Σχέδιο Δράσης OGP OGP

Άρθρο δεύτερο: Το μέρος Ε’ του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, 26 Α) αντικαθίσταται ως εξής:

«ΜΕΡΟΣ Ε’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΤΜΗΜΑ   Α ΄

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ 

 Άρθρο   106

Πειθαρχικό παράπτωμα

Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου που μπορεί να του καταλογισθεί.

 Άρθρο   107

Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων

 1.      Πειθαρχικά παραπτώματα είναι:

α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του   Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία,

β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία  περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος.

γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους           ειδικούς ποινικούς νόμους,

δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος  προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας,

στ) η παράβαση της αρχής της αμεροληψίας,

ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία που ενσωμάτωσε την οδηγία 2006/54/ΕΚ στην ελληνική έννομη τάξη,

η) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος,

            θ) η σοβαρή απείθεια,

            ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,

ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27 του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

            ιβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,

            ιγ) η μη έγκαιρη απάντηση σε αναφορές πολιτών σύμφωνα με τις  κείμενες

διατάξεις,

ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,

            ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική  εξέταση,

ιστ)  η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί,

ιζ) η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου,

ιθ) η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής     έκθεσης αξιολόγησης, ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων,

κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας,

κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας,

κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα,  με αφορμή τον χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου  από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών.

κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,

κδ) η παράλειψη δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 110 του παρόντος,

κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας

κστ) η απλή απείθεια

κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του.

2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ.

 Άρθρο 108

Εφαρμογή αρχών και κανόνων του ποινικού δικαίου

1. Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας  εφαρμόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν  αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου και συνάδουν με τη φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.

2. Εφαρμόζονται ιδίως οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν :

α)         Τους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και της  ικανότητας

προς καταλογισμό.

β)         Τις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση

της πειθαρχικής ποινής.

γ)         Την έμπρακτη μετάνοια.

δ)         Το δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου.

ε)         Την πραγματική και νομική πλάνη.

στ)       Το τεκμήριο της αθωότητας του πειθαρχικώς διωκομένου.

ζ)         Την προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων του πειθαρχικώς διωκομένου ή της υπηρεσίας για τη διατύπωση δυσμενών κρίσεων και εκφράσεων ή τη διενέργεια εκδηλώσεων εκ μέρους του εν λόγω υπαλλήλου εφόσον δεν στοιχειοθετείται το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή  ανάρμοστης   ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 109

Πειθαρχικές ποινές

 

  1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι:

α) η έγγραφη επίπληξη,

β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές  δώδεκα (12) μηνών,

γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη.

δ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη.

ε) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου.

στ) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς.

ζ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και

η) η οριστική παύση.

2. Για την επιβολή πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαιτέρες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.

3. Όταν επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές των περιπτώσεων γ΄ έως  ζ΄ της παραγράφου 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 3.000 έως 30.000 €. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα των περιπτώσεων δ’ και ε’ της παρ. 1 του άρθρου 107 του παρόντος που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 €.

4. Η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο αν: α) κατά την προηγούμενη της διάπραξης του παραπτώματος πενταετία είχαν επιβληθεί σ’ αυτόν τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή β) κατά την προηγούμενη της διάπραξής του παραπτώματος τριετία είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.

5. α. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α’, γ’, δ’, θ’ της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού.

 Για το παράπτωμα της περίπτωσης ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού εφόσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους.

 β. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων ιδ’, ιε’, ιστ’, ιη’, ιθ’, κα’, κβ’, κδ’ της παρ. 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου.

  γ. Για τα λοιπά παραπτώματα μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΔΙΩΞΗ  ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ

Άρθρο  110

Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων

 1. Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων.

2. Κατ΄ εξαίρεση, για παραπτώματα που θα επέσυραν την ποινή της έγγραφης επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική εξουσία των πειθαρχικών οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη αφενός  το συμφέρον της υπηρεσίας και αφετέρου τις συνθήκες διάπραξής τους και την υπηρεσιακή γενικώς  διαγωγή του υπαλλήλου. Αν το πειθαρχικό όργανο  αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, τον αμέσως ανώτερο πειθαρχικό προϊστάμενο. Αντίγραφο της έκθεσης χορηγείται στον υπάλληλο και τίθεται στο προσωπικό του μητρώο.

3. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

4. H βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου δεν αίρει το  πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος που διαπράχτηκε πριν από την εξέλιξη αυτή.

5. Πράξεις που έχουν τελεστεί από υπάλληλο κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του σε δημόσια υπηρεσία, οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα τιμωρούνται πειθαρχικά, εάν δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής τους.

Άρθρο   111

Σχέση πειθαρχικού παραπτώματος και ποινής

 1. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος διέπραξε περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, κατά την επιμέτρηση της ποινής,   λαμβάνεται  υπόψη από το πειθαρχικό όργανο η βαρύτητα όλων των πειθαρχικών παραπτωμάτων.

2. Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι κανόνες των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 108. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής.

Άρθρο   112

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

 1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη από την ημέρα που διαπράχτηκαν. Τα πειθαρχικά παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ και ι΄ της παρ. 1 του άρθρου 107  του παρόντος παραγράφονται μετά επτά (7) έτη. Κατ’ εξαίρεση για το πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης δ’ της παρ. 1 του άρθρου 107, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που η υπηρεσία έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης. 

2. Πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα,  δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί  το ποινικό αδίκημα. Για τα  παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.

3. Η κλήση σε απολογία ή η παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Στις περιπτώσεις αυτές ο συνολικός χρόνος παραγραφής ως την έκδοση της  πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη και προκειμένου για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ και ι΄ της παρ. 1 του άρθρου 107  του παρόντος, τα δέκα  (10) έτη.(αντί να δοθεί έμφαση στον εμπλουτισμό των πειθαρχικών παραπτωμάτων, επεκτείνεται αδικαιολόγητα η παραγραφή και δημιουργεί  καταστάσεις εκκρεμοδικίας, που δεν τονώνουν το αίσθημα της επιβολής ποινών στις περιπτώσεις διεφθαρμένων ή κακών δημοσίων υπαλλήλων)

4. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο  αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο  της παραγραφής του πρώτου.

5. Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε  πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό.

      Άρθρο  113

Λήξη πειθαρχικής ευθύνης

       1.       Ο υπάλληλος ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο δεν διώκεται πειθαρχικώς, η πειθαρχική όμως διαδικασία η οποία τυχόν έχει αρχίσει, συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου.

          2.    Όταν συντρέχει η περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Σε περίπτωση που η επιβλητέα πειθαρχική ποινή είναι ανώτερη του προστίμου, το πειθαρχικό συμβούλιο την μετατρέπει ανάλογα με την βαρύτητα του παραπτώματος σε ποινή προστίμου αποδοχών έως δώδεκα (12) μηνών, με δυνατότητα επιβολής και διοικητικής κύρωσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ.3 του άρθρου 109.

Άρθρο  114

Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας  με την ποινική δίκη

             1.         Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.

2.         Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας.

3.         Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος.

4.         Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται  ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία  διαπιστώνονται  πραγματικά  περιστατικά που συνιστούν την  αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος της περ. α’ της παρ. 5 του άρθρου 109  του παρόντος, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρου 143. Επίσης επαναλαμβάνεται η πειθαρχική διαδικασία, αν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή  αμετάκλητο  απαλλακτικό βούλευμα  για την  πράξη ή την παράλειψη,  για την οποία διώχθηκε πειθαρχικά  ο υπάλληλος.

            5.         Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.

6.         Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών  έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ΄  αυτού.  Στην ίδια αρχή ανακοινώνεται επίσης από  τον αρμόδιο εισαγγελέα η απόφαση ή το βούλευμα με το οποίο τερματίζεται  η δίωξη. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής  φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς  καθυστέρηση, στην προϊσταμένη αρχή  του υπαλλήλου.

 Άρθρο  115

Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού παραπτώματος

            Σε περίπτωση αποκατάστασης, απονομής χάριτος ή άρσης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο του κολασίμου ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ` ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 Άρθρο 116

Πειθαρχικά όργανα

  Πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους ασκούν:

α) οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι τους,

β) το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για τους υπαλλήλους του νομικού προσώπου,

γ) το πειθαρχικό συμβούλιο του οικείου φορέα,

δ) το πειθαρχικό συμβούλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για τις περιπτώσεις της παρ. 4 του άρθρου 117 του

παρόντος,

ε) το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο,

στ) ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης,

ζ), το διοικητικό εφετείο και

η) το Συμβούλιο της Επικρατείας

 Άρθρο 117

Πειθαρχικοί προϊστάμενοι

1. Πειθαρχικοί προϊστάμενοι των υπαλλήλων των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους είναι:

α) ο Υπουργός,

β) ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμματείας,

γ) ο Γενικός Γραμματέας αυτοτελούς υπηρεσίας,

δ) ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης,

ε)  ο Ειδικός Γραμματέας,

στ) ο Ελεγκτής Νομιμότητας,

ζ) ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης,

η) ο προϊστάμενος διεύθυνσης.

2. Επίσης πειθαρχικοί προϊστάμενοι είναι:

α) Ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού, του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος για τους πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

β) Οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων

ασφαλείας και του λιμενικού σώματος για τους πολιτικούς υπαλλήλους που

υπάγονται σε αυτούς.

γ) Οι διευθυντές καταστημάτων ή οι προϊστάμενοι υπηρεσιών εφόσον είναι ανώτατοι ή ανώτεροι αξιωματικοί, για τους πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

δ) Ο διοικητής του Αγίου Όρους για όλους τους πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται στην αρμοδιότητά του.

ε) Ο πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης διοικητικής αρχής για τους υπαλλήλους της.

3. Πειθαρχικοί προϊστάμενοι για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι:

α) Ο διοικητής ή ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας, για όλους τους υπαλλήλους του νομικού προσώπου.

β) Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών για τους υπαλλήλους της.

γ) Ο πρύτανης Πανεπιστημίου για όλους τους υπαλλήλους αυτού, ο κοσμήτορας σχολής, ο πρόεδρος τμήματος και ο διευθυντής τομέα για τους υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

δ) Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος Τ.Ε.Ι., για όλους τους υπαλλήλους του Ιδρύματος, ο διευθυντής παραρτήματος Τ.Ε.Ι. για όλους τους υπαλλήλους του παραρτήματος, ο διευθυντής σχολής και ο προϊστάμενος τμήματος για τους υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

ε) Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης ή ο προϊστάμενος διεύθυνσης για τους υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

4. Πειθαρχική εξουσία μπορεί να ασκεί και ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης:

α) στους υπαλλήλους του δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτησή τους, μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και μη εφαρμογή των περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας διατάξεων.

β) στους υπαλλήλους των Κ.Ε.Π. για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα. Ειδικά για τους υπαλλήλους των Κ.Ε.Π. που ανήκουν στους ΟΤΑ ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης μπορεί να ασκεί πειθαρχική δίωξη ενώπιον του αρμοδίου οργάνου κατά την κείμενη νομοθεσία.

  Άρθρο 118

Αρμοδιότητα πειθαρχικών προϊσταμένων

1.           Όλοι οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλλουν οι εξής με τις πιο κάτω διακρίσεις:

α)  Ο Υπουργός έως και τις αποδοχές τριών (3)  μηνών.

β) Ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμματείας ή αυτοτελούς υπηρεσίας, ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο Ειδικός Γραμματέας, ο Ελεγκτής Νομιμότητας, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού ξηράς, του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος έως και τις αποδοχές δύο (2)  μηνών .

γ) Οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος, οι διευθυντές καταστημάτων και οι προϊστάμενοι στρατιωτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού σώματος αν είναι ανώτατοι αξιωματικοί έως και τις αποδοχές ενός (1)  μηνός και αν είναι ανώτεροι έως και το ένα δεύτερο των μηνιαίων αποδοχών.

δ) Ο διοικητής του Αγίου Όρους, ο πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, ο διοικητής ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας νομικού προσώπου έως και τις αποδοχές ενός (1)  μηνός .

ε) Ο πρύτανης Πανεπιστημίου και ο πρόεδρος Τ.Ε.Ι. έως και τις αποδοχές ενός (1)  μηνός. Ο κοσμήτορας σχολής, ο πρόεδρος τμήματος και ο διευθυντής τομέα Πανεπιστημίου, ο αντιπρόεδρος Τ.Ε.Ι., ο διευθυντής παραρτήματος Τ.Ε.Ι., έως και τα δύο τρίτα των μηνιαίων αποδοχών, ο διευθυντής σχολής Τ.Ε.Ι. και ο προϊστάμενος τμήματος Τ.Ε.Ι. έως και το ένα δεύτερο των μηνιαίων αποδοχών.

στ) Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης έως και τα δύο τρίτα των μηνιαίων αποδοχών.

ζ) Ο προϊστάμενος διεύθυνσης έως και το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών.

2. Η αρμοδιότητα των πειθαρχικών προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός εάν από διάταξη νόμου προβλέπεται διαφορετικά.

3. Αρμόδιος πειθαρχικός προϊστάμενος είναι εκείνος στον οποίο υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 117. Αν ο υπάλληλος υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία από αυτή της οργανικής του θέσης, αρμόδιος πειθαρχικός προϊστάμενος είναι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος.

4. Οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι και το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως.

5. Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι πειθαρχικοί προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία τον υπάλληλο. Ο ανώτερος πειθαρχικός προϊστάμενος ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου έχουν, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα να ζητήσουν την παραπομπή σε αυτούς της πειθαρχικής υπόθεσης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 117 του παρόντος ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης νοείται ως ανώτερος πειθαρχικός προϊστάμενος.

6. Αν ο πειθαρχικός προϊστάμενος, ο οποίος έχει επιληφθεί, κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση σε οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικό προϊστάμενο μέχρι και τον Υπουργό ή και το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αν πρόκειται για υπάλληλο του νομικού προσώπου. Αν και ο Υπουργός ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κρίνει ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής του αρμοδιότητας, παραπέμπει το θέμα στο πειθαρχικό συμβούλιο. Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 117 του παρόντος η παραπομπή γίνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

     Άρθρο 119

Αρμοδιότητα διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου

  Τα διοικητικά συμβούλια νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δύνανται να επιβάλλουν τις ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου έως και τις αποδοχές τριών (3) μηνών.

 Άρθρο 120

Αρμοδιότητα πειθαρχικών συμβουλίων

 1. Τα πειθαρχικά συμβούλια δύνανται να επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Τα πειθαρχικά συμβούλια κρίνουν σε πρώτο βαθμό μετά από παραπομπή της υπόθεσης σε αυτά και σε δεύτερο βαθμό μετά από άσκηση ένστασης κατά αποφάσεων πειθαρχικών προϊσταμένων.

Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφαίνεται σε δεύτερο βαθμό ύστερα από ένσταση κατά αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων και σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση του παραπτώματος της παρ. 2 του άρθρου 122 του παρόντος. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των ανωτάτων υπαλλήλων του δημοσίου και των ΝΠΔΔ , το οποίο κρίνει σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.

 2. Αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο είναι το συμβούλιο της υπηρεσίας στην οποία υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 117 του παρόντος. Προκειμένου για υπάλληλο ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος υπηρετεί με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση σε άλλη υπηρεσία, αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο είναι το συμβούλιο της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί εφόσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή.

3. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ περισσότερων πειθαρχικών συμβουλίων για την κρίση του ίδιου παραπτώματος αίρονται από τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Οι καταφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση ενός τουλάχιστον από τα συμβούλια που έχουν επιληφθεί. Οι αποφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον οι αποφάσεις δύο τουλάχιστον συμβουλίων που έχουν κηρυχθεί αναρμόδια, είναι τελεσίδικες. Για την άρση απαιτείται αίτηση της υπηρεσίας ή του υπαλλήλου. Αν πρόκειται για καταφατική σύγκρουση, την άρση μπορεί να τη ζητήσει και ο πρόεδρος ενός από τα πειθαρχικά συμβούλια που έχουν επιληφθεί.

 Άρθρο 121

Ενιαία κρίση πειθαρχικών παραπτωμάτων

  1. Περισσότερα του ενός πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου υπαλλήλου είναι δυνατόν, κατά την κρίση του πειθαρχικού οργάνου, να κρίνονται ενιαίως, εφόσον σχετίζονται με καθήκοντα υπηρεσιών του ίδιου υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

2. Περισσότεροι υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, είναι δυνατόν να κρίνονται ενιαίως, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της προηγούμενης παραγράφου.

3. Αν στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου τα πειθαρχικά όργανα που είναι αρμόδια να επιληφθούν είναι διαφορετικά, αρμόδιο για την κρίση όργανο είναι:

α) μεταξύ περισσότερων πειθαρχικών προϊσταμένων ο ιεραρχικώς ανώτερος, και σε περίπτωση προϊσταμένων του αυτού ιεραρχικού επιπέδου, εκείνος που έχει επιληφθεί πρώτος,

β) μεταξύ περισσότερων πειθαρχικών συμβουλίων, εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο και

γ) μεταξύ πειθαρχικού προϊσταμένου, διοικητικού συμβουλίου των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και πειθαρχικού συμβουλίου, το τελευταίο.

  ΤΜΗΜΑ Β`

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α`

ΑΣΚΗΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ

 Άρθρο 122

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

  1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία

από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός μηνός από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός τριμήνου από την παραπομπή.

2. Η υπαίτια παράβαση της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, εκδικάζεται μετά από παραπομπή ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

      Άρθρο 123

Παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο

  1. Αν ο Υπουργός κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητας του, παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η πειθαρχική υπόθεση παραπέμπεται για τον ίδιο λόγο στο πειθαρχικό συμβούλιο από το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου. Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση αρμόδιας υπηρεσίας.

2. Ο Υπουργός ή ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης όταν λάβει γνώση πειθαρχικού παραπτώματος που τελέσθηκε από υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο εποπτεύεται από αυτόν, παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου.

3. Δεν επιτρέπεται παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο μετά την έκδοση οριστικής απόφασης για το ίδιο παράπτωμα από οποιοδήποτε πειθαρχικό όργανο.

 Άρθρο 124

Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής

  1.           Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 123 του παρόντος, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος.

2. Το παραπεμπτήριο έγγραφο γνωστοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο με κάθε πρόσφορο τρόπο και αποστέλλεται με το φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο. Αν κατά τη διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το συμβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία χωρίς γνωστοποίηση του παραπεμπτηρίου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο.

3. Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου πειθαρχικού οργάνου.

4. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β`

ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ- ΕΝΟΡΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ

 Άρθρο 125

Προκαταρκτική εξέταση

  1. Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσης του.

2. Προκαταρκτική εξέταση μπορεί να ενεργήσει ή να διατάξει κάθε πειθαρχικός προϊστάμενος του υπαλλήλου. Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία ο πειθαρχικός προϊστάμενος έλαβε γνώση των περιστατικών, που πιθανόν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή, αν η προκαταρκτική εξέταση διεξάγεται από υπάλληλο μετά από εντολή του πειθαρχικού προϊσταμένου, από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση της ανάθεσής της.

3. Αν αυτός που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση κρίνει, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεσή του. Στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από ανώτερο πειθαρχικό προϊστάμενο. Αν, αντιθέτως, αυτός που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητάς του, καλεί τον υπάλληλο σε απολογία σύμφωνα με το άρθρο 134 του παρόντος. Αν κρίνει, είτε πριν από την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία είτε μετά την απολογία του, ότι δικαιολογείται η επιβολή βαρύτερης ποινής, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 118 του παρόντος. Αν, τέλος, κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, διατάσσει την ενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης.

 Άρθρο 126

Ένορκη διοικητική εξέταση

 1. Ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ενεργείται κάθε φορά που η υπηρεσία έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Η εξέταση αυτή αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τον προσδιορισμό των προσώπων που τυχόν ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί. Η ένορκη διοικητική εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης.

2. Η ένορκη διοικητική εξέταση διατάσσεται από οποιονδήποτε πειθαρχικό προϊστάμενο και ενεργείται από μόνιμο υπάλληλο με βαθμό τουλάχιστον Α` του ίδιου Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και σε καμία περίπτωση κατώτερου βαθμού εκείνου στον οποίο αποδίδεται η πράξη. Η ενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης μπορεί να ανατίθεται και σε μόνιμο δημόσιο υπάλληλο τουλάχιστον με βαθμό Α` άλλου Υπουργείου ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του Υπουργείου που το εποπτεύει.  Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση ανάθεσης διεξαγωγής της. Ο υπάλληλος, ο οποίος διεξάγει την ένορκη διοικητική εξέταση μπορεί να ζητήσει, μετά από πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής έως ένα μήνα.

Αν ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος, είναι προϊστάμενος οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου, η εντολή για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ανατίθεται σε προϊστάμενο τουλάχιστον ίδιου επιπέδου οργανικής μονάδας.

3. Κατά την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 130 παρ. 3 και 132 του παρόντος.

4. Η ένορκη διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του υπαλλήλου που την ενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται, με όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον πειθαρχικό προϊστάμενο ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης. Εφόσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικός προϊστάμενος υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη.

5. Διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια ένορκων διοικητικών εξετάσεων

οποιασδήποτε μορφής από ειδικά όργανα δεν θίγονται.

6. Οι διατάξεις των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 127, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 129 και 131 του παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως.

  Άρθρο 127

Πειθαρχική ανάκριση

  1. Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικά κατά τη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Κατ` εξαίρεση δεν είναι υποχρεωτική η ανάκριση στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο,

β) όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα,

γ) όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα,

δ) όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα,

ε) όταν έχει διενεργηθεί, πριν την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, Ε.Δ.Ε. ή άλλη ένορκη εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης.

2. Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου που μπορεί να είναι και μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου. Αν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων που να πληρεί την ανωτέρω προϋπόθεση, η διεξαγωγή της πειθαρχικής ανάκρισης ανατίθεται σε υπάλληλο του εποπτεύοντος Υπουργείου.

3. Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α) τα πρόσωπα στα οποία αποδίδεται το πειθαρχικό παράπτωμα, β) οι πειθαρχικοί προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση η οποία κρίνεται κατ` ένσταση, γ) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση και δ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη.

Ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει με έγγραφη αίτηση μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κλήση του για εξέταση την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι λόγοι της εξαίρεσης και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει το πειθαρχικό συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή εκείνου, του οποίου ζητείται η εξαίρεση, που αναπληρώνεται νομίμως. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, οι ανακριτικές πράξεις που στο μεταξύ ενεργήθηκαν, είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξαρχής.

4. Όποιος διεξάγει ανάκριση δικαιούται να ενεργήσει ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης, δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε διοικητική αρχή.

5.  Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική.

6. Η πειθαρχική ανάκριση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου στον υπάλληλο, που θα την διενεργήσει, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.

7. Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία.

8. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση.

  Άρθρο 128

Ανακριτικές πράξεις

1. Ανακριτικές πράξεις είναι:

α) η αυτοψία,

β) η εξέταση μαρτύρων,

γ) η πραγματογνωμοσύνη,

δ) η εξέταση του διωκομένου.

2. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α) από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συμφωνεί η αρμόδια αρχή ή β) από το κατά νόμο επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο.

3. Για την ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Αν κάποιος από τους μάρτυρες είναι αναλφάβητος ή αρνείται να υπογράψει ή βρίσκεται σε φυσική αδυναμία να υπογράψει, γίνεται σχετική μνεία στην έκθεση.

   Άρθρο 129

Αυτοψία

  1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 127 του παρόντος, η αυτοψία διενεργείται αυτοπροσώπως από εκείνον που διεξάγει την πειθαρχική ανάκριση με την παρουσία γραμματέα.

2. Η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή εγγράφων ιδιωτικών που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, διενεργείται στο γραφείο όπου φυλάσσονται.

3. Έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη, παραδίδονται στον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικώς μετά το τέλος της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο ανακριτής, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, υποχρεούται να χορηγεί ατελώς απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο των εγγράφων που παραλήφθηκαν. Κατ’ εξαίρεση η αυτοψία ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για τη διεκπεραίωση τρέχουσας υπόθεσης του κατόχου τους ή άλλου προσώπου, διενεργείται από τον ανακριτή στον τόπο όπου βρίσκονται.

  Άρθρο 130

Μάρτυρες

  1. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

2. Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης του μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία αποτελεί πλημμέλημα και αν είναι υπάλληλος και πειθαρχικό παράπτωμα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του διωκομένου με το μάρτυρα σε ευθεία γραμμή ή έως και το δεύτερο βαθμό σε πλάγια γραμμή.

3.           Ο διωκόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης και της ένορκης διοικητικής εξέτασης και μέχρι το τέλος της εξέτασής του να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει πέντε τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες.

4. Σε περίπτωση κατά την οποία η ένορκη διοικητική εξέταση δεν στρεφόταν κατά συγκεκριμένου προσώπου, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο διωκόμενο να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων, εκτός εάν αυτός δηλώσει ενώπιον του συμβουλίου ότι δεν επιθυμεί να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων.

    Άρθρο 131

Πραγματογνώμονες

  Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Ο.Τ.Α., καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος. Οι πραγματογνώμονες, πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 Άρθρο 132

Εξέταση διωκομένου

  Κατά την πειθαρχική ανάκριση καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο διωκόμενος υπάλληλος. Ο υπάλληλος εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά δικηγόρου. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρνησή του να εξετασθεί, δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης.

  Άρθρο 133

Ενέργειες μετά την ανάκριση

  1.           Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, όταν λάβει το παραπεμπτήριο έγγραφο, ορίζει ως εισηγητή της πειθαρχικής υπόθεσης ένα από τα μέλη του συμβουλίου, στο οποίο και παραδίδεται ο φάκελος.

2.           Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, όταν διαβιβαστεί σε αυτόν το πόρισμα της πειθαρχικής ανάκρισης ή, σε περίπτωση μη διενέργειας ανάκρισης κατά το άρθρο 127 παρ. 1 του παρόντος, όταν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση, την εισάγει στο πειθαρχικό συμβούλιο για να αποφασίσει την κλήση σε απολογία του διωκόμενου υπαλλήλου ή την απαλλαγή του χωρίς αυτή.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

 Άρθρο 134

Κλήση σε απολογία

  1.           Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

2.           Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο (2) ημέρες, όταν ο υπάλληλος καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικό προϊστάμενο και από τρεις (3) ημέρες όταν αυτός καλείται από συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της απόφασης.

Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας.

3. Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 118 του παρόντος σε ανώτερο πειθαρχικό προϊστάμενο ή στο υπηρεσιακό συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρου 119 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία.

4. Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατούται με την έκδοση απόφασης.

 Άρθρο 135

Απολογία

  1.           Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στο διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία.

2. Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης.

3. Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί το φάκελο και τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια.

4. Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκειά της εναπόκειται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον καλεί σε απολογία.

  ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ`

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 Άρθρο 136

Προσδιορισμός ημέρας συνεδρίασης – Παράσταση διωκομένου

  1. Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου προσδιορίζει με πράξη του την ημέρα κατά την οποία θα συζητηθεί η υπόθεση. Η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνεδρίασης ανακοινώνονται εγγράφως στο διωκόμενο πριν από τέσσερις (4) τουλάχιστον πλήρεις  ημέρες.

2. Ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί είτε αυτοπροσώπως είτε δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων και των διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Δ.Δ.. Η μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.

3. Αν το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει ανεπαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, αναβάλλει την κρίση της υπόθεσης και διατάσσει συμπληρωματική ανάκριση.

4. Η υπηρεσία του διωκομένου υποχρεούται να του χορηγεί ανάλογη άδεια για να προσέλθει ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου κατά την κρίση της υπόθεσής του.

 Άρθρο 137

Κωλύματα και εξαίρεση μελών πειθαρχικού συμβουλίου

  1. Μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, που δεν δικαιούνται να διεξάγουν ανάκριση σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 127 του παρόντος ή έχουν διενεργήσει πειθαρχική ανάκριση στην κρινόμενη υπόθεση, κωλύονται να μετάσχουν στη σύνθεσή του κατά την κρίση της υπόθεσης αυτής.

2. Ο διωκόμενος μπορεί με έγγραφη αίτησή του να ζητήσει την εξαίρεση μελών του πειθαρχικού συμβουλίου με την προϋπόθεση ότι με τα υπόλοιπα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, υπάρχει απαρτία. Η αίτηση αυτή που υποβάλλεται δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους της εξαίρεσης και να συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Για την αίτηση εξαίρεσης το πειθαρχικό συμβούλιο αποφασίζει αιτιολογημένα με συμμετοχή των νόμιμων αναπληρωτών των μελών των οποίων ζητείται η εξαίρεση. Τα μέλη που εξαιρούνται αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά τους. Αν εξαιρεθεί το τακτικό και το αναπληρωματικό του μέλος, το συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη του εφόσον έχει απαρτία. Η εξαίρεση αναπληρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο αποφασίζει αμέσως επί της αιτήσεως εξαιρέσεως με τα υπόλοιπα μέλη του.

3. Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 114 του παρόντος αποκλείεται να μετάσχει στο πειθαρχικό συμβούλιο ο ανακριτής ή αυτός που συμμετείχε στο πειθαρχικό συμβούλιο κατά την πρώτη κρίση.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε`

 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 Άρθρο 138

Κοινοποιήσεις στον διωκόμενο

  Η κλήση σε απολογία και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίηση του διωκομένου επιδίδονται με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο στον ίδιο προσωπικά ή στην κατοικία, που έχει δηλώσει στην υπηρεσία του, σε πρόσωπο με το οποίο συνοικεί. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση για οποιοδήποτε λόγο, το έγγραφο της κλήσης σε απολογία τοιχοκολλάται στο κατάστημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου και συντάσσεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από ένα μάρτυρα. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση.

   Άρθρο 139

Εκτίμηση αποδείξεων

  1. Το πειθαρχικό όργανο εκτιμά ελευθέρως τις αποδείξεις. Για να μορφώσει την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του και αποδεικτικά στοιχεία που δεν προκύπτουν από την πειθαρχική διαδικασία αλλά από άλλη νόμιμη διαδικασία, εφόσον έλαβε γνώση τους ο διωκόμενος.

2. Συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία διαπιστώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας πειθαρχικής κρίσης μόνον εφόσον ο διωκόμενος κληθεί σε απολογία και γι’ αυτά.

3. Η κρίση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα και να είναι ειδικώς αιτιολογημένη.

  Άρθρο 140

Πειθαρχική απόφαση

  1.           Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως.

2.           Στην απόφαση μνημονεύονται:

α) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της,

β) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου ή των μελών του συλλογικού πειθαρχικού οργάνου,

γ) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του κρινόμενου,

δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο,

ε) η υποβολή ή όχι απολογίας,

στ) η αιτιολογία της απόφασης,

ζ) η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που μειοψήφησαν και

η) η απαλλαγή του κρινόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται.

Αν η πειθαρχική απόφαση περί της ενοχής του διωκομένου λαμβάνεται κατά πλειοψηφία όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου ψηφίζουν για την επιβλητέα ποινή. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται.

Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια α`, β` και γ`, εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης.

3. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα.

4. Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 138 του παρόντος. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα ασκήσεως ενστάσεως ή προσφυγής, κατά περίπτωση, ενώπιον του αρμοδίου οργάνου και η σχετική προθεσμία ασκήσεώς της.

5. Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται. Ανάκληση της πειθαρχικής απόφασης επιτρέπεται κατ` εξαίρεση σε περίπτωση πρόδηλης παρανομίας. Ανάκληση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου γίνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Πειθαρχική απόφαση που υπόκειται σε ένσταση δεν ανακαλείται. Η αίτηση για ανάκληση της πειθαρχικής απόφασης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή της στον υπάλληλο. Αν η ανάκληση δεν γίνει εντός τριμήνου, λογίζεται ότι το αίτημα της ανάκλησης έχει απορριφθεί.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ`

 ΕΝΣΤΑΣΗ – ΠΡΟΣΦΥΓΗ – ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

 Άρθρο 141

Ένσταση

  1.           Οι αποφάσεις των πειθαρχικών προϊσταμένων και των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119 του παρόντος, εκτός αυτών που ορίζονται στο άρθρο 142 παρ. 2 περ. α`, υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου.

2.           Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε, στις περιπτώσεις επιβολής της πειθαρχικής ποινής του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών και άνω και μέχρι την ποινή της οριστικής παύσης καθώς και στις περιπτώσεις επιβολής ποινής προστίμου αποδοχών από ένα (1) έως τέσσερις (4) μήνες, εφόσον κατά της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου έχει ασκηθεί ένσταση υπέρ της διοίκησης. Όλες οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, υπέρ της διοίκησης, κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της επόμενης παραγράφου.

3.`Ενσταση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ή του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου δικαιούνται να ασκήσουν: α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου κάθε πειθαρχικός προϊστάμενος, οι πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119 του παρόντος, ο Υπουργός, καθώς και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης στις περιπτώσεις που ο ίδιος έχει ασκήσει πειθαρχική δίωξη κατά υπαλλήλου.

4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό. Ειδικά στην περίπτωση επιβολής ποινής προστίμου αποδοχών από ένα (1) έως τέσσερις (4) μήνες, όταν ασκείται ένσταση υπέρ της διοίκησης, η προθεσμία για την άσκηση ένστασης εκ μέρους του υπαλλήλου αρχίζει από την κοινοποίηση σε αυτόν αντιγράφων της πειθαρχικής απόφασης και της ένστασης υπέρ της διοίκησης. Αν δεν ασκηθεί ένσταση υπέρ της διοίκησης, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής από τον υπάλληλο ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού εφετείου αρχίζει από την κοινοποίηση σε αυτόν αντιγράφου της πειθαρχικής απόφασης που συνοδεύεται από βεβαίωση περί μη ασκήσεως ενστάσεως από τη διοίκηση.

5. Τα πειθαρχικά συμβούλια και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, όταν κρίνουν μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ του, δεν μπορούν να

χειροτερεύουν τη θέση του.  Όταν κρίνουν ένσταση υπέρ της διοίκησης, δεν μπορούν να επιβάλουν ελαφρότερη ποινή από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται ενστάσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης, το οικείο συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλει.

6. Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει την άμεση εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης εκτός εάν με αυτή έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού.

Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων κατά το χρόνο της αναστολής διατηρούνται σε ισχύ.

7. Η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών προϊσταμένων κατατίθεται στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο. Η ένσταση κατά αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό κατατίθεται σε αυτό, το οποίο τη διαβιβάζει αμελλητί στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με τον πλήρη φάκελο της πειθαρχικής υπόθεσης.

  Άρθρο 142

Προσφυγή

  1. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης.

2. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου έχουν οι μόνιμοι

υπάλληλοι κατά:

α) των πειθαρχικών αποφάσεων του Υπουργού, του Διοικητή του Αγίου Όρους, του προέδρου ή του επικεφαλής ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, καθώς και του διοικητή ή του προέδρου συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί τη διοίκηση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου,

β) των αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή πλην της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου των αποδοχών έως  ενός (1) μηνός με την επιφύλαξη της παρ. 1 του παρόντος άρθρου,

γ) των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων, όταν επιβάλλουν την πειθαρχική ποινή του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός και άνω κατά των οποίων δεν μπορούν να ασκήσουν ένσταση επιφυλασσομένης της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 141.

3. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης κατά των αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές της προσωρινής παύσης και του υποβιβασμού με αίτημα την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Το αίτημα πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου. Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων στο Γραφείο του. Η προσφυγή υπογράφεται από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και κατά τη συζήτηση παρίσταται μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αν ο υπάλληλος έχει ασκήσει ήδη προσφυγή, κατά της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, που επιβάλλει σ’ αυτόν την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης, ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού εφετείου, ή την ασκεί ενόσω εκκρεμεί η ανωτέρω προσφυγή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να παραπέμψει την υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας προς συνεκδίκαση.

4. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου διοικητικού εφετείου διέπονται από τις κείμενες διατάξεις, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ.4 του άρθρου 141 και των διατάξεων της επόμενης παραγράφου.

5. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που  επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το αρμόδιο διοικητικό εφετείο δύναται με απόφασή του να αναστείλει την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντος ή ευδοκίμηση της προσφυγής, εκτός εάν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αποκλείουν τη χορήγηση της αναστολής. Στην περίπτωση χορήγησης αναστολής, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) μηνών από τη χορήγησή της, άλλως η χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης παύει να ισχύει.

6. Σε κάθε περίπτωση, η εκδίκαση της προσφυγής από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο γίνεται μέσα σε οκτώ (8) μήνες από την περιέλευσή της στο οικείο δικαστήριο.

7. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το διοικητικό εφετείο, όταν κρίνουν μετά από προσφυγή του υπαλλήλου, δεν δύνανται να χειροτερεύουν τη θέση του.

    Άρθρο 143

Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας

  1. Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 114 του παρόντος, μπορούν να ζητήσουν τα όργανα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 123 του παρόντος, όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση και ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση της.

2. Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο ή στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά περίπτωση, στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος.

3. Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της

πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να απαλλαγεί ο υπάλληλος. Αν ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου να αποφασίσει και τη βαθμολογική ή μισθολογική του αποκατάσταση. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΟΙΝΩΝ – ΔΑΠΑΝΕΣ

 Άρθρο 144

Εκτέλεση απόφασης

  1. Η τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση εκτελείται υποχρεωτικώς. Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

2. Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας.

3. Κατά το χρόνο της προσωρινής παύσης ο υπάλληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

4. Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για προαγωγή ούτε συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, πριν περάσει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο που απαιτείται για προαγωγή.

5. Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρόστιμο ως ποινή ή χρηματικό ποσό ως διοικητική κύρωση, εκτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που εντέλλεται την πληρωμή των αποδοχών του υπαλλήλου. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση, το πρόστιμο και το ποσό της διοικητικής κύρωσης εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων. Για την καταβολή βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και όχι οι κληρονόμοι του.

Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο υπάλληλος κατά το

χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Όταν αυτό ορίζεται έως το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την τελεσιδικία της απόφασης. Όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα.

Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχική απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του υπαλλήλου.

6. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υπάλληλος αθωωθεί αμετάκλητα, περίληψη της απόφασης αναρτάται στο διαδίκτυο ή δημοσιοποιείται με κάθε πρόσφορο τρόπο.

 Άρθρο 145

 Διαγραφή πειθαρχικών ποινών

  1. Διαγράφονται αυτοδικαίως η ποινή της επίπληξης μετά τρία (3) έτη, του προστίμου μετά οκτώ (8) έτη και οι λοιπές ποινές, εκτός από τις ποινές της οριστικής και προσωρινής παύσης και του υποβιβασμού, μετά δέκα (10) έτη, εφόσον κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. Ο χρόνος της διαγραφής υπολογίζεται από την εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής.

2. Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται, αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης του.

  Άρθρο 146

 Δαπάνες πειθαρχικής διαδικασίας

  1. Η πειθαρχική διαδικασία διεξάγεται ατελώς.

2. Όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από το πειθαρχικό όργανο και καταβάλλονται από το Δημόσιο ή το οικείο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

ΤΜΗΜΑ Γ’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

 Άρθρο 146Α

Συγκρότηση και λειτουργία Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου

 1. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελείται από:

α) Έναν (1) Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

β) Τέσσερις (4) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους με ισάριθμους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

γ) Δύο (2) προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με δύο (2)  αναπληρωτές τους εν ενεργεία προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων της ίδιας υπηρεσίας. Όλα τα ανωτέρω μέλη ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

δ) Τον προϊστάμενο της γενικής διεύθυνσης που είναι αρμόδια για θέματα προσωπικού του Υπουργείου στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία ή το οποίο εποπτεύει την υπηρεσία ή το Ν.Π.Δ.Δ. όπου διαπράχθηκε το πειθαρχικό παράπτωμα, με αναπληρωτές του άλλους προϊστάμενους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του ίδιου ως άνω Υπουργείου, οριζόμενους κατ` έτος με απόφαση του οικείου Υπουργού. Όταν η πειθαρχική υπόθεση αφορά υπάλληλο Περιφέρειας, στο Συμβούλιο μετέχει ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης της Περιφέρειας Αττικής, που είναι αρμόδιος για θέματα προσωπικού, οριζόμενος με απόφαση του Περιφερειάρχη Αττικής.   Προκειμένου για υπαλλήλους Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχει προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

2. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει δημόσια και αποτελείται από:

α) Τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αναπληρούμενο από τον αρχαιότερο των ορισθέντων Νομικών Συμβούλων του Κράτους.

β) Δύο (2) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους ή τους αναπληρωτές τους.

γ) Ένα τακτικό μέλος της περιπτώσεως γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, αναπληρούμενο από το αναπληρωματικό του μέλος.

δ) Το τακτικό μέλος της περιπτώσεως δ΄ της προηγούμενης παραγράφου, αναπληρούμενο από το αναπληρωματικό του μέλος.

Οι μετέχοντες σε οποιοδήποτε Τμήμα αναπληρωτές των τακτικών μελών θεωρούνται για τη σύνθεση ως τακτικά μέλη. Γραμματέας των δύο Τμημάτων είναι ο προϊστάμενος της γραμματείας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου με δύο αναπληρωτές υπαλλήλους της Γραμματείας. Με απόφαση του Προέδρου του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζονται τα μέλη καθενός Τμήματος με τον Γραμματέα και τους αναπληρωτές τους.

3.       Τα μέλη του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται για θητεία δύο (2) ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.

4. Τα τακτικά μέλη των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 1 είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η θητεία τους σε αυτό θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας τους στις οργανικές τους θέσεις και στο βαθμό τον οποίο κατέχουν, για όλες τις συνέπειες. Τα ανωτέρω μέλη μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των λοιπών συλλογικών οργάνων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, αποζημίωση των τακτικών μελών του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθώς και των αναπληρωματικών μελών ανάλογα με τις συνεδριάσεις στις οποίες μετείχαν.

6. Για τη διαδικασία ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 136, 137, 138, 139 και 140 του παρόντος Κώδικα.

7. Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για την πορεία και την έκβαση των πειθαρχικών υποθέσεων, από την εισαγωγή τους σε αυτά μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης.

8. Με απόφαση του Προέδρου του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκείται πειθαρχική δίωξη ενώπιον του συμβουλίου αυτού κατά των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων που παραβαίνουν τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 122 του παρόντος, καθώς και τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

9. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζεται ο ειδικότερος τρόπος λειτουργίας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και κάθε σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

10.     Το έργο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου υποστηρίζεται από γραμματεία, της οποίας η οργάνωση, οι θέσεις προσωπικού και ο τρόπος Λειτουργίας καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

11. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί αποκλειστικά ως πειθαρχικό με την επιφύλαξη του άρθρου 95. Κρίνει σε δεύτερο βαθμό, κατά το νόμο και την ουσία και κατ` εξαίρεση σε πρώτο βαθμό όταν αυτό προβλέπεται. Το Συμβούλιο αυτό λειτουργεί και ως πειθαρχικό συμβούλιο των ανωτάτων υπαλλήλων του δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. και κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

12. Ο υπάλληλος μπορεί να παρίσταται ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που κρίνει πειθαρχική του υπόθεση αυτοπροσώπως ή με συμπαράσταση δικηγόρου ή μόνο δια δικηγόρου.

13. Στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ως εισηγητές ορίζονται, με πράξη του προέδρου, μόνο μέλη αυτού, τακτικά ή αναπληρωματικά.  Τα τμήματα του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους, στα οποία απαραιτήτως πρέπει να περιλαμβάνεται ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες.

14. Η ψηφοφορία των μελών των συμβουλίων γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της απόφασης ορισμού τους. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.

15. Για όσα θέματα δε ρυθμίζονται από το παρόν άρθρο ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις περί υπηρεσιακών συμβουλίων.

 Άρθρο 146Β

Σύσταση – συγκρότηση και λειτουργία υπηρεσιακών – πειθαρχικών συμβουλίων

 1. Σε κάθε Υπουργείο, Αποκεντρωμένη Διοίκηση, Περιφέρεια ή  ΝΠΔΔ συνιστάται, με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ένα ή περισσότερα πειθαρχικά συμβούλια. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η σύσταση κοινών πειθαρχικών συμβουλίων για Υπουργεία, Περιφέρειες ή ΝΠΔΔ με απόφαση των οικείων Υπουργών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την απόφαση αυτή ορίζεται και η έδρα των κοινών πειθαρχικών συμβουλίων.

2. Το πειθαρχικά συμβούλια συνεδριάζουν δημόσια και αποτελούνται από:

α) Δυο (2) μέλη τα οποία είναι πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εφέτες ή πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ή αντεισαγγελείς εφετών ή εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, ή πάρεδροι ή δικαστικοί αντιπρόσωποι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Πρόεδρος ορίζεται ο ανώτερος σε βαθμό δικαστικός λειτουργός και μεταξύ ομοιοβάθμων ο αρχαιότερος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.

β) Τρεις (3) μονίμους υπαλλήλους, προϊσταμένους διευθύνσεων Υπουργείων, Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, Περιφερειών ή Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίοι δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα του οργάνου που εκδίδει την απόφαση σύστασης του συμβουλίου της παρ.1. Οι προϊστάμενοι διευθύνσεων υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ύστερα από κλήρωση που γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ.13 του παρόντος άρθρου και υπηρετούν στην έδρα του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου.

3. Με την απόφαση της παρ.1 που εκδίδεται κατά μήνα Δεκέμβριο, ορίζονται τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων με τους αναπληρωτές τους για θητεία δύο (2) ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, αποζημίωση των τακτικών μελών των πειθαρχικών συμβουλίων, καθώς και των αναπληρωματικών μελών ανάλογα με τις συνεδριάσεις στις οποίες μετείχαν.

5. Για τη διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 136, 137, 138, 139 και 140 του παρόντος Κώδικα.

6. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών.

7. Ο αναπληρωτής του προέδρου προεδρεύει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προέδρου.

8. Οι διατάξεις των παρ.12,13,14 και 15 του άρθρου 146Α εφαρμόζονται και στα πειθαρχικά συμβούλια του άρθρου 146Β.

9. Τον Οκτώβριο κάθε άρτιου έτους, κάθε Υπουργείο, Αποκεντρωμένη Διοίκηση, Περιφέρεια ή Ν.Π.Δ.Δ. που έχει ένα ή περισσότερα πειθαρχικά συμβούλια καταρτίζει κατάσταση, την οποία αποστέλλει στον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, που συνοδεύεται από έγγραφο με το οποίο ζητεί τον ορισμό κατόπιν κλήρωσης τριών (3) προϊσταμένων διευθύνσεων με τους αναπληρωτές τους για κάθε πειθαρχικό συμβούλιο. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει όλους τους προϊσταμένους των διευθύνσεων, των οποίων ο υπολειπόμενος χρόνος έως την αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής τους σχέσης είναι τουλάχιστον τρία (3) έτη και περιέχει τα εξής στοιχεία: ονοματεπώνυμο, κλάδο, βαθμό και αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.). Για τις υπηρεσίες που έχουν και περιφερειακές μονάδες, οι καταστάσεις καταρτίζονται κατά νομό, στον οποίο εδρεύουν οι υπηρεσίες. Ο Πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, προβαίνει σε κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου από συγκεντρωτική κατάσταση κατά νομό για τα Υπουργεία, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, Περιφέρειες και Ν.Π.Δ.Δ.. Ο αριθμός των προϊσταμένων διευθύνσεων που προκύπτει από την κλήρωση είναι τουλάχιστον διπλάσιος σε σχέση με τον αριθμό των προϊσταμένων  που απαιτούνται για όλα τα πειθαρχικά συμβούλια.

10. Κάθε υπηρεσία υποχρεούται να κοινοποιεί στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο την απόφαση σύστασης, συγκρότησης όλων των πειθαρχικών συμβουλίων όλων των υπηρεσιών.

11. Πειθαρχικά συμβούλια που ορίζονται με ειδικές διατάξεις και δεν καταργούνται με τον παρόντα νόμο εξακολουθούν να υφίστανται.

  • 14 Νοεμβρίου 2011, 20:16 | Γιάννης Παπανικολάου

    Στο Άρθρο 117 Πειθαρχικοί προϊστάμενοι, πρέπει να προστεθεί και ο Τμηματάρχης. Δεν είναι σωστό να βρίσκεται εκτός της διαδικασίας ελέγχου γιατί για οποιοδήποτε παράπτωμα θα πρέπει να προσφεύγει στο Δντη, διαδικασία την οποία κάποια στιγμή θα εγκαταλέιψει και αναγκαστικά θα «παρασυρθεί» με τους υφισταμένους του. Η δικαιοδοσία πρέπει να είναι ανάλογη και οι ποινές κλιμακούμενες. Ενδεικτικά:
    – Εγγραφη επίπληξη
    – Στέρηση αποδοχών εως 2 ημέρες / μήνα

    Τα παραπάνω εκτελούνται κατόπιν εγκρίσεως του προϊστάμενου Δντη

  • 13 Νοεμβρίου 2011, 19:23 | mixdim

    Η συγκρότηση των πειθαρχικών Συμβουλίων απο ενεργούς Νομικούς Συμβούλους είναι σε βάρος του αντικειμένου του Ν.Σ.Κ και ίσως αντίκειται στο Σύνταγμα, ως ασκούντες διοικητικό έργο.
    Στα πειθαρχικά παραπτώματα η άσκηση κριτικής στης προισταμένης αρχής και η εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά ανήκουν σε άλλες εποχές.

  • 13 Νοεμβρίου 2011, 00:26 | Balatsiou D

    Για τις νεοεισερχόμενες διατάξεις του άρθρου 107 (πειθαρχικά παραπτώματα) προτείνω τα εξής:
    στην περίπτωση ε) να διαγραφεί η φράση «ή εκτός»(υπηρεσίας), διότι πιστεύω ότι η προσωπική και κοινωνική ζωή πρέπει να υπόκειται σε νομική δίωξη και όχι σε πειθαρχική που αφορά μόνο στο εργασιακό περιβάλλον.
    η περίπτωση κστ)»απλή απείθεια» να διαγραφεί εντελώς, διότι και ασαφής είναι και θεωρώ ότι καλύπτεται επαρκώς από την περίπτωση θ)
    στην περίπτωση κζ) να προστεθούν οι λέξεις «αδικαιολόγητη και συστηματική» (μη τήρηση ωραρίου), διότι το θεωρώ υπερβολικά αυστηρό να θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα η περιστασιακή και δικαιολογημένη καθυστερημένη προσέλευση στην υπηρεσία η οποία θα μπορούσε να αναπληρωθεί με επιπλέον παραμονή για την περάτωση των εργασιών.

  • 11 Νοεμβρίου 2011, 09:13 | Ιωάννης Λαγός

    Για μένα ένα είναι το βασικό, να υποχρεωθεί ο Δ.Υ. (εάν το επιθυμεί ο πολίτης φυσικ), να δίνει την απάντησή του εγγράφως, επίσης να δοθεί το δικαίωμα στον πολίτη έχοντας έγγραφη την απάντηση του δημ. υπαλλήλου να μπορεί να εγείρει μήνυση εναντίον του (όχι του δημοσίου)και να ζητά αποζημίωση για την ταλαιπωρία που έχει υποστεί από την άγνοια της εργασίας που του έχει ανατεθεί από το κράτος. Η αποζημίωση αυτή θα μπορούσε να είναι ακόμη και οι μελλοντικοί μισθοί σε περίπτωση που ο υπάλληλος (τεχνηέντως) δεν έχει μετρητά. Πρόσφατα με συμβολαιογραφική πράξη ζήτησα φορολογικές ενημερότητες για 14 άτομα τα οποία ανήκαν σε 4 εφορίες, ενώ μάζεψα τις 13 ενημερότητες από τις 3 εφορίες, από την εφορία του ενός δεν αναγνώριζαν την εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη δεν μου έδιναν την ενημερότητα και αναγκάστηκα να πάρω εντολή εισαγγελέως που στην ουσία υποχρέωνε και υποδείκνυε στον υπάλληλο την δουλειά του, για ποιόν λόγο πληρωνόταν και πληρώνετε από δικά μου χρήματα υποχρεώνοντας με να πάω με δικηγόρο στον εισαγγελέα για να κάνω κάτι που οι άλλοι 3 υπάλληλοι των αντίστοιχων εφοριών το έκαναν αμέσως. Πιθανό η συγκεκριμένη υπάλληλος το βράδυ στην παρέα της να διηγιόταν πως υπέβαλε έναν ηλίθιο πολίτη σε καψόνι.
    Νομίζω πως είναι το ποιό σοβαρό θέμα στο δημόσιο, ο υπάλληλος εκεί έχει το δικαίωμα της άγνοιας του αντικειμένου εργασίας του, έχει το δικαίωμα της επιλεκτικής συμπεριφοράς ανάλογα πόσο θα αντιπαθήσει η συμπαθήσει έναν πολίτη και φυσικά χωρίς επιπτώσεις τουναντίον μάλιστα.
    Ιωάννης Λαγός

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 21:40 | Γκόλιας Γεώργιος

    Θεωρώ πως οι ποινές θα έπρεπε να είναι κλιμακούμενες για την επανάληψη των ιδίων παραπτωμάτων και συγκεκριμένα θα έπρεπε να ισχύει ο κανών »δημόσιος υπάλληλος ο οποίος υποπίπτει στο ίδιο παράπτωμα κατ’ επανάληψιν» να παραπέμπεται με το ερώτημα της οριστικής απόλυσης.

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 17:24 | ΧΡΗΣΤΟΣ

    Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΛΕΓΟΜΕΝΕΣ ΚΛΙΚΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑ.ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΘΜΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΠΛΗΡΗ ΣΥΓΚΑΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ(ΦΙΛΟΥΣ)ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΕΣ ΣΕ ΡΟΛΟ ΘΕΑΤΗ ΤΑ ΔΣ ΜΟΝΟ ΑΚΟΥΝ,ΚΑΙ ΑΝ ΠΟΤΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΤΗΜΩΡΙΑ Η ΚΑΠΟΙΑ ΕΔΕ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ ΤΑ ΛΕΝΕ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ ΤΑ ΑΚΟΥΝ.Η ΣΑΠΙΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ ΑΛΛΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΝΤΑΙ ΚΙΟΛΑΣ.ΕΙΜΑΙ ΜΕΛΟΣ ΔΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΥΕΤΑΙ ΨΙΛΟ ΓΑΖΙ.

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 12:51 | Γιάννης

    Άρθρο 107 περίπτωση ιζ)

    Αναφέρεται ότι πειθαρχικό παράπτωμα είναι και «η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις»

    1. Απαγορεύεται στον υπάλληλο να ασκεί κριτική στους ανωτέρους του;
    2. Ποιά σκοπιμότητα υπηρετεί αυτή η διάταξη;
    3. Τι θα πει χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις;
    4. Ποιός είναι αυτός που θα κρίνει αν οι εκφράσεις είναι ευπρεπείς ή όχι;
    5. Έχει σκεφτεί κανείς ότι αυτή η διάταξη είναι ιδανική για να κουκουλώνονται τα κακώς κείμενα του δημοσίου;
    6. Γιατί ένας υπάλληλος να εκφραστεί δημοσίως και να καταγγείλει τις παρανομίες ή τις ολιγωρίες της δημόσιας διοίκησης ή των πολιτικών προσώπων, όταν πάντα θα επικρέμεται από πάνω του η φόβος ότι μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά; (ειδικότερα δε για τα πολιτικά πρόσωπα π.χ. Υπουργούς, αυτοί μπορούν να εκκινήσουν τη διαδικασία πειθαρχικής δίωξης εναντίον του υπαλλήλου ενώ φυσικά αυτός δεν μπορεί να τους κάνει τίποτα γιατί προστατεύονται από τη βουλευτική ασυλία!!)

    Η πρόταση αυτή πρέπει να παραληφθεί εντελώς γιατί αφενός δεν εξυπηρετεί καμία σκοπιμότητα αφετέρου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φόβητρο για τους υπαλλήλους εκείνους που θέλουν να καταγγείλουν κακώς κείμενα της υπηρεσίας τους.

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 11:40 | Δρ Γεώγριος Γιαννιτσιώτης

    1. Πειθαρχικοί προϊστάμενοι των υπαλλήλων των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους είναι:

    α) ο Υπουργός,

    β) ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμματείας,

    γ) ο Γενικός Γραμματέας αυτοτελούς υπηρεσίας,

    δ) ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης,

    ε) ο Ειδικός Γραμματέας,

    Ολα τα ανωτέρω πρόσωπα είναι ΠΟΛΙΤΙΚΑ πρόσωπα με αποτέλεσμα να υπάρχει τεράστιο παράθυρο ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ υπαλλήλων που απλώς υπερασπίστηκαν το Σύνταγμα της χώρας και την προσωπική τους αξιοπρέπεια. Μήπως, πρέπει να αντικατασταθούν τα ανωτέρω πολιτικά πρόσωπα που στερούνται de facto το στοιχείο της ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ από μη αιρετά πρόσωπα (π.χ. τον Συνήγορο του Πολίτη ή το ΣΕΕΔ;)

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 11:12 | Γιάννης

    Άρθορ 107 περίπτωση ε)

    Αναφέρεται ότι πειθαρχικό παράπτωμα είναι «η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας»

    ΕΚΤΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ !!!! ;;;;

    Τί γίνεται εδώ;;;

    Γυρίζουμε 50 χρόνια πίσω;

    Αυτά μόνο ο Μεταξάς και ο Παπαδόπουλος τα έκαναν!!

    ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ (και ενδεχομένως και αντισυνταγματική) διάταξη για ευρωπαικό κράτος στον 21ο αιώνα.

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 11:26 | Γιάννης

    Άρθρο 107 περίπτωση κε)

    αναφέρεται ότι πειθαρχικό παράπτωμα είναι και η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας.

    Θεωρώ ότι αυτό το θέμα (ειδικά σήμερα που οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν υποστεί τόσο μεγάλες μειώσεις μισθών) θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη σοβαρότητα και όχι να γίνεται και πειθαρχικό παράπτωμα!

    Αυτή τη στιγμή, αυτό που ισχύει είναι, ότι αν κάποιος θέλει να εργαστεί πρέπει να πάρει άδεια από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο το οποίο αποφασίζει μετά από μήνες και χωρίς κανένα ουσιαστικό κριτήριο.

    Θα έπρεπε να υπάρχουν συγκεκριμένες καταγεγραμμένες περιπτώσεις που απαγορεύεται η εργασία εκτός δημοσίου τομέα (π.χ. απαγόρευση των καθηγητών να εργάζονται με τους μαθητές τους ή σε φροντιστήρια, απαγόρευση των σχετιζόμενων με προμήθειες να εργάζονται στις αντίστοιχες εταιρεία κλπ) και για όλες τια υπόλοιπες περιπτώσεις να επιτρέπεται η εργασία χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις. Αν τώρα κάποιος υπάλληλος παραβεί τους κανόνες, υπάρχουν ήδη πειθαρχικές διατάξεις που μπορούν να εγερθούν προκειμένου να διωχθεί πειθαρχικά.

    Δεν είναι δυνατόν να θωρείται εν δυνάμει πειθαρχικό παράπτωμα η εργασία εκτός δημοσίου για έναν άνθρωπο που θα πάει να βγάλει ένα μεροκάματο για να αναπλήρωσει αυτά που του κόψανε από το δημόσιο!
    Ούτε είναι δυνατό να περιμένει ένας άνθρωπος 3 μήνες να αποφασίσει το Υπηρεσιακό Συμβούλιο αν μπορεί να εργαστεί ως σερβιτόρος σε καφετέρια τα σαββατοκύριακα!! (το οποίο υπηρεσιακό μπορεί και να αποφασίσει και αρνητικά ανάλογα με την περίσταση και χωρίςαιτιολογία!)

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 11:41 | Γιάννης

    Άρθρο 107 περίπτωση β)

    Από τη μία ορίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα η παράλειψη εκτέλεσης εργασίας (παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος) η οποία επιβάλλεται στον υπάλληλο από τις διατάξεις, τις εντολές και τις οδηγίες και από την άλλη ορίζεται ότι παράλειψη δεν θεωρείται κάτι που αντίκειται στους Νόμους και στο Σύνταγμα!

    Και αν οι διατάξεις, οι εντολές και οι οδηγίες αντίκειται στο Νόμο και στο Σύνταγμα;;;!!!

    Όποιος έχει διατελέσει έστω και λίγο στο δημόσιο τομέα, και επιχείρησε να λειτουργήσει στα πλαίσια της νομιμότητας και του Συντάγματος, γνωρίζει ότι είναι ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΕΣ οι περιπτώσεις που ο υπάλληλος καλείται να κάνει ενέργειες οι οποίες είναι ΚΑΤΑΦΑΝΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ Η ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ.

    Το άρθρο 25 που αναφέρεται λέει διάφορα για το πως μπορεί ο υπάλληλος να δηλώσει την αντίθεσή του σε μία μη νόμιμη πράξη που του ζητείται να κάνει αλλά στην ουσία αναφέρεται ότι ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΡΝΗΘΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ. Δηλαδή ο υπάλληλος δηλώνει ΕΓΓΡΑΦΩΣ την αντίθεσή του ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΙ. Μάλιστα σε περιπτώσεις πρόδηλης αντισυνταγματικότητας (;;) ο υπάλληλος οφείλει να μην υπακούσει και να αναφέρει το συμβάν στον ανώτερο αυτού που του έδωσε την εντολή!!

    1. Ποιός ορίζει τι είναι προδήλως αντισυνταγματικό και τι όχι;;
    2. Σε ποιόν ανώτερο θα αναφέρει ο υπάλληλος την πρόδηλη αντισυνταγματικότητα όταν ο διατάκτης είναι π.χ. Δήμαρχος ή Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής;;;
    3. Θεωρεί κανείς ότι το να εκφράσει ο υπάλληλος εγγράφως τις αντιρρήσεις προς τον προϊστάμενό του είναι πρακτικά και ουσιαστικά εφικτό, όταν γνωρίζει ότι αυτός θα είναι αυτός που θα τον αξιολογήσει αργότερα;
    4. Ποιός θα προστατεύσει τον υπάλληλο από την μήνη του προϊσταμένου του σε μία τέτοια περίπτωση;;;
    5. Αν ο προϊστάμενος τσαντιστεί με την άρνηση του υπαλλήλου και του την έχει φυλαγμένη για αργότερα;; (δεδομένης και της μεγάλης ευχέρειας που δίνεται στους προϊστάμενους από τον παρόντα Νόμο για πειθαρχική δίωξη με συνοπτικές διαδικασίες)
    6. Τι μπορεί να κάνει ο υπάλληλος όταν ο διοικητικός του προϊστάμενος τον κυνηγάει εξ αιτίας αυτών των λόγων; ΝΑ του κάνει μήνυση; Να απευθυνθεί στα διοικητικά δικαστήρια για να πάρει μία οριστική απάντηση μετά από 10 χρόνια; (και αν ο διοικητικός προϊστάμενος είναι αιρετός; – πράγμα που σημαίνει ότι όταν βγει η απόφαση δεν θα τον επηρεάζει σε τίποτα αφού δεν θα είναι δήμαρχος!!) (και αν ο διοικητικός προϊστάμενος έχει πάρει σύνταξη όταν βγει η απόφαση;)
    7. Ποιά η προστασία του υπαλλήλου ο οποίος προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά του σε αντίθεση με τι παράνομες οδηγίες που του δίνονται από τη διοίκηση;

    Θα πρέπει να υπάρχει σαφής ξεκάθαρη προστασία των υπαλλήλων με συγκεκριμένες διαδικασίες κα όχι με μισόλογα.

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 08:51 | ΠΕΤΡΑΚΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

    ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΕΣ-ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΥΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΩΝ.

  • 8 Νοεμβρίου 2011, 02:59 | Γ. Σγουρόγλου

    Στο κεφάλαιο της άσκησης πειθαρχικής δίωξης, να προβλεφθεί, όπως στον Ποινικό Κώδικα, ΑΥΤΌΦΩΡΗ πειθαρχική δίωξη και διαδικασία, για τα επ’ αυτοφώρω διαπραττόμενα πειθαρχικά αδικήματα, ιδίως τα πολύ σοβαρά (δωροληψία κ.α)τα οποία καλόν είναι να ορισθούν, ώστε να μη χρονοτριβεί ως προς αυτά η πειθαρχική διαδικασία

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 22:48 | ΙΑΤΡΙΔΗΣ ΙΩΣΗΦ

    ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΡΕΛΑΒΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΒΡΗΚΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΟΣΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ 31 10 2011. ΑΦΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΣΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΟΥ, ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΑΝ ΟΤΙ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΩ ΜΕ ΜΙΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ (ΤΟ ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΤΩΝ 3000 ΕΥΡΟ) ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΠΡΟΣΤΙΜΟ,ΑΦΟΥ Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΙΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΕ ΣΤΙΣ (ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ????)ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗ. ΕΚΑΝΑ ΛΟΙΠΟΝ ΤΙΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΛΛΑ ΑΚΟΥΣΤΕ, Ο ΤΑΜΙΑΣ ΤΗΣ ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΝΑ ΠΑΡΑΛΑΒΕΙ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ (ΟΧΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ) ΕΠΙΤΑΓΗ ΜΕ ΠΡΟΦΑΣΗ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΓΡΑΜΜΕΝΗ (ΑΠΟ ΕΚΤΥΠΩΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ). ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΛΕΥΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ? ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΕΤΕ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΑΜΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΛΕΥΑΣΜΟ ΠΟΥ ΕΠΙΔΕΙΚΝΥΕΙ

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 22:11 | Θεόδωρος Αθανασόπουλος

    Σε όλα τα παραπάνω άρθρα, περιγράφεται το «ΤΙ» θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα. Δεν καθορίζεται όμως σαφώς το «ΠΟΙΟΣ» και το «ΠΩΣ» θα κάνει τον έλεγχο κάθε υπαλλήλου. Απαιτείται να καθορισθεί αυτή η δομή, προκειμένου κάθε υπάλληλος να ελέγχεται από τον προϊστάμενό του και κάθε προϊστάμενος να γνωρίζει ότι πάντοτε ελέγχεται από κάποιον ακόμα ανώτερο. Αυτός ο τρόπος ελέγχου, δεν θα πρέπει να είναι με δαιδαλώδεις και χρονοβόρες – δικαστικού τύπου διαδικασίες αλλά άμεσος. Τα παραπτώματα θα πρέπει να ελέγχονται άμεσα, ξεκινώντας από τα μικρότερα (Θέματα ωραρίου, εμφάνισης, ακρίβειας, τάξης, σεβασμού κλπ), προκειμένου να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον σεβασμού και να αποφεύγονται τα μεγαλύτερα, τα οποία θα πρέπει να ακολουθούν πιο σοβαρές διαδικασίες. Θεωρώ πολύ σοβαρό την δημιουργία ενός καθεστώτος που δεν θα επιτρέπει σε κανέναν να θεωρεί το εαυτό του ανεξέλεγκτο ούτε ένα λεπτό, τόσο από τον προϊστάμενό του όσο και από τον απλό πολίτη. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά (στρατιωτική ιεραρχία, συστήματα δημοσίων υπαλλήλων σε ξένες χώρες, όπου είναι αδιανόητη η μη συμμόρφωση στους κανόνες και επικρατεί ωράριο, αποτελεσματικότητα και ευγενική αντιμετώπιση του πολίτη, δίχως ίχνος αδιαφορίας). Σε ιδιαίτερους τομείς όπως αυτοί της υγείας και παιδείας, στα παραπτώματα να περιλαμβάνεται και η αδιαφορία ή η πλημμελής εκτέλεση καθήκοντος.

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 17:24 | Διονύσης

    Τα παρακάτω

    κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας,

    κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή τον χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών.

    είναι πολύ αόριστα και κατά συνέπεια επικίνδυνα σε κακόπιστους! Ειδικά το δεύτερο!

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 15:23 | Μπροφιδης Βαγγελης

    H αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά ΕΚΤΟΣ υπηρεσίας,ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑ, διοτι δεν διασαφηνιζεται το ειδος της συμπεριφορας που θεωρειται αναρμοστη κλπ, και ελοχευει ο κινδυνος αδικων διαξεων με υποκειμενικα κριτηρια. Επιπλεον εαν υπαρχει οποιαδηποτε παραβαση, ο υπαλληλος θα πρεπει να αντιμετωπιζεται (στα πλαισια της ισονομιας), οπως ο οποιοσδηποτε πολιτης απο τους φυσικους δικαστες του.

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 14:17 | Maria P.

    Άρθρο 107

    Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων

    «κστ) η απλή απείθεια
    κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του.»

    Επιδιώκεται μια αυστηροποίηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων καθώς τα παραπάνω είναι καινούρια στη λίστα.

    Ομως δεν μπορεί η μη τήρηση του ωραρίου π.χ. για μία μέρα ή για κάποιες μέρες να επιδέχεται «οποιαδήποτε ποινή» σύμφωνα με την παρ. 5γ του αρθρου 109.

    Τόσο αυτό, όσο και η απλή απείθεια μπορούν να αποτελέσουν πεδίο δόξης λαμπρό για μεροληπτική συμπεριφορά ανωτέρων απέναντι σε υπαλλήλους.

    Για την απλή απείθεια που εκδηλώνεται μία φορά και για τη μη συστηματική μη τήρηση του ωραρίου, η ποινή δεν μπορεί να υπερβαίνει την «έγγραφη επίπληξη»

    Η συστηματική μη τήρηση του ωραρίου θα πρέπει να επιδέχεται μεγαλύτερη ποινή, θα πρέπει όμως να αναφέρεται ρητά ότι θα υπάρχει διαβάθμιση στην επιβολή της ποινής.

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 12:10 | ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ

    Ειναι αδικο να μην μπορει να εργαστει καποιος που εχει πραγματικη αναγκη εκτος ωραριου για να δειευκολυνει την επιβιωση του Με αυτον τον τροπο και το κρατος θα εχει εσοδα και ο υπαλληλος θα μπορει να συμπληρωσει το εισοδημα του για την επιβιωση του,και θα αποφευγεται ταυτοχρονα και η μαυρη εργασια που αναγκαζεται ο καθεις οταν δεν εχει αλλη διεξοδο
    Απαραιτητη προυοποθεση τα αναφερομενα του δημοσιουπαλληλικου κωδικα με απαγκιστρωση του καθε ειδους υπηρεσιακου τα οποια μεταφραζουν οπως θελουν τις διαταξεις με αποτελεσμα καθε περιφερεια η νομος, και ξεχωριστη επιβολη της νομοθεσιας Επιτελους αυτα πρεπει να αρθουνε εαν θελουμε να παμε μπροστα.
    Θεωρω οτι με μια προσεκτικη σκεψη θα μπορουσε να επιλυθει αυτο το ζητημα οριστικα

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 11:23 | Λάμπρος Κωσταπαππάς

    Σχετικά με το Άρθρο 107, Εδάφιο 1 -ε)
    «η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας,»

    Εντός της υπηρεσίας καταλαβαίνω τους όρους αναξιοπρεπής,ανάρμοστη, ανάξια συμπεριφορά.

    Εκτός όμως της υπηρεσίας θεωρώ απαράδεκτο να υπάρχει «έλεγχος» για
    ανάρμοστη συμπεριφορά εκτός εργασίας. Δηλαδή Θα μπορεί να διωχθεί ένας
    δημόσιος υπάλληλος επειδή ο Χριστιανός Προϊστάμενός του τον(ή την) είδε
    να συμπεριφέρετε με ανάξια συμπεριφορά 12 το βράδυ σε μπαράκι;

    Τι δουλειά έχει ο έλεγχος της συμπεριφοράς εκτός εργασίας με την εργασία;

    Εκτός της εργασίας ενός Δημόσιου Υπαλλήλου υπάρχουν οι νόμοι που
    ισχύουν για όλους. Θα γίνουν οι προϊστάμενοι τους και ελεγκτές της
    προσωπικής τους ζωής;

    Για να μην θίξω ευαίσθητα δεδομένα όπως την ελευθερία στον σεξουαλικό
    προσανατολισμό ή την ελευθερία της έκφρασης κλπ.

    Η πρόταση μου είναι να διαγραφεί το «εκτός υπηρεσίας» από την παράγραφο ε). Το θεωρώ ακόμα και ως παραβίαση θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων.

    Κανένας εργοδότης (βλέπε δημόσιο) δεν έχει το δικαίωμα να σου επιβάλει
    ποινές για το τί κάνεις στην προσωπική σου ζωή. Πόσο μάλλον εν έτη 2011.

    Ευχαριστώ.

    Υγ. Ζητώ συγγνώμη για τα ορθογραφικά.

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 10:00 | ΓΠΠ

    Τα στελέχη που περιλαμβάνονται στη λίστα της παραγράφου 9 του άρθρου 2 του 146Β, πρέπει να έχουν πτυχίο ή μεταπτυχιακό τίτλο σχετικό με νομικά θέματα, αλλιώς δεν θα μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά το έργο των συμβουλίων.

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 10:13 | ΣΧΙΣΜΕΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

    Ο υπάλληλος να παρέχει εμφανώς πρόθυμα την έργασία του στην υπηρεσία και στον ενδιαφερόμενο Πολίτη.

    Ο υπάλληλος να μην εμφανίζει περιοριστικές τάσεις στην άσκηση των καθηκόντων του και να μην καθίσταται πολέμιος των συμφερόντων του ενδιαφερομένου Πολίτη.

  • 7 Νοεμβρίου 2011, 10:29 | ΣΧΙΣΜΕΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

    Πειθαρχικός έλεγχος υπαλλήλου μετά απο καταγγελία Πολίτη , να λαμβάνει γνώση και ο Πολίτης για την εξέλιξη και το αποτέλεσμα της πεθαρχικής δίωξης του υπαλλήλου με μέριμνα της ίδιας της υπηρεσίας , απο την οποία υπέστη κακοδιοίκηση ο συναλασσόμενος Πολίτης.

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 23:06 | Βαγγέλης Ανθής

    ‘Aρθρο 109 παράγραφος 3.
    Παράλληλα με την ποινή για την περίπτωση δ’ και ε’ της παρ. 1 του άρθρου 107 του παρόντος το χρηματικό πρόστιμό να είναι ίδιο με το όφελος που αποκομίστηκε από την από την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ’ αφορμής αυτών.

    Άρθρο 112 παράγραφος 1
    Το πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης α’, δ’ της παρ. 1 του άρθρου 107 του παρόντος να μην παραγράφεται.

    Άρθρο 138
    Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά μέχρι την αθώωση του εξεταζόμενου ή την επιβολή ποινής.

    Άρθρο 145
    Η ποινή δεν διαγράφεται εφόσον πρόκειται για παράπτωμα της περίπτωσης α’ της παρ. 1 του άρθρου 107 του παρόντος

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 22:34 | ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ

    ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 107 παρ κ. η αρνηση εκτελεσης υπηρεσιας δεν πρεπει να θεωρηται πειθαρχικο παραπτωμα χωρις να εξεταζεται ο λογος της αρνησης. Ισως, ο υπαλληλος, δε δυναται να εκτελεσει την υπηρεσια που του ανατιθεται, για λογους θρησκευτικων η αλλων αντιληψεων ή λογω ενος ειδους αναπηριας που εχει. Π.χ. δεν μπορει να ανατιθεται σε υπαλληλο με περιορισμενη οραση να διαβασει κειμενο η να φερει εναν φακελο απο το αρχειο.

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 21:48 | Γεωργία

    Επιτέλους τίθενται χρονικά περιθώρια… (αρκει βεβαια να εφαρμοστουν)

    σύμφωνα λοιπόν με την παρ.2 του άρθρ.125 «η προκαταρκτικη εξέταση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία ο πειθαρχικός προϊστάμενος έλαβε γνώση των περιστατικών …».

    Τί γίνεται με τις προκαταρκτικές εξετάσεις που είναι σε εκκρεμότητα εδώ και ένα χρόνο?
    Να υποθέσω ότι θα πρέπει βάσει του νέου πειθαρχικού να επισπεύσουν ή θα μπορεί εκείνος που νοιώθει προσβεβλημένος από αυτην την καθυστέρηση να στραφούν νομικά εναντίον της υπηρεσίας του για παραβαση καθήκοντος?????

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 21:28 | Καντερές Δημήτριος

    Στο άρθρο 107 παραγ. κβ η διατύπωση »σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή τον χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών» δεν πρέπει να είναι ορθή. Κατ΄αρχήν δεν είναι σωστή η λέξη »αφορμή». Και πέραν αυτού για να συνιστά η κοινωνική σχέση μομφή για τον υπάλληλο θα πρέπει να προκύπτει ότι αυτός από τις σχέσεις αυτες, οι οποίες πρέπει να χαρακτηριστούν όχι απλώς στελές αλλά και »φλικές» οφελήθηκε προσωπικά ή οικογενειακά.
    Γενική Παρατήρηση:
    Δεν είμαι ειδικός στο θέμα αλλά παρ’ όλο αυτό μπορώ να πω ότι οι διατάξεις είναι ορθές. Νομιζω όμως ότι πρέπει να δοθεί ειδική έμφαση σε δύο αντικείμενα.
    Το πρώτο αντικείμενο είναι η πλήρης διασβάλιση της αμεροληψίας, της ανικειμενικότητας, της αξιοκρατίας και της δικαιοσύνης στον χειρισμό των υπαλλήλων από τους προϊσταμένους τους και τα αρμόδια συμβούλια. Δεν μπορώ να διατυπώσω συγκεκριμένες διατάξεις αλλά με αυτές ο μεν υπαλληλος θα πρέπει να αισθάνεται απόλυτα σίγουρος και ασφαλής ότι τυγχάνει δίκαιου χειρισμού και ότι ααγνωρίζονται και ανταμείβονται οι προσπάθειες και επιτυχίες του, οι δε πτοϊστάμενοι όπως και τα μέλη συμβουλίων να γνωρίζουν ότι οι αδικίες και οι φαυλότητες σε βάρος των υπαλλήλων θα έχουν βαρύτατες συνέπειες για τους ίδιους.
    Το δεύτερο αντικείμενο είναι η πλήρης αποτροπή και πρόληψη όχι μόνο των παραλείψεων των υπαλλήλων και ιδιαίτερα των προισταμένων από αυτούς στην πιστή και ακόμη με ενθουσιασμό εκτέλεση των καθηκόντων τους αλλά και της ανικανότητας ή της αδιαφορίας. Για την κατανόηση του αντικειμένου αυτού θα αναφέρω δύο παραδείγματα:
    Για το ότι δίνονταν χιλιάδες συντάξεις σε πεθαμένους ανθρώπους δεν ευθύνονται μόνο οι λαμβάνοντες τις συντάξεις (συγγενείς ή άλλοι) αλλά και οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών που χορηγούσαν τις συντάξεις και ακόμη οι Πρόεδροι και τα μέλη των κατά καιρούς Διοικητικών Συμβουλίων του ΙΚΑ. Θα πληρώσει κανείς από όλους αυτούς τη ζημία που έχει υποστεί το ελληνικό Δημόσιο και ο φορολογούμενος λαός;

    Γι’ αυτό το όργιο της κατασπατάλησης των πόρων του Δημοσίου στα Νοσοκομεία μεγάλη ευθύνη έχουν οι Διοικητές, τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων αυτών και ακόμη οι εκάστοτε Γενικοί Διευθυντές, Γενικοί Γραμματείς, Υφυπουργοί και Υπουργοί. Θα πληρώσει κανείς από όλους αυτούς για τη ζημία;
    Τέλος σε ότι αφορά το υπό συζήτηση νομοσχέδιο θέλω να πω ότι όλοι οι Δημόσιοι Λειτουργοί θα πρέπει να πληρώνουν από την ατομική και οικγενειακή περιουσία τους τις αποζημιώσεις πολιτών που προκύπτουν λόγω δικών τους παραβάσεων, παραλείψεων, αδιαφοριών και ανικανοτήτων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η ευθύνη δε και υποχρέωση αυτή να είναι σε ισχύ τουλάχιστον για 10-15 χρόνια μετά τον εντοπισμό ή αποκάλυψη της παράλειψης, αδιαφορίας κλπ. Από όσο μπορώ να γνωρίζω με το ισχύον τώρα νονικό καθεστώς τις αποζημιώσεις τις πληρώνει το Δημόσιο κα εν τέλει ο ελληνικός λαός._

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 21:34 | Ασπασία

    Σύμφωνα με το Άρθρο 107 Τμήμα Α’, Μέρος Ε του πειθαρχικού διακαίου, που αφορά στην απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων όπως τα παρακάτω 8:

    1)κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος.

    2) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός υπηρεσίας,

    3) η παράβαση της αρχής της αμεροληψίας,

    4) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,

    5) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27 του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

    6) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,

    7) η μη έγκαιρη απάντηση σε αναφορές πολιτών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,

    8) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του.

    παρατηρώ ότι αφορούν κυρίως στη σχέση-συνεργασία του δημόσιου υπαλλήλου με το κοινό και το τελευταίο μπορεί να γνωρίζει καλύτερα για τα παραπάνω παραπτώματα κυρίως για την καλύτερη εξυπηρέτησή του, οπότε αυτόματα αποκτά και πειθαρχική εξουσία.

    Μια πρόταση λοιπόν είναι να υπάρξει ένας αξιόπιστος τρόπος καταγραφής παραπόνων από το κοινό που έρχεται ίσως και καθημερινά για την εξυπηρετησή του σε επαφή με κάποιους δημόσιους υπαλλήλους μιας υπηρεσίας και δεν ικανοποιούν τα παραπάνω κριτήρια. Αυτός ο τρόπος θα μπορούσε να είναι είτε μέσω της ίδιας της υπηρεσίας ή μιας συνολικής π.χ. μέσω διαδικτύου που θα επιβλέπεται καθημερινά από τις πειθαρχικές εξουσίες ελέγχου παραπτωμάτων δημοσίών υπαλλήλων.

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 20:36 | ΓΖ

    Στα πειθαρχικά αδικήματα να προστεθούν:

    Η παρεμπόδιση της προσέλευσης των υπαλλήλων να εργαστούν ( Καταλήψεις γραφείων, εισόδων κτιρίων κ.α.)

    Η οικειοποίηση υλικών και μέσων της υπηρεσίας

    Η πλημελής εκτέλεση καθηκόντων ως μέλος Επιτροπής Διενέργειας Διαγωνισμού και Επιτροπής Παραλαβής υλικών και Υπηρεσιών.

    Να αναλυθεί καλύτερα το θέμα της αδικαιολόγητης απουσίας με ενδεχόμενη κλιμάκωση των ποινών.

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 20:36 | ΓΖ

    Σύμφωνα με το νέο Νόμο για τα ΑΕΙ καταργήθηκε η διοικητική λειτουργία των Πανεπιστημιακών Τμημάτων και καταργήθηκαν τελείως οι Τομείς. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται Διοικητικός Προϊστάμενος Πρόεδρος Τμήματος ή Τομέα. Ανάλογα για τα ΤΕΙ.

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 20:32 | Γεωργιος Ζουρκας του Αθανασιου

    Να ψηφισθει το συντομοτερο δυνατον!!!

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 19:00 | ΤΣΈΤΣΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

    Ορίζεται ως πειθαρχικο παραπτωμα μεταξυ αλλων και

    κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας

    Πιστευω ότι ειναι ατοπο αν η εργασία γινεται εκτος ωραρίου του υπαλλήλου. Η συρρίκνωση του εισοδήμταος του Δ.Υ. αναγκαζει πολλούς να αναζητήσουν δευτερη εργασία. Εξάλλου δεν ισχυει τέτοια διαταξη για τους εγαζομενους στο ιδιωτικό τομέα, ειν αι άδικο να ισχυσει για τους Δ.Υ.

    ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας,

    Ο χακρτηρισμός μιας συμπεριφοράε ως αναρμοστης ή αναξθας ειναι πολύ «γενική» και ή θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί ή να παραλειφθει. Εξάλλου για συμπεριφορά εκτός υπηρεσίας δεν πιστευω να πεφτει σε κανεναν λογο…

  • 6 Νοεμβρίου 2011, 15:20 | Nikolaos Iosifidis

    Η περίπτωση κζ) του αρ.107 είναι περιττή. Θα πρέπει, για λόγους εκσυγχρονισμού αλλά και αμερόληπτης εποπτείας, το παρουσιολόγιο όλων των υπαλλήλων να συμπληρώνεται και αποστέλλεται αυτομάτως και με ηλεκτρονικό τρόπο. Έτσι, ανά πάσα στιγμή, το κάθε υπουργείο θα έχει σαφή γνώση των ακριβών ωρών προσέλευσης και αποχώρησης των υπαλλήλων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση ηλεκτρονικής κάρτας είτε με πληκτρολόγηση σε ένα μοναδικό τερματικό ανά υπηρεσία του προσωπικού κωδικού πρόσβασης στην προσέλευση και στην αποχώρηση. Η παρούσα χρήση τυπωμένων καρτών ή η απλή υπογραφή στο βιβλίο παρουσιών δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τις παραπάνω ώρες και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αναποτελεσματική λειτουργία του μέτρου. Άρα, η συνέχιση ύπαρξής τους συνιστά απλά σπατάλη πόρων.