Άρθρο 7 – Περιορισμοί στη χρήση αποδεικτικών στοιχείων στο φάκελο αρχής ανταγωνισμού (άρθρο 7 Οδηγίας)

1. Αποδεικτικά στοιχεία στο φάκελο αρχής ανταγωνισμού που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του παρόντος και έχουν ληφθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού, θεωρούνται παράνομα σε αγωγές αποζημίωσης, δεν θεωρούνται μέρος του φακέλου της δικογραφίας και απαγορεύεται να ληφθούν υπόψη. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκόμισε σε αγωγή αποζημίωσης αποδεικτικά στοιχεία της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του παρόντος καταδικάζεται και σε χρηματική ποινή ύψους έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, η οποία περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο.

2. Αποδεικτικά στοιχεία στο φάκελο αρχής ανταγωνισμού που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του παρόντος και έχουν ληφθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού, τα οποία προσκομίζονται σε αγωγές αποζημίωσης πριν περατωθεί η διαδικασία ενώπιον της αρχής ανταγωνισμού, θεωρούνται παράνομα. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκόμισε σε αγωγή αποζημίωσης, πριν περατωθεί η διαδικασία ενώπιον της αρχής ανταγωνισμού, αποδεικτικά στοιχεία της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του παρόντος καταδικάζεται και σε χρηματική ποινή ύψους έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, η οποία περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο.

3. Αποδεικτικά στοιχεία στο φάκελο αρχής ανταγωνισμού που δεν υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 6 του παρόντος προσκομίζονται παραδεκτά σε αγωγές αποζημίωσης μόνο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στην κατοχή των οποίων περιήλθαν μέσω των διατάξεων περί πρόσβασης στο φάκελο αρχής ανταγωνισμού ή από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία περιήλθε η αξίωση αποζημίωσης των προσώπων αυτών, διαφορετικά θεωρούνται παράνομα.

  • 24 Σεπτεμβρίου 2017, 20:02 | ΦΛΩΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΑΡΘΡΟ 7 ΠΑΡ 2
    Η αναφορά «πριν περατωθεί η διαδικασία ενώπιον της αρχής ανταγωνισμού» παραγνωρίζει την αδικαιολόγητη καθυστέρηση να ολοκληρώσει ελέγχους και αποφάσεις η Επιτροπή Ανταγωνισμού.
    Ενώ οι ενάγοντες σε αγωγές αποζημίωσης θα γνωρίζουν δηλαδή κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης, λόγω της εμπλοκής τους με αυτήν και της λήψης νομίμως εκ μέρους τους αποδεικτικών στοιχείων, ενώ έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στην δικαιοσύνη και αυτή να αποφασίσει ανεξαρτήτως της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καταδικάζονται στο να περιμένουν αν και πότε η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα οδηγηθεί σε απόφαση. Και μάλιστα τα έγγραφα που νομίμως έχουν λάβει υπόψη τους θα τους οδηγήσουν σε περαιτέρω οικονομική καταστροφή λόγω της χρηματικής ποινής.
    Το παρόν άρθρο αποτελεί όπλο στα χέρια των εταιρειών που παραβιάζουν την νομοθεσία του ανταγωνισμού, που έχουν απίστευτα κέρδη από τις παρανομίες τους και που επιθυμούν να μην αποζημιώσουν ποτέ τα θύματά τους.
    Επιπλέον, η Οδηγία ορίζει όπως κριθούν τα στοιχεία αυτά απαράδεκτα ή κριθούν με βάση την Εθνική Νομοθεσία που προστατεύει τα στοιχεία αυτά. Ο ορισμός τους defacto ως παράνομα προστατεύει τις εναγόμενες εταιρείες ιδιαιτέρως και όχι το αγαθό του Ελεύθερου Ανταγωνισμού.
    ΑΡΘΡΟ 7 ΠΑΡ 3
    Το παρόν άρθρο αποτελεί ίσως το χειρότερο σημείο της πρότασης Νόμου. Αν δηλαδή μια εταιρεία δεν είναι διάδικο μέρος στην διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού (για παράδειγμα είναι αυτεπάγγελτη η έρευνα της ΓΔΑ) και όμως κατέχει έγγραφα από άλλες πηγές και όχι από την Επιτροπή Ανταγωνισμού (για παράδειγμα τιμολόγια, συμφωνητικά, πληροφορίες ως αποδεικτικά στοιχεία), αδυνατεί να προσφύγει στην Δικαιοσύνη προς προάσπιση των συμφερόντων της. Αν δηλαδή τα έγγραφα τα έχει λάβει από την αγορά (αντίγραφα συμφωνητικών με άλλους αγοραστές, τιμοκαταλόγους που έλαβε από τρίτους, αντίγραφα τιμολογίων τρίτων που αποδεικνύουν διακριτική μεταχείριση κλπ) όχι μόνο δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει αλλά θα πληρώσει και χρηματικό πρόστιμο.
    Δηλαδή αυτός που προτείνει το συγκεκριμένο άρθρο θεωρεί ότι τα πάντα γυρίζουν γύρω από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και ουδείς μπορεί να αναζητήσει και να εξεύρει αποδεικτικά στοιχεία εκτός αυτής. Και αν το πετύχει αδυνατεί να ζητήσει αποζημίωση, παρότι η απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωτική για να προσφύγει ο οποιοσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νομοθετήματος.
    Με δεδομένο δε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις που παραβιάζουν το δίκαιο του ανταγωνισμού το κάνουν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, συνειδητά, θα μπορούσε η εναγόμενη, στο στάδιο της εξέτασης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, να καταθέσει όλα τα επίμαχα έγγραφα ενώπιον της και να ακυρώσει κάθε προσπάθεια λήψης αποζημίωσης από ζημιωθέντες. Το να τα καταθέσει δεν την τρομάζει αφού είναι προϋπολογισμένο από αυτήν το πρόστιμο που θα δεχτεί «κάποτε» από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και αυτό που θα θελήσει να αποφύγει είναι η αποζημίωση στα θύματά της. Για παράδειγμα μεγάλη πολυεθνική είχε κέρδη στην Ελλάδα προ φόρων και αποσβέσεων όλα τα χρόνια που κρίθηκε ότι παρανομούσε 1,4 δις ευρώ και της καταλογίστηκε πρόστιμο 30 εκ. ευρώ. Είναι προφανές το τι την τρομάζει, όχι το πρόστιμο φυσικά αλλά οι αποζημιώσεις. Άλλη πολυεθνική είχε κέρδη προ φόρων στην Ελλάδα 360 εκ ευρώ και πλήρωσε πρόστιμο 31 εκ. ευρώ.
    Και πραγματικά θα έχει ενδιαφέρον να μας ενημερώσει αυτός που προτείνει το παρόν άρθρο πώς δύναται ο τρίτος να γνωρίζει ότι ένα έγγραφο, πχ ένα συμφωνητικό, που έχει στην κατοχή του, είναι μέρος του φακέλου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, στον οποίον φάκελο αυτός δεν έχει πρόσβαση λόγω του ότι η έρευνα είναι αυτεπάγγελτη.
    Εάν η Πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομίας θεωρεί ότι το παρόν νομοθέτημα γίνεται μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν πιστεύει ότι πρέπει να αποζημιώνονται τα θύματα των καρτέλ, τότε καλώς θα αποδεχτεί το παρόν άρθρο.
    Πάντως ένα προφανές από το ανωτέρω άρθρο είναι ότι η πρόταση αυτή εχει ως στόχο να τρομάξει περαιτέρω τα θύματα των καρτέλ με αδιανόητες απειλές για εξοντωτικά χρηματικά πρόστιμα, χρηματικό πρόστιμο ανάλογο με αυτό σε μια τεράστια πολυεθνική αν αυτή καταστρέψει τα αποδεικτικά στοιχεία!!