Άρθρο 13
Πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου – Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 96 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 3 του άρθρου 96 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του τύπου πληρεξουσιότητας, μετά τις λέξεις «του Αρείου Πάγου» προστίθενται οι λέξεις «με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 568,» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:
«3. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 568, και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.».
Άρθρο 14
Συμμετοχή στις διαδικασίες της πολιτικής δίκης με τη χρησιμοποίηση τεχνολογίας – Τροποποίηση άρθρου 119 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 119 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί υποχρεωτικών στοιχείων και ψηφιοποίησης δικογράφων, προστίθεται παρ. 6 ως εξής:
«6. Σε οποιοδήποτε στάδιο της πολιτικής διαδικασίας, και μέχρι η απόφαση να καταστεί αμετάκλητη, με απόφαση του δικαστηρίου που εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης, οποιαδήποτε πράξη του δικαστηρίου ή μέλους του, διαδικαστική πράξη του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του, πράξη τρίτου, εξέταση ή ενέργεια προσώπου που συμμετέχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην πολιτική δίκη μπορεί να πραγματοποιηθεί εξ αποστάσεως, με τη χρησιμοποίηση σύγχρονης τεχνολογίας, όπως ρυθμίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εξωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία καθορίζει όλες τις σχετικές λεπτομέρειες.».
Άρθρο 15
Υπολογισμός προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης αντίκρουσης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 147 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναστολής προθεσμιών οι λέξεις «237 παρ. 1, 2, 3 και 9» αντικαθίστανται από τις λέξεις «237 παρ. 1 έως 5 και παρ. 8,» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παρ. 1, 545 παρ. 1 και 2, 564 παρ. 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παρ. 2, 237 παρ. 1 έως 5 και παρ. 8, 238 παρ. 1, 260 παρ. 2, 468 παρ. 1 και 2 εδάφια πρώτο και τρίτο, 598, 632 παρ. 2, 633 παρ. 2, 642, 715 παρ. 5, 729 παρ. 5, 847 παρ. 1, 926 παρ. 2, 934 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’, 943 παρ. 4, 955, 966 παρ. 2 και 3, 971 παρ. 1, 972 παρ. 1 στοιχ. β’, 973, 974, 979 παρ. 2, 985 παρ. 1, 986, 988 παρ. 1, 995 και 997 παρ. 2.».
Άρθρο 16
Προσδιορισμός δικασίμου μετά την κατάθεση αγωγής – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 215 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί άσκησης της αγωγής, οι λέξεις «που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «από διακόσιες (200) έως» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Αποκλειστικά σε περίπτωση αγωγής που απευθύνεται σε περιφερειακή έδρα πρωτοδικείου, κατά την έννοια του ν. 5108/2024 (Α΄ 65), η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται στη γραμματεία είτε της περιφερειακής έδρας είτε της παράλληλης έδρας, στην κατά τόπον αρμοδιότητα της οποίας εντάσσεται η περιφερειακή έδρα, είτε της έδρας πρωτοδικείου. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται σε διάστημα από διακόσιες (200) έως διακόσιες δέκα (210) ημέρες από την κατάθεση και όταν η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά από αυτήν. Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό αναγράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δικαστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών.».
Άρθρο 17
Ενημέρωση του δικαστηρίου για υπογραφή συμφωνητικού υπαγωγής σε διαμεσολάβηση και έκδοση διάταξης για παραπομπή σε αρμόδιο δικαστήριο – Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 237 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης αντίκρουσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1 οι λέξεις «το πρακτικό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το συμφωνητικό», β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, βα) στην περ. α) η λέξη «ή» αντικαθίσταται από το σημείο στίξης «,», ββ) προστίθενται οι λέξεις «ή γ) η αγωγή έχει ασκηθεί ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου και πρέπει να παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 46», γ) το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 αντικαθίσταται και το άρθρο 237 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 237
Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης – αντίκρουσης
Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια, στην τακτική διαδικασία, κατατίθενται ενενήντα (90) ημέρες μετά από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής ή της κλήσης και, εφόσον η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή, εκατόν είκοσι (120) ημέρες από τη λήξη της ίδιας προθεσμίας για όλους τους διαδίκους. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και πριν από την κατάθεση προτάσεων οι διάδικοι υπογράψουν συμφωνητικό υπαγωγής σε διαμεσολάβηση, ο διαμεσολαβητής που υπογράφει το συμφωνητικό ενημερώνει το δικαστήριο και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο. Κατά τα λοιπά ισχύει η παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4640/2019 (Α΄ 190, διορθ. σφαλ. Α΄ 194).
Η προσθήκη – αντίκρουση κατατίθεται εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Στην ίδια προθεσμία κατατίθεται και το δικαστικό ένσημο. Εντός των επόμενων δέκα (10) ημερών από την τελευταία αυτή προθεσμία ορίζεται ο δικαστής ή, επί πολυμελούς δικαστηρίου, η σύνθεση και ο εισηγητής για την εκδίκαση της διαφοράς.
Εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη, που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, β) η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα ή γ) η αγωγή έχει ασκηθεί ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου και πρέπει να παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 46. Ο δικαστής του προηγούμενου εδαφίου δύναται να εκδώσει διάταξη, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς, απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή β) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250. Αν η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, αυτή επισημαίνεται από τον δικαστή με τη διάταξη και ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις. Η αντίκρουση για ό,τι συμπληρώθηκε μετά από τη διάταξη γίνεται στον χρόνο της παρ. 3 του άρθρου 269. Επί αναστολής της δίκης κατά τα άρθρα 246 έως 250, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προτάσεις, όχι όμως και νέους ισχυρισμούς, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 269, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, μέχρι τη νέα συζήτηση.
Με τη διάταξη, η αγωγή στις περ. α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ο ενάγων τις επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της διάταξης, δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και την έκδοση της απόφασης επί της αγωγής του, καταβάλλοντας προς τούτο, το αργότερο έως τη συζήτηση, παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Σε περίπτωση μη ήττας για τον λόγο που διαπίστωσε η διάταξη, το παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο. Αν ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων περί παραίτησης από το δικόγραφο. Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα.
Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους διαδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της. Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα.
Αν δεν εκδοθεί διάταξη, η συζήτηση διεξάγεται με βάση το υλικό που κατατέθηκε με τις προτάσεις των διαδίκων. Η παράσταση των δικηγόρων κατά τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική. Η συζήτηση αυτή μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Αναβολή κατά την ορισθείσα δικάσιμο δεν είναι δυνατή.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην περίπτωση της παρ. 6, καθώς και στην περίπτωση έκδοσης διάταξης των άρθρων 249 και 250, το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζόμενης αναλόγως της παρ. 5.
Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης αντίκρουσης, που γίνονται μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας κατάθεσής τους, βεβαιώνεται με επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα. Η κατάθεση των προτάσεων, της προσθήκης αντίκρουσης και των διαδικαστικών εγγράφων μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά κατά την παρ. 4 του άρθρου 119. Ο δικηγόρος κάθε διαδίκου ή εξουσιοδοτημένος από αυτόν τρίτος δικαιούται να λάβει ατελώς, με δική του δαπάνη, αντίγραφο των προτάσεων, της προσθήκης αντίκρουσης και των εγγράφων των αντιδίκων του.».
Άρθρο 18
Προσθήκη – αντίκρουση στη διαδικασία των μικροδιαφορών εντός πέντε εργάσιμων ημερών – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 469 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 469 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί ειδικών διατάξεων για τις μικροδιαφορές, συζήτησης της αγωγής, μη επιτρεπτού αναβολής συζήτησης, νέων ισχυρισμών, αποκλίσεων από τις δικονομικές διατάξεις και ανακοπής ερημοδικίας, οι λέξεις «εντός τριών (3)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εντός πέντε (5) εργάσιμων» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται ακόμα και αν δεν παρίσταται κανείς διάδικος. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 δεν επιτρέπεται. Οι παριστάμενοι κατά τη συζήτηση διάδικοι μπορούν, κατά την κρίση του Δικαστή, να εξετάζονται κατ’ άρθρο 415 ή να παρέχουν διασαφήσεις για την υπόθεση, οι δε ενόρκως βεβαιώσαντες να καταθέτουν συμπληρωματικά, εφόσον είναι παρόντες και ο Δικαστής κρίνει τούτο απολύτως αναγκαίο. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και προέκυψαν μεταγενέστερα. Σε περίπτωση νέων ισχυρισμών επιτρέπεται η προσθήκη αντίκρουση εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση. Μετά το πέρας της συζήτησης ο δικαστής δύναται να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο του δικογράφου της αγωγής, του υπομνήματος και της προσθήκης.».
Άρθρο 19
Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων και προσδιορισμός δικασίμου – Τροποποίηση άρθρου 495 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 495 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί τρόπου άσκησης των ενδίκων μέσων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τέλος της παρ. 1 προστίθεται νέο εδάφιο, β) στην παρ. 2Α προστίθενται οι λέξεις «, ανεξαρτήτως της τηρούμενης διαδικασίας,», γ) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, γ) στην παρ. 4 οι λέξεις «Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 237», δ) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 495 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 495
Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων
Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. Προκειμένου για εφέσεις κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων της περιφερείας τους, η κατάθεση γίνεται στις μεταβατικές έδρες. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης προσδιορίζεται αμέσως δικάσιμος, σε απώτατο χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνονται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Το δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο εφαρμόζονται αναλόγως και για τα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων έφεσης, αναψηλάφησης και αναίρεσης, καθώς και για το δικόγραφο της αντέφεσης, τα οποία προσδιορίζονται στη δικάσιμο του αντίστοιχου κύριου ένδικου μέσου.
Αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου της ημέρας και ώρας συζήτησής του, το εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.
2Α. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων, ανεξαρτήτως της τηρούμενης διαδικασίας, για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση και ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση. Όπου απαιτείται κλήτευση για κάθε άλλη δικάσιμο, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 228. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Κατά τα λοιπά, για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226.
2Β. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου.
Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, ως εξής:
Α. Για το ένδικο μέσο της έφεσης:
α) [Καταργείται],
β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ,
γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Β. Για το ένδικο μέσο της αναίρεσης:
α) [Καταργείται],
β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ,
γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ,
δ) κατά απόφασης εφετείου παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Γ. Για το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης:
α) κατά αποφάσεων πρωτοδικείων παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ,
β) κατά αποφάσεων εφετείου και του Αρείου Πάγου παράβολο ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592.
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 237, περί προσκόμισης εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή, εφαρμόζεται αναλόγως και για τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές του παρόντος κεφαλαίου.
Αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε λειτουργικά αναρμόδιο δικαστήριο, χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο.
Αν παρέλθει ένα (1) έτος από τη ματαίωση, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του νόμιμου αναπληρωτή του και η δίκη του ενδίκου μέσου καταργείται.
Για όσες εφέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31η.12.2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στο αρμόδιο δικαστήριο το αργότερο έως την 31η.12.2026. Σε αντίθετη περίπτωση, το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν.».
Άρθρο 20
Επίδοση πρόσθετων λόγων έφεσης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 520 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 2 του άρθρου 520 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί προσθέτων λόγων έφεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «, αν δεν ορίζεται άλλως,», β) οι λέξεις «επίδοσης του ενδίκου μέσου, προσδιορίζονται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή τους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που, αν δεν ορίζεται άλλως, κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία.».
Άρθρο 21
Άσκηση αντέφεσης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 523 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 2 του άρθρου 523 του Κώδικα Πολιτικής προστίθενται οι λέξεις «, αν δεν ορίζεται άλλως,» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που, αν δεν ορίζεται άλλως, κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της έφεσης, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο με την έφεση και επιδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή της.».
Άρθρο 22
Εφαρμογή γενικών διατάξεων στη δευτεροβάθμια δίκη – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 524 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 524 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), οι λέξεις «των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 8 και 10 έως 13 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 227, της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 232, των άρθρων 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 227, της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 232, των άρθρων 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, περ. α) έως γ) της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.».
Άρθρο 23
Προβολή αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης στην κατ’ έφεση δίκη – Τροποποίηση άρθρου 527 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 527 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί των περιπτώσεων επιτρεπτής προβολής πραγματικών ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη, προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης,» και το άρθρο 527, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 527
Περιπτώσεις επιτρεπτού προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη
«Με την επιφύλαξη των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) [Καταργήθηκε], 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) [Καταργήθηκε] και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.».
Άρθρο 24
Επίδοση πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 547 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 2 του άρθρου 547 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί προθεσμίας και διαδικασίας πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) μετά τη λέξη «δικαστηρίου» προστίθενται οι λέξεις «στο οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση», β) οι λέξεις «επίδοσης του ενδίκου μέσου προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία» και η παρ. 2 διαμορφώνεται εξής:
«2. Πρόσθετοι λόγοι αναψηλάφησης ως προς τα ίδια κεφάλαια της απόφασης, όπως και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται μαζί τους, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κλήτευσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία.».
Άρθρο 25
Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 237 στην κατ’ αναψηλάφηση δίκη – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 548 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 548 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί της διαδικασίας της κατ’ αναψηλάφηση δίκης, οι λέξεις «των παρ. 10 έως 13 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της παρ. 8 του άρθρου 237» και το άρθρο 548 διαμορφώνεται ως εξής:
«Στη διαδικασία της κατ’ αναψηλάφηση δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, της παρ. 8 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, εδάφια πρώτο έως τρίτο της παρ. 1 του άρθρου 591 και της παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.».
Άρθρο 26
Προσδιορισμός δικασίμου αναίρεσης – Τροποποίηση άρθρου 568 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί αναίρεσης και προσδιορισμού δικασίμου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, διαγράφεται η λέξη «αναιρεσείων», β) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 568 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 568
Αναίρεση – Προσδιορισμός δικασίμου
Μέχρι την εφαρμογή του ηλεκτρονικού φακέλου δικογραφίας, για να προσδιοριστεί δικάσιμος ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση προσκομίζει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου επικυρωμένο αντίγραφο της αναίρεσης, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης ή των παρεμπιπτουσών δικών και των προτάσεων του ίδιου και των άλλων διαδίκων, αν είναι απαραίτητες για να διαγνωστεί η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης που περιέχονται στο κύριο δικόγραφο ή στο πρόσθετο αναιρετήριο, καθώς και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του εντολέα του. Δύο αντίγραφα των εγγράφων αυτών κατατίθενται ατελώς. Ειδικά όταν ο διάδικος είναι φυσικό πρόσωπο, η πληρεξουσιότητα μπορεί να παρέχεται και με ψηφιακή εξουσιοδότηση, η οποία εκδίδεται μέσω της ενιαίας ψηφιακής πύλης της δημόσιας διοίκησης (gov.gr) και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο Δικαστήριο.
Η γραμματεία του Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση τα έγγραφα που κατατέθηκαν στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει το αρμόδιο τμήμα, και ο πρόεδρος του τμήματος με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί ορίζει:
α) δικάσιμο της υπόθεσης,
β) [Καταργήθηκε],
γ) εισηγητή αρεοπαγίτη προς τον οποίον διαβιβάζεται ο φάκελος της δικογραφίας για τους σκοπούς του άρθρου 571.
Η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης της υπόθεσης.
Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους στην προθεσμία του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495. Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους.
Για όσες αναιρέσεις έχουν κατατεθεί έως την 31η.12.2025 στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα, πρέπει να ζητηθεί ο προσδιορισμός τους στον Άρειο Πάγο το αργότερο έως την 31η.12.2026. Σε αντίθετη περίπτωση, το ένδικο μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν.».
Άρθρο 27
Εξουσιοδοτική διάταξη για τις διαταγές απόδοσης μισθίου – Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 626 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 4 του άρθρου 626 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί καθορισμού των προϋποθέσεων διορισμού δικηγόρων στη διαδικασία διαταγής πληρωμής, οι λέξεις «του άρθρου 625,» αντικαθίσταται από τις λέξεις «των άρθρων 625 και 638» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι προϋποθέσεις διορισμού των δικηγόρων των άρθρων 625 και 638 τα ειδικά προσόντα τους, ο τρόπος κατάθεσης των αιτήσεων, το ύψος της αποζημίωσης των δικηγόρων στις ως άνω περιπτώσεις, ο τρόπος, ο χρόνος και οι λοιποί όροι καταβολής της, καθώς και οι αναγκαίες εγγυήσεις για την αδιάβλητη επιλογή των δικηγόρων και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.».
Άρθρο 28
Η διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος – Τροποποίηση άρθρου 631 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 631 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, οι λέξεις «τίτλο εκτελεστό αφού περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με την έκδοσή της τίτλο εκτελεστό, χωρίς να απαιτείται περιαφή» και το άρθρο 631 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 631
Διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος
Η διαταγή πληρωμής αποτελεί με την έκδοσή της τίτλο εκτελεστό, χωρίς να απαιτείται περιαφή. Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724.».
Άρθρο 29
Δυνατότητα χορήγησης αίτησης αναστολής διαταγής πληρωμής από τον δικαστή της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά – Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 632 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 632 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, οι λέξεις «ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά» και το άρθρο 643 διαμορφώνεται ως εξής:
«3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.».
Άρθρο 30
Προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα στην αίτηση διαταγής πληρωμής – Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 639 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 3 του άρθρου 639 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί στοιχείων αίτησης και σχετικών εγγράφων, διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:
«3. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο.».
Άρθρο 31
Έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου από ορισθέντα δικηγόρο – Τροποποίηση άρθρου 640 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 640 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί διαταγής απόδοσης μισθίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, η λέξη «ο δικαστής» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ο δικηγόρος που εκδίδει την πράξη», β) στην περ. α) της παρ. 2 οι λέξεις «του δικαστή» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του δικηγόρου» και το άρθρο 640 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 640
Διαταγή απόδοσης μισθίου
Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικηγόρος που εκδίδει την πράξη εκδίδει διαταγή με την οποία υποχρεώνει τον καθ’ ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα.
Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει:
α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου, δ) περιγραφή του μισθίου, ε) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, στ) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ζ) υπόμνηση στον καθ’ ου ότι η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να εκτελεστεί μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την προς αυτόν επίδοση και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ’ αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε.
Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοσή αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 616.».
Άρθρο 32
Απόρριψη της αίτησης διαταγής πληρωμής από ορισθέντα δικηγόρο – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 641 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 641 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί απόρριψης της αίτησης, η λέξη «δικαστής» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ορισθείς δικηγόρος» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Ο ορισθείς δικηγόρος απορρίπτει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοσή της και β) αν ο αϊτών δεν δίνει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν εξηγήσεις ή δεν προβαίνει στις υποδεικνυόμενες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης ή δεν παρέχει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν βεβαιώσεις της υπογραφής ιδιωτικών εγγράφων ή αν, μολονότι έχει κληθεί να βεβαιώσει ενόρκως τα κατά το άρθρο 639 περιστατικά, δεν προβαίνει στη βεβαίωση αυτή.».
Άρθρο 33
Δυνατότητα χορήγησης αίτησης αναστολής διαταγής απόδοσης μισθίου από τον δικαστή της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά – Τροποποίηση άρθρου 643 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 643 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί μη ανασταλτικού αποτελέσματος της άσκησης ανακοπής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά» και το άρθρο 643 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 643
Μη ανασταλτικό αποτέλεσμα της άσκησης ανακοπής
Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ’ ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.».
Άρθρο 34
Ευθύνη συμβολαιογράφων κατά τη διαδικασία δημοσίευσης διαθήκης – Τροποποίηση άρθρου 808 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άρθρου 1769 Αστικού Κώδικα
Στο άρθρο 808 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί διαδικασίας δημοσίευσης διαθήκης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 οι λέξεις «στο οποίο βεβαιώνονται όλα τα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με όλα τα», β) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 808 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 808
Διαδικασία δημοσίευσης διαθήκης
Η δημοσίευση διαθήκης γίνεται με καταχώρισή της, ολόκληρης, στο πρακτικό που συντάσσεται και υπογράφεται από τον συμβολαιογράφο, με όλα τα εξωτερικά ελαττώματά της. Το πρακτικό καταχωρίζεται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών (εφεξής «Μητρώο Διαθηκών»), η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση της οποίας ανήκει στους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας.
Η δημοσίευση διαθήκης από προξενική αρχή γίνεται από τον πρόξενο ο οποίος συντάσσει πρακτικό που υπογράφεται από αυτόν και, αν πρόκειται για ιδιόγραφη διαθήκη, και από εκείνον που την παρέδωσε και αντίγραφο του πρακτικού δημοσίευσης αυτής καταχωρίζεται στην πλατφόρμα της παρ. 1.
Τα πρωτότυπα των διαθηκών που δημοσιεύονται, με τα περικαλύμματά τους, χρονολογούνται και υπογράφονται από τον συμβολαιογράφο ή τον πρόξενο και φυλάγονται στο αρχείο τους.
Αντίγραφα διαθηκών και ανακλήσεων διαθηκών, που δημοσιεύθηκαν στο εξωτερικό, μπορούν να κατατίθενται σε ελληνική προξενική αρχή, και αποστέλλονται στο Μητρώο Διαθηκών χωρίς καθυστέρηση, με επιμέλεια του προξένου που τα παρέλαβε. Η προξενική αρχή ή το Μητρώο Διαθηκών που παραλαμβάνει τα αντίγραφα συντάσσει επάνω σε αυτά πράξη κατάθεσης, όπου αναγράφει όσα κατατέθηκαν, εκείνον που τα κατέθεσε και την ημερομηνία της κατάθεσης αυτών. Τα αντίγραφα πρέπει να είναι επικυρωμένα από την αλλοδαπή αρχή που δημοσίευσε τη διαθήκη. Αν οι διαθήκες είναι διατυπωμένες ολόκληρες ή εν μέρει σε ξένη γλώσσα, πρέπει να επισυνάπτεται, κατά την κατάθεσή τους, μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του ξενόγλωσσου μέρους τους, η οποία γίνεται από πιστοποιημένους μεταφραστές του «Μητρώου Πιστοποιημένων Μεταφραστών», μέσω της εφαρμογής «Πιστοποιημένοι Μεταφραστές» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης «gov.gr», ελληνική προξενική αρχή ή δικηγόρο.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι χρήστες, η δυνατότητα πρόσβασης, το περιεχόμενο και οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας του Μητρώου Διαθηκών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών σε αυτό, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Το πρακτικό δημοσίευσης ή αρνήσεως δημοσίευσης διαθήκης του συμβολαιογράφου ή της προξενικής αρχής, προσβάλλονται με ανακοπή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας.
Ο συμβολαιογράφος για τη δημοσίευση της διαθήκης και την κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας οφείλει να ενεργεί σύμφωνα με τον Κώδικα Συμβολαιογράφων και ευθύνεται μόνον για δόλο ή βαριά αμέλεια.».
Στην παρ. 3 του άρθρου 1769 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1985, Α’ 164), περί δημοσίευσης διαθήκης, οι λέξεις «καταχωρίζονται ολόκληρη η διαθήκη και η βεβαίωση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωμάτων της παρ. 4 του άρθρου 1721» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με τα τυχόν εξωτερικά ελαττώματά της» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:
«3. Για τη δημοσίευση διαθήκης ο συμβολαιογράφος συντάσσει πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με τα τυχόν εξωτερικά ελαττώματά της.».
Άρθρο 35
Παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς – Τροποποίηση άρθρου 812 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 812 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) οι λέξεις «με πληρεξούσιο δικηγόρο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου» και το άρθρο 812 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 812
Διαδικασία δήλωσης αποποίησης ή αποδοχής κληρονομιάς
Η δήλωση αποποίησης κληρονομίας ή αποδοχής κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, αποδοχής ή αποποίησης του λειτουργήματος του εκτελεστή ή παραίτησης από αυτό και αποδοχής του διορισμού κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας ή παραίτησης από αυτόν γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομίας. Με τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου δύναται να υποβληθεί και δήλωση αποδοχής κληρονομίας από τον κληρονόμο. Στην περίπτωση αυτή, ο δηλών έχει υποχρέωση να παρίσταται μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου.».
Άρθρο 36
Προσδιορισμός του τρίτου στην εντολή – Τροποποίηση άρθρου 927 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 927 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί εντολής προς εκτέλεση, προστίθεται τρίτο εδάφιο και το άρθρο 927 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 927
Αναγκαστική εκτέλεση – Εντολή προς εκτέλεση
Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Αν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ορίζει τον τρίτο στα χέρια του οποίου θέλει να επιβληθεί η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.».
Άρθρο 37
Ανακοπή κατά του πλειστηριασμού – Τροποποίηση παρ. 1 και 4 άρθρου 933 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί προϋποθέσεων παραδεκτού της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθενται εδάφια, τέταρτο και πέμπτο, και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 933 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 933
Αναγκαστική εκτέλεση – Άσκηση ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση – Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του
Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά του επισπεύδοντα δανειστή και του υπερθεματιστή. Επί κοινής πλειοδοσίας, η ανακοπή ασκείται από όλους και κατά όλων των πλειοδοτών.
Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584.
Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν στην απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία.
Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.».
Άρθρο 38
Στοιχεία της κατασχετήριας έκθεσης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 954 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί περιεχομένου και ουσιωδών στοιχείων της κατασχετήριας έκθεσης και ορισμού πλειστηριασμού, οι λέξεις «διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να οριστεί αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής, ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου, σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας, αν δεν είναι δυνατό να οριστεί πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης (κατάσχεσης), αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής.».
Άρθρο 39
Πλειστηριασμός κατασχεμένων πραγμάτων – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 959 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί ορισμού αρμοδίου συμβολαιογράφου για τη διενέργεια πλειστηριασμού σε περίπτωση αδυναμίας τοπικού ορισμού, μετά από τη λέξη «συμβολαιογράφος» προστίθενται οι λέξεις «της πρωτοδικειακής περιφέρειας» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης (κατάσχεσης), τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού από πιστοποιημένο, για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων.».
Άρθρο 40
Δήλωση στην εγκεκριμένη ψηφιακή πλατφόρμα που διατηρεί η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr) – Προσθήκη παρ. 1Α στο άρθρο 965 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 965 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί πλειοδοσίας, προστίθεται παρ. 1Α ως εξής:
1Α. Η δήλωση της παρ. 1 υποβάλλεται ηλεκτρονικά στον δικαστικό επιμελητή που επέβαλε την κατάσχεση, με Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών μέσω της εγκεκριμένης ψηφιακής πλατφόρμας που διατηρεί η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), με χρήση του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που αναφέρεται στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 983. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζεται κάθε τεχνική λεπτομέρεια σχετικά με την υποβολή της δήλωσης. Η καταφατική δήλωση του άρθρου 988 αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά του τρίτου. Τον εκτελεστήριο τύπο τον δίνει Πρωτοδίκης του κεντρικού Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του.».
Άρθρο 41
Μείωση ποσού εγγυητικής επιστολής για ικανοποίηση δανειστών σε περίπτωση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης – Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 980 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 980 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ικανοποίησης των δανειστών κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) διαγράφεται η λέξη «ισόποση», β) προστίθενται οι λέξεις «, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:
«2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ποσού που ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της απαίτησης που κατατάσσεται με τον πίνακα κατάταξης. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.».
Άρθρο 42
Κατάσχεση στα χέρια τρίτου και διαδικασία επίδοσης και ηλεκτρονικής δήλωσης τρίτου – Τροποποίηση άρθρου 983 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 983 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, επίδοσης του σχετικού εγγράφου και άρσης του απορρήτου καταθέσεων για ικανοποίηση του δανειστή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η παρ. 1 αντικαθίσταται, γ) προστίθεται παρ. 6 και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 983 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 983
Τρόπος ενέργειας της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου
Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος χορηγεί, επί του εκτελεστού τίτλου ή της απόφασης, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή, ορίζοντας ταυτόχρονα τον τρίτο εις χείρας του οποίου θα γίνει η εκτέλεση. Η κατάσχεση διενεργείται με τη σύνταξη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης από δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει κατά τον χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης την κατοικία, τη διαμονή ή την έδρα του, χωρίς σύμπραξη μάρτυρα. Ακριβές αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 117 και της παρ. 3 του άρθρου 118, τα ακόλουθα:
α) αναφορά του εκτελεστού τίτλου βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση,
β) το ακριβές ποσό των εξόδων αυτής,
γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση,
δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου της κατοικίας του οφειλέτη,
ε) αναφορά του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης που εξάγεται αυτοματοποιημένα από την πλατφόρμα ιδιοκτησίας της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr),
στ) μνεία της προθεσμίας και του τρόπου ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης τρίτου στην πλατφόρμα portal.odee.gr.
Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη.
Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο εις διαταγήν, η κατάσχεση της παρ. 1 μπορεί να γίνει μόνο αφού ο τίτλος αφαιρεθεί κατά το άρθρο 954 παρ. 1 από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση
και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται.
Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του.
Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.
Η επίδοση ακριβούς αντιγράφου της έκθεσης στον τρίτο και στον οφειλέτη δύναται να διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, κατά το άρθρο 122Α.».
Άρθρο 43
Ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης τρίτου μέσω της πλατφόρμας portal.odee.gr – Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 985 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Η παρ. 2 του άρθρου 985 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί υποβολής δήλωσης τρίτου και καθορισμού σχετικών λεπτομερειών, αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η δήλωση της παρ. 1 υποβάλλεται ηλεκτρονικά στον δικαστικό επιμελητή που επέβαλε την κατάσχεση, με Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών μέσω της εγκεκριμένης ψηφιακής πλατφόρμας που διατηρεί η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας (portal.odee.gr), με χρήση του Μοναδικού Κωδικού Δήλωσης της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 983. Κάθε τεχνική λεπτομέρεια σχετικά με την υποβολή της δήλωσης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.».
Άρθρο 44
Επίδοση κατασχετήριας έκθεσης αν ο καθ’ ου η εκτέλεση είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 995 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στην παρ. 1 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί επίδοσης της κατασχετήριας έκθεσης και καθορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και β) προστίθεται τρίτο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο, περί επιδόσεων. Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α’ 95).».
Άρθρο 45
Υπεισέλευση του υπερθεματιστή σε μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ-Τροποποίηση άρθρου 1009 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Στο άρθρο 1009 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί δικαιώματος του υπερθεματιστή έναντι του μισθωτή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) προστίθεται παρ. 2 και το άρθρο 1009 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 1009
Δικαίωμα υπερθεματιστή έναντι του μισθωτή
«1. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του ν. 1703/1987 (Α’ 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς.
Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται επί μισθώσεων ακινήτων για τα οποία μισθωτής ή εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. και ΝΠΔΔ και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η μισθωτική σχέση είναι αποδεδειγμένα γνωστή στον υπερθεματιστή. Επί αναγκαστικού πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 614 και 616 ΑΚ.».



