Άρθρο 5 – Κυρώσεις (άρθρο 8 Οδηγίας)

1. Αν ο διάδικος κληθεί και:

α) δεν προσκομίσει αδικαιολόγητα τα αιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία κατά την παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου ή
β) δεν προσκομίσει τα αιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, επειδή τα είχε καταστρέψει κατά το χρονικό διάστημα είτε από την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον της εθνικής αρχής ανταγωνισμού είτε από την άσκηση της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης, η οποία διατάσσει την κοινοποίηση τους, τότε οι αντίστοιχοι προς απόδειξη ισχυρισμοί του διαδίκου που ζήτησε την κοινοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων θεωρούνται ομολογημένοι.

2. Ο διάδικος ή τρίτος που αδικαιολόγητα δεν προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία ή κατέστρεψε αυτά ή δεν συμμορφώθηκε με διάταξη δικαστικής απόφασης για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών καταδικάζεται και σε χρηματική ποινή ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, η οποία περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο.

  • 29 Σεπτεμβρίου 2017, 15:03 | ΤΕΜΠΕΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Η παράγραφος β΄ θα μπορούσε να διαμορφωθεί ως εξής:
    β) δεν προσκομίσει τα αιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία, επειδή τα είχε καταστρέψει ή από δόλο ή βαριά αμέλεια απολέσει κατά το χρονικό διάστημα από την επέλευση της ζημίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αποζημιωτικής αγωγής.
    Έχουμε δει ουκ ολίγες φορές, τρανές εταιρείες με αρτιότατη οργάνωση, να χάνουν έγγραφα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες (λχ από πυρκαγιά).
    Το χρονικό διάστημα θα μπορούσε κάλλιστα να επιμηκυνθεί ώστε να άρχεται προ της έγερσης αστικών αξιώσεων ή της εμπλοκής της ΕπΑντ, καθώς αυτό αποτελεί το αποκορύφωμα των ενεργειών ενός θύματος αντιανταγωνιστικών πρακτικών.

  • 24 Σεπτεμβρίου 2017, 20:39 | ΦΛΩΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΑΡΘΡΟ 5 ΠΑΡ 1β
    Δεν καλύπτονται οι περιπτώσεις όπου:
    1) ο εναγόμενος διάδικος θα καταστρέψει τα αιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία πριν ξεκινήσει η διαδικασία «ενώπιον της εθνικής αρχής ανταγωνισμού». Η φράση «ενώπιον της εθνικής αρχής ανταγωνισμού» οδηγεί την σκέψη ότι αφορά την πρώτη συνεδρίαση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού. Θα έχει όμως προηγηθεί πολυετής έρευνα της υπηρεσίας (ΓΔΑ στην Επιτροπή Ανταγωνισμού), ερωτηματολόγια, συλλογή πληροφοριών κλπ, οπότε και ο εναγόμενος διάδικος θα γνωρίζει ότι ελέγχεται για αδικήματα του ανταγωνισμού και θα μπορεί σε αυτόν τον χρόνο να καταστρέψει τα, από το δικαστήριο, αιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία.
    Ειδικά για την Επιτροπή Ανταγωνισμού τα στατιστικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι υπάρχει τεράστια καθυστέρηση από την πρώτη ενέργεια της ΓΔΑ έως την πρώτη συνεδρίαση ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Συνεπώς η συγκεκριμένη φράση «ενώπιον της εθνικής αρχής ανταγωνισμού» θα πρέπει να αντικατασταθεί από φράση που θα ορίζει ως χρόνο την πρώτη ενέργεια που πραγματοποιεί η ΓΔΑ για μια υπόθεση και έρχεται εις γνώση του εναγόμενου.
    2) ο εναγόμενος διάδικος θα απωλέσει τα αιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία με δική του ευθύνη, από δόλο ή βαριά αμέλεια. Περιορίζοντας η πρόταση νόμου το «αδίκημα» στην καταστροφή αφήνει ανοιχτό παράθυρο στον εναγόμενο να ισχυριστεί αδυναμία προσκόμισης αποδείξεων λόγω απώλειας, καταστροφής από άλλα αίτια κλπ. Συνεπώς ο Νόμος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην «καταστροφή» εκ μέρους του διαδίκου αλλά να αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις απώλειας αυτών.

    ΑΡΘΡΟ 5 ΠΑΡ 2
    Η προτεινόμενη χρηματική ποινή είναι εκτός πραγματικότητας και αποτελεί χάδι για τις επιχειρήσεις που παραβαίνουν το Δίκαιο του ανταγωνισμού. Καθώς μια κακόπιστη επιχείρηση που ενάγεται, έχοντας αποκομίσει κέρδη δεκάδων ή εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ τα έτη που παρανομούσε, θα προτιμήσει να πληρώσει 100.000€ χρηματική ποινή από το να παραδώσει αποδεικτικά στοιχεία.
    Οι ποινές στο παρόν άρθρο θα πρέπει να γίνουν ιδιαιτέρως αυστηρές.
    Καταρχήν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποινικό αδίκημα η καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων και να προβλεφθεί ποινή φυλάκισης αναλόγως του αδικήματος, όπως ορίζει ο Ν3959/2011 για τις ποινικές κυρώσεις. Ποινή φυλάκισης επιπλέον της ποινής φυλάκισης που ορίζεται για τις παραβάσεις του δικαίου του Ανταγωνισμού.
    Κατά δεύτερο η χρηματική ποινή θα πρέπει να προσδιοριστεί ως ποσοστό των πωλήσεων της επιχείρησης και όχι ως ένα αδιάφορο χρηματικό πρόστιμο. Ένα ποσοστό το οποίο θα είναι αποτρεπτικό για την επιχείρηση.