ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 160
Αντικείμενο
Με το παρόν Μέρος θεσπίζονται τα εθνικά μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L της 22.5.2024).
Άρθρο 161
Αρμόδιες αρχές
1. Ως «αποφαινόμενες αρχές» ορίζονται τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου, τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου της Υπηρεσίας Ασύλου και τα Κινητά Κλιμάκια Ασύλου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο π.δ. 106/2020 (Α’ 255). Το Τμήμα Ανακλήσεων και Αποκλεισμού της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αποφαινόμενη αρχή για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας κατά τη διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. 106/2020.
2. Αρμόδιες αρχές απόφασης ορίζονται η αποφαινόμενη αρχή και οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών.
3. Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος, η Υπηρεσία Ασύλου ορίζεται ως υπεύθυνη επεξεργασίας, κατά την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται με σκοπό την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Άρθρο 162
Αποκλεισμός από το καθεστώς πρόσφυγα
Στο πλαίσιο της αξιολόγησης των παρ. 4 και 5 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, εφόσον ο αιτών είναι ανήλικος, εφαρμόζονται τα άρθρα 121 και 126 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α΄ 95).
Άρθρο 163
Ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα
1. H αποφαινόμενη αρχή ανακαλεί το καθεστώς πρόσφυγα ενός υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς, όταν συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους παύσης του καθεστώτος αυτού, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
2. H αποφαινόμενη αρχή ανακαλεί το καθεστώς πρόσφυγα ενός υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς, όταν ο εν λόγω θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί ή αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
3. Ως ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 μπορεί να χαρακτηριστεί κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) ετών, καθώς και τα αδικήματα του άρθρου 324, περί αρπαγής ανηλίκων, του άρθρου 310, περί βαριάς σωματικής βλάβης, του άρθρου 312, περί σωματικής βλάβης αδύναμων ατόμων, του άρθρου 336, περί βιασμού, των παρ. 2 έως 4 του άρθρου 337, περί προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, του άρθρου 339, περί γενετήσιας πράξης με ανηλίκους ή ενώπιόν τους, του άρθρου 342, περί κατάχρησης ανηλίκων, του άρθρου 348Α, περί πορνογραφίας ανηλίκων, του άρθρου 348Β, περί προσέλκυσης παιδιών για γενετήσιους λόγους, του άρθρου 349, περί μαστροπείας, του άρθρου 351Α, περί γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής, του άρθρου 380, περί ληστείας, και του άρθρου 385, περί εκβίασης, του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95).
4. Δικαιούχος καθεστώτος πρόσφυγα συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας εφόσον έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος της παρ. 3.
5. Στις περ. δ) και ε) της παρ. 1 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, η αποφαινόμενη αρχή δεν χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα όταν δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας.
6. Σε περίπτωση ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα λόγω του ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε χορηγηθεί, ο χρόνος που έχει διανυθεί με το καθεστώς αυτό δεν υπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιωμάτων νόμιμης διαμονής στη Χώρα και κοινωνικών παροχών.
7. Εφόσον δεν απαγορεύεται από διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας και τηρουμένων των σχετικών διαδικαστικών εγγυήσεων, οι αρμόδιες αρχές απομακρύνουν πρόσφυγα όταν:
α) ευλόγως θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του Κράτους ή
β) συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία λόγω τελεσίδικης καταδίκης του για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος της παρ. 3.
Άρθρο 164
Καθεστώς επικουρικής προστασίας
1. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής δεν δικαιούται επικουρική προστασία εάν:
α) διέπραξε, πριν από την είσοδό του στη Χώρα, ένα ή περισσότερα εγκλήματα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, τα οποία θα επέσυραν στερητική της ελευθερίας ποινή, εάν είχαν διαπραχθεί εντός της ελληνικής επικράτειας και
β) εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αποκλειστικά και μόνο για να αποφύγει τις κυρώσεις συνεπεία των εγκλημάτων αυτών, εκτός εάν οι κυρώσεις στη χώρα καταγωγής είναι υπέρμετρα δυσανάλογες σε σχέση με την ποινή που προβλέπεται για το ίδιο έγκλημα στην Ελλάδα.
2. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης που αναφέρεται στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, εφόσον ο αιτών είναι ανήλικος, εφαρμόζονται τα άρθρα 121 και 126 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α΄ 95).
3. Σε περίπτωση ανάκλησης του καθεστώτος επικουρικής προστασίας λόγω του ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε χορηγηθεί, ο χρόνος που έχει διανυθεί με το καθεστώς αυτό δεν υπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιωμάτων νόμιμης διαμονής στη Χώρα και κοινωνικών παροχών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Άρθρο 165
Έγγραφα και πιστοποιητικά
Τα Περιφερειακά Γραφεία ή Αυτοτελή Κλιμάκια ή Κινητά Κλιμάκια Ασύλου χορηγούν στους δικαιούχους καθεστώτος πρόσφυγα έγγραφα ή πιστοποιητικά, κατά το άρθρο 25 της Σύμβασης της Γενεύης, το περιεχόμενο των οποίων σχετίζεται και προκύπτει από τα στοιχεία που διατηρεί η Υπηρεσία Ασύλου.
Άρθρο 166
Ενημέρωση δικαιούχων διεθνούς προστασίας
Τα Περιφερειακά Γραφεία ή Αυτοτελή Κλιμάκια ή Κινητά Κλιμάκια Ασύλου, κατά την επίδοση της απόφασης αναγνώρισης, χορηγούν στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας ενημερωτικό έντυπο, σύμφωνα με το άρθρο 22 και το Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, που τους παρέχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς διεθνούς προστασίας που τους χορηγήθηκε.
Άρθρο 167
Διατήρηση της οικογενειακής ενότητας
1. Οι διατάξεις περί οικογενειακής ενότητας του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 δεν εφαρμόζονται στις λοιπές συζύγους σε περιπτώσεις πολυγαμίας.
2. Ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου ή Αυτοτελούς Κλιμακίου ή Κινητού Κλιμακίου Ασύλου, με απόφασή του, χορηγεί τις άδειες διαμονής του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 στα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 17 του παρόντος. Το ίδιο όργανο αρνείται τη χορήγηση ή ανακαλεί τις ανωτέρω άδειες διαμονής στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Άρθρο 168
Άδειες διαμονής
1. Σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας, χορηγείται δωρεάν από το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο ή Αυτοτελές Κλιμάκιο ή Κινητό Κλιμάκιο Ασύλου άδεια διαμονής τριετούς διάρκειας, με απόφαση του Προϊσταμένου του οικείου Περιφερειακού Γραφείου ή Αυτοτελούς Κλιμάκιου ή Κινητού Κλιμάκιου Ασύλου. Η άδεια διαμονής ανανεώνεται, με όμοια απόφαση, για τρία (3) έτη μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, η οποία υποβάλλεται το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής καταβάλλεται τέλος ίσο με το τέλος που καταβάλλουν οι Έλληνες πολίτες για την έκδοση δελτίου ταυτότητας. Σε περίπτωση αναιτιολόγητης εκπρόθεσμης υποβολής της αίτησης ανανέωσης, επιβάλλεται από το αρμόδιο όργανο, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 180, επιπλέον πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ.
2. Σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος αναγνωρίζεται ως δικαιούχος επικουρικής προστασίας, χορηγείται δωρεάν από το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο ή Αυτοτελές Κλιμάκιο ή Κινητό Κλιμάκιο Ασύλου άδεια διαμονής ενός (1) έτους, με απόφαση του Προϊσταμένου του οικείου Περιφερειακού Γραφείου ή Αυτοτελούς Κλιμάκιου ή Κινητού Κλιμάκιου Ασύλου. Η άδεια ανανεώνεται, με όμοια απόφαση, για δύο (2) έτη μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, η οποία υποβάλλεται το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής καταβάλλεται τέλος ίσο με το τέλος που καταβάλλουν οι Έλληνες πολίτες για την έκδοση δελτίου ταυτότητας. Σε περίπτωση αναιτιολόγητης εκπρόθεσμης υποβολής της αίτησης ανανέωσης επιβάλλεται από το αρμόδιο όργανο, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 180, επιπλέον πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ.
3. Η απόφαση χορήγησης αρχικής άδειας διαμονής συνιστά και βεβαίωση της παρ. 3 του άρθρου 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ο κάτοχος της ως άνω βεβαίωσης έχει το δικαίωμα να διαμένει νομίμως στη Χώρα και απολαύει των δικαιωμάτων του Κεφαλαίου VII του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, με εξαίρεση τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 25 και 27 περί ταξιδιωτικών εγγράφων και μετακίνησης στο εσωτερικό της Ένωσης, αντίστοιχα. Η βεβαίωση παύει να ισχύει αυτοδικαίως όταν παραδοθεί η άδεια διαμονής.
4. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την παραλαβή των αιτήσεων των δικαιούχων διεθνούς προστασίας για ανανέωση αδειών διαμονής χορηγούν βεβαίωση κατάθεσης αίτησης. Ο κάτοχος βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης ανανέωσης άδειας διαμονής διαμένει νομίμως στη Χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει και απολαμβάνει των δικαιωμάτων που παρείχε η προηγούμενη άδεια διαμονής, της οποίας την ανανέωση αιτείται. Με την έκδοση απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ανανέωσης, η βεβαίωση παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Η εκπρόθεσμη χωρίς αιτιολογία υποβολή της αίτησης ανανέωσης δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε απόρριψή της.
5. Με απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου ή Αυτοτελούς Κλιμακίου Ασύλου, χορηγείται άδεια διαμονής στα ανήλικα τέκνα του δικαιούχου διεθνούς προστασίας που δεν θεωρούνται μέλη οικογένειας σύμφωνα με την περ. 9 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, μετά από αίτηση του δικαιούχου και την προσκόμιση ληξιαρχικής πράξης γέννησης ή πράξης αναγνώρισης τέκνου και για όσο χρόνο ισχύει η άδεια διαμονής του δικαιούχου. Η άδεια δεν χορηγείται και δεν ανανεώνεται αν αυτό δεν είναι συμβατό με άλλο καθεστώς που ήδη απολαμβάνουν.
6. Οι άδειες διαμονής του παρόντος ανανεώνονται κατόπιν επανεξέτασης και η ισχύς τους ανατρέχει στον χρόνο λήξης της προηγούμενης ισχύουσας άδειας, εφόσον η αίτηση ανανέωσης υποβληθεί εμπρόθεσμα.
7. Η άδεια διαμονής, η οποία αποδεικνύει την ταυτοπροσωπία των δικαιούχων διεθνούς προστασίας, εκτυπώνεται από τη Διεύθυνση Διαβατηρίων και Εγγράφων Ασφαλείας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
8. Στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας δεν χορηγείται άλλου τύπου εθνική άδεια νόμιμης διαμονής για όσο χρονικό διάστημα αυτοί είναι κάτοχοι άδειας διαμονής του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 169
Ταξιδιωτικά έγγραφα
1. Τα ταξιδιωτικά έγγραφα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, χορηγούνται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας κατόπιν αιτήσεώς τους, με την επιφύλαξη επιτακτικών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης που σχετίζονται με αυτούς.
2. Τα ως άνω ταξιδιωτικά έγγραφα εκτυπώνονται από τη Διεύθυνση Διαβατηρίων και Εγγράφων Ασφαλείας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
3. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και στους αιτούντες διεθνή προστασία, εφόσον υφίστανται αποδεδειγμένα σοβαροί λόγοι υγείας που απαιτούν τη μετάβασή τους στο εξωτερικό, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης.
Άρθρο 170
Ελεύθερη κυκλοφορία
1. Οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας δηλώνουν, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της ιστοσελίδας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, κάθε μεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας τους εντός εξήντα (60) ημερών από τότε που επήλθε η μεταβολή. Στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση αυτή, επιβάλλεται από το αρμόδιο όργανο, το οποίο ορίζεται με την απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 180, διοικητικό πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής, ύψους διακοσίων (200) ευρώ.
2. Οι επιφυλάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 26 της Σύμβασης της Γενεύης και αφορούν τη Χώρα μας δεν θίγονται.
Άρθρο 171
Πρόσβαση στην απασχόληση
Οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας δεν μπορούν να ασκούν δραστηριότητα όσον αφορά θέσεις που περιλαμβάνουν την άσκηση δημόσιας εξουσίας καθώς και την ευθύνη για τη διαφύλαξη του γενικού συμφέροντος του κράτους ή άλλων δημόσιων αρχών. Ομοίως, εξαιρούνται από τη συμμετοχή στη διαχείριση οργανισμών και από αξιώματα που διέπονται από το δημόσιο δίκαιο.
Άρθρο 172
Πρόσβαση στην εκπαίδευση
1. Κάθε ανήλικος, στον οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, υποχρεούται να εντάσσεται στις μονάδες παροχής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας υποχρεωτικής εκπαίδευσης του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος με τους όρους που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες. Σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής, επιβάλλονται σε βάρος των ενηλίκων μελών της οικογένειας του ανηλίκου οι κατά τις κείμενες διατάξεις κυρώσεις που προβλέπονται και για τους Έλληνες πολίτες.
2. Όσον αφορά την πρόσβαση στο τυπικό γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, την επιμόρφωση ή την επανακατάρτιση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν αιτιολογημένα να αρνούνται τη χορήγηση επιδοτήσεων και δανείων σε ενήλικες στους οποίους έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία.
Άρθρο 173
Πρόσβαση σε διαδικασίες για την αναγνώριση τίτλων
Δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, οι οποίοι δεν μπορούν να παράσχουν τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία των τίτλων τους, διευκολύνονται ως προς την πλήρη πρόσβασή τους σε κατάλληλα προγράμματα για την αξιολόγηση, την επικύρωση και την πιστοποίηση της προηγούμενης μάθησής τους. Προς τον σκοπό αυτόν εφαρμόζονται τα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78).
Άρθρο 174
Κοινωνική αρωγή δικαιούχων διεθνούς προστασίας
1. Προκειμένου οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας να έχουν πρόσβαση στα ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής, συμμετέχουν υποχρεωτικά σε μέτρα κοινωνικής ένταξης.
2. Οι δικαιούχοι καθεστώτος επικουρικής προστασίας έχουν πρόσβαση αποκλειστικά στα ευεργετήματα της παρ. 2 του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Άρθρο 175
Πρόσβαση σε μέτρα ένταξης
Οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας παρακολουθούν υποχρεωτικά προγράμματα κοινωνικής ένταξης που καταρτίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 23 του π.δ. 106/2020 (Α΄ 255) περί της Διεύθυνσης Κοινωνικής Ένταξης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, σε συνδυασμό με την απόφαση της παρ. 4 του άρθρο 180 του παρόντος, οι οποίες ορίζουν τις συνέπειες της μη συμμετοχής στα εν λόγω προγράμματα. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, επιβάλλεται από το αρμόδιο όργανο της παρ. 3 του άρθρου 180 τέλος συμμετοχής για ορισμένα υποχρεωτικά μέτρα ένταξης, όταν ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας διαθέτει επαρκή μέσα και υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω τέλη δεν επιβαρύνουν υπέρμετρα τον δικαιούχο διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 176
Ασυνόδευτοι ανήλικοι
1. Η Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου διασφαλίζει ότι κάθε ασυνόδευτος ανήλικος, στον οποίο χορηγείται καθεστώς διεθνούς προστασίας, διαθέτει επίτροπο.
2. Για την εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 33 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ισχύουν αναλόγως τα άρθρα 38 έως 40 καθώς και τα άρθρα 50 έως 92 του παρόντος.
Άρθρο 177
Συνεργασία
1. Η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής ορίζεται ως Εθνικό Σημείο Επαφής για τη διοικητική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Εθνικό Σημείο Επαφής λαμβάνει, σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα απαραίτητα μέτρα για την καθιέρωση άμεσης συνεργασίας και την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αντίστοιχες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Το Εθνικό Σημείο Επαφής διαβιβάζει εγκαίρως τις πληροφορίες που είναι κατάλληλες για την εκπόνηση της έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Άρθρο 178
Υποχρέωση εχεμύθειας
Το προσωπικό των αρμοδίων υπηρεσιών που εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην εφαρμογή του, υποχρεούται να τηρεί εχεμύθεια για όλα τα στοιχεία και προσωπικά δεδομένα που περιέρχονται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.
Άρθρο 179
Προϋποθέσεις απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος – Τροποποίηση άρθρου 144 Κώδικα Μετανάστευσης
Στο άρθρο 144 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 1, η λέξη «πολίτη» αντικαθίσταται από τη λέξη «υπήκοο», β) το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 αντικαθίσταται, γ) προστίθεται παρ. 2Α και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 144 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 144
Προϋποθέσεις απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος (άδεια διαμονής τύπου «Μ1»)
(άρθρα 4 και 5 Οδηγίας 2003/109)
1. Στον υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει στην Ελλάδα, νόμιμα και αδιάλειπτα, κατά τα πέντε (5) έτη αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης, υπό την επιφύλαξη της παρ. 3, χορηγείται το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) διαθέτει εισόδημα, επαρκές για τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, το οποίο δεν προέρχεται από προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής της χώρας. Το εισόδημα αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις ετήσιες αποδοχές του αμειβόμενου με τον κατώτατο μισθό, προσαυξημένο κατά δέκα τοις εκατό (10%) για το σύνολο των συντηρούμενων μελών της οικογένειάς του, συνυπολογιζομένου τυχόν ποσού που προέρχεται από επίδομα τακτικής επιδότησης ανεργίας. Στον υπολογισμό του εισοδήματος λαμβάνονται υπόψη οι συνεισφορές των μελών της οικογένειας. Ο τακτικός χαρακτήρας του ανωτέρω εισοδήματος αποδεικνύεται ιδίως από την εκπλήρωση των ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεών του.
β) διαθέτει πλήρη ασφάλιση ασθενείας ως προς το σύνολο των παροχών που καλύπτονται για τις αντίστοιχες κατηγορίες ασφαλισμένων ημεδαπών, η οποία καλύπτει και τα μέλη της οικογένειάς του.
γ) πληροί τους όρους ένταξης στην ελληνική κοινωνία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 145.
2. Οι περίοδοι διαμονής που αναφέρονται στις περ. ε) και στ) της παρ. 2 του άρθρου 143 δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της πενταετούς περιόδου της παρ. 1 του παρόντος. Ειδικώς, περίοδοι διαμονής για λόγους σπουδών ή επαγγελματικής κατάρτισης λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά το ήμισυ για τον υπολογισμό της ίδιας περιόδου. Όσον αφορά τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία, το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας βάσει της οποίας χορηγήθηκε διεθνής προστασία και της ημερομηνίας χορήγησης της άδειας διαμονής που αναφέρεται στο άρθρο 24 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1.
2Α. Αν ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας εντοπίζεται σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να κατέχει δικαίωμα παραμονής ή διαμονής εκεί σύμφωνα με το σχετικό εθνικό, ενωσιακό ή διεθνές δίκαιο, η περίοδος προηγούμενης νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της πενταετούς περιόδου της παρ. 1.
3. Περίοδοι απουσίας, εφόσον είναι κατώτερες των έξι (6) διαδοχικών μηνών και δεν υπερβαίνουν συνολικά τους δέκα (10) μήνες εντός της πενταετίας, προσμετρώνται στον υπολογισμό της πενταετούς περιόδου.
4. Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και οι αρμόδιοι φορείς για την υποβολή και εξέταση της αίτησης, καθώς και για τη χορήγηση της άδειας διαμονής του επί μακρόν διαμένοντος ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους, σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, καθώς και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Η ενημέρωση πραγματοποιείται ιδίως μέσω ενημερωτικών φυλλαδίων, ανάρτησης πληροφοριακού υλικού στις ιστοσελίδες των ανωτέρω φορέων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Το υλικό αυτό επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Για την ενημέρωση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας μεριμνά και η Υπηρεσία Ασύλου.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 180
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται η διαδικασία έκδοσης, ανανέωσης, αντικατάστασης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και το περιεχόμενο των αδειών διαμονής, οι οποίες χορηγούνται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας και στα μέλη της οικογένειάς τους, και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 168.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται η διαδικασία έκδοσης, ανανέωσης και αντικατάστασης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, το περιεχόμενο ενδείξεων και η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου του άρθρου 169.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται το αρμόδιο όργανο και η διαδικασία βεβαίωσης των προστίμων των άρθρων 168 και 170, το ύψος του τέλους και τα κριτήρια οικονομικής επάρκειας για την επιβολή του, καθώς και εξαιρέσεις από το τέλος συμμετοχής στα προγράμματα ένταξης του άρθρου 175.
4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα που αναφέρεται στην εφαρμογή του άρθρου 175 του παρόντος και του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
5. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα που αναφέρεται στην εφαρμογή του άρθρου 36 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.





ΑΡΘΡΟ 170
Η πρόβλεψη της παρ. 1 του άρθρου 170 περί υποχρέωσης δήλωσης κάθε μεταβολής κατοικίας, συνοδευόμενη από την επιβολή διοικητικού προστίμου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, θα πρέπει να επανεξεταστεί και να απαλειφθεί, καθώς δεν προκύπτει κάποιος ιδιαίτερος σκοπός που επιδιώκει να εξυπηρετήσει ούτε τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα του μέτρου.
Η ρύθμιση αυτή δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης σημαντικού αριθμού δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα. Πολλοί αναγνωρισμένοι πρόσφυγες περιέρχονται σε συνθήκες αστεγίας και σοβαρής επισφάλειας μετά την αποχώρησή τους από τις δομές φιλοξενίας ή κατόπιν επιστροφής τους στην Ελλάδα από άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Στην πράξη, μεγάλο μέρος των προσώπων αυτών είτε δεν διαθέτει σταθερή κατοικία είτε αδυνατεί να προσκομίσει τα απαιτούμενα αποδεικτικά διαμονής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε πρόσωπα που αντικειμενικά αδυνατούν να συμμορφωθούν με τη συγκεκριμένη υποχρέωση δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και οδηγεί στην επιβολή υπέρμετρων και δυσανάλογων βαρών σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας, χωρίς να προκύπτει αντίστοιχο διοικητικό ή ουσιαστικό όφελος.
Άρθρο 163(4): Εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 14(1-ε) του Κανονισμού 2024/1347 η οποία απαιτεί δύο σωρευτικές προϋποθέσεις για την ανάκληση καθεστώτος για λόγους δημόσιας τάξης, α) «ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα» και β) να «συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται». Σύμφωνα με το ΔΕΕ, «δεν μπορεί να γίνει δεκτό […] ότι το γεγονός ότι πληρούται η μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις αρκεί για να διαπιστωθεί ότι πληρούται και η δεύτερη» και «η ύπαρξη κινδύνου για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεικνυόμενη από το γεγονός και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος καταδικάστηκε τελεσίδικα για ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα»[…] «για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, η αρμόδια αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κίνδυνος που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται είναι πραγματικός, ενεστώς και αρκούντως σοβαρός και ότι η ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα συνιστά μέτρο ανάλογο προς τον κίνδυνο αυτόν».
Άρθρο 163 παρ. 4 του σχεδίου νόμου — Ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η σώρευση των δύο προϋποθέσεων είναι υποχρεωτική: πρέπει να υπάρχει τόσο τελεσίδικη καταδίκη για ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα όσο και πραγματικός, ενεστώς και αρκούντως σοβαρός κίνδυνος για την κοινότητα, ο οποίος πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα. Η ελληνική ρύθμιση παρακάμπτει την εξατομικευμένη αξιολόγηση και μετατρέπει την τελεσίδικη καταδίκη σε αυτόματο λόγο ανάκλησης, κάτι που είναι αντίθετο τόσο με το γράμμα όσο και με την ερμηνεία του ΔΕΕ. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται τροποποίηση της διάταξης ώστε να προβλέπεται ρητά ότι η τελεσίδικη καταδίκη για ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα, αλλά απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή σχετικά με το εάν το πρόσωπο συνιστά πραγματικό, ενεστώτα και αρκούντως σοβαρό κίνδυνο για την κοινότητα. Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα του αδικήματος, τον χρόνο που έχει παρέλθει από την τέλεσή του, τη συμπεριφορά του προσώπου μετά την καταδίκη, στοιχεία κοινωνικής ένταξης και τον κίνδυνο υποτροπής.
Άρθρο 168— Άδειες διαμονής
Να προβλεφθεί ρητά ότι η βεβαίωση κατάστασης ασύλου ή κάθε σχετικό αποδεικτικό υποβολής αίτησης ανανέωσης παράγει πλήρη αποδεικτική ισχύ έναντι όλων των δημόσιων υπηρεσιών και ιδιωτικών φορέων για όσο διάστημα εκκρεμεί η ανανέωση της άδειας διαμονής, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε εργασία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, τραπεζικές υπηρεσίες και λοιπές διοικητικές συναλλαγές.
Παράλληλα, να καταργηθεί το διοικητικό πρόστιμο των εκατό ευρώ για εκπρόθεσμη αίτηση ανανέωσης, καθώς η καθυστέρηση συχνά συνδέεται με συστημικά διοικητικά εμπόδια, αδυναμία εξασφάλισης ραντεβού, γλωσσικά εμπόδια ή συνθήκες ευαλωτότητας των δικαιούχων διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 170— Ελεύθερη κυκλοφορία
Αντί της επιβολής διοικητικών κυρώσεων, απαιτείται η θέσπιση μιας ευέλικτης και προσβάσιμης διαδικασίας επικαιροποίησης στοιχείων επικοινωνίας και διαμονής, η οποία να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες αστεγίας, επισφαλούς στέγασης και κοινωνικού αποκλεισμού που αντιμετωπίζουν πολλοί δικαιούχοι διεθνούς προστασίας. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να επιτρέπει τη δήλωση προσωρινής ή επισφαλούς διαμονής, την αποδοχή βεβαιώσεων κοινωνικών υπηρεσιών και φορέων υποστήριξης, καθώς και εναλλακτικών στοιχείων επικοινωνίας, χωρίς η μη συμμόρφωση να συνεπάγεται οικονομικές κυρώσεις που υπονομεύουν περαιτέρω την κοινωνική ένταξη και την αξιοπρεπή διαβίωση των προσώπων αυτών.
Για τον λόγο αυτό, η πρόβλεψη διοικητικών προστίμων της παρ. 1 πρέπει να διαγραφεί. Η επιβολή κυρώσεων σε πρόσωπα που συχνά στερούνται σταθερής κατοικίας, πρόσβασης σε ψηφιακά μέσα ή δυνατότητας προσκόμισης αποδεικτικών εγγράφων παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης των δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, η ίδια η διοικητική πρακτική, η οποία αρνείται την καταχώριση μεταβολής στοιχείων χωρίς αποδεικτικό κατοικίας, καθιστά σε πολλές περιπτώσεις αντικειμενικά αδύνατη τη συμμόρφωση με την υποχρέωση δήλωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η κύρωση δεν εξυπηρετεί θεμιτό διοικητικό σκοπό, αλλά οδηγεί σε περαιτέρω αποκλεισμό και οικονομική επιβάρυνση ήδη ευάλωτων προσώπων.
Άρθρο 174— Κοινωνική αρωγή δικαιούχων διεθνούς προστασίας
Το άρθρο 174 του σχεδίου νόμου δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη, η οποία να αποσκοπεί στη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των δικαιούχων διεθνούς προστασίας με τους Έλληνες πολίτες ως προς την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση και την κοινωνική αρωγή. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να προβλεφθεί ρητά η ισότιμη πρόσβαση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην κοινωνική ασφάλιση και στα προνοιακά επιδόματα με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Ειδικότερα, απαιτείται:
• η διασφάλιση άμεσης και αποτελεσματικής πρόσβασης σε ΑΜΚΑ και σε λοιπούς προσωπικούς αριθμούς ταυτοποίησης,
• η άρση περιορισμών ή προϋποθέσεων ελάχιστης διάρκειας νόμιμης διαμονής που οδηγούν σε έμμεση διάκριση εις βάρος των δικαιούχων διεθνούς προστασίας,
• η διασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης σε επιδόματα στέγασης, παιδικής προστασίας, αναπηρίας και ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος,
• η πρόβλεψη ειδικών μέτρων ενημέρωσης και διοικητικής υποστήριξης για την πρόσβαση των δικαιούχων στα συστήματα κοινωνικής προστασίας.
Η ουσιαστική πρόσβαση στις κοινωνικές παροχές αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κοινωνική ένταξη, την αξιοπρεπή διαβίωση και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 163 – Ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα
Ζητούμε να διασφαλιστεί ρητά ότι κάθε διαδικασία ανάκλησης βασίζεται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση, πλήρη αιτιολόγηση και ουσιαστική εξέταση των προσωπικών περιστάσεων, της αρχής της αναλογικότητας, της διάρκειας παραμονής του προσώπου στη χώρα, της οικογενειακής του κατάστασης και των κινδύνων που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής.
Ιδιαίτερη μέριμνα απαιτείται όταν πρόκειται για οικογένειες με παιδιά, άτομα που έχουν ενταχθεί κοινωνικά στη χώρα ή πρόσωπα με σοβαρά προβλήματα υγείας ή ψυχικό τραύμα. Η ανάκληση καθεστώτος μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή αποσταθεροποίηση, απώλεια στέγασης, αποκλεισμό από υπηρεσίες και έκθεση παιδιών σε συνθήκες ακραίας ανασφάλειας και περιθωριοποίησης.
Άρθρο 165 – Έγγραφα και πιστοποιητικά
Ζητούμε την επαναφορά της δυνατότητας διόρθωσης στοιχείων ταυτότητας από την Υπηρεσία Ασύλου και μετά τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 7 Ν 4939/2022.
Η δυνατότητα αυτή συνδέεται άρρηκτα με τις υποχρεώσεις της χώρας βάσει του άρθρου 25 της Σύμβασης της Γενεύης και αποτελεί ουσιώδη εγγύηση για την ορθή αποτύπωση της αστικής και οικογενειακής κατάστασης των προσφύγων.
Η έλλειψη αποτελεσματικής διαδικασίας διόρθωσης στοιχείων δημιουργεί σοβαρά πρακτικά προβλήματα στην πρόσβαση σε δικαιώματα, εργασία, εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση και οικογενειακή επανένωση, ενώ επηρεάζει δυσανάλογα παιδιά και οικογένειες, ιδίως σε περιπτώσεις λανθασμένης καταγραφής οικογενειακών δεσμών ή ηλικίας.
Άρθρο 168 – Άδειες διαμονής
Η διάρκεια ισχύος των αδειών διαμονής δικαιούχων διεθνούς προστασίας πρέπει να επεκταθεί πέραν του ελάχιστου χρονικού ορίου που προβλέπει ο Κανονισμός 2024/1347, ώστε να αντιμετωπιστεί ο αυξανόμενος διοικητικός φόρτος και οι σοβαρές συνέπειες των καθυστερήσεων για τους δικαιούχους.
Οι πολύμηνες ή και πολυετείς καθυστερήσεις ανανέωσης αδειών διαμονής οδηγούν στην πράξη σε αποκλεισμό από εργασία, κοινωνική ασφάλιση, τραπεζικές υπηρεσίες, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνικές παροχές. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί παρατεταμένη ανασφάλεια και συνθήκες ακραίας επισφάλειας για χιλιάδες ανθρώπους που έχουν ήδη αναγνωριστεί ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας.
Ζητούμε επίσης να προβλεφθούν ρητά επαρκή χαρακτηριστικά επαλήθευσης στις βεβαιώσεις κατάθεσης αίτησης ανανέωσης, ώστε να γίνονται αποδεκτές από δημόσιες υπηρεσίες, νοσοκομεία, σχολεία, τράπεζες και λοιπούς φορείς μέχρι την έκδοση της νέας άδειας διαμονής.
Η σημερινή πρακτική έχει ως αποτέλεσμα ακόμη και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες να αδυνατούν να αποδείξουν αποτελεσματικά το καθεστώς τους και να αποκλείονται από βασικά δικαιώματα χωρίς δική τους υπαιτιότητα.
Άρθρο 170 – Ελεύθερη κυκλοφορία / Κυρώσεις για μη δήλωση μεταβολής διεύθυνσης
Η παρ. 1 πρέπει να διαγραφεί, καθώς δεν προκύπτει σαφής, αναγκαίος και αναλογικός σκοπός που να δικαιολογεί την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων.
Οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις και κυρώσεις αγνοούν την πραγματική κατάσταση μεγάλου αριθμού δικαιούχων διεθνούς προστασίας που βρίσκονται σε συνθήκες αστεγίας ή ακραίας επισφάλειας μετά την αποχώρησή τους από δομές φιλοξενίας ή την επιστροφή τους στην Ελλάδα από άλλα ευρωπαϊκά κράτη.
Ζητούμε να απαλειφθούν οι δυσανάλογες κυρώσεις για μη δήλωση μεταβολής διεύθυνσης, καθώς στην πράξη πολλοί δικαιούχοι διεθνούς προστασίας αδυνατούν αντικειμενικά να συμμορφωθούν λόγω έλλειψης σταθερής κατοικίας ή επειδή οι αρμόδιες υπηρεσίες απαιτούν αποδεικτικά κατοικίας που οι άστεγοι δεν μπορούν να προσκομίσουν.
Άρθρο 174 – Κοινωνική ασφάλιση
Ο τίτλος του άρθρου πρέπει να αναδιατυπωθεί ως «Κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική αρωγή δικαιούχων διεθνούς προστασίας».
Ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας έχουν ισότιμη πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση, στην έκδοση και ενεργοποίηση ΑΜΚΑ και στις σχετικές παροχές υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες.
Παράλληλα, πρέπει να προβλεφθεί ρητή εξαίρεση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας από προϋποθέσεις πολυετούς νόμιμης διαμονής για τη χορήγηση κοινωνικών επιδομάτων, καθώς οι προϋποθέσεις αυτές οδηγούν σε έμμεση και απαγορευμένη διακριτική μεταχείριση και αποκλείουν στην πράξη τους πρόσφυγες από βασικά μέτρα κοινωνικής προστασίας. Η μη πρόσβαση σε επιδόματα στέγασης, παιδιού, γέννησης ή στήριξης ηλικιωμένων οδηγεί μεγάλο αριθμό αναγνωρισμένων προσφύγων σε αστεγία, ακραία φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν νόμιμο καθεστώς προστασίας.
Στο αρθ.168 παρατηρούμε ότι λόγω των χρονίων και σημαντικών καθυστερήσεων στις ανανεώσεις των ΑΔΕΤ προσφύγων και κατόχων καθεστώτος επικουρικής προστασίας η ελληνική έννομη τάξη πρέπει να επιμηκύνει τη χρονική διάρκεια ισχύος τους από 3 σε 5 έτη για τους πρόσφυγες και από 1 έτος σε 3 για τους υπό καθεστώς επικουρικής προστασίας. Ομοίως η ανανέωση να γίνεται για 5 έτη στην πρώτη περίπτωση και για 3 έτη στη δεύτερη. Τούτο θα αντιμετωπίσει κατά ριζικό τρόπο την υπάρχουσα κατάσταση και ουδόλως αντιτίθεται στο αρθ.24 του Κανονισμού 2024/1347, το οποίο καθορίζει ελάχιστα όρια αρχικής ισχύος και ανανεώσεως και όχι μέγιστα. Με την παρ.4 δεν αντιμετωπίζεται η ταλαιπωρία που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ανγνωρισμένοι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας. Πρέπει είτε να μπαίνει φωτογραφία στη βεβαίωση δικαιούχου περί κατάθεσης αίτησης για την ανανέωση της ΑΔΕΤ, είτε να προβλέπεται ρητά ότι όλοι οι φορείς της διοίκησης, αλλά και τραπεζικά ιδρύματα κλπ υποχρεούνται να δέχονται την παραπάνω βεβαιώση, έστω και στη σημερινή της μορφή, δηλαδή χωρίς φωτογραφία και σε συνδυασσμό με τη ληγμένη ΑΔΕΤ που φέρει φωτογραφία να αποδεικνύεται τόσο η ταυτοπροσωπία, όσο και το νόμιμο της διαμονής του δικαιούχου μέχρι την έκδοση της νέας ανανεωμένης ΑΔΕΤ.
Το άρθρο 170 παρ.1 μοιάζει σαν να θέλει να κάνει ακόμη πιο δύσκολη την ήδη δύσκολη ζωή των άστεγων δικαιούχων, καθώς στην πράξη ο άστεγος δικαιούχος, ενώ υποχρεούται να δηλώσει την αλλαγή διεύθυνσης του, δεν μπορεί να το πράξει χωρίς έγγραφο που να αποδεικνύει τη νέα του διεύθυνση, την ώρα που νέα διεύθυνση απλώς δεν υφίσταται. Το πρόβλημα είναι ιδιαιτέρως έντονο σε νεαρούς ενήλικες δικαιούχους διεθνούς προστασίας που ήταν ασυνόδευτοι και δεν έχουν πλέον, λόγω ενηλικίωσης, το φροντιστικό πλαίσο της φιλοξενίας και της παιδικής προστασίας που είχαν ως ασυνόδευτοι ανήλικοι, έχοντας καταλήξει στην αστεγία.
Άρθρο 163
Kρίνεται σκόπιμη η προσθήκη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, σύμφωνα με την οποία:
«Τα πρόσωπα στα οποία έχουν εφαρμογή τα στοιχεία δ) και ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή η παράγραφος 2 απολαμβάνουν δικαιωμάτων που προβλέπονται ή είναι ανάλογα των προβλεπόμενων στα άρθρα 3, 4, 16, 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης, εφόσον είναι παρόντα στο κράτος μέλος».
Η ενσωμάτωση της ανωτέρω διάταξης είναι αναγκαία, καθώς τα σχετικά δικαιώματα αφορούν στην ίση μεταχείριση, την ελευθερία θρησκείας, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, τη δημόσια εκπαίδευση, την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθώς και τις εγγυήσεις δέουσας διαδικασίας σε περίπτωση απέλασης.
Η πρόβλεψη αυτή διασφαλίζει ότι τα εν λόγω πρόσωπα απολαμβάνουν τα απολύτως αναγκαία δικαιώματα και εγγυήσεις υπό το φως και της νομολογίας του ΔΕΕ (ΔΕΕ, C-391/16 M, 14/05/2019) κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούν να διατηρούν την ιδιότητα του πρόσφυγα.
H παρ. 4 πρέπει να διορθωθεί καθώς είναι αντίθετη με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. ε΄ του Κανονισμού 2024/1347 το οποίο συγκεκριμένα αναφέρει «ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα ΚΑΙ συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται». Η τελεσίδικη καταδίκη για σοβαρό έγκλημα και η διαπίστωση ότι το πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας αποτελούν δύο αυτοτελείς και διαφορετικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Συνεπώς, η ύπαρξη τέτοιας καταδίκης δεν αρκεί από μόνη της για να συναχθεί ότι ο δικαιούχος συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας.
H παρ 5 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώς εξής: » Στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε), η αποφαινόμενη αρχή Μπορεί να αποφασίσει να μη χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα, όταν δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας», προκειμένου να αποτυπώνει ορθά τον Κανονισμό που προβλέπει διακριτική ευχέρεια και επιτρέπει στην αποφαινόμενη αρχή τη στάθμιση των συμφερόντων της χώρας με την εξατομικευμένη προστασία του εν λόγω ατόμου.
Άρθρο 166
Για την πλήρη μεταφορά του Κανονισμού, θα πρέπει να προστεθούν τα εξής : “Το ενημερωτικό υλικό θα πρεπει να είναι μεταφρασμένο σε γλώσσα που κατανοεί ή εύλογα πιθανολογείται οτι κατανοεί ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας”.
Άρθρο 168
Η παρ. 3 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά επαλήθευσης της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης που εκδίδει η Υπηρεσία Ασύλου, όπως φωτογραφία του κατόχου, προκειμένου αυτή να μπορεί να υποκαθιστά την ΑΔΕΤ έως την έκδοσή της νέας άδειας και επομένως να επιτρέπεται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους.
Άρθρο 170
Η παράγραφος 1 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να διαγραφεί η χρονική προθεσμία που τίθεται καθώς και η θέσπιση προστίμου. Η εν λόγω διάταξη, ως έχει, θεσπίζει υπέρμετρες και δυσανάλογες υποχρεώσεις για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, υποχρεώσεις που δεν έχουν Έλληνες ούτε άλλοι αλλοδαποί νομίμως διαμένοντες στην Ελλάδα και επομένως παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία της HIAS Ελλάδος αλλά και άλλων εθνικών και διεθνών οργανισμών, η πλειονότητα των δικαιούχων διεθνούς προστασίας καταλήγουν σε συνθήκες αστεγίας, δεδομένης της έξωσής τους από τις δομές, και με προφανή αδυναμία να συμμορφωθούν πλήρως με την εν λόγω διάταξη.
Άρθρο 171
Το άρθρο 171 δεν προβλέπεται στον Κανονισμό.
Άρθρο 174
Δεδομένου ότι ο Κανονισμός δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη και δεν τα υποχρεώνει να συνδέσουν κάποιες μορφές αρωγής με την συμμετοχή των δικαιούχων διεθνούς προστασίας σε προγράμματα ένταξης, εφόσον αυτά υπάρχουν και λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα, προτείνουμε να διαγραφεί. Υπενθυμίζουμε ότι οι μέχρι τώρα ρυθμίσεις αποκλείουν τους περισσότερους δικαιούχους διεθνούς προστασίας από ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής λόγω των προυποθέσεων που θέτουν και επιπλέον η Ελλάδα παρά τις προτροπές διεθνών και εθνικών οργανισμών δεν διαθέτει προγράμματα ένταξης, τουλάχιστον σε τέτοια έκταση ώστε να μπορέσει να εξυπηρετήσει το σύνολο των δικαιούχων διεθνούς προστασίας που βρίσκονται στη χώρα. Επομένως οποιαδήποτε σύνδεσή τους με τα ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής κάθιστά αδύνατη την πρόσβασή των δικαιουχων διεθνούς προσταασίας στην αρωγή αυτή.
Άλλως και όλως επικουρικώς προτείνεται να αποσυνδέεται η πρόσβαση στην κοινωνική αρωγή από την συμμετοχή των δικαιούχων προστασίας σε μέτρα κοινωνικής ένταξης αν η μη συμμετοχή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ατόμου.
Άρθρο 163
Kρίνεται σκόπιμη η προσθήκη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, σύμφωνα με την οποία:
«Τα πρόσωπα στα οποία έχουν εφαρμογή τα στοιχεία δ) και ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή η παράγραφος 2 απολαμβάνουν δικαιωμάτων που προβλέπονται ή είναι ανάλογα των προβλεπόμενων στα άρθρα 3, 4, 16, 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης, εφόσον είναι παρόντα στο κράτος μέλος».
Η ενσωμάτωση της ανωτέρω διάταξης είναι αναγκαία, καθώς τα σχετικά δικαιώματα αφορούν στην ίση μεταχείριση, την ελευθερία θρησκείας, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, τη δημόσια εκπαίδευση, την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθώς και τις εγγυήσεις δέουσας διαδικασίας σε περίπτωση απέλασης.
Η πρόβλεψη αυτή διασφαλίζει ότι τα εν λόγω πρόσωπα απολαμβάνουν τα απολύτως αναγκαία δικαιώματα και εγγυήσεις υπό το φως και της νομολογίας του ΔΕΕ ( ΔΕΕ, C-391/16 M, 14/05/2019) σύμφωνα με την οποία τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούν να διατηρούν την ιδιότητα του πρόσφυγα.
H παρ. 4 πρέπει να διορθωθεί καθώς είναι αντίθετη με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. ε΄ του Κανονισμού 2024/1347 το οποίο συγκεκριμένα αναφέρει «ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα ΚΑΙ συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται». Η τελεσίδικη καταδίκη για σοβαρό έγκλημα και η διαπίστωση ότι το πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας αποτελούν δύο αυτοτελείς και διαφορετικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Συνεπώς, η ύπαρξη τέτοιας καταδίκης δεν αρκεί από μόνη της για να συναχθεί ότι ο δικαιούχος συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας.
H παρ 5 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώς εξής: «Στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε), η αποφαινόμενη αρχή Μπορεί να αποφασίσει να μη χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα, όταν δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας», προκειμένου να αποτυπώνει ορθά τον Κανονισμό που προβλέπει διακριτική ευχέρεια και επιτρέπει στην αποφαινόμενη αρχή τη στάθμιση των συμφερόντων της χώρας με την εξατομικευμένη προστασία του εν λόγω ατόμου.
Άρθρο 166
Για την πλήρη μεταφορά του Κανονισμού, θα πρέπει να προστεθούν τα εξής : “Το ενημερωτικό υλικό θα πρεπει να είναι μεταφρασμένο σε γλώσσα που κατανοεί ή εύλογα πιθανολογείται οτι κατανοεί ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας”.
Άρθρο 168
Η παρ. 3 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά επαλήθευσης της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης που εκδίδει η Υπηρεσία Ασύλου, όπως φωτογραφία του κατόχου, προκειμένου αυτή να μπορεί να υποκαθιστά την ΑΔΕΤ έως την έκδοσή της νέας άδειας και επομένως να επιτρέπεται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους.
Άρθρο 170
Η παράγραφος 1 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να διαγραφεί η χρονική προθεσμία που τίθεται καθώς και η θέσπιση προστίμου. Η εν λόγω διάταξη, ως έχει, θεσπίζει υπέρμετρες και δυσανάλογες υποχρεώσεις για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, υποχρεώσεις που δεν έχουν Έλληνες ούτε άλλοι αλλοδαποί νομίμως διαμένοντες στην Ελλάδα και επομένως παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία της HIAS Ελλάδος αλλά και άλλων εθνικών και διεθνών οργανισμών, η πλειονότητα των δικαιούχων διεθνούς προστασίας καταλήγουν σε συνθήκες αστεγίας, δεδομένης της έξωσής τους από τις δομές, και με προφανή αδυναμία να συμμορφωθούν πλήρως με την εν λόγω διάταξη.
Άρθρο 171
Το άρθρο 171 δεν προβλέπεται στον Κανονισμό.
Άρθρο 174
Δεδομένου ότι ο Κανονισμός δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη και Δεν τα υποχρεώνει να συνδέσουν κάποιες μορφές αρωγής με την συμμετοχή των δικαιούχων διεθνούς προστασίας σε προγράμματα ένταξης, εφόσον αυτά υπάρχουν και λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα, προτείνουμε να διαγραφεί. Υπενθυμίζουμε ότι οι μέχρι τώρα ρυθμίσεις αποκλείουν τους περισσότερους δικαιούχους διεθνούς προστασίας από ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής λόγω των προυποθέσεων που θέτουν και επιπλέον η Ελλάδα παρά τις προτροπές διεθνών και εθνικών οργανισμών δεν διαθέτει προγράμματα ένταξης, τουλάχιστον σε τέτοια έκταση ώστε να μπορέσει να εξυπηρετήσει το σύνολο των δικαιούχων διεθνούς προστασίας που βρίσκονται στη χώρα. Επομένως οποιαδήποτε σύνδεσή τους με τα ευεργετήματα κοινωνικής αρωγής κάθιστά αδύνατη την πρόσβασή των δικαιουχων διεθνούς προσταασίας στην αρωγή αυτή.
Άλλως και όλως επικουρικώς προτείνεται να αποσυνδέεται η πρόσβαση στην κοινωνική αρωγή από την συμμετοχή των δικαιούχων προστασίας σε μέτρα κοινωνικής ένταξης αν η μη συμμετοχή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ατόμου.
Στο άρθρο 164 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου δεν διευκρινίζεται πότε υφίστανται σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι ένας πολίτης τρίτης χώρας συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία, ώστε να μην δικαιούται επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Κανονισμού Ε.Ε. 1347/2024. Η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου θα πρέπει να αναδιατυπωθεί ώστε να συμπεριλάβει ρύθμιση αντίστοιχη αυτής του άρθρου 163 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου.
Άρθρο 170 – Κυρώσεις για μη δήλωση μεταβολής διεύθυνσης
Οι προβλεπόμενες κυρώσεις για μη δήλωση αλλαγής διεύθυνσης είναι υπέρμετρες και δυσανάλογες και η παράγραφος 1 πρέπει να απαλειφθεί. Μάλιστα, οι άστεγοι/ες δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, δεν μπορούν να δηλώσουν τη διεύθυνσή τους, καθώς τα ΠΓΑ και ΑΚΑ της Υπηρεσίας Ασύλου αρνούνται να προβούν σε μεταβολή των καταχωρηθέντων στοιχείων διαμονής χωρίς την προσκόμιση αποδεικτικού διεύθυνσης κατοικίας και ως εκ τούτου, οι άστεγες/οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας αδυνατούν να συμμορφωθούν με την εισαγόμενη υποχρέωση.
Ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα: άρθρο 163
Η παρ. 4 πρέπει να διαγραφεί ως ευθέως και προδήλως αντίθετη με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. ε΄ του Κανονισμού 2024/1347 και με την ερμηνεία αυτού στη νομολογία του ΔΕΕ. Η τελεσίδικη καταδίκη για σοβαρό έγκλημα και η διαπίστωση κινδύνου για την κοινωνία της χώρας αποτελούν δύο διακριτές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Επομένως, η ύπαρξη τελεσίδικης καταδίκης δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι ο δικαιούχος συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία της χώρας (ΔΕΕ C-8/22 Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 06-07-2023, σκ. 44-45).
Παράλληλα, ο εθνικός νομοθέτης υποχρεούται να θεσπίσει μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1347 και να διασφαλίσει το εφικτό της απόλαυσης τουλάχιστον των άρθρων 3, 4, 16 και 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 στην πράξη, λαμβάνοντας υπόψη ότι διατηρούν την προσφυγική ιδιότητα σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης οι άνθρωποι των οποίων το προσφυγικό καθεστώς ανακαλείται ή δεν χορηγείται κατ’ εφαρμογή των παρ. 3 και 4 του άρθρου 163 του παρόντος (ΔΕΕ C-391/16 M, 14-05-2019, σκ. 97-99). Όπως εξειδικεύεται περαιτέρω στη νομολογία του ΔΕΕ, το άρθρο 14 παρ. 3 του Κανονισμού 2024/1347 πρέπει να ερμηνεύεται και κατά τρόπο σύμφωνο με τον ΧΘΔ και ιδίως το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και στην εργασία (ΔΕΕ C-391/16 M, 14-05-2019, σκ. 107-109). Είναι, λοιπόν, απαραίτητη η πρόβλεψη και ρύθμιση του ειδικού καθεστώτος νόμιμης παραμονής που θα παρέχεται στις/στους πρόσφυγες, σε περίπτωση ανάκλησης ή άρνησης χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος για λόγους εθνικής ασφάλειας ή κινδύνου για την κοινωνία της χώρας, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται από το ενωσιακό δίκαιο να παραμένουν οι άνθρωποι αυτοί σε νομικό κενό.
Έγγραφα και πιστοποιητικά: άρθρο 165
Είναι απαραίτητη η επαναφορά της, καταργούμενης από το άρθρο 111, δυνατότητας κατ’ άρθρο 84 παρ. 7 Ν 4939/2022 να διορθωθούν τα στοιχεία ταυτότητας από την Υπηρεσία Ασύλου κατόπιν της χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος. Τούτο υπαγορεύεται από τις απαιτήσεις του άρθρου 25 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και από την αρχή της χρηστής διοίκησης, για την προσήκουσα και ορθή αποτύπωση της αστικής και οικογενειακής κατάστασης των προσφύγων στη χώρα.
Άδειες διαμονής: άρθρο 168
Η διάρκεια ισχύος των ΑΔΕΤ πρέπει να επεκταθεί πέραν του ελάχιστου χρονικού ορίου που προβλέπει το άρθρο 24 παρ. 4 του Κανονισμού 2024/1347, ούτως ώστε αντιμετωπιστεί ο σταθερά αυξανόμενος διοικητικός φόρτος και οι δυσμενείς συνέπειες αυτού για τις/τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας. Ο αριθμός των εκκρεμών αιτημάτων ανανέωσης αδειών διαμονής δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου αυξήθηκε από 2.588 στα τέλη του 2022 σε 5.311 στα τέλη του 2024 και σε 7.640 στα τέλη του 2025, με τουλάχιστον 2.000 αιτήσεις να βρίσκονται σε εκκρεμότητα για παραπάνω από ένα έτος, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (https://rsaegean.org/el/anagnorismenoi-prosfyges-2026/). Κατά το διάστημα της πολύμηνης αναμονής, οι δικαιούχοι αδυνατούν στην πράξη να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματα που πρέπει να απολαμβάνουν ως κάτοχοι ΑΔΕΤ, όπως εξηγείται παρακάτω. Επαναλαμβάνουμε, επίσης, την ανάγκη κατάργησης της διάταξης περί επιβολής προστιμού 100 ευρώ σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αίτησης ανανέωσης της άδειας διαμονής στις παρ. 1 και 2.
Προσέτι, στην παρ. 4, είναι απαραίτητη και επιβεβλημένη από την επιταγή της τρίτης υποπαραγράφου της παρ. 4 του άρθρου 24 του Κανονισμού 2024/1347 η ρητή πρόβλεψη των χαρακτηριστικών επαλήθευσης της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης που χορηγείται από την Υπηρεσία Ασύλου, ούτως ώστε υποκαθιστούν πραγματικά την ΑΔΕΤ μέχρι την παραλαβή της νέας άδειας διαμονής (https://www.opengov.gr/immigration/?c=1358). Ακόμη και μετά τη ρύθμιση του άρθρου 31 Ν 5226/2025 (Α΄ 154), οι «βεβαιώσεις δικαιούχου» που εκδίδουν τα ΠΓΑ και ΑΚΑ της Υπηρεσίας Ασύλου εξακολουθούν να μη γίνονται δεκτές από δημόσιες υπηρεσίες, πιστωτικά ιδρύματα και άλλους φορείς, λόγω της απουσίας χαρακτηριστικών επαλήθευσης όπως φωτογραφία, με αποτέλεσμα οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας να αποκλείονται, άνευ υπαιτιότητας, από τα δικαιώματα και τις παροχές που συνδέονται με το καθεστώς τους (https://rsaegean.org/el/anagnorismenoi-prosfyges-2026/).
Ελεύθερη κυκλοφορία: άρθρο 170
Η παρ. 1 πρέπει να διαγραφεί, καθώς δεν προκύπτει κανένας αιτιολογημένος σκοπός θέσπισής της ούτε αναλογικότητα του μέτρου προς αυτόν, ούτε έχει αναρτηθεί, άλλωστε, ανάλυση συνεπειών ρύθμισης του παρόντος νομοσχεδίου.
Υπενθυμίζεται, όπως επισημάνθηκε και σχετικά με το άρθρο 147, ότι η πλειονότητα των προσφύγων καταλήγουν σε συνθήκες αστεγίας και ένδειας μετά την εξαναγκασμένη αποχώρηση από τις δομές της ΥπΥΤ ή/και την απέλασή τους από άλλα ευρωπαϊκά κράτη προς την Ελλάδα. Ο αριθμός των διαδικασιών απέλασης δικαιούχων διεθνούς προστασίας προς την Ελλάδα υφίσταται, μάλιστα, ραγδαία αύξηση σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, με παραπάνω από 9.000 αιτήματα επανεισδοχής αναγνωρισμένων προσφύγων – βάσει της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ και όχι του Κανονισμού του Δουβλίνου – μόνο το 2025 (https://rsaegean.org/el/statistika-gia-tous-anagnorismenous-prosfyges-to-2025/). Στη δε περίπτωση άστεγων προσφύγων, τα ΠΓΑ και ΑΚΑ της Υπηρεσίας Ασύλου αρνούνται να προβούν σε μεταβολή των καταχωρηθέντων στοιχείων διαμονής χωρίς την προσκόμιση αποδεικτικού διεύθυνσης κατοικίας (https://rsaegean.org/el/anagnorismenoi-prosfyges-2026/). Παρίσταται, επομένως, αντικειμενικά αδύνατο οι άστεγες/οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας να συμμορφωθούν με την εισαγόμενη υποχρέωση.
Κοινωνική αρωγή: άρθρο 174
Ο τίτλος του άρθρου πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική αρωγή δικαιούχων διεθνούς προστασίας». Πρέπει να προστεθεί νέα παρ. 1, ως ακολούθως: «Οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας έχουν πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση, στην έκδοση και ενεργοποίηση Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) σύμφωνα με το άρθρο 153 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58) σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες». Η ρύθμιση είναι απαραίτητη για την ορθή αποτύπωση του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης των δικαιούχων διεθνούς προστασίας με τις/τους πολίτες της χώρας στα θέματα κοινωνικής ασφάλισης και της άμεσης και αποτελεσματικής άρσης των αυθαίρετων πρόσθετων προϋποθέσεων που έχουν τεθεί σε βάρος τους σε σχέση με την ενεργοποίηση του ΑΜΚΑ, οι οποίες δεν έχουν αντιμετωπιστεί ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 56 Ν 5216/2025 (Α΄ 118) (https://rsaegean.org/el/anagnorismenoi-prosfyges-2026/).
Η δε υφιστάμενη παρ. 1 του παρόντος πρέπει να συμπληρωθεί, με ρητή ρύθμιση περί εξαίρεσης των δικαιούχων διεθνούς προστασίας από προϋποθέσεις ελάχιστου χρόνου νόμιμης διαμονής στη χώρα για την αίτηση και λήψη των επί μέρους προνοιακών επιδομάτων που υπόκεινται κατά νόμο σε τέτοιες προϋποθέσεις διαμονής, ενδεικτικά, πενταετίας για το επίδομα στέγασης κατ’ άρθρο 3 Ν 4472/2017 (Α΄ 74) ή το επίδομα παιδιού κατ’ άρθρο 214 Ν 4512/2018 (Α΄ 5), δωδεκαετίας για το επίδομα γέννησης κατ’ άρθρο 7 Ν 4659/2020 (Α΄ 21), δεκαπενταετίας για το επίδομα ανασφάλιστων υπερηλίκων κατ’ άρθρο 93 Ν 4387/2016 (Α΄ 85). Οι προϋποθέσεις αυτές συνιστούν απαγορευμένη έμμεση διακριτική μεταχείριση σε βάρος των δικαιούχων διεθνούς προστασίας και τις/τους αποκλείουν εν τοις πράγμασι από τη δυνατότητα υπαγωγής στα επιδόματα κοινωνικής αρωγής, όπως επιβεβαιώνεται από την πλέον πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ. Σε αντίθετη περίπτωση, «εάν γινόταν δεκτό το επιχείρημα ότι ο εθνικός νομοθέτης δικαιούται, λαμβανομένου υπόψη του διοικητικού και οικονομικού κόστους του οικείου μέτρου, να περιορίσει την πρόσβαση στο μέτρο αυτό μόνο στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι και έχουν πράγματι ενσωματωθεί στο οικείο κράτος μέλος, τούτο θα ισοδυναμούσε με θέσπιση παρέκκλισης από τους κανόνες» (ΔΕΕ C-747/22 INPS, 07-05-2026, σκ. 58). Υπενθυμίζουμε ότι επί του θέματος εκκρεμεί σε βάρος της χώρας η υπ’ αριθμ. INFR(2022)2044 διαδικασία επί παραβάσει της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/inf_25_982).
Πρέπει, παράλληλα, να διαγραφεί η παρ. 2, να αποφευχθεί η διεύρυνση της δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος των δικαιούχων επικουρικής προστασίας και να διατηρηθεί η ρύθμιση ως ισχύει στο άρθρο 29 Ν 4939/2022 (Α΄ 111).
Σε σχέση με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 168, παρακαλώ διευκρινίστε το περιεχόμενο της φράσης «για όσο χρονικό διάστημα είναι κάτοχοι». Ειδικότερα, παρακαλώ διευκρινίστε αν η εν λόγω διατύπωση συνιστά κώλυμα καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής. Περαιτέρω, παρακαλώ διευκρινίστε εάν δικαιούχος διεθνούς προστασίας δύναται, κατά τη λήξη της άδειας διαμονής του ως πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας, να υποβάλει αίτηση για χορήγηση εθνικής άδειας διαμονής βάσει των διατάξεων του ν. 5038/2023. Ενδεικτικά, παρακαλώ διευκρινίστε τι ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία δικαιούχος διεθνούς προστασίας συνάπτει γάμο στην Ελλάδα με Έλληνα πολίτη ή αποκτήσει τέκνα. Τέλος, παρακαλώ διευκρινίστε αν, κατά τη λήξη της άδειας διαμονής του, δικαιούχος διεθνούς προστασίας διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για άδεια διαμονής για λόγους εργασίας ή σπουδών. Σας ευχαριστώ.