Άρθρο 98
Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986
Στο άρθρο 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί κριτηρίων χαρακτηρισμού και αρχών προστασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. δ) της παρ. 4, προστίθενται νέα εδάφια πέμπτο και έκτο, β) στην παρ. 5, οι λέξεις «καθεστώτα (όπως ενδεικτικά: δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καθεστώτα, όπως δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι,», γ) προστίθεται παρ. 7 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 19 διαμορφώνεται ως εξής:
«Αρθρο 19
Κριτήρια χαρακτηρισμού και αρχές προστασίας
- α) Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονται στον Εθνικό Κατάλογο Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 χαρακτηρίζονται δια του παρόντος ως περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και διακρίνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης, ζώνες ειδικής προστασίας και σε προτεινόμενους τόπους ενωσιακής σημασίας, σύμφωνα με την ειδικότερη κατάταξή τους στο Παράρτημα Ι και τους συνημμένους σε αυτόν Πίνακες 1 και 2 της κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υπ’ αρ. 50743/2017 «Αναθεώρηση εθνικού καταλόγου περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000» (B’ 4432).
β) Περισσότερες περιοχές από τις παραπάνω που βρίσκονται σε γεωγραφική εγγύτητα μεταξύ τους μπορούν να συγκροτούν μία περιοχή προστασίας της βιοποικιλότητας. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει ενός ή περισσοτέρων από τα προστατευτέα αντικείμενα που φιλοξενούν ή/ και βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/ και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας.
- Ανεξαρτήτως της ένταξης στο δίκτυο Natura 2000, προστατευόμενες περιοχές μπορούν να χαρακτηρίζονται ως εξής:
α) Εθνικά πάρκα.
Ως εθνικά πάρκα, χερσαία, θαλάσσια ή μικτού χαρακτήρα, χαρακτηρίζονται οι μεγάλες σε έκταση φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές στις οποίες λαμβάνουν χώρα οικολογικές λειτουργίες ευρείας κλίμακας με χαρακτηριστικά είδη και τύπους φυσικών οικοτόπων ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος, τα οποία χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Τα εθνικά πάρκα δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει φυσικογεωγραφικών χαρακτηριστικών τους ή/ και βάσει της ιστορικής, χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Τα Εθνικά Πάρκα μπορούν να περιλαμβάνουν δύο ή περισσότερες περιοχές Natura 2000 ή/ και Περιοχές Προστασίας της Βιοποικιλότητας, ειδικά όταν αυτές χαρακτηρίζονται από ευρύ φάσμα οικοσυστημικών λειτουργιών με κοινά χωρικά, φυσικογεωγραφικά ή/ και αβιοτικά χαρακτηριστικά.
β) Καταφύγια άγριας ζωής.
Ως καταφύγια άγριας ζωής χαρακτηρίζονται περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα) που αξιολογούνται ως κατάλληλες για την ανάπτυξη πληθυσμών της άγριας πανίδας και χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου. Δύνανται να ονοματοδοτούνται βάσει της χωρικής ή/ και διοικητικής τους ταυτότητας. Ως Καταφύγια Άγριας Ζωής μπορούν να χαρακτηρίζονται και οι οικολογικοί διάδρομοι μεταξύ προστατευόμενων περιοχών.
γ) Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί.
Ως προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται, αντιστοίχως, λειτουργικά τμήματα της φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της (περιοχές ή στοιχεία σημειακού χαρακτήρα), που έχουν ιδιαίτερη οικολογική, γεωλογική ή γεωμορφολογική αξία ή συμβάλλουν στη διατήρηση των φυσικών διεργασιών και στην προστασία φυσικών πόρων, όπως δέντρα, συστάδες δέντρων και θάμνων, θαλάσσια προστατευτική βλάστηση, παρόχθια και παράκτια βλάστηση, φυσικοί φράχτες, καταρράκτες, πηγές, φαράγγια, θίνες, ύφαλοι, σπηλιές, βράχοι, απολιθωμένα δάση, δέντρα ή τμήματά τους, παλαιοντολογικά ευρήματα, κοραλλιογενείς γεωμορφολογικοί σχηματισμοί και γεώτοποι. Προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί που έχουν μνημειακό χαρακτήρα χαρακτηρίζονται ειδικότερα ως διατηρητέα μνημεία της φύσης. Ως Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται επιμέρους περιοχές εντός Εθνικών Πάρκων, Περιοχών Προστασίας της Βιοποικιλότητας ή/ και Καταφυγίων Άγριας Ζωής και να εντάσσονται εντός ζωνών κλιμακούμενης προστασίας των περιοχών αυτών.
- Οι περιοχές της παρ. 2 μπορούν είτε να συμπίπτουν με περιοχές της παρ. 1, είτε να περικλείουν μία ή περισσότερες από αυτές, είτε να τοποθετούνται εντός ή εκτός αυτών.
- Στις περιοχές των παρ. 1 και 2 ορίζονται, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21, μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας και διαχείρισης από τις παρακάτω:
α) Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης: ως ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως πολύ υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία. Στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14α του π.δ. 59/2018 (Α΄ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
β) Ζώνη προστασίας της φύσης: ως ζώνες προστασίας της φύσης ορίζονται εκτάσεις με τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει αυστηρή προστασία.
Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του. Απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/ και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν η άσκησή τους έχει επιπτώσεις που υπονομεύουν τους στόχους διαχείρισης ή την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής. Στις ζώνες προστασίας της φύσης επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14β του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
γ) Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών: ως ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών ορίζονται εκτάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση για τη διασφάλιση ικανοποιητικού βαθμού διατήρησης των προστατευτέων αντικειμένων (τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών ενωσιακής σημασίας ή/ και εθνικού ενδιαφέροντος) που αυτές φιλοξενούν. Στις Ζώνες Διαχείρισης Οικοτόπων και Ειδών απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/ και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες, όταν αυτές είναι σε θέση μεμονωμένα, σωρευτικά με άλλες ή σε συνέργεια με άλλες, να υποβαθμίσουν τον βαθμό διατήρησης προστατευτέου αντικειμένου και ειδικά όταν η υποβάθμιση αυτή δρα αρνητικά στην κατάσταση διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο. Στις ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14γ του π.δ. 59/2018. Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21.
δ) Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων: ως ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων ορίζονται εκτάσεις προστατευόμενων περιοχών, στις οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχει το προστατευτέο αντικείμενο μαζί με σχετικές πολιτισμικές αξίες ή/ και ανθρωπογενείς δραστηριότητες που προάγουν τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων ή/ και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αυτή, δηλαδή, που υπηρετεί την προστασία του περιβάλλοντος, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ανθρωπογενείς δραστηριότητες εντός της ζώνης αυτής, όταν μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση του βαθμού διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου στην προστατευόμενη περιοχή και ιδιαιτέρως της κατάστασης διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο, υπόκεινται σε κατάλληλες ρυθμίσεις βάσει των σχετικών προβλέψεων της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης. Στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων επιτρέπονται ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14δ του π.δ. 59/2018 (Α΄ 114). Οι ειδικές αυτές χρήσεις επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παρ. 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21. Σε τμήματα των ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται ο καθορισμός με Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ.) οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση, εφόσον, σωρευτικώς:
δα) δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα της περιοχής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4014/2011 (Α’ 209),
δβ) είναι συμβατός με την οικεία εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (Ε.Π.Μ.),
δγ) τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα επέκτασης του σχεδίου πόλεως ή του οικισμού από μελέτη Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.) και
δδ) η έκταση δεν υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) της συνολικής έκτασης της ζώνης της οικείας προστατευόμενης περιοχής και σε περίπτωση που στην Ε.Π.Μ. ορίζεται μικρότερο ποσοστό, το ποσοστό αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, εφαρμόζονται oι απαγορεύσεις χρήσεων γης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60).».
- Στις ζώνες του παρόντος μπορεί να περιλαμβάνονται και περιοχές που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα, όπως δάση, αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας Α’ και Β’ αρχαιολογικών χώρων, βιότοποι, και απεικονίζονται στα, κατά περίπτωση, σχέδια χρήσεων γης.
- Στις περιοχές της παρ. 2, στον βαθμό που δεν συμπίπτουν εδαφικά με περιοχές της παρ. 1, όπως και στις εκτάσεις της παρ. 4 του άρθρου 18, επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται γενικές και ειδικές κατηγορίες χρήσεων γης από το σύνολο του π.δ. 59/2018.
- Για το σύνολο των ζωνών της παρ. 4 επιτρέπονται:
α) δράσεις και παρεμβάσεις αποκλειστικά για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας και τη διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου,
β) έργα και επεμβάσεις που κρίνονται απαραίτητες για λόγους προστασίας ή αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος.
γ) δράσεις και παρεμβάσεις που σχετίζονται με αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, όπως ανασκαφές και εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης,
δ) έργα και επεμβάσεις λόγω εκτάκτου ανάγκης, ιδίως σεισμών, πλημμυρών, θεομηνιών και πυρκαγιάς, εάν μετά από την υλοποίησή τους, λαμβάνεται μέριμνα για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος,
ε) η κολύμβηση, η πεζοπορία, η ορειβασία, η αναρρίχηση, η ιππασία, η περιήγηση σε σπήλαια, η κατάβαση ποταμού, η ανεμοπορία με αλεξίπτωτο πλαγιάς ή ο αιωροπτερισμός.
Οι χρήσεις και δραστηριότητες των περ. α) έως ε) δύνανται να περιορίζονται ή να απαγορεύονται προσωρινά ή μόνιμα με την υπουργική απόφαση της άρθρου 21 ή με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4 του άρθρου 21, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες ή την αποκατάστασή της σύμφωνα με το άρθρο 175 του ν. 5037/2023 (Α’ 78), περί αποκατάστασης χερσαίων και παράκτιων οικοσυστημάτων, οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε περιοχές του δικτύου «Natura 2000».».




ΜΠΕ σε δάση και δασικές εκτάσεις.
Πέρα από το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 11 το ΠΔ 344/2000 είναι υποχρεωτική η απασχόληση δασολόγου στις μελέτες μαζί με άλλους συναρμόδιους επιστήμονες για εγκατάσταση μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις έργων ή δραστηριοτήτων, είναι τραγικό να εκπονείται μια ΜΠΕ πχ για αιολικό πάρκο σε βουνό και να υπογράφουν κάθε λογής επιστήμονες μέχρι και ιχθυολόγοι και στην ομάδα μελέτης να μην υπάρχει δασολόγος. Μα οι επιπτώσεις στο δάσος είναι, όχι στη θάλασσα. Συνοψίζοντας ΜΠΕ σε δάση και δασικές εκτάσεις χωρίς υπογραφή Δασολόγου να επιστρέφονται στους ενδιαφερόμενους χωρίς να εξεταστούν, μέχρι να τηρηθούν τα προβλεπόμενα και για τυπικούς λόγους και για ουσιαστικούς. Αντίστοιχα και στις ΕΟΑ εφόσον αφορούν χερσαία περιοχή natura 2000 να είναι υποχρεωτική η απασχόληση Δασολόγου.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς υποβάλουν στη διαβούλευση του ν/σ ΥΠΕΝ το ακόλουθο κοινό σχόλιο σχετικά με την προτεινόμενη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και την οριζόντια ρύθμιση ορισμένων δραστηριοτήτων.
Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών & σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.
Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ.
Σχετικά με τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, το νομοσχέδιο προτείνει ορισμένες δραστηριότητες να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες προστασίας και δυνητικά να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων καταλήγουν επικίνδυνες, ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών ή οικοδομικές επεμβάσεις σημαντικής κλίμακας δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, οι οποίες δεν είναι καν κηρυγμένες ως αρχαιολογικές περιοχές, ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα στα προεδρικά διατάγματα προστασίας. Οι δε προτεινόμενες επεμβάσεις για λόγους πολιτικής προστασίας καλύπτονται ήδη από ειδική νομοθεσία και δεν απαιτούν αυτού του είδους τη ρύθμιση, ενώ συναφείς επεμβάσεις πρόληψης ή αποκατάστασης εξυπηρετούνται από τις καλώς επιτρεπόμενες οριζόντια δράσεις διαχείρισης και αποκατάστασης. Αλλά ακόμα και ορισμένες ήπιες δραστηριότητες που συνοδεύονται από μεταφορά εξοπλισμού ή έχουν σημαντικές
επιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται, ή και να απαγορεύονται στις ζώνες με υψηλό προστατευτικό καθεστώς.
Για τους λόγους αυτούς, καλούμε το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις προτεινόμενες διατάξεις, προβλέποντας:
1. Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές παρεκκλίσεις αποκλειστικά για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις.
2. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
3. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητα τέτοιων επεμβάσεων, σε σύνδεση με πολεοδομικά μεγέθη, χωρίς γενικές διατυπώσεις και οριζόντια ποσοστά.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως η επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
6. Σαφή ιεράρχηση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον βαθμό προστασίας των ζωνών, αυστηροποίηση και περιοριστική προσέγγιση στην περίπτωση των ΖΑΠΦ και εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες.
Οι συνυπογράφουσες οργανώσεις:
1. ANIMA
2. ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ
3. ΑΡΧΕΛΩΝ
4. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού
5. Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης
6. Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία
7. Εταιρία Προστασίας Πρεσπών
8. Καλλιστώ
9. iSea
10. MEDASSET
11. MedINA
12. WWF Ελλάς
Η ορθότητα της ζωνοποίησης των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών (ΕΠΜ) , έχει αμφισβητηθεί από φορείς, ενδιαφερόμενους και κυρίως από ΟΤΑ. Επιπλέον, υπάρχουν και σφάλματα κατά τόπους. Για παράδειγμα, ενώ με ΦΕΚ του 2013 συγκεκριμένη ως προς το χώρο δραστηριότητα αναγνωρίζεται ως υφιστάμενη, σύμφωνα με ζωνοποιήση της ΕΠΜ δεν επιτρέπεται ως δραστηριότητα. Αντίστοιχα υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις λανθασμένης ζωνοποίησης. Να σημειωθεί ότι ελάχιστοι κατανόησαν το διακύβευμα των ΕΠΜ, με αποτέλεσμα η διαβούλευση να μην είναι η καλύτερη δυνατή.
ΟΧΙ στην ελαστικοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των ΑΠΕ. Η εγκατάσταση ΑΠΕ με απλή γνωστοποίηση, με σιωπηρή έγκριση και χωρίς πλήρη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων παραβιάζει το Σύνταγμα (άρθρο 24).
ΟΧΙ στον αποκλεισμό των τοπικών κοινωνιών από τον έλεγχο των ΑΠΕ. Οι ζώνες επιτάχυνσης στην εγκατάσταση ΑΠΕ, η εξαίρεσή τους από τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια και ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων των Δημοτικών και των Περιφερειακών Συμβουλίων παραβιάζουν το Σύνταγμα (άρθρα 102 και 101).
Η Σκύρος διαχρονικά με ομόφωνες αποφάσεις και ψηφίσματα του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως και το Περιφερειακό Συμβούλιο Στερεάς Ελλάδας με ομόφωνο ψήφισμά του τον Σεπτέμβριο του 2025, τάσσονται σταθερά και αταλάντευτα κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών (ΑΣΠΗΕ) στο νησί μας.
ΟΧΙ στην ελαστικοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των ΑΠΕ. Η εγκατάσταση ΑΠΕ με απλή γνωστοποίηση, με σιωπηρή έγκριση και χωρίς πλήρη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων παραβιάζει το Σύνταγμα (άρθρο 24).
ΟΧΙ στον αποκλεισμό των τοπικών κοινωνιών από τον έλεγχο των ΑΠΕ. Οι ζώνες επιτάχυνσης στην εγκατάσταση ΑΠΕ, η εξαίρεσή τους από τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια και ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων των Δημοτικών και των Περιφερειακών Συμβουλίων παραβιάζουν το Σύνταγμα (άρθρα 102 και 101).
Η Σκύρος διαχρονικά με ομόφωνες αποφάσεις και ψηφίσματα του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως και το Περιφερειακό Συμβούλιο Στερεάς Ελλάδας με ομόφωνο ψήφισμά του τον Σεπτέμβριο του 2025, τάσσονται σταθερά και αταλάντευτα κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών (ΑΣΠΗΕ) στο νησί μας.
Δεν είναι δυνατόν Μονάδες διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών να απαιτούν εργασίες πεδίου σε ΕΟΑ λατομείου, το οποίο βρίσκεται σε λατομική περιοχή που έχει οριστεί με Θεσμοθετημένα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια μέσω ΦΕΚ.
Να καταστεί σαφές ότι ΕΟΑ λατομείων σε λατομικές περιοχές ορισμένες στα πλαίσια Εθνικής Πολιτικής (https://ypen.gov.gr/chorikos-schediasmos/chorotaxia/ethniki-politiki/) πρέπει να συντάσσονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Παραρτήματος 3.2.2. της Υ.Α. οικ. 170225/2014 στις οποίες ΔΕΝ προβλέπεται μελέτη πεδίου η οποία περιλαμβάνει εργασίες πεδίου διάρκειας 10-30 ημερών, κατά την περίοδο από Μάρτιο έως και Ιούνιο.
Το συγκεκριμένο αρθρο με βρισκει αντίθετο και επιζητώ την κατάργηση του. Τα βουνά, τα δάση και οι περιοχές Natura 2000 (ακόμα και οι γειτνιάζουσες περιοχές σε αυτά) δεν είναι απλά οικόπεδα προς εκμετάλλευση. Ζητώ την άμεση τροποποίηση του νομοσχεδίου με γνώμονα την αυστηρή προστασία των οικοσυστημάτων.
Ως Περιβαλλοντικός Σύλλογος 𝝥𝝸𝞃𝞄𝝾ύ𝞂𝝰, Νέας Λαμψάκου εκφράζουμε την κάθετη αντίθεσή μας στο προτεινόμενο νομοσχέδιο και συντασσόμαστε πλήρως με τις θέσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, όπως αυτές κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, καθώς και με τις τεκμηριωμένες προτάσεις σημαντικών περιβαλλοντικών οργανώσεων της χώρας, όπως οι ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, η Καλλιστώ, η iSea, η MEDASSET, η MedINA και το WWF Ελλάς.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προκαλεί σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο οικοσύστημα και στη βιοποικιλότητα της περιοχής μας. Αντί να ενισχύει την περιβαλλοντική προστασία, την αποδυναμώνει, δημιουργώντας προϋποθέσεις υποβάθμισης φυσικών οικοτόπων και απώλειας πολύτιμων φυσικών πόρων.
Παράλληλα, δεν διασφαλίζει την προστασία των κατοίκων και της ποιότητας ζωής τους, ενώ αγνοεί τις επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων. Η απουσία ουσιαστικής μέριμνας για τις τοπικές κοινωνίες καθιστά το νομοσχέδιο κοινωνικά άδικο και περιβαλλοντικά επικίνδυνο.
Ζητούμε:
●Την ουσιαστική προστασία των υγροτόπων και των δασικών οικοσυστημάτων.
●Τον σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες και στη βούληση των κατοίκων.
●Τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και προστασίας των σχολείων, των εκκλησιών και των αθλητικών εγκαταστάσεων.
●Την ενίσχυση πολιτικών που προάγουν πραγματικά τη βιώσιμη ανάπτυξη και όχι την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος.
Η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι επιλογή, αλλά υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο χρόνος που διατέθηκε για τη δημόσια διαβούλευση, ο οποίος ήταν εξαιρετικά περιορισμένος και στην πράξη ακόμη μικρότερος, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του συνέπεσε με περίοδο αργιών (Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα).
Ποιο σκοπό εξυπηρέτησε ο σύντομος χρονος;
Ως Περιβαλλοντικός Σύλλογος 𝝥𝝸𝞃𝞄𝝾ύ𝞂𝝰, Νέας Λαμψάκου εκφράζουμε την κάθετη αντίθεσή μας στο προτεινόμενο νομοσχέδιο και συντασσόμαστε πλήρως με τις θέσεις του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, όπως αυτές κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, καθώς και με τις τεκμηριωμένες προτάσεις σημαντικών περιβαλλοντικών οργανώσεων της χώρας, όπως οι ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, η Καλλιστώ, η iSea, η MEDASSET, η MedINA και το WWF Ελλάς.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προκαλεί σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο οικοσύστημα και στη βιοποικιλότητα της περιοχής μας. Αντί να ενισχύει την περιβαλλοντική προστασία, την αποδυναμώνει, δημιουργώντας προϋποθέσεις υποβάθμισης φυσικών οικοτόπων και απώλειας πολύτιμων φυσικών πόρων.
Παράλληλα, δεν διασφαλίζει την προστασία των κατοίκων και της ποιότητας ζωής τους, ενώ αγνοεί τις επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων. Η απουσία ουσιαστικής μέριμνας για τις τοπικές κοινωνίες καθιστά το νομοσχέδιο κοινωνικά άδικο και περιβαλλοντικά επικίνδυνο.
Ζητούμε:
●Την ουσιαστική προστασία των υγροτόπων και των δασικών οικοσυστημάτων.
●Τον σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες και στη βούληση των κατοίκων.
●Τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και προστασίας των σχολείων, των εκκλησιών και των αθλητικών εγκαταστάσεων.
●Την ενίσχυση πολιτικών που προάγουν πραγματικά τη βιώσιμη ανάπτυξη και όχι την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος.
Η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι επιλογή, αλλά υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο χρόνος που διατέθηκε για τη δημόσια διαβούλευση, ο οποίος ήταν εξαιρετικά περιορισμένος και στην πράξη ακόμη μικρότερος, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του συνέπεσε με περίοδο αργιών (Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα).
Ποιο σκοπό εξυπηρέτησε ο σύντομος χρονος;
Παρατηρήσεις του Green Tank επί του άρθρου 98 του προτεινόμενου νομοσχεδίου και ειδικά της τροποποίησης της παρ. 4δ και της προσθήκης της παρ. 7 στο άρθ 19 του 1650/1986 όπως ισχύει.
1) Τροποποίηση της παρ. 4 δ
Η τροποποίηση της παρ. 4 δ και η προσθήκη της πρόβλεψης καθορισμού οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση με ΤΠΣ ή ΕΠΣ σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων είναι άκρως προβληματική και θα πρέπει να αποσυρθεί.
Η τροποποίηση προωθεί την οργανωμένη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και περιοχών Natura 2000, όπως προκύπτει τόσο από τη διάταξη όσο και από την έκθεση συνεπειών ρύθμισης που αναφέρει παραδείγματα δυνητικής εφαρμογής της.
Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδεχομένως να υπάρχει τεκμηριωμένη ανάγκη για κάποια επέκταση της οικιστικής ζώνης. Ωστόσο, ο οριζόντιος και γενικευμένος χαρακτήρας της προωθούμενης τροποποίησης για όλες τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας, έναντι της κατ’ εξαίρεση πρόβλεψης υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, επιτρέπει την οριζόντια εφαρμογή με ιδιαίτερα επιβαρυντικά αποτελέσματα, όπως αν εφαρμοστεί σε περιοχές γύρω από μεγάλα αστικά κέντρα (π.χ. Αττική / Υμηττός) ή νησιά στα οποία οι δραστηριότητες έχουν υπερβεί τη φέρουσα ικανότητα τους.
Πέρα από το ότι επηρεάζει την οικολογική ακεραιότητα των περιοχών στις οποίες θα εφαρμοστεί, δύναται επίσης να οδηγήσει στην υποβάθμισή τους. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πρόσφατη ενσωμάτωση της αρχής της μη υποβάθμισης στην έννομη τάξη με το άρθ. 175 παρ. 8 του ν. 5037/2023.
Η προωθούμενη τροποποίηση οδηγεί κατ’ αποτέλεσμα σε ουσιαστική αποδυνάμωση του καθεστώτος προστασίας, η οποία προσεγγίζει τον αποχαρακτηρισμό εκτάσεων που έχουν χαρακτηριστεί ως περιοχές Natura 2000 ή εθνικά προστατευόμενες περιοχές. Οι εκτάσεις αυτές χάνουν το προστατευτικό καθεστώς και εντάσσονται ως εκτάσεις προς πολεοδόμηση και όχι προς προστασία σε πολεοδομικό καθεστώς.
Ειδικά για τις περιοχές Natura 2000, η προωθούμενη τροποποίηση δεν είναι συμβατή με την οδηγία για τους οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ), η οποία επιτρέπει διορθώσεις εκτάσεων των περιοχών Natura 2000 μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις στο πλαίσιο της εξαετούς αξιολόγησης και με τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αφαιρώντας εκτάσεις από το καθεστώς προστασίας και προσθέτοντας επιβαρυντικές δραστηριότητες, μειώνεται η προστασία που παρέχει η ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων για την υπόλοιπη προστατευόμενη περιοχή. Με απλά λόγια, οι πιέσεις και οι απειλές, συμπεριλαμβανομένης της πολεοδόμησης, πλησιάζουν τις πιο αυστηρά προστατευόμενες ζώνες με αποτέλεσμα να χάνεται η «ασφάλεια» που αυτή η ζώνη παρέχει από τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται στον λοιπό χώρο. Εξάλλου, οι προστατευόμενες περιοχές δεν αποτελούν νησίδες προστασίας, επηρεάζονται από δραστηριότητες εκτός των ορίων τους και γι’ αυτό συχνά προωθείται η ρύθμιση δραστηριοτήτων σε γειτονικές εκτάσεις, εκτός των προστατευόμενων περιοχών. Η προωθούμενη τροποποίηση κινείται στην ακριβώς αντίθεση κατεύθυνση εισάγοντας πρόσθετες δραστηριότητες εντός των προστατευόμενων περιοχών.
Η θέσπιση τέτοιας γενικής δυνατότητας αλλαγής του καθεστώτος των προστατευόμενων περιοχών δημιουργεί επίσης κανονιστικό προηγούμενο, που δύναται να επεκταθεί και σε άλλες κατηγορίες ζωνών προστασίας στο μέλλον.
Σήμερα η Ελλάδα έχει χαρακτηρίσει το 27.3% της χερσαίας έκτασης ως περιοχές Natura 2000. Το ποσοστό ξεπερνά το 35% αν προσθέσουμε και εκτάσεις που έχουν ενταχθεί σε εθνικά προστατευόμενες περιοχές. Τα ποσοστά αυτά είναι συμβατά και προωθούν την επίτευξη του διεθνούς (Global Biodiversity Framework), ενωσιακού (Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030) και εθνικού στόχου (ν. 5037/2023) για χαρακτηρισμό τουλάχιστον του 30% των χερσαίων εκτάσεων ως προστατευόμενων. Η προωθούμενη τροποποίηση δύναται να οδηγήσει σε μείωση των ποσοστών προστασίας, υπονομεύοντας την επίτευξη των εθνικών, ενωσιακών και διεθνών στόχων για τη βιοποικιλότητα.
Προτείνεται η απόσυρση της προωθούμενης τροποποίησης. Δεδομένων των συνεχιζόμενων προβλημάτων στην ολοκλήρωση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και την προώθηση των Προεδρικών Διαταγμάτων για τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας, που σχετίζονται με προβληματικές, αδόκιμες, επικίνδυνες και ασύμβατες με την έννοια των προστατευόμενων περιοχών προβλέψεις για τις χρήσεις γης που έφερε η παρ. 18 του άρθρου 44 του ν. 4685/2020, το Green Tank επαναφέρει την πρότασή του για:
• συμπλήρωση του ορισμού των κατηγοριών των προστατευόμενων περιοχών και των ζωνών προστασίας ώστε να λειτουργούν ως κριτήρια (φίλτρα) για τον καθορισμό της κάθε ζώνης και των χρήσεων και δραστηριοτήτων που δύνανται να επιτρέπονται ή να απαγορεύονται σε κάθε μία.
• κατάργηση της παρ. 18 του άρθρ. 44 ν. 4685/2020 και επαναφορά του καθορισμού χρήσεων και δραστηριοτήτων στο επίπεδο των ΕΠΜ, με βάση τα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής και με τρόπο συμβατό με τους (ως άνω προτεινόμενους) συμπληρωμένους ορισμούς των κατηγοριών και των ζωνών των προστατευόμενων περιοχών.
2) Προσθήκη παρ. 7
Η προσθήκη της παρ. 7 φαίνεται να επιδιώκει την αντιμετώπιση ζητημάτων που αναδείχθηκαν κατά την εκπόνηση των ΕΠΜ, ιδίως ως προς επιτρεπόμενες δραστηριότητες. Επίσης, φαίνεται να αναγνωρίζει τη σημασία δραστηριοτήτων αναψυχής στη φύση.
Θετικά κρίνεται ειδικά η πρόβλεψη σχετικά με τις «δράσεις και παρεμβάσεις αποκλειστικά για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας και τη διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου» καθώς και με «έργα και επεμβάσεις που κρίνονται απαραίτητες για λόγους προστασίας ή αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος». Τέτοιες δράσεις και έργα αναμένεται να υλοποιηθούν κατ’ εφαρμογή των Σχεδίων Διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών, εφόσον ολοκληρωθούν και εγκριθούν, και του υπό κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Αποκατάστασης και δεν θα πρέπει να υπάρχουν ερωτήματα ή ασάφειες ως προς το αν είναι συμβατά εντός των προστατευόμενων περιοχών.
Ωστόσο, δεν προβλέπεται ρητά ότι οι λοιπές προτεινόμενες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων αναψυχής στη φύση, πρέπει να είναι συμβατές με τους στόχους προστασίας κάθε ζώνης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην έγκριση ασύμβατων δραστηριοτήτων ιδίως στις ζώνες απόλυτης προστασίας και ζώνες προστασίας της φύσης.
Ως εκ τούτου, προτείνεται η ακόλουθη αναδιατύπωση του α΄εδαφίου της παρ. 7: ‘ Για το σύνολο των ζωνών της παρ. 4 «σύμφωνα με τον ορισμό, σκοπό και στόχο της κάθε προστατευόμενης περιοχής και της εκάστοτε ζώνης» επιτρέπονται..’.
Η συγκεκριμένη διάταξη του σχεδίου νόμου, δεν υποδεικνύει συγκεκριμένες υπό πολεοδόμηση περιοχές Natura, στα τοπικά δημοτικά διαμερίσματα της χώρας μας, που συνορεύουν με σχέδια πόλεων και οικισμών, αλλά πρόκειται για μια γενικότερη ρύθμιση, η οποία θα δώσει εν μέρει, την δυνατότητα επέκτασης σχεδίων πόλεων και οικισμών σε ανάλογες περιοχές των δήμων μας, όπου τα επί μέρους κριτήρια, κρίνουν ότι πρέπει να πολεοδομηθούν. Η δυνατότητα όμως αυτή παρέχεται υπό αυστηρές και σωρευτικές προϋποθέσεις, καθόσον, θα πρέπει να τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα επέκτασης του σχεδίου πόλεως ή του οικισμού, αλλά θα συναντήσει σε ανάλογες περιοχές Natura και σοβαρά αλλά εμπόδια. Οι προτάσεις κατά την διαβούλευση, των τοπικών φορέων, περιβαλλοντολόγων, απλών ανθρώπων, αλλά και ιδιοκτήτων εκτάσεων σε περιοχές Natura, είναι μείζονος σημασίας και θα πρέπει να μελετηθούν μετά την διαβούλευση και κατά το δυνατόν να υιοθετηθούν από τους μελετητές στο τελικό κείμενο της διάταξης και τα λάθη, οι οποίες παραλείψεις και τα κενά, τις υπέρμετρες απαγορεύσεις που τέθηκαν και υπάρχουν στις ζώνες Natura, θα πρέπει να διορθωθούν μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας αυτής διαβούλευσης και με άλλες τροποποιήσεις της. Οι ιδιοκτήτες όμως εκτάσεων σε ζώνες Natura, έχουν το πλήρες δικαίωμα, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον σαν ιδιοκτήτες, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης και του λόγου, να ορθώσουν τις απόψεις και τις κρίσεις τους.
Γενικά στην Ελλάδα παραμένει σημαντικό πρόβλημα, λόγω της επιφυλακτικότητας ή και της συχνά κάθετης άρνησης των εμπλεκομένων φορέων, να συναινέσουν στη χωροθέτηση μιας περιοχής και ειδικά μιας ζώνης Natura, εφαπτόμενη σε σχέδιο πόλης είτε οικισμού. Κανείς δεν τολμά να μιλήσει καθαρά, γιατί είναι αδιανόητο οι ιδιοκτήτες της απέναντι γης να μην μπορούν να αξιοποιήσουν τις περιουσίες τους, ενώ θα μπορούσαν να την αξιοποιήσουν όπως οι εντός σχεδίου. Όσοι δεν έχουν ιδιοκτησίες στις υποτιθέμενες ζώνες Natura που συνορεύουν με σχέδια πόλεων και οικισμών, τα βλέπουν όλα ωραία, εμφανίζονται σαν προστάτες της φύσης και θέλουν τα πάρκα αναψυχής απέναντι τους, τους πεζόδρομους, τους ποδηλατοδρόμους, τα πάρκιν ώστε όταν πηγαίνουν εκεί με τα αυτοκίνητα τους, να βρίσκουν να παρκάρουν άμεσα και να χαίρονται την φύση Όσοι όμως έχουν ιδιοκτησίες, που πληρώνουν για αυτές (ανεκμετάλλευτες έως και σήμερα) ΕΝΦΙΑ και αποτελούν περιουσιακά στοιχεία με αυξημένα κριτήρια λόγο γειτνίασης με σχεδία πόλεων, που τους αποκόπτουν από επιδόματα απλά όπως, πετρελαίου, οικογενειακά, ενοικίων κ.λ.π. πληρώνοντας από γενεά σε γενεά μεταβίβαση περιουσίας, φόρους κ.λ.π. αγωνίζονται προσπαθώντας να σώσουν ίσως την μοναδική περιουσία τους. Ζητούν να τους δοθεί ένα μικρό έστω δικαίωμα πολεοδόμησης της γης τους, που λόγο ΖΟΕ, Natura, αιγιαλού, όχθης και ακολούθως ενός προσεχούς Τ.Π.Σ χάνουν τα πάντα, περιμένοντας στον… αιώνα τον άπαντα το θαύμα της πολεοδόμησης. Είναι αστείο να απαγορεύεται με τις διατάξεις της νομοθεσίας μας, υπάρχουσες και μελλοντικές, οποιαδήποτε χρήση γης, σε περιοχή εφαπτόμενη σε σχέδιο, στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος, τιμωρώντας όσους δεν πρόλαβαν να εκμεταλλευτούν την ιδιοκτησία τους και στερώντας τους ουσιαστικά χωρίς καμία απολύτως πρόβλεψη κάθε δικαίωμα επί αυτής Στις εναπομείνασες ελεύθερες εκτάσεις γης πλησίον σε σχέδια πόλεων και οικισμούς, σήμερα βλέπει κάνεις παράγκες από τσίγκους, μπάζα από οικοδομικά υλικά κατεδαφίσεων και πάσης φύσεως σκουπίδια, καρέκλες στρώματα ηλεκτρικές συσκευές κ.λ.π. που αποθέτει παράνομα ο καθένας. Επακόλουθο των πολιτικών της απαγόρευσης πολεοδόμησης, που υφίστανται οι ανάλογες περιοχές όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι θα αποτελούν ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον, καθώς στις υπάρχουσες απαγορεύσεις θα προστίθενται και νέες μελλοντικές.
Ο νομοθέτης για την προστασία προστατευόμενων περιοχών δεν μπορεί να κάνει βήματα μπρος πίσω. Επί του παρόντος, με οριζόντιες ρυθμίσει, το σχέδιο νόμου εδώ προτείνει παρεμβάσεις 1ον σε περιοχές που έχουν ήδη κηρυχθεί με προεδρικά διατάγματα ως αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, ενώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι 2ον ακόμη δεν έχουν εκδοθεί Προεδρικά Διατάγματα, σύμφωνα με μελέτες ΕΜΠ για άλλες περιοχές προστασίας, πχ Βαρδούσια.
Σε ότι αφορά θεομηνίες και έκτακτες καταστάσεις ή επιχειρήσεις πυρόσβεσης υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία αντιμετώπισης και επιχειρησιακά πρωτόκολλα.
Επιπλέον επεμβάσεις σε υψηλής προστασίας περιοχές, ακόμη για ανασκαφές σε περιοχές που δεν έχουν κηρυχθεί αρχαιολογικοί χώροι, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με φειδώ.
Απαιτείται απαγόρευσης διάνοιξης δρόμων, απαγόρευση πολεοδόμησης και διατήρηση περιοχών χωρίς ή με τις λιγότερο δυνατές ανθρώπινες παρεμβάσεις, υπόγειες ή υπέργειες.
Ανεξελεγκτη ανάπτυξη ανανεώσιμων χωρις σχεδιο και μονο στοχο το ιδιωτικο οφελος και πχι το δημοσιο συμφερον
Είναι ένα απαράδεκτο νομοσχέδιο, ραμμένο στα μέτρα πρόσκαιρων επιχειρηματικών επιδιώξεων εις βάρος του τόπου μας. Είναι δικό μας σπίτι αυτός ο τόπος. ΟΧΙ στο ξεπούλημα του τόπου μας για ιδιωτικές πολεοδομικές επεκτάσεις για τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
Ένα μεγάλο ΟΧΙ από εμένα στην απλοποίηση των αδειοδοτήσεων και στον αποκλεισμό των τοπικών κοινωνιών από την συμμετοχή στην διαδικασία αδειοδότησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Είναι τουλάχιστον απαράδεκτο να γίνεται διαβούλευση για το μέλλον μας διαδικτυακά και μέσα στο Πάσχα για ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως το περιβάλλον. Τα βουνά μας, οι θάλασσες και οι περιοχές natura δεν μπορούν να τεθούν σε διαβούλευση. Ήδη έχουν κακοποιηθεί αρκετά γιατί δεν προστατεύονται επαρκώς από το Υπουργείο Περιβάλλοντος. Περιμένουμε να αλλάξετε τις προτάσεις σας με ακόμα μεγαλύτερη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, με περισσότερους περιορισμούς και όχι αφήνοντας τις εταιρείες ενέργειας και την πολεοδόμηση ανεξέλεγκτες όπως γίνεται μέχρι τώρα. Ρημάζοντας τον φυσικό πλούτο της χώρας μας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΒΙΖΟΣ
Βιολόγος – Μελετητής Περιβαλλοντικών Μελετών
Το υπό εξέταση νομοσχέδιο, όπως κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων έκδοσης των προβλεπόμενων περιβαλλοντικών αδειών για έργα ΑΠΕ, προκαλεί αναίτιες αντιδράσεις ομάδων πολιτών.
Οι ομάδες αυτές για να προωθήσουν τις φιλοσοφικές και θεολογικές τους αντιλήψεις, τις πολιτικές τους επιδιώξεις, τα συντεχνιακά και άλλα συμφέροντά τους (ανάληψη μελετών και ερευνών, «προγραμμάτων» κ.ά.), συνήθως διατυπώνουν τις πλέον ανυπόστατες και ανεδαφικές απαιτήσεις όπως:
* Περιοχές επιτάχυνσης των ΑΠΕ δεν δύναται να είναι εκτάσεις εντός του δικτύου NATURA χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση, δηλαδή ακόμα και τεχνητές ή/και κατασκευασμένες επιφάνειες εντός των περιοχών αυτών. Επίσης εκτάσεις εντός του δικτύου των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ) και περιοχές πάνω στις κύριες μεταναστευτικές οδούς των πουλιών.
* Απαιτείται να εξαιρεθεί από την εγκατάσταση ΑΠΕ το 60% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας, όπως απεικονίζεται σε χωροταξικό χάρτη που έχει συντάξει το εργαστήριο BCL του πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
* Oι αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας.
Πρόκειται πρόδηλα για ανυπόστατες απόψεις, οι οποίες υιοθετούν αβελτηρίες για το περιβάλλον ανάλογες με αυτές για «καθαρούς ουρανούς» από τους «ψεκασμούς», προβάλλουν συντεχνιακά αιτήματα, τα οποία εμφανίζουν ως συμβολή στην ορθή χωροθέτηση των ΑΠΕ, ανακαλύπτουν την ύπαρξη στη χώρα μας «άγριων παρθένων περιοχών», «απάτητων βουνών», «ανέγγιχτων παραλιών» κ.ά.
Οι υποστηριχτές των απόψεων αυτών αρνούνται τις παρεμβάσεις στα αίτια που γεννούν και διαμορφώνουν τον τρόπο παραγωγής και καθορίζουν τον ρόλο των παραγωγικών δυνάμεων στη διαμόρφωση των παραγωγικών σχέσεων και την εξέλιξη της κοινωνίας. Επιδιώκουν τον προσεταιρισμό πολιτών και την εξασφάλιση της συναίνεσής τους για τη διεκδίκηση συμφερόντων τοπικών, συντεχνιακών ή μειονοτικών ομάδων, θεωρώντας ότι η συναίνεση αυτή κατισχύει του δημοκρατικού προγραμματισμού και του σχεδιασμού της οικονομίας. Δεν προσδιορίζουν όμως ποιο θεωρούν ως το κατάλληλο θεσμικό «αποθετήριο» υποβολής των αιτημάτων τους ούτε τους μηχανισμούς υποβολής, εξασφάλισης της συναίνεσης και επιβολής της. Διαβουλεύονται μεταξύ τους και αποκλείουν από τις διαδικασίες διαβούλευσης τους θεσμούς εξασφάλισης της κοινωνικής συνοχής (εργατικά και εργοδοτικά συνδικάτα, επιμελητήρια κ.λπ.). Απαιτούν η άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής να μην εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πλειονότητας των πολιτών, τα οποία εκφράζει η εκάστοτε πλειοψηφία αλλά τις απόψεις τους. Δεν αποδέχονται ούτε τις ιδεολογικές θεωρήσεις για την οικονομική ελευθερία με κοινωνική ευθύνη, την ενθάρρυνση των ιδιωτικών και των δημοσίων επενδύσεων και την επιχειρηματικότητα σε όλους τους οικονομικούς τομείς. Υπερασπίζονται την ύπαρξη «φυσικής τάξης» των πραγμάτων» για να «αποκαταστήσουν την ισορροπία της φύσης». Οι πρακτικές τους αρνούνται τη διάκριση των εξουσιών και από τα κείμενά τους προκύπτει ότι θα προτιμούσαν η διακυβέρνηση του κράτους να γίνεται από δικαστές που αποδέχονται τις θεωρήσεις τους.
Προβλήματα για τις ΑΠΕ προκύπτουν επίσης και από τις μεθοδεύσεις κάποιων υπηρεσιών, στελέχη των οποίων θεωρούν ότι το υπηρεσιακό τους αντικείμενο περιορίζεται επιλεκτικά στην προστασία του περιβάλλοντος και ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές τους η εξασφάλιση της συνταγματικής επιταγής για την ταυτόχρονη διασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Τα προβλήματα αυτά συνήθως προκύπτουν από απαιτήσεις οι οποίες αναίτια αυξάνουν τον χρόνο εκπόνησης και το κόστος των σχετικών μελετών και ενίοτε από ατεκμηρίωτες αρνητικές εισηγήσεις για την έγκρισή τους. Οι μεθοδεύσεις τους συνήθως ερείδονται στην επίκληση αμφίσημων και ασαφών νομικών εννοιών, οι οποίες επιτρέπουν αμφισβητήσεις -χωρίς ποσοτική τεκμηρίωση- της καταλληλότητας της χωροθέτησης και της πληρότητας του τεχνικού σχεδιασμού των έργων, της μεθοδολογίας εκπόνησης των περιβαλλοντικών μελετών δηλαδή των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και των Μελετών Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΜΕΟΑ) και ενίοτε της επιστημονικής επάρκειας των μελετητών που τις συνέταξαν.
Οι αμφίσημοί και οι ασαφείς ορισμοί στην περιβαλλοντική νομοθεσία φαίνεται ότι υιοθετήθηκαν προκειμένου να εξυπηρετούν ιδεοληψίες και ιδιοτέλειες για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό τους από «εμπειρογνώμονες».
Ειδικότερες παρατηρήσεις για το υπό εξέταση νομοσχέδιο εστιάζονται στο άρθρο 98 και είναι οι ακόλουθες:
Το άρθρο αυτό υιοθετεί ασαφείς έννοιες όπως: «1.α) Περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/ και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης» … Στις περιοχές αυτές «Προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του». Αναπαράγει επίσης αμφίσημους όρους όπως: «φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές», «καταγεγραμμένη παρουσίας ειδών», «ουσιώδης μεταβολή προς το χειρότερο της φυσικής κατάστασης, σύνθεσης ή εξέλιξης του περιβάλλοντος».
Για το περιεχόμενο των ως άνω όρων επισημαίνονται τα εξής:
Η έννοια της βιοποικιλότητας περιγράφεται στους νόμους 2204/1994 και 3937/2011 ως: «Η ποικιλία των ζώντων οργανισμών πάσης προελεύσεως, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των χερσαίων, θαλασσίων και άλλων υδατικών οικοσυστημάτων και οικολογικών συμπλεγμάτων των οποίων αποτελούν μέρος. Επίσης, περιλαμβάνεται η ποικιλότητα εντός των ειδών, μεταξύ ειδών και οικοσυστημάτων». Στη βιολογική ποικιλότητα, σύμφωνα με τον ν. 2204/1994 «Κύρωση Σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα (Α΄59)» και τον ν. 3937/2011 (Α΄31) αναφέρεται ότι περιλαμβάνεται και «η ποικιλότητα των γονιδίων μέσα και μεταξύ των ειδών».
Από τους παραπάνω ορισμούς το μέγεθος της βιοποικιλότητας προσδιορίζεται ως το γινόμενο του συνολικού αριθμού των έμβιων (πλούτος) της υπό εξέταση χωρικής ενότητας (από τα prion και τα βακτήρια μέχρι τις φυλετικές ομάδες των θηλαστικών) επί τον αριθμό των ατόμων τους (αφθονία) αλλά και επί τον αριθμό των γονιδίων τους. Η τιμή που προκύπτει (η βιοποικιλότητα) είναι υπέρμετρα μεγάλη και δεν επιτρέπει την εξαγωγή πορισμάτων με μαθηματικές ή στατιστικές επεξεργασίες με αντικείμενο τον προσδιορισμό των σχέσεων των βιοτικών συντελεστών του μεταξύ τους και με τους μη βιοτικούς συντελεστές του χώρου.
Στο υπό εξέταση νομοσχέδιο δεν προσδιορίζονται τα κριτήρια χαρακτηρισμού των εξ ολοκλήρου φυσικών ή ημιφυσικών περιοχών. Στη δόκιμη βιβλιογραφία ο χαρακτηρισμός αυτός προσδιορίζει εκτάσεις στις οποίες τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, ο αριθμός των ειδών και τα πληθυσμιακά μεγέθη των φυτών και των ζώων τους (η βλάστηση και η πανίδα τους) διατηρούνται αποκλειστικά από τους φυσικούς πόρους.
Στις περιοχές σε καθεστώς προστασίας της βιοποικιλότητας ο ν. 3937/2011 και η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ προβλέπουν ως κριτήρια προσδιορισμού της κατάστασης του περιβάλλοντος την ύπαρξη των συνθηκών από τις οποίες απορρέει η απόδοση του χαρακτηρισμού «Ικανοποιητική Κατάσταση Διατήρησης» στους τύπους των φυσικών οικότοπων και στα είδη των φυτών και των ζώων (συμπεριλαμβανομένων και των πτηνών) που φιλοξενούν, καθώς και η τεκμηρίωση διατήρησης μακροχρόνια του χαρακτηρισμού αυτού.
Προβλέψεις της εξέλιξης, της μελλοντικής διαμόρφωσης της κατάστασης και της σύνθεσης του περιβάλλοντος είναι αδύνατες με τα μεθόδους των βιολογικών επιστημών λόγω της έλλειψης νομοτέλειας. Οι προβλέψεις αυτές δεν είναι εφικτές ούτε με μεθόδους της στατιστικής επιστήμης (στοχαστικοί υπολογισμοί), επειδή ο συνδυασμός του τεράστιου αριθμού των συντελεστών του περιβάλλοντος καθιστά άπειρες τις πιθανές ισοδύναμες μεταξύ τους διαμορφώσεις (άπειρες ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις). Η δόκιμη βιβλιογραφία δεν επιτρέπει ούτε προσδιορισμούς διατήρησης στο διηνεκές των τιμών των μεταβλητών του περιβάλλοντος, σε προκαθορισμένα από τη νομοθεσία επίπεδα.
Η αδυναμία προσδιορισμού τάσεων εξέλιξης ακόμα και βραχυχρόνια, καθώς και επιθυμητών καταστάσεων καθιστά ανέφικτη την ικανοποίηση των σχετικών απαιτήσεων του υπό εξέταση νομοσχεδίου. Διαφορετικά θα πρέπει να θεσπιστούν τα πληθυσμιακά δεδομένα, η διάρκεια και η μέθοδος προβολής τους στους τύπους φυσικών οικότοπων των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης (ΕΖΔ) και των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), οι ρυθμιστικοί και οι περιοριστικοί παράγοντες, ο ελάχιστος και ο μέγιστος αποτελεσματικός πληθυσμός τους κ.ά.
Η εθνική και η ευρωπαϊκή νομοθεσία θεωρούν αυθαίρετη και καταχρηστική την επίκληση κινδύνων για το περιβάλλον όταν δεν τεκμηριώνονται ο μηχανισμός παραγωγής επιπτώσεων, τα μεγέθη των παραγόντων που τις προκαλούν και υπολογιστικά οι συγκεντρώσεις τους που δημιουργούνται από τη διάδοσή τους.
Η διατύπωση αυτή υποχρεώνει η έννοια «προστασία του περιβάλλοντος» και για τα έργα ΑΠΕ να περιγράφει την απαίτηση αποτροπής μεταβολής της υφιστάμενης κατάστασης, όπως προβλέπει ο ν. 1650/1986, σε βαθμό που καθιστά το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές από την πολιτεία χρήσεις του, οι οποίες αναφέρονται ως «χρήσεις γης» και περιγράφονται αναλυτικά στην πολεοδομική νομοθεσία (Π. Δ/γμα 59/2018, ν. 5069/2023). Επιπλέον η προστασία της βιοποικιλότητας απαιτείται να προσδιορίζεται σαφώς ότι αφορά αποκλειστικά σε εκτάσεις τύπων φυσικών οικότοπων, στις οποίες σε ενεστώτα χρόνο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την απόδοση σε αυτές και στα είδη φυτών και ζώων που φιλοξενούν του χαρακτηρισμού «Ικανοποιητική Κατάσταση Διατήρησης».
Οι εκτάσεις αυτές στη χέρσο – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – πρέπει να πληρούν και τις προϋποθέσεις της δασικής νομοθεσίας, από τις οποίες απορρέει ο τελεσίδικος χαρακτηρισμός τους ως δάση και δασικές εκτάσεις. Από το καθεστώς αυτό αυτοδίκαια πρέπει να εξαιρούνται οι εκτάσεις στις οποίες έχουν νόμιμα θεσπιστεί άλλες χρήσεις καθώς και σε όσες οι χαρακτηρισμοί αυτοί καταργούνται με δικαστικές αποφάσεις ή με νόμιμες πράξεις της διοίκησης.
Στις εκτάσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας του περιβάλλοντος η νομοθεσία μας προβλέπει ότι μπορούν να επιβληθούν όροι και περιορισμοί στις χρήσεις γης εφόσον σε αυτές δεν έχουν επιβληθεί ή τα χαρακτηριστικά τους δεν συνεπάγονται την εφαρμογή διαφορετικών ρυθμίσεων (π.χ. αναδασμοί, γεωργική γη «υψηλής παραγωγικότητας», τεχνικές υποδομές, λατομικές περιοχές κ.λπ.).
Είθε τα όσα προαναφέρθηκαν να συμβάλλουν στη απαλλαγή των διαδικασιών της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των ΑΠΕ από την αρνητική επίδραση των επιλεκτικών εφαρμογών κανόνων δικαίου και ανυπόστατων ερμηνειών επιστημονικών απόψεων.
Αθήνα, 10 Απριλίου 2026.
Χωρίς να υπάρχειεπιστημοσυνη στα λόγια μου,καθαρά σαν άνθρωπος αυτής της ερμης χώρας που, σκέφτεται το μέλλον των παιδιών της ,δεν θα επιτρέψουμε σε αυτήν κυβέρνηση να τα ρημάξει όλα.Υπαρχουν και όρια.
Το μόνο σχέδιο σας είναι ο πλουτισμός.
Η επιτάχυνση, όταν αφορά το φυσικό περιβάλλον, δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι πολιτική επιλογή με συγκεκριμένες συνέπειες. Και εδώ οι συνέπειες είναι σαφείς: λιγότερος έλεγχος, λιγότερη συμμετοχή, λιγότερη ουσία.
Τα νησιά δεν είναι κενές επιφάνειες προς αξιοποίηση. Είναι σύνθετα οικοσυστήματα με όρια, με κοινωνίες που ζουν και εξαρτώνται από αυτά. Όταν αυτές οι παράμετροι αγνοούνται στο όνομα της ταχύτητας, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη αλλά μιλάμε για επιβολή. Το Σύνταγμα προβλέπει προστασία και ειδική μέριμνα για τις νησιωτικές περιοχές. Αυτό δεν είναι τυπική διατύπωση. Είναι κατεύθυνση. Και αυτή τη στιγμή παρακάμπτεται. Η ενεργειακή μετάβαση είναι απαραίτητη. Αλλά χωρίς σχέδιο, χωρίς όρια και χωρίς κοινωνική συναίνεση, κινδυνεύει να γίνει το αντίθετο από αυτό που υπόσχεται. Η ταχύτητα δεν είναι από μόνη της αξία. Ιδίως όταν το κόστος είναι μη αναστρέψιμο.
Η λογική της επιτάχυνσης που εισάγεται δεν απαντά στο πρόβλημα, το μετατοπίζει και το οξύνει. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν είναι διαδικασία που μπορεί να συμπιεστεί χρονικά ούτε να προσαρμοστεί σε ρυθμούς εξπρές. Όταν οι έλεγχοι γίνονται βιαστικά και οι γνωμοδοτήσεις περιορίζονται, αυτό που τελικά συρρικνώνεται δεν είναι μόνο ο χρόνος, αλλά η ίδια η ποιότητα της κρίσης. Όταν περιορίζεται η δυνατότητα συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών και των φορέων, δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική παράλειψη, πρόκειται για υποχώρηση της δημοκρατικής λειτουργίας.
Το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Η προστασία του περιβάλλοντος, όπως και η ειδική μέριμνα για την νησιωτικότητα, δεν αποτελούν διακοσμητικές αρχές αλλά θεμελιώδεις υποχρεώσεις. Ωστόσο, το προτεινόμενο μοντέλο φαίνεται να τις παρακάμπτει, αγνοώντας τις ιδιαιτερότητες των τόπων και τη φωνή όσων ζουν και δραστηριοποιούνται σε αυτούς. Η φέρουσα ικανότητα των τοπίων αντιμετωπίζεται σαν δευτερεύουσα λεπτομέρεια, ενώ ο αναγκαίος χωροταξικός σχεδιασμός έπεται αντί να προηγείται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή μετάβαση κινδυνεύει να χάσει τον ίδιο της τον προσανατολισμό. Δεν μπορεί να υλοποιείται με όρους πίεσης και επιβολής, ούτε να οδηγεί στην μετατροπή ευαίσθητων περιοχών, νησιών και ορεινών όγκων, σε ζώνες εντατικής εγκατάστασης έργων. Η μετάβαση οφείλει να είναι όχι μόνο ενεργειακή, αλλά και θεσμικά και περιβαλλοντικά συνεπής.
Το φυσικό περιβάλλον δεν είναι μια μεταβλητή που προσαρμόζεται κατά περίπτωση. Είναι ένα κεφάλαιο που, εφόσον χαθεί, δεν ανακτάται και καμία επένδυση που φέρει τον χαρακτηρισμό «πράσινη» δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απώλεια αυτή, αν προκύπτει εις βάρος της ίδιας της φύσης που υποτίθεται ότι προστατεύει.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς υποβάλουμε στη διαβούλευση του ν/σ ΥΠΕΝ το ακόλουθο κοινό σχόλιο σχετικά με την προτεινόμενη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και την οριζόντια ρύθμιση ορισμένων δραστηριοτήτων.
Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών & σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.
Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ.
Σχετικά με τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, το νομοσχέδιο προτείνει ορισμένες δραστηριότητες να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες προστασίας και δυνητικά να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων καταλήγουν επικίνδυνες, ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών ή οικοδομικές επεμβάσεις σημαντικής κλίμακας δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, οι οποίες δεν είναι καν κηρυγμένες ως αρχαιολογικές περιοχές, ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα στα προεδρικά διατάγματα προστασίας. Οι δε προτεινόμενες επεμβάσεις για λόγους πολιτικής προστασίας καλύπτονται ήδη από ειδική νομοθεσία και δεν απαιτούν αυτού του είδους τη ρύθμιση, ενώ συναφείς επεμβάσεις πρόληψης ή αποκατάστασης εξυπηρετούνται από τις καλώς επιτρεπόμενες οριζόντια δράσεις διαχείρισης και αποκατάστασης. Αλλά ακόμα και ορισμένες ήπιες δραστηριότητες που συνοδεύονται από μεταφορά εξοπλισμού ή έχουν σημαντικές επιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται, ή και να απαγορεύονται στις ζώνες με υψηλό προστατευτικό καθεστώς.
Για τους λόγους αυτούς, καλούμε το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις προτεινόμενες διατάξεις, προβλέποντας:
1. Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές παρεκκλίσεις αποκλειστικά για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις.
2. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
3. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητα τέτοιων επεμβάσεων, σε σύνδεση με πολεοδομικά μεγέθη, χωρίς γενικές διατυπώσεις και οριζόντια ποσοστά.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως η επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
6. Σαφή ιεράρχηση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον βαθμό προστασίας των ζωνών, αυστηροποίηση και περιοριστική προσέγγιση στην περίπτωση των ΖΑΠΦ και εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες.
Η γενική τοποθέτηση της Εταιρίας Προστασίας Πρεσπών επί του άρθρου 98 του νομοσχεδίου έχει υποβληθεί σε συνεργασία με άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις.
Όσον αφορά την παράγραφο 7 θα θέλαμε να σχολιάσουμε επιπροσθέτως τα εξής: Η προσέγγιση του ορισμού οριζόντια επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων σε όλες τις ζώνες των προστατευόμενων περιοχών είναι χρήσιμη όσον αφορά τα σημεία α) και β). Μια τέτοια πρόβλεψη έλειπε και δημιουργούσε προβλήματα, καθυστερήσεις και δυσκολίες, αφού σειρά δράσεων και έργων διαχείρισης και προστασίας υπήρχε αμφιβολία αν είναι επιτρεπτές και γινόταν προσπάθεια να υπαχθούν σε άλλες κατηγορίες επιτρεπόμενων χρήσεων ή και να ζητηθεί γι’ αυτές «εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» σαν να επρόκειτο για οποιαδήποτε οχλούσα δραστηριότητα με σκοπό άλλον από την προστασία και τη διαχείριση των προστατευτέων αντικειμένων.
Πέραν αυτού όμως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η «ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης» έχει συστηματικά μια μεγάλη διαφορά με τις υπόλοιπες, καθώς αυτή η ζώνη είναι συνήθως περιορισμένης έκτασης και προορίζεται να λειτουργεί ως οικολογικό καταφύγιο μηδενικής όχλησης. Αυτό δημιουργεί προβληματισμό για όλα τα υπόλοιπα σημεία γ), δ) και ε) της παραγράφου 7, και ιδίως για το τελευταίο.
Συγκεκριμένα, κατά το σύστημα του ν. 4685/2020, οι Ζώνες Απόλυτης Προστασίας της Φύσης είναι η αυστηρότερη κατηγορία ζώνης με κύριο σκοπό τη διατήρηση των οικοσυστημάτων σε κατάσταση αδιατάρακτης εξέλιξης (οικότοποι, είδη, φυσικές διεργασίες) και τον αποκλεισμό ανθρωπογενών πιέσεων. Στις ζώνες αυτές επιτρέπονται μόνο δραστηριότητες που είναι απολύτως αναγκαίες για την προστασία ή επιστημονική έρευνα, και δεν επιφέρουν καμία ουσιώδη μεταβολή στα προστατευτέα αντικείμενα. Αντιθέτως, δραστηριότητες γενικής αναψυχής, ακόμα και οι πιο ήπιες όπως η ελεύθερη περιήγηση ή η κολύμβηση, δεν εντάσσονται καταρχήν στις επιτρεπτές χρήσεις, καθόσον συνεπάγονται ανθρώπινη παρουσία μη αναγκαία, δύνανται να προκαλέσουν σωρευτικές επιπτώσεις (όχληση πανίδας, καταστροφή βλάστησης, ρύπανση). Περιττό να αναφερθούμε στις άλλες δραστηριότητες που απαριθμούνται στο σημείο ε), οι οποίες είναι καταφανώς οχλούσες σε τέτοιες περιοχές, όπως η αναρρίχηση, η ιππασία, η περιήγηση σε σπήλαια, ή η κατάβαση ποταμού.
Επομένως, σύμφωνα με την ισχύουσα – διαχρονικά – ελληνική νομοθεσία, σε τέτοιες περιοχές ο κανόνας που επιβάλλεται να ακολουθείται είναι ότι απαγορεύεται η γενική ελεύθερη πρόσβαση του κοινού και οι έστω και ήπιες δραστηριότητες αναψυχής, ακόμα και η απλή περιήγηση και κολύμβηση, αφού τέτοιες δραστηριότητες ενέχουν τον κίνδυνο να προκαλέσουν όχληση σε είδη και καταπάτηση σε ευαίσθητους τύπους οικοτόπων, εισάγουν σωρευτικές πιέσεις καθώς εφαρμόζονται επαναλαμβανόμενα, και τελικά αντιστρατεύονται τον κανονιστικό πυρήνα αυτών των περιοχών, μετατοπίζοντας τη λειτουργία τους από πεδία διατήρησης της φύσης σε χώρους ήπιας χρήσης.
Και στο παρόν νομοσχέδιο διατηρείται αυτός ο χαρακτήρας στον ορισμό της ζώνης απόλυτης προστασίας της φύσης (βλ. παρα. 4 α) «εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/ και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, … η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία»).
Αυτή η διαφορά από τις υπόλοιπες ζώνες – από-κλιμακούμενης – προστασίας αναγνωρίζεται εκτός από το εθνικό μας δίκαιο και στη διεθνή βέλτιστη πρακτική, ιδίως όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις οδηγίες της IUCN. Ειδικότερα, οι περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης κατά το εθνικό δίκαιο αντιστοιχούν στη λογική των πιο αυστηρών κατηγοριών της IUCN, ιδίως της Κατηγορίας Ia (Strict Nature Reserve). Οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές είναι πολύ σαφείς (IUCN, Guidelines for Applying Protected Area Management Categories, 2008): Οι περιοχές αυτές είναι «αυστηρά προστατευόμενες», με ανθρώπινη παρουσία και χρήση αυστηρά περιορισμένες. Η ανθρώπινη δραστηριότητα επιτρέπεται κυρίως για επιστημονική έρευνα, παρακολούθηση περιβάλλοντος και (ενίοτε) εκπαίδευση. Η επισκεψιμότητα πρέπει να διατηρείται πολύ χαμηλή έως μηδενική. Και στη διεθνή πρακτική συνήθως σε τέτοιες περιοχές (strict reserves) δεν επιτρέπεται καθόλου η πρόσβαση στο κοινό.
Η νομολογία του ΣτΕ και το ενωσιακό δίκαιο υιοθετούν την ίδια αυστηρή λογική. Ειδικότερα το ΣτΕ κρίνει ότι ακόμη και «ήπιες» δραστηριότητες μπορεί να είναι ασύμβατες αν επηρεάζουν οικοσυστήματα ή είδη και πρέπει να απαγορεύονται αν δεν έχει αποδειχθεί μηδενική επίπτωση.
Επομένως οι οριζόντια επιτρεπόμενες δραστηριότητες αναψυχής του γενικού κοινού δεν συνάδουν καταρχήν με την έννοια των περιοχών απολύτου προστασίας της φύσης.
Τέλος, αν η προτεινόμενη διάταξη αποσκοπεί στο να διευκολύνει την ένταξη μεγαλύτερων εκτάσεων στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό δεν μπορεί/ πρέπει να γίνει αλλοιώνοντας τον κανονιστικό χαρακτήρα των ζωνών. Κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε ξανά προ ολίγων ετών από το Υπουργείο, με την πρόταση να περιληφθούν στις εν δυνάμει επιτρεπόμενες χρήσεις στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης η βόσκηση και άλλες δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα. Και τότε πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις είχαμε αντιδράσει εξηγώντας ότι εάν μια περιοχή χρειάζεται να βοσκηθεί για να διατηρηθεί, επειδή έχει για παράδειγμα σημαντικούς λιβαδικούς τύπους οικοτόπων, τότε δεν θα πρέπει να χαρακτηριστεί ΖΑΠΦ αλλά ΖΠΦ. Εκείνη η πρόταση μεταρρύθμισης του νόμου είχε ως γνωστόν τελικά εγκαταλειφθεί. Είναι με άλλα λόγια προτιμότερο, κατά τη γνώμη μας, να θεσμοθετούνται οι προσήκουσες ζώνες προστασίας με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια και σαφή όρια και περιορισμούς, που να νομιμοποιούνται στη συνείδηση της τοπικής κοινωνίας και να έχουν την προοπτική να γίνουν σεβαστές στην πράξη, παρά να «ξεχειλώνουν» οι έννοιες και να σχετικοποιούνται οι περιορισμοί, τακτική που οδηγεί σε μια ατελέσφορη θεσμοθέτηση.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς υποβάλουν στη διαβούλευση του ν/σ ΥΠΕΝ το ακόλουθο κοινό σχόλιο σχετικά με την προτεινόμενη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και την οριζόντια ρύθμιση ορισμένων δραστηριοτήτων.
Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών & σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.
Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ.
Σχετικά με τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, το νομοσχέδιο προτείνει ορισμένες δραστηριότητες να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες προστασίας και δυνητικά να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων καταλήγουν επικίνδυνες, ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών ή οικοδομικές επεμβάσεις σημαντικής κλίμακας δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, οι οποίες δεν είναι καν κηρυγμένες ως αρχαιολογικές περιοχές, ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα στα προεδρικά διατάγματα προστασίας. Οι δε προτεινόμενες επεμβάσεις για λόγους πολιτικής προστασίας καλύπτονται ήδη από ειδική νομοθεσία και δεν απαιτούν αυτού του είδους τη ρύθμιση, ενώ συναφείς επεμβάσεις πρόληψης ή αποκατάστασης εξυπηρετούνται από τις καλώς επιτρεπόμενες οριζόντια δράσεις διαχείρισης και αποκατάστασης. Αλλά ακόμα και ορισμένες ήπιες δραστηριότητες που συνοδεύονται από μεταφορά εξοπλισμού ή έχουν σημαντικές επιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται, ή και να απαγορεύονται στις ζώνες με υψηλό προστατευτικό καθεστώς.
Για τους λόγους αυτούς, καλούμε το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις προτεινόμενες διατάξεις, προβλέποντας:
1. Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές παρεκκλίσεις αποκλειστικά για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις.
2. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
3. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητα τέτοιων επεμβάσεων, σε σύνδεση με πολεοδομικά μεγέθη, χωρίς γενικές διατυπώσεις και οριζόντια ποσοστά.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως η επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
6. Σαφή ιεράρχηση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον βαθμό προστασίας των ζωνών, αυστηροποίηση και περιοριστική προσέγγιση στην περίπτωση των ΖΑΠΦ και εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες.
Με τις συμπληρωματικές διατάξεις της παρ. 4 και τη νέα παρ. 7 του άρθ. 19 ν. 1650/1986 επιχειρείται η επίλυση ορισμένων ζητημάτων που έχουν εντοπιστεί κατά την υλοποίηση του έργου ΕΠΜ/ΠΔ/ΣΔ σε συνδυασμό με την υλοποίηση των μελετών ΤΠΣ/ΕΠΣ, τα οποία αφορούν στις επεκτάσεις οικισμών και σχεδίων πόλης και τη ρύθμιση παρεμβάσεων και δραστηριοτήτων στο πλαίσιο του συστήματος ζώνωσης και χρήσεων γης στις προστατευόμενες περιοχές.
1. Σχετικά με τη δυνατότητα καθορισμού περιοχών προς πολεοδόμηση
Εξ αρχής, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι νομικά και ουσιαστικά ασύμβατη με το ισχύον σύστημα χωρικού σχεδιασμού. Η πολεοδομική νομοθεσία δεν επιτρέπει τον καθορισμό -πόσο μάλλον την πολεοδόμηση- οικιστικών περιοχών εντός προστατευόμενων ζωνών. Οι περιοχές αυτές υπάγονται σε ειδικό καθεστώς (ΠΕΚ εντός περιοχών προστασίας – ΠΕΠ), το οποίο πρέπει υποχρεωτικά να ενσωματώνεται στα ΤΠΣ/ΕΠΣ χωρίς καμία μεταβολή. Η προτεινόμενη διάταξη παραβιάζει ευθέως αυτό το περιβαλλοντικό, πολεοδομικό και χωροταξικό κεκτημένο.
Στην πράξη, η αντίφαση κινδυνεύει να «λυθεί» με τεχνητή εξαίρεση των προς πολεοδόμηση εκτάσεων από τα καθεστώτα προστασίας των ΕΠΜ και των π.δ. Αυτό ισοδυναμεί με de facto αποχαρακτηρισμό τμημάτων Natura 2000, το οποίο κατά τη γνώμη μας έρχεται σε αντίθεση με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ.
Η επίκληση της υποχρέωσης για «συμβατότητα με ΕΠΜ» είναι κατά τη γνώμη μας προσχηματική, καθώς:
– Οι ΕΠΜ, όπως έχουν μέχρι σήμερα διαμορφωθεί, δεν έχουν εξετάσει συστηματικά επεκτάσεις οικισμών και πολεοδομικής φύσης ζητήματα.
– Ο πολεοδομικός σχεδιασμός αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και όχι με ουσιαστική εκτίμηση επιπτώσεων, ιδίως των σωρευτικών.
– Δεν πληρούνται οι απαιτήσεις δέουσας εκτίμησης και στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης για τέτοιες παρεμβάσεις.
Επιπλέον, οι ΕΠΜ εκπονήθηκαν πριν τα νέα ΤΠΣ, άρα δεν αξιολογούν τις πρόσφατες προτάσεις επεκτάσεων. Η «συμβατότητα» επομένως είναι κενό γράμμα.
Επιπροσθέτως, η υποτιθέμενη συνάφεια μέσω χρήσεων γης είναι παραπλανητική. Οι ΕΠΜ αφορούν εξωαστικό χώρο στον οποίο μέχρι σήμερα διεξάγεται κατά κύριο λόγο εκτός σχεδίου δόμηση, ενώ η πολεοδόμηση συνεπάγεται πολλαπλάσιες πιέσεις (πυκνότητες, υποδομές, κυκλοφορία, σωρευτικές επιπτώσεις). Τα δύο πλαίσια δεν είναι συγκρίσιμα.
Θεσμικά και πρακτικά, ο συντονισμός είναι ανέφικτος:
– Οι ΕΠΜ και τα ΤΠΣ ολοκληρώνονται χωρίς περιθώριο ουσιαστικής εναρμόνισης.
– Μόνο μικρό μέρος των ΕΠΜ έχει εγκριθεί.
– Επικαιροποίηση των ΕΠΜ σε αυτό το στάδιο θα οδηγήσει είτε σε καθυστερήσεις είτε σε πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.
Το όριο 20% για πολεοδόμηση μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων είναι αυθαίρετο και δυνητικά επικίνδυνο:
– Δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά.
– Μπορεί να αφορά πολύ μεγάλες εκτάσεις.
– Δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη (π.χ. μέγεθος οικισμού).
– Οι ΕΠΜ δεν μπορούν να ορίσουν αξιόπιστα χαμηλότερα όρια.
Το WWF Ελλάς ζητάει η τελική ρύθμιση να προάγει τα εξής:
Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο κατ’ εξαίρεση παρεκκλίσεις.
2. Αυστηρό ορισμό εξαιρέσεων: αποκλειστικά έργα υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, για τα οποία από τη φύση τους δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις, των οποίων ο χαρακτήρας θα πρέπει να τεκμηριώνεται σαφώς.
3. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις μέσα σε ζώνες προστασίας.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων, πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης αναγκαιότητας, όχι γενικές διατυπώσεις.
6. Σύνδεση των εξαιρετικά περιοριστικών επεκτάσεων με πολεοδομικά μεγέθη των μελετών ΤΠΣ και όχι οριζόντιες προβλέψεις ποσοστών εκτάσεων προς πολεοδόμηση.
7. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
Χωρίς τις παραπάνω διορθώσεις, η διάταξη ανοίγει συστηματικά τον δρόμο για υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του χωρικού σχεδιασμού. Συγκεκριμένα, και με βάση τη μέχρι σήμερα εμπειρία, μπορούμε να σκεφτούμε πολλές περιπτώσεις σημαντικών προστατευόμενων περιοχών που απειλούνται με πολεοδόμηση μέσω τέτοιων ρυθμίσεων και δίχως να προκύπτει από πουθενά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.
Τέλος, σημειώνουμε ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική διάταξη, στο βαθμό που αφενός καθορίζει το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων και δραστηριοτήτων μέσω του πολεοδομικού εργαλείου της πολεοδόμησης και αφετέρου αφορά στο δίκτυο Natura 2000, πρέπει να τύχει στρατηγικής εκτίμησης επιπτώσεων, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2001/42/ΕΚ και της σχετικής κ.υ.α. ενσωμάτωσης αυτής (ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/2006).
2. Σχετικά με το επιτρεπτό παρεμβάσεων και δραστηριοτήτων στο σύνολο των ζωνών προστασίας
Η προτεινόμενη νέα παρ. 7 στο άρθρο 19 ν. 1650/1986 επιχειρεί να εισαγάγει οριζόντιες επιτρεπόμενες δραστηριότητες σε όλες τις ζώνες προστασίας. Η κατεύθυνση αυτή είναι κατ’ αρχήν θεμιτή, αλλά η συγκεκριμένη διατύπωση είναι υπερβολικά γενική και καταλήγει επικίνδυνη — ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης.
Οι ΖΑΠΦ προορίζονται για αυστηρή, σχεδόν πλήρη αποχή από ανθρώπινες επεμβάσεις. Όπως ορίζει η IUCN, οι ζώνες αυτές υπόκεινται σε αυστηρή προστασία αποκλειστικά και μόνο για τη διατήρηση των στοιχείων βιοποικιλότητα (και γεωμορφολογίας), με ελεγχόμενη και περιορισμένη ανθρώπινη παρουσία και επισκεψιμότητα ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των πολύτιμων προστατευτέων αντικειμένων. Η συμπερίληψη πολλών από τις προτεινόμενες χρήσεις σε ΖΑΠΦ υπονομεύει αυτό το περιβαλλοντικό κεκτημένο και την ίδια την έννοια της «ζώνης απόλυτης προστασίας».
Εύλογα η ρύθμιση προβλέπει ως οριζόντια επιτρεπτές τις «α) δράσεις και παρεμβάσεις αποκλειστικά για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας και τη διατήρηση του προστατευτέου αντικειμένου» και «β) έργα και επεμβάσεις που κρίνονται απαραίτητες για λόγους προστασίας ή αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος».
Στη συνέχεια όμως, στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης, η ρύθμιση επιτρέπει ιδιαίτερα προβληματικές επεμβάσεις όπως εκσκαφές και βαριές επεμβάσεις για λόγους που δεν έχουν καμία σχέση με ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης.
Συγκεκριμένα:
– Αρχαιολογικές εργασίες: Οι «γ) δράσεις και παρεμβάσεις που σχετίζονται με αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, όπως ανασκαφές και εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης» δεν συνάδουν με τη διατήρηση του αδιατάρακτου χαρακτήρα των προστατευτέων οικοσυστημάτων. Βαριές εκσκαπτικές εργασίες ή οικοδομικές επεμβάσεις είναι εξ ορισμού ασύμβατες με ζώνες απόλυτης προστασίας. Επεμβάσεις μπορούν να επιτρέπονται μόνο σε ΖΔΟΕ και ΖΒΔΦΠ και μόνο σε περιοχές που είναι ήδη κηρυγμένες ως αρχαιολογικές, μέχρι την έγκριση του οικείου προεδρικού διατάγματος προστασίας της συγκεκριμένης περιοχής, και μόνο εάν η αρχαιολογική κήρυξη έχει ληφθεί υπόψη στο π.δ. προστασίας της περιοχής. Συγκεκριμένη περίπτωση απειλής εκτεταμένων και επιβαρυντικών οικοδομικών εργασιών στο πλαίσιο αυτής της προτεινόμενης νομοθετικής μεταβολής αποτελεί η προστατευόμενη ζώνη του Μαραθωνησιού, στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου, όπου με παράνομα εκδοθείσα άδεια από το Υπουργείο Πολιτισμού επιτράπηκαν οικοδομικές εργασίες σε σωρό από πέτρες, υπό τον ισχυρισμό της ιδιοκτήτριας τουριστικής εταιρείας ότι πρόκειται για μνημείο (παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει χαρακτηρισμός). Η υπόθεση βρίσκεται στα δικαστήρια και οι οικοδομικές εργασίες έχουν διακοπεί, με παρέμβαση και του ΟΦΥΠΕΚΑ. Τέτοιες προτάσεις νομοθετικής μεταβολής καθεστώτος προστασίας για ευαίσθητες περιοχές ανοίγουν σοβαρότατα ζητήματα υποβάθμισης σημαντικών προστατευόμενων οικοσυστημάτων.
– Πολιτική προστασία και έκτακτες ανάγκες: Εισάγοντα ρυθμίσεις για έκτακτες ανάγκες που ήδη καλύπτονται από το ειδικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας — άρα είναι πλεονάζουσες και συγχέουν τα καθεστώτα. Επιπροσθέτως, ειδικά στις ΖΑΠΦ αυτές οι προβλέψεις δεν έχουν καμία πρακτική χρησιμότητα, καθώς η εξ ορισμού απουσία ανθρώπινων δραστηριοτήτων σημαίνει πως δεν προκύπτουν ανάγκες προστασίας ανθρώπων από σεισμούς. Η προστασία από πυρκαγιά, κατά τη φάση της πρόληψης συμπεριλαμβάνεται στις περιπτώσεις α) και β) καθώς αφορά μέτρα διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου. Η προστασία από πλημμύρες δεν έχει καμία εφαρμογή, καθώς μιλάμε για φυσικό οικοσύστημα (όχι π.χ. οικισμούς) και η πλημμυρική δραστηριότητα ρυθμίζεται φυσικά. Ως «θεομηνίες» δεν είναι κατανοητό τι μπορεί να οριστεί – ίσως με την παρωχημένη και αδόκιμη αυτή λέξη, να εννοούνται οι κλιματικές καταστροφές. Συμπερασματικά, η περίπτωση δ) μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο σε ζώνες με σημαντική παρουσία οικιστικών και παραγωγικών χρήσεων, ιδίως ΖΔΟΕ και ΖΒΔΦΠ.
– Από τις ΖΑΠΦ πρέπει απαραιτήτως να απαλειφθούν οι δραστηριότητες που περιλαμβάνουν χρήση εξοπλισμού που μεταφέρεται συνήθως με οχήματα, όπως η ορειβασία, η κατάβαση ποταμών και οι ανεμοπορίες, αλεξιπτωτισμός και αιωροπτερισμός) και βεβαίως η ιππασία (σε προστατευόμενες παραλίες ιππασία;). Ρητά επίσης να προβλεφθεί ότι οι χρήσεις της κολύμβησης και πεζοπορίας είναι δυνατόν να επιτρέπονται μόνιμα ή προσωρινά με τα διατάγματα προστασίας ή/και τα σχέδια διαχείρισης και εφόσον επιπτώσεις τους έχουν εκτιμηθεί στις ΕΠΜ. Επισημαίνουμε ότι σε περιοχές στις οποίες ήδη τεκμηριωμένα απαγορεύεται η πεζοπορία και η πρόσβαση με κολύμβηση, όπως η ιδιαίτερα ευαίσθητη παραλία ωοτοκίας της θαλάσσιας χελώνας στα Σεκάνια Ζακύνθου (τώρα ζώνη απόλυτης προστασίας με σχετική απαγόρευση), οι ρυθμίσεις που ισχύουν σήμερα θα αντιμετωπίζονται ανυποχώρητα ως περιβαλλοντικό κεκτημένο και θα παραμείνουν σε ισχύ με τα νέα διατάγματα.
Η διάταξη, όπως προτείνεται, αποδυναμώνει την έννοια της διαφοροποιημένης προστασίας και δημιουργεί «παράθυρα» γενικευμένων παρεμβάσεων. Απαιτείται σαφής ιεράρχηση, αυστηροποίηση στις ΖΑΠΦ και δεσμευτική εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες — διαφορετικά, η οριζόντια ρύθμιση μετατρέπεται σε οριζόντια υποβάθμιση.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ANIMA, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΑΡΧΕΛΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς υποβάλουν στη διαβούλευση του ν/σ ΥΠΕΝ το ακόλουθο κοινό σχόλιο σχετικά με την προτεινόμενη πολεοδόμηση εντός προστατευόμενων περιοχών και την οριζόντια ρύθμιση ορισμένων δραστηριοτήτων.
Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών & σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις.
Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ.
Σχετικά με τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, το νομοσχέδιο προτείνει ορισμένες δραστηριότητες να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες προστασίας και δυνητικά να υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις οριζόντια επιτρεπόμενων χρήσεων καταλήγουν επικίνδυνες, ιδίως για τις ζώνες απόλυτης προστασίας και προστασίας της φύσης. Αρχαιολογικές εργασίες ανασκαφών ή οικοδομικές επεμβάσεις σημαντικής κλίμακας δεν είναι συμβατές με αδιατάραχτες φυσικές περιοχές υψηλής προστασίας, οι οποίες δεν είναι καν κηρυγμένες ως αρχαιολογικές περιοχές, ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα στα προεδρικά διατάγματα προστασίας. Οι δε προτεινόμενες επεμβάσεις για λόγους πολιτικής προστασίας καλύπτονται ήδη από ειδική νομοθεσία και δεν απαιτούν αυτού του είδους τη ρύθμιση, ενώ συναφείς επεμβάσεις πρόληψης ή αποκατάστασης εξυπηρετούνται από τις καλώς επιτρεπόμενες οριζόντια δράσεις διαχείρισης και αποκατάστασης. Αλλά ακόμα και ορισμένες ήπιες δραστηριότητες που συνοδεύονται από μεταφορά εξοπλισμού ή έχουν σημαντικές επιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται, ή και να απαγορεύονται στις ζώνες με υψηλό προστατευτικό καθεστώς.
Για τους λόγους αυτούς, καλούμε το ΥΠΕΝ να αναθεωρήσει ριζικά τις προτεινόμενες διατάξεις, προβλέποντας:
1. Ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης εντός προστατευόμενων περιοχών, με μόνο εξαιρετικές παρεκκλίσεις αποκλειστικά για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν εναλλακτικές χωροθετήσεις.
2. Ρητή απαγόρευση πολεοδομικών επεκτάσεων για εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές χρήσεις.
3. Σαφή μεθοδολογία τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητα τέτοιων επεμβάσεων, σε σύνδεση με πολεοδομικά μεγέθη, χωρίς γενικές διατυπώσεις και οριζόντια ποσοστά.
4. Δεσμευτική, ουσιαστική δέουσα εκτίμηση με πλήρη ανάλυση σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε πρόβλεψη ΤΠΣ.
5. Ρητή πρόβλεψη ότι σε όλες τις ζώνες και σε όλες τις περιοχές Natura (ανεξάρτητα από το στάδιο χαρακτηρισμού τους και θέσπισης μέτρων προστασίας) απαγορεύεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, και βεβαίως η επέκταση οικισμών για λόγους νομιμοποίησης παράνομης δόμησης.
6. Σαφή ιεράρχηση δραστηριοτήτων ανάλογα με τον βαθμό προστασίας των ζωνών, αυστηροποίηση και περιοριστική προσέγγιση στην περίπτωση των ΖΑΠΦ και εξειδίκευση όρων στις λοιπές ζώνες.
Οι συνυπογράφουσες οργανώσεις:
1. ANIMA
2. ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ
3. ΑΡΧΕΛΩΝ
4. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού
5. Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης
6. Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία
7. Εταιρία Προστασίας Πρεσπών
8. Καλλιστώ
9. iSea
10. MEDASSET
11. MedINA
12. WWF Ελλάς
Να μην επιτρέπεται η εγκατάσταση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε ορεινά δασικά οικοσυστήματα και κυρίως σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί Natura. Είναι επικίνδυνο τόσο για τη χλωρίδα και την πανίδα όσο και για τον τουρισμό της κάθε περιοχής.
Η Natura δεν είναι “ρεζέρβα” ανάπτυξης!
Το άρθρο 98 μιλά για «εξορθολογισμό» επιτρεπόμενων χρήσεων σε περιοχές Natura 2000. Στην πράξη όμως εισάγει τη λογική ότι ακόμη και οι προστατευόμενες περιοχές μπορούν να γίνουν πεδίο χωρικής ευελιξίας.
Η Natura 2000 δεν δημιουργήθηκαν για να αποτελέσουν απόθεμα μελλοντικής αξιοποίησης. Δημιουργήθηκαν γιατί υπάρχουν περιοχές που δεν αντέχουν άλλη πίεση!
Η πρόβλεψη για δυνατότητα πολεοδόμησης έως και 20% σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης, όσο «τεχνικά» κι αν διατυπώνεται, στέλνει ένα πολιτικό μήνυμα:
Ότι ακόμη και η υψιστη περιβαλλοντική προστασία μπορεί να μπει σε ποσοστιαία διαπραγμάτευση. Η φύση όμως δεν λειτουργεί με όρους Excel.
Σε μια εποχή που η χώρα βιώνει απώλεια βιοποικιλότητας, διάβρωση εδαφών, πυρκαγιές και πίεση στα οικοσυστήματα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι περισσότερη χωρική χαλάρωση μέσα στις προστατευόμενες περιοχές!
Η νησιωτικότητα ειδικά δεν είναι απλή γεωγραφική ιδιαιτερότητα! Είναι εύθραυστο σύστημα ισορροπίας! Όταν αλλάζεις το τοπίο, αλλάζεις την οικονομία.Οταν αλλάζεις το τοπίο αλλάζεις τους ανθρώπους, την κοινωνία.
Όταν αλλάζεις τη χρήση γης, αλλάζεις την ταυτότητα.
Και η πολιτεία οφείλει να είναι ξεκάθαρη!Οτι οι περιοχές Natura είναι γραμμή άμυνας και προστασίας όχι διαπραγματευτικό εργαλείο.
Αν αρχίσουμε να τις αντιμετωπίζουμε ως ζώνες δυνητικής επέκτασης σχεδίων, τότε η προστασία γίνεται διακοσμητική λέξη. Η πράσινη πολιτική δεν μπορεί να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά, άλλη αυστηρότητα για τους πολίτες και άλλη ευελιξία για τη χωρική πολιτική.
Αν θέλουμε πραγματικά βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να αποδεχτούμε ότι υπάρχουν χώροι που δεν αγγίζονται, γιατί χωρίς όρια δεν υπάρχει ανάπτυξη – υπάρχει αλλοίωση. Η Natura δεν χρειάζεται “εξορθολογισμό”.
Χρειάζεται πολιτική βούληση προστασίας!
Σχόλια και προτάσεις βελτίωσης επί του άρθρου 98 – Προστασία περιοχών Natura 2000
Η προτεινόμενη ρύθμιση για τον «εξορθολογισμό επιτρεπόμενων χρήσεων» σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 κινείται κατ’ αρχήν προς την κατεύθυνση της συστηματοποίησης του πλαισίου διαχείρισης. Ωστόσο, όπως διατυπώνεται, παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες που ενδέχεται να υπονομεύσουν τον πρωταρχικό σκοπό των περιοχών αυτών, δηλαδή τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, των οικοτόπων και των ειδών πανίδας και χλωρίδας.
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η απουσία σαφούς σύνδεσης των επιτρεπόμενων χρήσεων με τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων. Η γενική παραπομπή στις κατηγορίες χρήσεων του π.δ. 59/2018 χωρίς υποχρεωτική εξειδίκευση ανά περιοχή δημιουργεί κίνδυνο εφαρμογής δραστηριοτήτων που, αν και τυπικά επιτρεπόμενες, ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικολογική υποβάθμιση. Η διεθνής επιστημονική εμπειρία έχει καταδείξει ότι η έλλειψη οικολογικά τεκμηριωμένων ορίων οδηγεί σε κατακερματισμό οικοτόπων, μείωση πληθυσμών ειδών και διατάραξη οικολογικών διεργασιών. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται απαραίτητη η πρόβλεψη υποχρεωτικής ειδικής οικολογικής αξιολόγησης για κάθε επιτρεπόμενη χρήση, καθώς και ο καθορισμός ανώτατων ορίων φέρουσας ικανότητας ανά προστατευόμενη περιοχή.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πρόβλεψη δυνατότητας οικιστικής επέκτασης έως ποσοστό 20% εντός ζωνών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων. Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στη βασική αρχή της διατήρησης της ακεραιότητας των περιοχών Natura 2000, καθώς η αστική ανάπτυξη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες απώλειας βιοποικιλότητας. Η επιστημονική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι ακόμη και περιορισμένης κλίμακας επεκτάσεις προκαλούν δυσανάλογες επιπτώσεις, όπως κατακερματισμό ενδιαιτημάτων, αύξηση ανθρωπογενούς όχλησης, φωτορύπανση και εισαγωγή ξενικών ειδών. Προτείνεται η δραστική μείωση του επιτρεπόμενου ποσοστού ή η πλήρης κατάργηση της δυνατότητας αυτής, καθώς και η πρόβλεψη αυστηρής τεκμηρίωσης έλλειψης εναλλακτικών λύσεων εκτός προστατευόμενων περιοχών.
Επιπλέον, οι διατυπώσεις που αφορούν τις ζώνες προστασίας της φύσης και διατήρησης οικοτόπων και ειδών παραμένουν γενικές και επιτρέπουν ευρεία ερμηνεία. Η απλή αναφορά σε «απαγόρευση ή περιορισμό δραστηριοτήτων» χωρίς σαφή καθορισμό των απαγορευμένων χρήσεων δημιουργεί κενά εφαρμογής και ενέχει τον κίνδυνο διοικητικής αυθαιρεσίας. Κρίνεται αναγκαία η ρητή απαγόρευση δραστηριοτήτων υψηλής όχλησης, όπως νέα δόμηση, βαριές υποδομές, εξορυκτικές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές.
Παράλληλα, δεν προβλέπεται επαρκής ρύθμιση για δραστηριότητες αναψυχής, οι οποίες, αν και ήπιας μορφής, μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διαταραχή, ιδίως σε περιόδους αναπαραγωγής ή σε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι η ανεξέλεγκτη επισκεψιμότητα οδηγεί σε διάβρωση εδάφους, όχληση ειδών και υποβάθμιση οικοτόπων. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται καθορισμός μέγιστης επισκεψιμότητας, χωρικός περιορισμός δραστηριοτήτων και εποχικές απαγορεύσεις όπου απαιτείται.
Σημαντική έλλειψη αποτελεί επίσης η απουσία ολοκληρωμένου μηχανισμού παρακολούθησης και ελέγχου της κατάστασης διατήρησης των προστατευόμενων αντικειμένων. Η αποτελεσματική διαχείριση των περιοχών Natura 2000 προϋποθέτει τη συνεχή συλλογή δεδομένων, την αξιολόγηση δεικτών οικολογικής κατάστασης και την εφαρμογή προσαρμοστικής διαχείρισης. Προτείνεται η θεσμοθέτηση υποχρεωτικής περιοδικής αξιολόγησης και η δημιουργία ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου.
Παρά το γεγονός ότι γίνεται αναφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή, δεν προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής. Η ενσωμάτωση της κλιματικής διάστασης είναι κρίσιμη, καθώς η μεταβολή των κλιματικών συνθηκών επηρεάζει άμεσα τη δομή και λειτουργία των οικοσυστημάτων. Απαιτείται η πρόβλεψη σχεδίων προσαρμογής και η διασφάλιση της οικολογικής συνδεσιμότητας μέσω προστασίας οικολογικών διαδρόμων.
Τέλος, κρίνεται αναγκαία η ρητή ενσωμάτωση της αρχής της προφύλαξης και της μη υποβάθμισης. Συγκεκριμένα, προτείνεται να προστεθεί διάταξη σύμφωνα με την οποία κάθε επιτρεπόμενη δραστηριότητα θα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλεί, μεμονωμένα ή σωρευτικά, επιδείνωση της κατάστασης διατήρησης των προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων, όπως αυτό τεκμηριώνεται μέσω κατάλληλης επιστημονικής αξιολόγησης.
Συνολικά, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των περιοχών Natura 2000, απαιτείται ένα σαφέστερο, αυστηρότερο και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο, το οποίο θα θέτει σαφή όρια στις επιτρεπόμενες χρήσεις και θα διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη δεν θα γίνεται εις βάρος της βιοποικιλότητας και της οικολογικής ακεραιότητας των προστατευόμενων περιοχών.
Άρθρο 98 Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986
Με το παρόν άρθρο τροποποιούνται διατάξεις της νομοθεσίας σχετικά με τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και δραστηριότητες στις ζώνες των περιοχών NATURA. Σύμφωνα με την προτεινόμενη τροποποίηση στη παράγραφο 4, σε τμήματα των χαρακτηρισμένων Ζωνών Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων που είναι όμορα με περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμού, επιτρέπεται οριζόντια ο καθορισμός οικιστικής περιοχής προς πολεοδόμηση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Δεν παρατίθεται καμία πληροφορία σχετικά σκοπιμότητα της προτεινόμενης αλλαγής και όσες εμφανίζονται σε σχετικά δημοσιεύματα (π.χ. για οικισμούς των Ιωαννίνων και της Θεσσαλίας) δεν μπορούν σε καμία περίπτωση αν αποτελέσουν τεκμηρίωση για την οριζόντια «απελευθέρωση» των ΖΒΔΦΠ των περιοχών NATURA προς πολεοδόμηση και μάλιστα σε ποσοστό μέχρι 20% των αντίστοιχων Ζωνών. Μία τέτοια ρύθμιση είναι βέβαιο πως θα αξιοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις για πολεοδόμηση σε περιοχές NATURA που δεν σχετίζεται με πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού, αλλά για την «αξιοποίηση» από επιχειρηματικά συμφέροντα. Εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις οικισμών που τεκμηριώνεται η επέκτασή τους για λόγους εξυπηρέτησης των αναγκών του τοπικού πληθυσμού, θα πρέπει να αναφερθούν ονομαστικά ως εξαιρέσεις και να μην αφορά οριζόντια όλες τις ΖΒΔΦΠ εντός των περιοχών NATURA. Υποστηρικτικά της παραπάνω θέσης για την απόσυρση της εν λόγω διάταξης σημειώνεται, επιπρόσθετα, πως για τις ήδη εγκεκριμένες ΕΠΜ έχει προηγηθεί διαδικασία διαβούλευσης, κατά την οποία διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη (τοπικές ομάδες, περιβαλλοντικές οργανώσεις) που είχαν διαφωνίες ως προς τη ζωνοποίηση σε ορισμένες περιοχές NATURA «συμβιβάστηκαν» με το σκεπτικό ότι συγκεκριμένες χρήσεις γης και δραστηριότητες (όπως η δόμηση) δεν ήταν επιτρεπτές ακόμα και σε ΖΒΔΦΠ. Με την προτεινόμενη διάταξη και την εκ των υστέρων τροποποίηση των χρήσεων γης το ΥΠΕΝ ουσιαστικά «διαλύει» βίαια αυτή την κοινωνική συναίνεση, αφενός κάνοντας τους πολίτες να νοιώθουν εξαπατημένοι, αφετέρου υπονομεύοντας τη διαδικασία και των υπόλοιπων ΕΠΜ προς έγκριση, αφού κανείς δε θα μπορεί να είναι βέβαιος αν οι ρυθμίσεις που εμφανίζονται θα είναι τελικές ή μπορεί να αλλάζουν κατά τις προθέσεις της εκάστοτε ηγεσίας του ΥΠΕΝ.
Όσον αφορά την Παράγραφο 7 και την πρόβλεψη να επιτρέπονται οριζόντια σε όλες τις ζώνες οι αναφερόμενες παρεμβάσεις, κρίνεται ότι πρέπει να υπάρξει σαφέστερη διάκριση για κάθε μία από τις 5 κατηγορίες δραστηριοτήτων:
– οι δραστηριότητες των περιπτώσεων α) και β) ορθώς θα πρέπει να επιτρέπονται σε όλες τις ζώνες.
– για τις Ζώνες Απολύτου Προστασίας της Φύσης (ΖΑΠΦ), οι οποίες λόγω του ιδιαίτερα περιοριστικού χαρακτήρα τους έχουν χαρακτηριστεί με μεγάλη φειδώ από τις περισσότερες μέχρι σήμερα εγκεκριμένες ΕΠΜ και αφορούν πραγματικά περιοχές όπου η ανθρώπινη παρουσία καθεαυτή μπορεί να συνιστά πρόβλημα (π.χ. μικρές ακατοίκητες νησίδες ή σπήλαια) κρίνεται σκόπιμο να μην επιτραπεί καμία από τις δραστηριότητες των περιπτώσεων γ), δ) και ε).
Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων & Χωροτακτών εκφράζει την επί της αρχής έντονη αντίθεσή του ως προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δοθεί δυνατότητα οργανωμένης πολεοδόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Υπογραμμίζει ότι ο στόχος των περιοχών Natura 2000 είναι η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, των ειδών χλωρίδας και πανίδας και η διαφύλαξη της γης ως σημαντικού πόρου. Όχι η οικιστική ανάπτυξη, με όποιο μανδύα βιωσιμότητας και πράσινου αποτυπώματος κι αν φέρει.
Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή, ακόμα, και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους. Η πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την πολύ πιο εντατική εκμετάλλευση της γης με κατά πολύ αυξημένα μεγέθη (πυκνότητα, συντελεστές δόμησης, ποσοστά κάλυψης κ.ο.κ.).
Συνεπώς, η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένας διπλός κίνδυνος για τη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου. Αφενός ανοίγει ένα «παράθυρο» για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Αφετέρου, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους.
Με προσχήματα όπως η ανάγκη αναγνώρισης μια μεμονωμένης δραστηριότητας, της κολύμβησης, ως συμβατής στις ζώνες Natura, ή η ανάγκη εξεύρεσης κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων σε κάποιους οικισμούς, επιχειρείται τελικά ο αποχαρακτηρισμός τεράστιων εκτάσεων και η εν δυνάμει επέκταση όλων των οικισμών, χωρίς να έχει προκύψει τέτοια ανάγκη.
Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει τα εξής κρίσιμα σημεία:
1. Πρώτον, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της κανονιστικής ρύθμισης του εξωαστικού χώρου και των προστατευόμενων περιοχών. Η αποτυχία της πολιτείας να ολοκληρώσει τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) (εκκρεμεί από το 2021!) και ακολούθως να θεσπίσει τα προεδρικά διατάγματα και τα σχέδια διαχείρισης είναι αδικαιολόγητη, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι, εκ του νόμου, το προστατευτικό καθεστώς των προεδρικών διαταγμάτων ενσωματώνεται στα εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η γενικότερη αποτυχία να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η, τελικά, παράλληλη εκπόνηση των δύο μεγάλων έργων περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που και τα δύο θα καταλήξουν σε προτάσεις χωρικών ρυθμίσεων. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα αναδεικνύουν πολλαπλές αντιφάσεις και φανερώνουν κραυγαλέο έλλειμμα συντονισμού, όπως έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ο ΣΕΠΟΧ.
2. Δεύτερον, το ΥΠΕΝ επανέρχεται με οριζόντιες ρυθμίσεις (όπως και στην περίπτωση της οριοθέτησης των οικισμών), οι οποίες αντιτίθενται στην επιθυμητή συνολική θεώρηση του χώρου. Βασίζονται σε αυθαίρετες παραδοχές που είναι μεθοδολογικά αβάσιμες και επιστημονικά ατεκμηρίωτες, ενδεχομένως έως και φωτογραφικές. Ο ποσοτικός προσδιορισμός, που προβλέπει ότι η οικιστική περιοχή προς πολεοδόμηση μπορεί να φτάνει ως το κολοσσιαίο 20% της συνολικής έκτασης μιας ζώνης βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων, διαφαίνεται ότι μπορεί να καταλήξει σε εντατικές οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις είτε συμβατικής είτε ιδιωτικής πολεοδόμησης και νέων οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων εντός των προστατευόμενων περιοχών. Το μέγεθος της αστοχίας στον προσδιορισμό του δείκτη αυτού γίνεται προφανές αν λάβει κανείς υπόψη τη σημαντικά διαφοροποιημένη έκταση εν γένει των προστατευόμενων περιοχών και ειδικότερα των ζωνών διαχείρισης φυσικών πόρων: Η δυνατότητα πολεοδόμησης του 20% μίας τέτοιας ζώνης μεγάλου μεγέθους σε κάθε περιοχή Natura 2000, αλλά και σωρευτικά σε εθνική κλίμακα, ενδέχεται να οδηγήσει σε τερατώδη αποτελέσματα.
3. Τρίτο, προκαλεί εύλογη απορία το πώς θα προσδιοριστούν, εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ζωνών στις προστατευόμενες περιοχές, οικιστικές περιοχές προς πολεοδόμησης. Σύμφωνα με τον νόμο, οι ζώνες προστασίας των περιοχών Natura αποτελούν διαφορετική κατηγορία περιοχών -και συγκεκριμένα περιοχές ειδικού καθεστώτος- και όχι οικιστικές περιοχές. Το ίδιο προβλέπουν και οι τεχνικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Τα ΤΠΣ (που «ολοκληρώνονται» στα τέλη Απριλίου 2026 και προωθείται η ΣΜΠΕ τους) δεν έχουν λάβει καθόλου υπόψη τέτοιες δυνατότητες επέκτασης –ίσως μόνον ως σενάριο που αποκλείστηκε εκ του νόμου– και ως εκ τούτου δεν έχουν εκπονηθεί για αυτές τις εκτάσεις οι απαραίτητες ειδικότερες μελέτες που απαιτούνται βάσει των τεχνικών προδιαγραφών (γεωλογική, προσωρινή οριοθέτηση ρεμάτων, κ.ά.). Πώς λοιπόν θα εισαχθεί στο νομικό πλαίσιο μια τέτοια διάταξη, η οποία δεν είναι συμβατή με άλλες, κεφαλαιώδεις προβλέψεις;
4. Τέταρτο, οι αναφερόμενες προϋποθέσεις της «ακεραιότητας της περιοχής» (δηλαδή της διενέργειας δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων) και της «συμβατότητας με την οικεία εγκεκριμένη ΕΠΜ» είναι ιδιαίτερα προβληματικές: Πιθανές εκτάσεις προς πολεοδόμηση δεν έχουν αποτελέσει καθαυτό αντικείμενο των ΕΠΜ (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις) – ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η εκπόνηση των ΤΠΣ που προτείνουν τέτοιους χειρισμούς έπεται χρονικά της αντίστοιχης εκπόνησης των ΕΠΜ). Οι τελευταίες, μεταχειριζόμενες το εργαλείο των χρήσεων γης, μπορεί να προτείνουν χρήσεις οικιστικού, τουριστικού κλπ χαρακτήρα αλλά υπό τη συνθήκη της εκτός σχεδίου δόμησης και όχι του πολεοδομημένου χώρου. Κατά συνέπεια είναι παντελώς ασαφές τί εννοείται ως συμβατότητα μιας πρότασης προσδιορισμού περιοχών προς πολεoδόμησης με μελέτες που δεν έχουν εξετάσει κατάλληλα τέτοιου είδους προτάσεις και που, κατά συνέπεια, δεν έχουν προβεί στη σχετική και κατάλληλη εκτίμηση των επιπτώσεών τους.
Για τον ΣΕΠΟΧ καθίσταται προφανής ένας ιδιαίτερα σημαντικός διπλός κίνδυνος τόσο για τον εξωαστικό χώρο και τις προστατευόμενες περιοχές όσο και για τους οικισμούς. Η προτεινόμενη οριζόντια ρύθμιση που παρέχει δυνατότητες πολεοδόμησης έχει ανυπολόγιστες και εν δυνάμει ανεξέλεγκτες και καταστροφικές συνέπειες για τις πιο ευαίσθητες και με μεγαλύτερη οικολογική αξία περιοχές της χώρας. Πριμοδοτούνται περαιτέρω οι οικιστικές επεκτάσεις και οι νέες αναπτύξεις (με εργαλεία ΠΕΡΠΟ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ κ.λπ.) σε βάρος των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερή όλο και περισσότερο η προσπάθεια αλλοίωσης του χαρακτήρα των οικισμών με πολεοδομήσεις στην περίμετρό τους, από το ΥΠΕΝ.
Ο ΣΕΠΟΧ καλεί το ΥΠΕΝ να αποσύρει το άρθρο 98 και να προχωρήσει σε διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τις οργανώσεις που ασχολούνται με την περιβαλλοντική προστασία. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις μιλούν για πολιτικές Αποκατάστασης της Φύσης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991), αλλά και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η ελληνική πολιτεία επιμένει να κινείται με μοναδικό αναπτυξιακό γνώμονα την περιορισμένου ορίζοντα και υψηλού περιβαλλοντικού κόστους περαιτέρω ενίσχυση της κτηματαγοράς και του τουρισμού.
Οι παράγραφοι δγ και δδ του άρθρου 98 πρέπει να αφαιρεθούν, καθώς επιτρέπουν την καταχρηστική πολεοδόμηση περιοχών Natura, ιδίως στην Αττική. Η επέκταση σχεδίων πόλης εντός προστατευόμενων περιοχών αντιβαίνει στον βασικό σκοπό τους, που είναι η διατήρηση της φύσης.
Οι διατάξεις αυτές εμφανίζουν φωτογραφικό χαρακτήρα και οφείλουν να αντικατασταθούν από ρητή απαγόρευση πολεοδόμησης σε δασικές εκτάσεις και επέκτασης οικισμών εντός αυτών, βάσει κτηματολογίου και δασικών χαρτών.
Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι αναγκαία, καθώς το μελλοντικό κόστος θα είναι δυσανάλογα μεγάλο.
Οι προτεινομενοι παραγραφοι δγ και δδ του αρθρου 98 που προτεινει αλλαγες στο αρθρο 19 του νομου του 1986 πρεπει να αφαιρεθουν καθως ειναι ευκολο να γινει καταχρηση τους και να πολεοδομηθουν εκτασεις Νατουρα , ιδιαιτερα σε περιοχες της Αττικης. Δεν μπορει και δεν πρεπει να υπαρχει «τεκμηριωση αναγκαιοτητας επεκτασης σχεδιου πολης» εντος περιοχης Νατουρα! Ο κυριος λογος που δημιουργηθηκαν οι περιοχες Νατουρα ηταν ακριβως να προστατευθει η ΦΥΣΗ και οχι να επεκταθουν οι πολεις και οι οικισμοι εντος των προστατευομενων περιοχων. Οι παραγραφοι λοιπον δγ και δδ πρεπει να αφαιρεθουν εντελως, ιδιαιτερα απο την στιγμη που φαινονται «φωτογραφικοι» για τον πολυπαθο Υμηττο. Αντι των δγ και δδ παραγραφων θα προτεινα να μπει μια παραγραφος που θα οριζει οτι «καμια δασικη εκταση – βαση του κτηματολογιου και των δασικων χαρτων – δεν μπορει να πολεοδομηθει , ουτε και μπορει να γινει επεκταση πολεων και οικισμων εντος δασικων περιοχων». Ας προστατευσουμε ολοι μαζι το λιγο πρασινο που εμεινε στον τοπο μας, δεν χρειαζεται να γινουμε ολοι γραναζι στα υπερκερδη συγκεκριμενων οικονομικων συμφεροντων. Το τιμημα απο την πολεοδομηση εντος Νατουρα θα ειναι πολλαπλασιο στο μελλον.
Είναι απαράδεκτο και βαθιά αντιδημοκρατικό να καθορίζεται η τύχη του τόπου μας χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας.
Η απουσία πραγματικής διαβούλευσης δείχνει έλλειψη σεβασμού προς τους ανθρώπους που ζουν εδώ και επηρεάζονται άμεσα από αυτές τις αποφάσεις.
Παράλληλα είναι προφανής η έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης των αναγκών και των ορίων του φυσικού περιβάλλοντος.
Η φύση του νησιού μας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παράγοντας προς εκμετάλλευση αλλά ως στοιχείο που οφείλουμε να προστατεύουμε με υπευθυνότητα και μέτρο.
Στον τόπο μας πρέπει να έχουμε ουσιαστικό λόγο για το τι αλλάζει και τι διατηρείται.
Απαιτούμε ουσιαστική διαβούλευση και πραγματική συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον μας.
Π.Ο. Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ.
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ
ΕΝΩΣΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ
Χαρ. Τρικούπη 7α, 106 78 ΑΘΗΝΑ
τηλ: 210-88.16.583 fax: 210-82.59.410 e-mail: emdydas@tee.gr URL: http://www.emdydas.gr
Αθήνα, 03/04/2026
Αρ. Πρωτ. : 9880
Θέμα: Σχόλια για το Νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ
Όπως διαπιστώσαμε στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του», περιλαμβάνεται οι παρακάτω ρυθμίσεις για τις οποίες θα θέλαμε να καταθέσουμε το σχολιασμό μας:
Α. Εξαίρεση από τη συμμετοχή στους κύκλους κινητικότητας των υπαλλήλων των Επιθεωρήσεων Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής – Τροποποίηση άρθρου 51Α ν. 4915/2022 (Άρθρο 97). Με το άρθρο αυτό παρατείνεται από το ΥΠΕΝ, για δύο ακόμα χρόνια, η άδικη εξαίρεση των εν λόγω Υπαλλήλων από τους κύκλους της κινητικότητας, τη στιγμή που το ίδιο το Υπουργείο οφείλει να στελεχώσει επαρκώς τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες. Για δε τους Μηχανικούς που υπηρετούν στις Δασικές Υπηρεσίες ο αποκλεισμός αυτός γίνεται διπλά άδικος, διότι όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν, βιώνουν μια συνεχή θεσμική υποβάθμιση στις θέσεις ευθύνης, στα δικαιώματα τους, στο ανθυγιεινό επίδομα κοκ. Ζητάμε να διορθωθεί η παραπάνω άδικη εξαίρεση
Β. Με το άρθρο 98 με τίτλο «Εξορθολογισμός επιτρεπόμενων χρήσεων σε προστατευόμενες περιοχές – Τροποποίηση άρθρου 19 ν. 1650/1986», εισάγεται για πρώτη φορά τη δυνατότητα πολεοδομικού σχεδιασμού σε τμήματα των περιοχών Natura. Η νομοθεσία έχει εδώ και πολλά χρόνια προβλέψει ότι οι περιοχές Natura 2000 όταν οριοθετούνται θα πρέπει να χωρίζονται σε τέσσερις ζώνες, ανάλογα με τη σημασία τους: από τη ζώνη απόλυτης προστασίας, τον πυρήνα δηλαδή της προστατευόμενης περιοχής, έως την περιφερειακή ζώνη («ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων») στην οποία επιτρέπονται πολλές ανθρώπινες χρήσεις. Η παρέμβαση, που τροποποιεί το άρθρο 19 του Νόμου 1650/1986, περιορίζεται στις Ζώνες Βιώσιμης Διαχείρισης (Ζώνη Δ) και με τη ρύθμιση αυτή το ΥΠΕΝ επιτρέπει πλέον και την πολεοδόμηση (δηλαδή την οικοπεδοποίηση και το χτίσιμο) τμημάτων των ζωνών αυτών, εφόσον βρίσκονται σε επαφή με περιοχές εντός σχεδίου ή ορίων οικισμού (το όριο πόλεων ή χωριών). Η επέκταση του σχεδίου πρέπει να προβλέπεται και να τεκμηριώνεται από το τοπικό ή ειδικό πολεοδομικό σχέδιο υπό κάποιες προϋποθέσεις: για παράδειγμα, να είναι «συμβατή» με τη μελέτη που εκπονείται για την προστατευόμενη περιοχή (Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες) και να μην ξεπερνάει το 20% της ζώνης. Με βάση το νέο αυτό πλαίσιο, αναδιαμορφώνεται συνολικά η χρήση της γης μέσα στις προστατευόμενες περιοχές και τι σημαίνει αυτό για την αγορά, τις τοπικές οικονομίες και τις επενδύσεις.
Γ. Τέλος με το παρόν Νομοσχέδιο, το ΥΠΕΝ επαναφέρει ή παρατείνει έως το τέλος του 2027 πολλές διατάξεις από τον ν. 4280/14, για τη νομιμοποίηση παράνομων δραστηριοτήτων σε δάση. Ανάμεσα σε αυτές η κατασκευή κάθε είδους κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, ναών, μετοχίων, μονών, παρεκκλησίων και προσκυνημάτων, χιονοδρομικών κέντρων με τις εγκαταστάσεις τους, έργων που εξυπηρετούν ανάγκες ύδρευσης, αθλητικών εγκαταστάσεων δήμων, κατασκηνώσεων, ορειβατικών καταφυγίων, τουριστικών εγκαταστάσεων που κατασκεύασαν ο ΕΟΤ ή η ΕΤΑΔ ή… ιδιώτες στους οποίους είχε παραχωρηθεί δικαίωμα τουριστικής αξιοποίησης. Επίσης επαναφέρεται η δυνατότητα των δήμων να νομιμοποιήσουν παράνομες κατασκευές σε πάρκα και άλση.
Οι παραπάνω προβλέψεις ζητάμε να αποσυρθούν και να επανεξεταστούν σε διάλογο με τους εμπλεκόμενους φορείς
ΟΧΙ, Αρνούμαι να μην συμμετέχουν οι τοπικές κοινωνίες που τις αφορά η καταστροφή του τόπου τους. Το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί μια επικίνδυνη οπισθοδρόμηση στην προστασία των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας της χώρας. Αντί να ενισχύει το νομικό πλαίσιο για τα προστατευόμενα είδη και τις ευαίσθητες ζώνες του δικτύου Natura 2000, επιχειρεί να διευρύνει και να χαλαρώσει τις επιτρεπόμενες χρήσεις — ανοίγοντας έτσι την πόρτα σε πιο επιθετικές ανθρώπινες παρεμβάσεις που υπονομεύουν τον ίδιο τον σκοπό της προστασίας.
Το περιβάλλον δεν είναι εμπόρευμα ούτε «χώρος ανάπτυξης» για βραχυπρόθεσμη εκμετάλλευση. Οι προστατευόμενες περιοχές δεν πρέπει να μετατρέπονται σε ζώνες διαπραγμάτευσης μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και οικολογικών αναγκών: οι τελευταίες έχουν υπερισχύοντα ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία που σέβεται τη ζωή που φιλοξενεί.
Αν το κράτος θέλει να διασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον, οφείλει να ενισχύσει την προστασία, όχι να τη διαρρηγνύει για να ικανοποιήσει πιέσεις που ευνοούν την κατασπατάληση φυσικών πόρων.
Αυτή η πρόταση πρέπει να αποσυρθεί άμεσα και να επαναπροσδιοριστεί με πλήρη σεβασμό στο πνεύμα και το γράμμα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και των διεθνών δεσμεύσεων για τη φύση.
Είναι απαράδεκτο και βαθιά αντιδημοκρατικό να καθορίζεται η τύχη του τόπου μας χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας.
Η απουσία πραγματικής διαβούλευσης δείχνει έλλειψη σεβασμού προς τους ανθρώπους που ζουν εδώ και επηρεάζονται άμεσα από αυτές τις αποφάσεις.
Παράλληλα είναι προφανής η έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης των αναγκών και των ορίων του φυσικού περιβάλλοντος.
Η φύση του νησιού μας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παράγοντας προς εκμετάλλευση αλλά ως στοιχείο που οφείλουμε να προστατεύουμε με υπευθυνότητα και μέτρο.
Στον τόπο μας πρέπει να έχουμε ουσιαστικό λόγο για το τι αλλάζει και τι διατηρείται.
Απαιτούμε ουσιαστική διαβούλευση και πραγματική συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον μας.
Διαφωνώ κάθετα. Δεν πρόκειται απλώς για τις μικρές τοπικές κοινωνίες, που είναι πρακτικά ανήμπορες να αντιδράσουν. Πρόκειται για ολόκληρη την πατρίδα μας και το μέλλον των παιδιών μας.
Θα πρέπει να είναι πιο αυστηρές οι περιβαντολογικες μελέτες και να προστατεύουν τις περιοχές natura και ζώνης ειδικής προστασίας. Επίσης να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν η όποια ένσταση από την τοπική κοινωνία. Όχι άλλες fast track ανεμογεννήτριες,όχι στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ζωής των τοπικών κοινωνιών. Η συμμετοχή των πολιτών σε τέτοιου είδους αποφάσεις θα πρέπει να είναι αδιαπραγματευτη.
Θα πρέπει να υπάρχουν αυστηρές περιβαλλοντολογικές μελέτες που να σέβονται τις περιοχές natura και τις περιοχές υπό καθεστώς προστασίας,όπως επίσης να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν και η τοπική κοινωνία και η οποία ένσταση της.
Όχι στις fast track αποφάσεις για ανεμογεννήτριες,όχι στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών
Στα Λεύκτρα τού Δήμου Θήβας με ΠΑΡΆΝΟΜΕΣ διαδικασίες καί χωρίς την σύμφωνη γνώμη των κατοίκων έχει καλυφθεί με ΑΠΕ κατά 150 % ή φέρουσα ΙΚΑΝΌΤΗΤΑ τής περιοχής. Ζητώ στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, να απαγορευτεί η εγκατάσταση επιπλέων ΑΠΕ. Επίσης να απομακρυνθούν όσες παραβιάζουν τούς ισχύοντες νόμους (Απόσταση από τα σπίτια, ηχητική όχληση, Δασική καί Αρχαιολογική νομοθεσία, φέρουσα ικανότητα τής περιοχής, θέματα υγείας, αλλοίωση τού κλίματος καί των βροχοπτώσεων, πολεοδομικες παραβάσεις, Μείωση της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, οπτική όχληση, καταστροφή βοσκοτόπων, ζημιά Μελισσοκομίας, ζημιά στην τουριστική ανάπτυξη, σταδιακή μείωση τού πληθυσμού.)
Τέλος θέλω να εκφράσω την αντίθεση μου στην παραπέρα απαξίωση του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Αυτό πού απαιτούν οι καιροί είναι Αποκέντρωση αρμοδιοτήτων καί πόρων δηλαδή Δημοκρατία από την βάση, καί όχι αυτό πού κάνει το νομοσχέδιο. Είναι σίγουρο ότι θα κριθεί αντισυναγματικο. Επίσης παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διατάξεις για τούς αυτόχθονους πληθυσμούς.
ΝΑ ΔΙΑΚΟΠΕΙ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΑΤΑ ΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ! ΟΙ ΔΗΜΟΙ,ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΡΜΟΔΙΟΙ ΝΑ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΩΝ ΤΟΥΣ, ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ! «ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΩΡΑ»!!!
Ο φυσικός πλούτος της χώρας ανήκει στους πολίτες της
Άρθρο 98_Στο άρθρο 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), περί κριτηρίων χαρακτηρισμού και αρχών προστασίας, και συγκεκριμένα στην περ. γ της παρ. 4 προτείνεται η κατωτέρω προσθήκη στο τέλος του τρίτου εδαφίου [εντός αγκυλών]:
γ) Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών:… Στις ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/ και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14γ του π.δ. 59/2018 [και ο συντελεστής κάλυψης δεν δύναται να υπερβαίνει το 0,10 ενώ ο συντελεστής δόμησης περιορίζεται στο ήμισυ του επιτρεπόμενου από τις γενικές διατάξεις για την εκτός σχεδίου δόμηση. Στα τουριστικά καταλύματα, τις εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής και τις λοιπές τουριστικές επιχειρήσεις επιτρέπονται έως 2 κλίνες ανά στρέμμα]….
Θέμα: Παρατηρήσεις επί της ΕΠΜ για την περιοχή Natura 2000 «Θίνες και Παραλιακό Δάσος Ζαχάρως, Λίμνη Καϊάφα, Στροφυλιά, Κακόβατος» – Ιδιοκτησία στον Μπισχινόκαμπο.
«Με την παρούσα παρέμβαση, επιθυμώ να καταθέσω τις απόψεις μου σχετικά με τους προτεινόμενους περιορισμούς δόμησης στην περιοχή του Μπισχινόκαμπου (Δήμος Ζαχάρως). Διαθέτω ιδιοκτησία εμβαδού 2.670 τ.μ.(ΚΑΕΚ 152000404012), η οποία εφάπτεται σε υφιστάμενο αγροτικό δρόμο, ο οποίος αποτελεί πάγια και κοινόχρηστη οδό πρόσβασης εδώ και πολλές δεκαετίες.
Επισημαίνω τα εξής σημεία:
Αναγνώριση Οδικού Δικτύου: Ο παρακείμενος δρόμος είναι αποτυπωμένος σε ιστορικούς χάρτες και εξυπηρετεί πλήθος ιδιοκτησιών. Ζητώ την επίσημη αναγνώρισή του ως κοινόχρηστης οδού στο πλαίσιο της μελέτης, ώστε να μην καταστούν οι παρόδιες ιδιοκτησίες «τυφλές» και μη οικοδομήσιμες.
Διατήρηση Αρτιότητας & Πλαφόν 20%: Η πρόταση για πλαφόν κάλυψης 20% πρέπει να συνδυαστεί με τη διατήρηση του δικαιώματος δόμησης για γήπεδα άνω των 2.000 τ.μ. που είχαν νόμιμα κατοχυρωμένη αρτιότητα. Η οριζόντια απαγόρευση δόμησης σε εκτάσεις κάτω των 4 στρεμμάτων στον Μπισχινόκαμπο, μια περιοχή με έντονο οικιστικό και τουριστικό ενδιαφέρον, αποτελεί δήμευση της περιουσίας μας.
Εξορθολογισμός Ζωνών: Ζητώ το ακίνητό μου να ενταχθεί σε ζώνη (π.χ. Ζώνη Βιώσιμης Διαχείρισης) που επιτρέπει την ήπια ανέγερση κατοικίας ή τουριστικού καταλύματος, τηρώντας τους αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους που προβλέπονται.
Παρακαλώ όπως λάβετε υπόψη σας ότι η περιοχή του Μπισχινόκαμπου έχει υποστεί μεγάλους περιορισμούς λόγω του Π.Δ. του Κυπαρισσιακού, και οι νέες ρυθμίσεις πρέπει να εξισορροπούν την προστασία του περιβάλλοντος με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.»
Να απαγορευετσι ρητα και ξεκαθαρα χωρις ουδεμια εξαιρεση η τοποθετηση Φ/Β παρκων η Ανεμογεννητριων σε βουνα με υψομετρο ανω των 1,000 μετρων
Το σχόλιό μου αναφέρεται ειδικά στη διάταξη του νομοσχεδίου που εισάγει τη δυνατότητα πολεοδομικής ένταξης εκτάσεων Natura σε σχέδιο πόλης ή επέκταση οικισμών υπό όρους, όπως αναφέρεται στα σχετικά άρθρα του σχεδίου νόμου. Ο σχολιασμός βασίζεται σε προσωπική εμπειρία κατοχής οικοπέδου, το οποίο αγοράστηκε ως άρτιο και οικοδομήσιμο πριν 25 περίπου χρόνια και στη συνέχεια εντάχθηκε στις εκτάσεις NATURA ενώ περιβάλλεται από κτίρια και ασφαλτοστρωμένους δρόμους.
Συγκεκριμένα, το οικόπεδό μου έκτασης 3,6 στρεμμάτων, βρίσκεται στα όρια μικρού οικισμού του Δήμου Δυτικής Λέσβου. Στη μία του πλευρά συνορεύει με τα όρια του εντός σχεδίου οικισμού, στην άλλη πλευρά συνορεύει με ήδη δομημένο ακίνητο που χτίστηκε πριν χαρακτηριστεί η περιοχή Natura. Η πρόσοψη του οικοπέδου (45 μέτρα) βλέπει στην κύρια και ασφαλτοστρωμένη οδό που οδηγεί στον οικισμό, στην απέναντι πλευρά της οποίας (οδού) βρίσκεται άλλο οικοδομημένο οικόπεδο. Τέλος, η πίσω πλευρά του οικοπέδου μου συνορεύει με μικρής έκτασης δημοτική γη, η οποία και αυτή βλέπει σε δημόσιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
Η υφιστάμενη κατάσταση δημιουργεί ασυνέχεια στον πολεοδομικό ιστό, καθώς το οικόπεδο παραμένει εκτός δυνατότητας δόμησης, ενώ τα γύρω οικόπεδα έχουν ήδη αξιοποιηθεί. Έχουμε δηλαδή το παράδοξο μιας έκτασης 3,6 στρεμμάτων NATURA στη μέση μιας πλήρως οικοδομημένης περιοχής. Με άλλα λόγια, γύρω-γύρω σπίτια και άσφαλτος και στη μέση μια περιοχή 45Χ80μ NATURA.
Ζητώ να προβλεφθεί η ένταξη ακινήτων με ανάλογα χαρακτηριστικά, σε ζώνη οικιστικής επέκτασης ή πολεοδόμησης, ώστε να διασφαλιστεί ορθολογική οργάνωση του χώρου και ισότητα μεταξύ ιδιοκτητών.
Τι μέρμνα έχει γίνει για τις ήδη υπάρχουσες επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις με άδειες που ανανεώνονται ή έχουν λήξει;
Ο νομοθέτης με το ΠΔ/1998 έχει ήδη αφήσει εκτος τις υφιστάμενες επιχειρήσεις με αποτέλεσμα αν λήξει η άδεια οι εγκαταστάσεις να ρημάζουν.
Δεν υπάρχει επίσης πρόνοια για ποδηλατόδρομους και αθλητικές εγκαταστάσεις.
Η παράγραφος 7 και ειδικότερα η 7.ε, όπως διατυπώνεται, ακυρώνει στην πράξη τις Ζώνες Απόλυτης Προστασίας και τις κάνει Ζώνες Περίπου Απόλυτης Προστασίας.
Εκεί στην ΓΓ Χωροταξιας μάλλον χρειάζεστε βοήθεια επειγόντως. Πολεοδόμηση σε περιοχές νατουρα 2000;; Ε υπάρχουν και όρια!
Σωστά