υπηρετούν στο Δικαστήριο αυτό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έως δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών και εφετών που έχουν οριστεί για να συμμετέχουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια», βγ) στο τρίτο εδάφιο μετά τις λέξεις «δύο (2) δικαστικά έτη» προστίθενται οι λέξεις «, για το Τμήμα Βουλευμάτων», βδ) στο δέκατο εδάφιο μετά τις λέξεις «όλων των εφετών» προστίθενται οι λέξεις «του Ποινικού Τμήματος», βε) στο δέκατο τέταρτο εδάφιο μετά τις λέξεις «Τα αναπληρωματικά μέλη» προστίθενται οι λέξεις «συμμετέχουν στις συνθέσεις των ποινικών ακροατηρίων και», γ) προστίθεται παρ. 14 και το άρθρο 20 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 20Κλήρωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων  1. Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Στα Εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ορίζονται από την ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια. Στο Εφετείο Αθηνών οι ανωτέρω δικαστές ορίζονται για δύο (2) έτη, με δυνατότητα ανανέωσης της θητείας τους για ένα (1) έτος. Για την κάλυψη των κενών που δημιουργούνται, από οποιεσδήποτε υπηρεσιακές μεταβολές, στους δικαστές οι οποίοι προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια, η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί και να συμπληρώνει τις ανωτέρω αποφάσεις της. Στα Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, οι δικαστές, οι οποίοι προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια, ορίζονται από την Ολομέλειά τους για δύο (2) έτη, με δυνατότητα παράτασης της θητείας τους για ένα (1) ακόμα έτος. Στους πίνακες που καταρτίζονται από την ολομέλεια περιλαμβάνεται ο ανάλογος με τις ανάγκες του δικαστηρίου αριθμός δικαστών, μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση των τακτικών και αναπληρωματικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος, από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο. Με αιτιολογημένη πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης των ανωτέρω Δικαστηρίων, είναι δυνατόν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, για υπηρεσιακούς λόγους, να παρατείνεται μια φορά και για χρονικό διάστημα μέχρι το ήμισυ της θητείας τους η θητεία των δικαστών που προεδρεύουν στα ποινικά δικαστήρια. Η απόφαση κοινοποιείται άμεσα στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και στον αρμόδιο Επιθεωρητή Αεροπαγίτη.2. Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικάσιμους κάθε μήνα γίνεται από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του δεύτερου δεκαήμερου του προηγούμενου μήνα και, αν αυτή δεν υπάρχει ή ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται την επόμενη δικάσιμο ή εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα.3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ` αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα:α) Στο πρωτοδικείο:αα) όλων των προέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός προέδρων των τριμελών πλημμελειοδικείων,αβ) των αρχαιότερων πρωτοδικών της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024 (Α` 65), από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων,αγ) όλων των υπόλοιπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων,αδ) των παρέδρων πρωτοδικείου, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των συνθέσεων των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων.β) Στην εισαγγελία πρωτοδικών:βα) όλων των εισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός εισαγγελέων των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων,ββ) όλων των αντεισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών και των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων,βγ) των παρέδρων εισαγγελίας, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μονομελών πλημμελειοδικείων και, εφόσον επιβάλλεται από τις υπηρεσιακές ανάγκες, ανάλογος αριθμός ως εισαγγελέων των τριμελών πλημμελειοδικείων.γ) Στο εφετείο:γα) των αρχαιότερων προέδρων εφετών μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των τριμελών εφετείων της υποπερ. i) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και της περ. 8 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, A` 96),γβ) των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, μέχρι τον αναγκαίο αριθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων των υποπερ. ii) και iii) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και των περ. 1 έως 7 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και των μονομελών εφετείων,γγ) όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των τριμελών εφετείων και των μονομελών εφετείων.δ) Στην εισαγγελία εφετών:δα) όλων των εισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών εφετείων, και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός εισαγγελέων των τριμελών εφετείων της υποπερ. i) της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 7 και της περ. 8 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,δβ) όλων των αντεισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών και των μονομελών εφετείων.4. Με βάση τους παραπάνω πίνακες, ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια της περιόδου για την οποία γίνεται η κλήρωση. Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, τοποθετούνται πάλι στην κληρωτίδα. Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ’ επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν, με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο ή στον διευθύνοντα την εισαγγελία, την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα. Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία. Στο δικαστήριο που ενεργεί την κλήρωση μετέχουν δύο (2) γραμματείς, οι οποίοι τηρούν τα πρόχειρα πρακτικά χωριστά σε δύο (2) όμοια πρωτότυπα ο καθένας, τα οποία υπογράφονται στην έδρα από τα μέλη της σύνθεσης. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η κλήρωση των συνθέσεων των δικαστηρίων μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά.5. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι σύνεδροι δικαστές.6. Ο κανονισμός του δικαστηρίου και, αν δεν υπάρχει, η πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του διευθύνοντος το δικαστήριο, ρυθμίζει τις λοιπές λεπτομέρειες της διαδικασίας της κλήρωσης.7. α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα. Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου.β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως.8. Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή να αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ` εξαίρεση επιτρέπονται:α. ο προσδιορισμός αν: αα) συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, αβ) ο κατηγορούμενος κρατείται και συμπληρώνεται το ανώτατο όριο της προσωρινής του κράτησης, αγ) πρόκειται για υποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 31, αδ) ο νόμος ορίζει προθεσμία προσδιορισμού. Με πράξη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο μπορεί i) να εφαρμοστεί η ανωτέρω ρύθμιση αναλόγως και σε άλλα ποινικά δικαστήρια, ii) να αποφασίζεται η διεξαγωγή συμπληρωματικής κλήρωσης προεδρευόντων και αναπληρωτών προεδρευόντων όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο.β. η αναβολή αν: βα) ο νόμος ορίζει προθεσμία αναβολής, ββ) συντρέχει λόγος αναβολής σε σύντομη ρητή δικάσιμο, που αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση.»9. Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών.10. Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.11. Οι παρ. 1 έως 10 δεν εφαρμόζονται στην κατάρτιση των συνθέσεων των δικαστηρίων ανηλίκων.

  1. α. Στο Ποινικό Τμήμα των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης λειτουργεί Τμήμα Βουλευμάτων για τη συγκρότηση του οποίου ορίζεται από την Ολομέλεια των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ο αριθμός των δικαστών που είναι αναγκαίος για την στελέχωσή του. Οι δικαστές, πρόεδροι εφετών και εφέτες, που μετέχουν στο Τμήμα Βουλευμάτων, με ισάριθμους αναπληρωματικούς, ορίζονται έως δύο (2) δικαστικά έτη με κλήρωση μεταξύ των προέδρων εφετών και εφετών που έχουν οριστεί για να συμμετέχουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια. Σε περίπτωση κλήρωσης των δικαστών για μία διετία, αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην κλήρωση για τα επόμενα δύο (2) δικαστικά έτη, για το Τμήμα Βουλευμάτων. Η κλήρωση γίνεται από το Α’ Τριμελές Εφετείο κατά την τελευταία δικάσιμο του Ιουνίου σε δημόσια συνεδρίαση και με δύο (2) κληρωτίδες. Αν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι υπηρεσιακές μεταβολές, σύμφωνα με το άρθρο 61, η κλήρωση μπορεί να διενεργηθεί το αργότερο μέχρι τις 15 Ιουλίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το ανωτέρω δικαστήριο συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν τα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών και των εφετών. Στη συνέχεια, τοποθετούνται τα σφαιρίδια σε χωριστές κληρωτίδες για τους προέδρους εφετών και τους εφέτες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών, τον ορισθέντα από την ολομέλεια αριθμό προέδρων εφετών, και των αναπληρωματικών τους. Ακολούθως, εξάγει από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των εφετών του Ποινικού Τμήματος, αριθμό κλήρων ίσο προς τον διπλάσιο αριθμό των εφετών που πρόκειται να υπηρετήσουν στο Τμήμα Βουλευμάτων. Από τους κληρωθέντες οι πρώτοι κατά σειρά της κλήρωσης μέχρι τη συμπλήρωση του ημίσεος του όλου αριθμού αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του τμήματος. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσονται πρόχειρα πρακτικά, σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται στην έδρα. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Τα αναπληρωματικά μέλη συμμετέχουν στις συνθέσεις των ποινικών ακροατηρίων και αναπληρώνουν κατά τη σειρά κλήρωσής τους τα τακτικά, όταν ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται.

β. Η θητεία των μελών του Τμήματος Βουλευμάτων αρχίζει στις 16 Σεπτεμβρίου του έτους της κλήρωσης.

13. α. Στο ποινικό τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτό ορίζεται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 5108/2024 (Α` 65), υπηρετούν πρόεδροι πρωτοδικών και πρωτοδίκες με αποκλειστική απασχόληση, για θητεία δύο (2) συνεχομένων δικαστικών ετών ανά βαθμό, η οποία δύναται να παραταθεί για άλλο ένα (1) δικαστικό έτος με αίτηση του ενδιαφερομένου δικαστή και απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του πρωτοδικείου. Δυνατότητα νέας θητείας στο Ποινικό Τμήμα παρέχεται μόνο μετά την πάροδο δύο (2) δικαστικών ετών. Σε περίπτωση έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης δύναται να μετακινεί στο ποινικό τμήμα δικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε άλλα τμήματα του πρωτοδικείου, προκειμένου να απασχοληθούν κατ` αποκλειστικότητα σε αυτό. Μετά από την άρση των έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, οι ανωτέρω δικαστές επιστρέφουν στα τμήματα, στα οποία προηγουμένως υπηρετούσαν, χωρίς ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ποινικό τμήμα να λογίζεται ως χρόνος θητείας σε αυτό. Για τη δυνατότητα συμμετοχής παρέδρων πρωτοδικείου και υπηρετούντων κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 5108/2024 δικαστών ειδικής επετηρίδας στις συνθέσεις των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων και των δικαστικών συμβουλίων εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές προβλέψεις του νόμου αυτού και του παρόντος Κώδικα.β. Στο ποινικό τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών ανήκουν και οι ανακριτές, οι ανακριτές των ν. 4022/2011 (Α` 219), 4198/2013 (Α` 215) και 4139/2013 (Α` 74), οι ανακριτές διεθνών δικαστικών συνδρομών, οι ανακριτές ανηλίκων, οι δικαστές ανηλίκων και οι προανακριτές του άρθρου 30Α του παρόντος. Η υπηρεσία των ανακριτών, δικαστών ανηλίκων και προανακριτών του πρώτου εδαφίου δεν λογίζεται ως χρόνος θητείας στο ποινικό τμήμα κατά τα οριζόμενα στην περ. α΄ της παρούσας. 14. Στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης συγκροτείται Ποινικό Τμήμα στο οποίο υπηρετούν Πρόεδροι Εφετών και Εφέτες με αποκλειστική απασχόληση, για θητεία δύο (2) συνεχόμενων δικαστικών ετών, η οποία δύναται να παραταθεί για άλλο ένα (1) δικαστικό έτος μέχρι τη συμπλήρωση τριών (3) συνεχομένων δικαστικών ετών, ανά βαθμό. Η θητεία δύναται να παραταθεί επιπλέον του ανωτέρω διαστήματος για ένα (1) δικαστικό έτος ακόμα με αίτηση του ήδη υπηρετούντος στο Ποινικό Τμήμα δικαστή. Οι παρατάσεις διενεργούνται με απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου. Δυνατότητα νέας θητείας στο ποινικό τμήμα παρέχεται μόνο μετά την πάροδο δύο (2) δικαστικών ετών. Οι Πρόεδροι Εφετών και οι Εφέτες του Ποινικού Τμήματος ορίζονται από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν εισήγησης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, στην οποία περιλαμβάνεται και αιτιολογημένη πρόταση για τον αριθμό των Δικαστών που θα ορισθούν. Κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον ορισμό, καθώς και για τις παρατάσεις της θητείας, πλην της αρχαιότητας, είναι, ιδίως, η προηγούμενη εμπειρία, η ικανότητα διεύθυνσης της διαδικασίας, η ταχύτητα διεκπεραίωσης της δίκης, τα στατιστικά στοιχεία και ο αριθμός των εκδικασθεισών και αναβληθεισών υποθέσεων. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες. Σε περίπτωση έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης δύναται να μετακινεί στο Ποινικό Τμήμα δικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε άλλα τμήματα του Εφετείου, προκειμένου να απασχοληθούν κατ` αποκλειστικότητα σε αυτό. Μετά από την άρση των έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, οι ανωτέρω δικαστές επιστρέφουν στα τμήματα, στα οποία προηγουμένως υπηρετούσαν, χωρίς ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ποινικό Τμήμα να λογίζεται ως χρόνος θητείας σε αυτό. Στο Ποινικό Τμήμα των Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης ανήκουν και οι ανακριτές, που ορίζονται με την διαδικασία του άρθρου 28 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικαστές ανηλίκων και οι δικαστές που υπηρετούν στο Τμήμα Βουλευμάτων.Η λειτουργία του Ποινικού Τμήματος στα Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης εκκινεί από τη 16η.9.2026.».

Άρθρο 52

Εξορθολογισμός διατάξεων σχετικά με την επιθεώρηση και την προαγωγή αποσπασμένων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών – Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 59, παρ. 6 άρθρου 61 και παρ. 3 άρθρου 81 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών

  1. Στην περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 59 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί τοποθετήσεων και προαγωγών δικαστικών λειτουργών, προστίθενται οι λέξεις «, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απόσπασης σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 61 και το άρθρο 62 ή σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού σε ανώτερο βαθμό απαιτούνται:

α) Η ύπαρξη κενής θέσης ανώτερου βαθμού, εφόσον οι θέσεις είναι οργανικά διακεκριμένες.

β) Η συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απόσπασης σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 61 και το άρθρο 62 ή σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου. Στον χρόνο αυτό δεν υπολογίζεται ο χρόνος διαθεσιμότητας, προσωρινής παύσης, αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα λόγω της οποίας επιβλήθηκε τελεσίδικα πειθαρχική ποινή και ο χρόνος αργίας.

γ) Η συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για τον ανώτερο βαθμό.».

  1. Στην παρ. 6 του άρθρου 61 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, περί αποσπάσεων δικαστικών λειτουργών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο δεύτερο εδάφιο, αα) μετά τη λέξη «έργων» προστίθενται οι λέξεις «την άσκηση καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας ή συμμετοχής σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς με αντικείμενο συναφές προς τα ανωτέρω νομοπαρασκευαστικά έργα,», αβ) η λέξη «τριετίας» αντικαθίσταται από τη λέξη «πενταετίας», και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Δικαστικοί λειτουργοί με βαθμό: προέδρου πρωτοδικών και εφέτη των πολιτικών και ποινικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας αυτού, εισαγγελέα πρωτοδικών και αντεισαγγελέα εφετών και ανωτέρων, καθώς και δικαστικοί λειτουργοί της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι δυνατόν να αποσπαστούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Η απόσπαση αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομοπαρασκευαστικών έργων, την άσκηση καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας ή συμμετοχής σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς με αντικείμενο συναφές προς τα ανωτέρω νομοπαρασκευαστικά έργα, καθώς και καθηκόντων σχετικών με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και διαρκεί για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας.

  1. Στην παρ. 3 του άρθρου 81 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, περί αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης, διαφωνίας και προσφυγής, προστίθεται τέταρτο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για να σχηματίσει πληρέστερη γνώμη, το Συμβούλιο δύναται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από τους γενικούς επιθεωρητές συμβούλους Επικρατείας και από όσους διατελούν ή διετέλεσαν προϊστάμενοι του κρινόμενου δικαστικού λειτουργού. Μπορεί επίσης να καλεί τον δικαστικό λειτουργό για την παροχή εξηγήσεων και να ενεργεί ειδική εξέταση ή επιθεώρηση, την οποία αναθέτει σε μέλος του ή γενικό επιθεωρητή σύμβουλο Επικρατείας. Οι επιθεωρητές σύμβουλοι Επικρατείας, που δεν είναι μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, δύναται να καλούνται από τον πρόεδρο και προφορικά ακόμα για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων στο Συμβούλιο. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κρίση για προαγωγή σε επόμενο βαθμό αφορά σε δικαστικό λειτουργό, ο οποίος έχει ή είχε αποσπαστεί κατά τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 61 και κατά το άρθρο 62 ή σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμων, το Συμβούλιο, ελλείψει αντίστοιχων εκθέσεων επιθεώρησης για το διάστημα αυτό, λαμβάνει υπόψη του, τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 59 στοιχεία καθώς και την οικεία απόφασή του περί απόσπασης ή την παράταση αυτής. Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο που κωλύει την προαγωγή σε επόμενο βαθμό.».

Άρθρο 53

Νόμιμα προσόντα για προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο – Τροποποίηση παρ. 7 άρθρου 84 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών

 Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 84 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ν. 4938/2022 (Α΄ 109), περί των νόμιμων προσόντων για προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) μετά από τη λέξη «σύμβουλος» προστίθενται οι λέξεις «που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 59,», β) οι λέξεις «του συμβούλου ή» διαγράφονται και γ) μετά από τις λέξεις «αντεπιτρόπου της Επικρατείας» διαγράφονται το σημείο στίξης «,» και η λέξη «αντίστοιχα» και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής:

«7. Σε Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας προάγεται: α) αντιπρόεδρος ή Επίτροπος της Επικρατείας ή β) σύμβουλος που μπορεί να προαχθεί σε αντιπρόεδρο, σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 59, ή αντεπίτροπος της Επικρατείας, που έχει τέσσερα (4) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του αντεπιτρόπου της Επικρατείας. Η τετραετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί.».

Άρθρο 54

Δικαστικό ένσημο – Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 7 ν.δ. 1544/1942

  1. Στην παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α΄189), περί δικαστικού ενσήμου, οι λέξεις «των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.».

  1. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.
  • 6 Φεβρουαρίου 2026, 10:54 | ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ

    Προτείνεται η αναδιατύπωση της φράσης στο τέλος της παραγράφου 2, ως εξής : «και εισαχθούν σε συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία», ήτοι, χωρίς τη χρήση της λέξης «πρώτη».

  • 5 Φεβρουαρίου 2026, 13:49 | Αλεξάνδρα Παπαστεριάδη

    Για λόγους ισότητας και ασφάλειας δικαίου θα πρέπει να επεκταθεί η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 54 του νομοσχεδίου και στην κατ’ έφεση δίκη.

  • 5 Φεβρουαρίου 2026, 13:17 | ΣΟΦΙΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

    Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 54 περί κατάργησης της διάταξης του άρθρου 42 ν. 4640/2019, με την οποία είχε επιβληθεί δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, διάταξη σαφώς αντισυνταγματική, είναι ορθή. Προτείνεται, ωστόσο, για λόγους ασφάλειας δικαίου και εναρμόνισης με τα άρθ. 20 Σ και 6 ΕΣΔΑ, να καταλαμβάνει η διάταξη και τις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές όχι μόνο ενώπιον των Πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων αλλά και ενώπιον των Δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων.

  • 5 Φεβρουαρίου 2026, 13:07 | Αντώνιος Καπετανιδης

    Επι του άρθρου 54 ,πει κατάργησης του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον των πολυμελών πλειμελοδικιων , ακόμη και σε εκκρεμμεις δικες πριν την πρώτη συζήτηση ,έχω να παραθέσω τα εξής :
    Αποτελεί κοινό τοπο και,ως εκ τούτου,είναι παγκοινως γνωστο ,ότι κάθε καταψηφιστικη αγωγή ,αναγκαστικά από την φύση της ,είναι ταυτόχρονα και αναγνωριστικηαγωγη.Εμπεριεχει ,δηλαδή εκτός από το καταψηφιστικο αίτημα της και αναγνωριστικό ,ταυτόχρονα ,αίτημα ως προς το καταψηφιστικο αιτούμενο αντικείμενο.Και τούτο ,διοτι,αν δεν προηγηθεί η έρευνα και ,εν συνεχεία η δεσμευτική διάγνωση από το δικαστήριο του αναγνωριστικού αιτήματος ,αν,σηκαδη ,το δικαστήριο δεν διαγνώσει και δεν αναγνωρίσει ,ότι,ο εναγόμενος οφείλει το αιτούμενο με την (καταψηφιστικη ) αγωγη αντικείμενο ή ποσό ,την απόδοση ή καταβολή του οποίου αιτείται με την αγωγή του αυτή ο ενάγων,ζητώντας την καταψήφιση του εναγομένου να του αποδώσει ή να του καταβάλει ,δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει η έρευνα και στην παραδοχή του καταψηφιστικου αιτήματος ,υποχρεώνοντας με την απόφαση του τον εναγόμενο,σε περίπτωση θετικής έκβασης της έρευνας αυτής ,να αποδώσει η να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτηθέν.
    Αλλως ,στην αντίθετη περίπτωση , Το δεδικασμένο της απόφασης, με την οποία απορρίπτεται η γίνεται δεκτή η καταψηφιστική αγωγή, δεν θα καταλαμβάνε και την αναγνωριστική αγωγή και θα μπορούσε ο ενάγων, παρά την τελεσίδικη και αμετάκλητη απόρριψη της καταψηφιστικής αγωγής του,να ασκήσει κατά του ίδιου προσώπου, για την ίδια έννομη σχέση, αναγνωριστική αγωγή, αιτούμενος πλέον, όχι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει η να του αποδωσει το αντικείμενο της καταψηφιστικής αγωγής του ,αλλά να αναγνωριστεί η υποχρέωση του να του καταβάλει η να του αποδώσει το αντικείμενο αυτό, ήτοι το αντικείμενο για το οποίο είχε ασκήσει προηγουμένως την απορριφθείσα καταψηφιστικη αγωγή.
    Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε να πράξει και ο εναγόμενος σε περίπτωση τελεσίδικης παραδοχής της κατ’ αυτού ασκηθείσας καταψηφιστικής αγωγής. Θα μπορούσε, δηλαδή, να ασκήσει και αυτός αναγνωριστική αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστεί, ότι δεν ισχύει η έννομη σχέση, την ισχύ της οποίας δέχτηκε το δικαστήριο με την παραδοχή της καταψηφιστικής αγωγής, με αποτέλεσμα – της ανασφάλειας δικαίου που θα προέκυπτε, αν δεν ασκούταν αναίρεση (άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ), η αναψηλάφηση (άρθρο 544 αριθ.1 ΚΠολΔ ) ,να ματαιωνόταν με την νεότερη ,επι της αναγνωριστικης αγωγής,.απόφαση το δεδικασμένο της προηγηθείσας καταψηφιστικης αγωγης.
    Αφού, συνεπώς, κάθε καταψηφιστική αγωγή εμπεριέχει υποχρεωτικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, πλην του καταψηφιστικού αιτήματος και αναγνωριστικό, για την ίδια έννομη σχέση, αίτημα , έχει, δηλαδή, διπλό χαρακτήρα ,ούσα ταυτόχρονα και καταψηφιστική και αναγνωριστική αγωγή, της παραδοχής δε η της απόρριψης του καταψηφιστικού αιτήματος προηγείται αναγκαίως η έρευνα και η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας της οικίας έννομης σχέσεις (αφού, διαφορετικά, είναι αδύνατη η καταψήφιση η απόρριψη αυτής) ,παρέχεται αφενος μεν ότι ο ενάγων δικαιούται να παραιτηθεί του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του, περιοριζόμενος μόνο στο αναγνωριστικό αίτημα αυτής, είτε ρητα ,είτε με το θεσμό της μετατροπής του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, αφετέρου δε ότι το δικαστήριο, αν για οποιοδήποτε λόγο δεν ερευνήσει ή ερευνήσει και απόρριψει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, χωρίς η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος να συνεπάγεται την απόρριψη και του αναγνωριστικου ή να επιδρά στην τύχη του εν λόγω αιτήματος, οφείλει να ερευνήσει το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής και να αποφάνθηκε επ’αυτού
    Περαιτέρω δε ,ο νόμος (άρθρο 70 ΚΠολΔ) επειδή προβλεπει τον θεσμό της αναγνωριστικής αγωγής,σε συνδιασμο με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος ,που κατοχυρώνει το θεμελιώδες δικαίωμα ,δηλαδή,εκάστου να αξιώνει την παροχή έννομης προστασίας ,τα δικαστήρια οιασδηποτε βαθμίδας ,οφείλουν αυταπαγγελτως να ερευνούν τις ασκηθεισες καταψηφιστικες αγωγες ,έστω με την διάγνωση επ αυτων του εμπεριεχοντος ( ως ανωτέρω) αναγνωριστικού αιτήματος των ,ακόμη και στην περίπτωση της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου,το ύψος δε του ποσού αυτού ,σε πλειστες περιπτώσεις είναι δυσβάσταχτα υψηλό για τον εκάστοτε αιτούντα έννομης προστασίας.
    Τα προαναφερόμενα αποτελούν την βασικότατη αρχή της ορθής και δίκαιης δίκης προβλέπονται και βάσει των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ,47 του Χαρτη Θεμελιωδων Δικαιωματων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και 11 παρ.1 εδαφ .2 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιωματα του 1996.με υπερνομοθετική ,κατά το άρθρο 28 παρ..1 Συνταγμτος ,ισχυ,αλλά και από το άρθρο 10 της Οικουμενικής Διακυρηξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
    Συμπερασματικά θα έπρεπε να εξετασθεί το θέμα ,για όσες δικές ,αγωγών αποζημιώσεων ,έχουν απορριφθεί ακόμη και σε δεύτερο βαθμό (Εφετεία) ,λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου (πλασματική ερημοδικια αλλά στην πράξη ουσιαστική) ,να έχουν την δυνατότητα επαναφοράς εκδίκασης αυτων ,ως αναγνωριστικες (αναψηλάφηση κλπ) για την αποφυγή χρονοβόρων και κοστοβορων αιτήσεων αναιρεσεσεων στον Άρειο Πάγο και προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ,με ουσιαστικό γνώμονα την παροχή έννομης προστασίας στον εκάστοτε αιτούντα πολίτη ,απαλλασσόμενου αυτού ,εκ των κωλυμάτων οικονομικών δυνατοτήτων του ,σε σχέση με τα αιτήματα προσφυγής αυτού στην Ελληνική δικαιοσύνη .
    Αξιον δε παρατήρησης και εκτίμησης ,είναι ότι,με τις μεταβατικές διατάξεις των νόμου ,περί υποχρεωτικής καταβολης δικαστικού ενσήμου,επι αγωγών ,αναγνωριστικών ή καταψηφιστικων ενώπιον των Πολυμελών Πρωτοδικειων ,σε αρκετές περιπτώσεις , ασκηθεισες καταψηφιστικες αγωγές , που είχαν το δικαίωμα μετατροπής των σε αναγνωριστικες μέχρι τον χρόνο συζήτησης ,σύμφωνα με το προισχυον νομικο καθεστως και για λόγους μη αναγομενους στην βούληση των αιτούντων (παραλήψεις νομικών εκπροσώπων τους ) ,έχασαν το δικαίωμα καταθεσης νέας αναγνωριστικής αγωγής ,άνευ καταβολής δικαστικού ενσήμου, μετά την απορριφθείσα καταψηφιστικη αγωγή των ,λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου,κατά τη πρώτη συζήτηση,δεδομένου του χρόνικου διαστηματος που μεσολάβησε μέχρι την έκδοση της απορριπτικης απόφασης επι της καταψηφιστικης αγωγής των ,σε συνδιασμο με τον χρόνο ισχυος εκ του νόμου περί υποχρεωτικής καταβολής δικαστικού ενσήμου ,για καταψηφιστικες και αναγνωριστικές αγωγές ,αρμοδιότητας Πολυμελών Πρωτοδικείων .

  • 5 Φεβρουαρίου 2026, 11:40 | Φαίδων Δημόπουλος

    Είναι απολύτως απαραίτητο να απαλειφθεί ο όρος για «πρώτη» συζήτηση που λειτουργεί -αδικαιολογήτως- περιοριστικά και να προβλεφθεί ότι η διάταξη θα ισχύει και στις κατ’ έφεση συζητούμενες αγωγές, άλλως δημιουργείται προφανής ανισότητα δικαίου και ανισότητα στην απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ «παλαιών» και νεότερων αγωγών, άρα και διαδίκων.

  • 5 Φεβρουαρίου 2026, 09:21 | ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗ

    Πρέπει να προβλεφθεί ρητώς για λόγους ισότητας, ασφάλειας δικαίου, οικονομίας της δίκης και ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης, η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

  • 4 Φεβρουαρίου 2026, 15:56 | ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ

    Η προκαταβολική είσπραξη του τέλους δικαστικού ενσήμου με το άρθρο 42 του ν. 4640/2019 εκ μέρους του Δημοσίου, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας της δίκης και επί ποσού κατά κανόνα μείζονος του τελικώς επιδικαζομένου, αντίκειται στις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1, 26 παρ. 3, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΠΠρΠατρών 94/2020 – ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΏΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΠατρών 246/2022 – ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΏΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσσαλονίκης 1530/2022 – ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΏΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, οράτε και Όλ. ΣΤΕ 601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011.
    Επομένως, η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 54 περί κατάργησης του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, αποτελεί σημαντική αναγνώριση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 Σ), της ελεύθερης πρόσβασης των πολιτών στο δικαστήριο, της ισότητας έναντι του νόμου και εναρμονίζεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα αφορά όχι μόνο στην πρώτη συζήτηση της αγωγής αλλά σε κάθε πρώτη συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου.

  • 4 Φεβρουαρίου 2026, 15:09 | Αθηνά Δημοπούλου

    Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 54 περί (ορθής κατάργησης) του δικαστικού ενσήμου, στην διατύπωση περί «πρώτης συζήτησης» δεν είναι σαφές εάν καταλαμβάνει περιπτώσεις όπου έχει γίνει η πρώτη συζήτηση της αναγνωριστικής αγωγής και έχει εκδοθεί μη οριστική απόφαση επιβάλλουσα την προσκόμιση δικαστικού ενσήμου, οπότε πρέπει να επανέλθει προς συζήτηση η αγωγή μετά την εκτέλεση της μη οριστικής αποφάσεως. Τα ως άνω ισχύουν και για την κατ’έφεση δίκη, ενόψει του ότι παρόμοιες υποθέσεις ήδη εκκρεμούν ενώπιον Εφετείων. Τουτέστιν, ενώ πλέον η υποχρέωση προσκόμισης δικαστικού ενσήμου θα έχει καταργηθεί για τις αναγνωριστικές αγωγές, εν προκειμένω θα υποχρεούνται οι ενάγοντες να προσκομίσουν δικαστικό ένσημο στην τυπικώς μεν δεύτερη συζήτηση και κατ’ ουσίαν πρώτη. Τούτο θα παραβιάζει την αρχή της ισότητας δικαίου και θα εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας της διατάξεως κατά την ως άνω έννοια. Προτείνεται να απαλειφθεί από την διατύπωση περί συζήτησης η λέξη «πρώτη» και να αποσαφηνιστεί ότι η διάταξη αφορά και τις κατ’ έφεση δίκες.

  • 4 Φεβρουαρίου 2026, 15:40 | Κώστας Ζηκογιάννης

    Άρθρο 54:
    Δεν νοείται να αναγνωρίζεται το σφάλμα της προηγούμενης ρύθμισης και να μην επεκτείνεται η εφαρμογή της σε αγωγές που έχουν δικαστεί σε πρώτο βαθμό, όπου τράπηκαν σε αναγνωριστικές και απορρίφθηκαν για αυτόν ακριβώς το λόγο και εκκρεμούν κατ’ έφεση.

  • 2 Φεβρουαρίου 2026, 12:11 | Αναστάσιος Προυσανίδης

    Η προτεινόμενη διάταξη του Άρθρου 54 αποτελεί μια σημαντική και θετική στροφή προς την ενίσχυση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (Άρθρο 20 Συντ.) , στη πρόσβαση ,στην αποσυμφόρηση , τον εξορθολογισμό και την εναρμόνιση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.
    1. Ορισμός «Πρώτης Συζήτησης»: Στη νέα τακτική διαδικασία (Ν. 4335/2015), η «συζήτηση» είναι τυπική. Το ένσημο κατατίθεται με τις προτάσεις (στις 90-120 ημέρες). Αν έχουν κατατεθεί προτάσεις αλλά η τυπική συζήτηση είναι μετά την ισχύ του νόμου, υπάρχει ασάφεια.
    2. Το Ζήτημα της Επιστροφής: Δεν προβλέπεται ρητά η τύχη των ενσήμων που έχουν ήδη καταβληθεί σε εκκρεμείς υποθέσεις (αχρεωστήτως καταβληθέντα).
    3. Δευτεροβάθμια Δίκη: Δεν διευκρινίζεται τι συμβαίνει όταν μια υπόθεση εξαφανίζεται κατ’ έφεση και δικάζεται εξ υπαρχής η ουσία της υπόθεσης (Άρθρο 535 ΚΠολΔ).
    4. Ανομοιομορφία με άλλα Δικαιοδοτικά Όργανα: Υπάρχει χάσμα στη δυνατότητα μετατροπής του αναγνωριστικού τίτλου σε εκτελεστό σε σύγκριση με το Ελεγκτικό Συνέδριο ή τα Διοικητικά Δικαστήρια.

    Για την κάλυψη των κενών, προτείνεται η αναδιατύπωση και προσθήκη παραγράφων στο Άρθρο 54:
    Α. Διευκρίνιση για την «Πρώτη Συζήτηση» & Επιστροφή Ενσήμου
    «Στην έννοια της πρώτης συζήτησης για την εφαρμογή του παρόντος, περιλαμβάνεται η τυπική συζήτηση στο ακροατήριο τόσο στην παλαιά όσο και στη νέα τακτική διαδικασία. Εάν για εκκρεμή αναγνωριστική αγωγή έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο έως τη δημοσίευση του παρόντος, αλλά η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του, το καταβληθέν ένσημο επιστρέφεται στον ενάγοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέν, μετά από αίτησή του προς τη γραμματεία του δικαστηρίου.»
    Β. Πρόβλεψη για την κατ’ Έφεση Δίκη
    «Ως πρώτη συζήτηση νοείται και η συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην περίπτωση που η εκκληθείσα απόφαση εξαφανίζεται και το δικαστήριο κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, εφόσον η συζήτηση αυτή λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.»
    Για να ευθυγραμμιστεί ο ΚΠολΔ με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προτείνεται η προσθήκη νέου άρθρου:
    Γ. Προτεινόμενο Άρθρο: «Μετατροπή Αναγνωριστικής Απόφασης σε Καταψηφιστική»
    Ενοποίηση με ΚΔΔ και Κώδικα Ελεγκτικού – προτεινόμενη διάταξη ΚΠολΔ
    Με βάση τα άρθρα 199 παρ. 4 ΚΔΔ και 305 παρ. 4 Ν. 4700/2020 (ΚΔΕλΣ), η πολιτική δικονομία μπορεί να ευθυγραμμιστεί με μία διάταξη τύπου:
    Νέο άρθρο 904Α ΚΠολΔ – Μετατροπή τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης σε καταψηφιστική

    «Άρθρο 904Α
    Μετατροπή αναγνωριστικών αποφάσεων
    1. Οι τελεσίδικες και οι ανέκκλητες αναγνωριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, με τις οποίες αναγνωρίζεται χρηματική αξίωση, καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του Προέδρου του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε διαδίκου.
    2. Προϋπόθεση για την έκδοση της πράξης της παραγράφου 1 είναι η καταβολή από τον αιτούντα του κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, υπολογιζόμενου επί της αξίας της αναγνωρισθείσας απαίτησης.
    3. Τυχόν τέλος δικαστικού ενσήμου που έχει καταβληθεί για την ίδια απαίτηση σε προγενέστερο στάδιο της δίκης συμψηφίζεται με το οφειλόμενο κατά την παράγραφο 2.
    4. Η πράξη του Προέδρου επέχει θέση καταψηφιστικής απόφασης ως προς το αναγνωρισθέν ποσό και, μαζί με την αναγνωριστική απόφαση, αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 904.
    5. Κατά της πράξης της παραγράφου 1 επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναγνωριστική απόφαση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοσή της. Η προσφυγή δεν αναστέλλει την εκτέλεση, εκτός αν άλλως ορίσει το δικαστήριο.»

  • 2 Φεβρουαρίου 2026, 12:48 | Σέργιος Μαναράκης

    1) Θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά, όπως τονίζουν και οι συνάδελφοι, ότι η διάταξη θα ισχύει και για τις εκκρεμείς και ενώπιον των ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΩΝ Δικαστηρίων.
    Σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει κίνδυνος να απορριφθούν τελεσιδίκως για τον ίδιο λόγο και οι εφέσεις με αποτέλεσμα την επανάσκησή τους.
    Αυτό, όμως, θα έχει ως συνέπεια αφενός μεν την απώλεια χρόνου για τους διαδίκους, αφετέρου δε την επιβάρυνση των δικαστηρίων χωρίς ουσιαστικό λόγο.

    2) Πολύ σωστή η πρόταση του κ. Ιωάννη Κατρά για την υιοθέτηση όμοιας διάταξης με αυτή του άρθρου 199 § 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας: «Οι τελεσίδικες και οι ανέκκλητες αναγνωριστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, εφόσον καταβληθεί το κατά το άρθρο 274 τέλος δικαστικού ενσήμου».

  • 1 Φεβρουαρίου 2026, 00:14 | Μαριος Νακος

    Η διατύπωση της παρ. 2 περί «πρώτης συζήτησης» δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου σε μια ειδική κατηγορία πολιτών: Σε όσους η αγωγή τους απορρίφθηκε πρωτοδίκως ΤΥΠΙΚΑ λόγω μη καταβολής του ενσήμου (ερήμην) και εκκρεμεί η έφεσή τους. Στις περιπτώσεις αυτές, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και η υπόθεση δικάζεται εξ υπαρχής (de novo) στο Εφετείο, το οποίο λειτουργεί ως ουσιαστικά πρωτοβάθμιο δικαστήριο.Πρωτεινω να προστεθεί ρητή διευκρίνιση ότι: «Ως πρώτη συζήτηση για την εφαρμογή του παρόντος νοείται και η συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, εφόσον η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου και η υπόθεση εκδικάζεται εξ υπαρχής.»

  • 30 Ιανουαρίου 2026, 09:54 | Μιλτιάδης

    Η ρύθμιση για το δικαστικό ένσημο είναι πολύ καλή. Ο κ. Μπούγας τήρησε τη δέσμευσή του. Προβληματικός ο όρος «πρώτη συζήτηση». Καλό είναι να διευκρινιστεί ότι η ρύθμιση αφορά και στις αναγνωριστικές που απορρίφθηκαν στην ουσία τους πρωτοδίκως λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου.

  • 26 Ιανουαρίου 2026, 13:44 | Ιωάννης ΚΑΤΡΑΣ

    ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ
    Στο άρθρο 54 του προτεινόμενου νομοσχεδίου επέρχεται τροποποίηση του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 για το δικαστικό ένσημο.
    Κατά το άρθρο 199 § 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας: «Οι τελεσίδικες και οι ανέκκλητες αναγνωριστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, εφόσον καταβληθεί το κατά το άρθρο 274 τέλος δικαστικού ενσήμου».
    Γιατί να μην τεθεί όμοια διάταξη και για τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων;

  • 26 Ιανουαρίου 2026, 12:50 | Ιωάννης ΚΑΤΡΑΣ

    Στο άρθρο 54 του προτεινόμενου νομοσχεδίου επέρχεται τροποποίηση του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 για το δικαστικό ένσημο.
    Κατά το άρθρο 1994 § 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας: «Οι τελεσίδικες και οι ανέκκλητες αναγνωριστικές αποφάσεις καθίστανται καταψηφιστικές με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, εφόσον καταβληθεί το κατά το άρθρο 274 τέλος δικαστικού ενσήμου».
    Γιατί να μην τεθεί όμοια διάταξη και για τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων;

  • 24 Ιανουαρίου 2026, 12:37 | Τέλης Κλείτος

    Πρέπει να προβλεφθεί ρητώς η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές που θα συζητηθούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την ψήφιση του νόμου και έχουν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό λόγω πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος ελλείψει καταβολής δικαστικού ενσήμου. Έτσι μόνο θα επέλθει η μεγάλη μείωση του κόστους για τον πολίτη, για την οποία μίλησε ο κ. Μπούγας, την οποία προσδιόρισε μάλιστα στο 50%!