ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΩΝ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ
Άρθρο 32
Προέλευση και βαθμοί μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί προέρχονται από:
α) αποφοίτους ΑΣΜΥ,
β) μετατασσόμενους Επαγγελματίες Οπλίτες, σύμφωνα με το άρθρο 67, και
γ) ιδιώτες ή οπλίτες οι οποίοι κατατάσσονται στις ΕΔ με διαγωνισμό.
- Οι βαθμοί των μόνιμων υπαξιωματικών και η αντιστοιχία τους μεταξύ των Κλάδων και των ΚΣ των ΕΔ είναι κατά σειρά εξέλιξης οι ακόλουθοι:
| ΣΞ και ΚΣ | ΠΝ | ΠΑ |
| Επιλοχίας Β΄ Τάξης | Επικελευστής Β΄ Τάξης | Επισμηνίας Β΄ Τάξης |
| Επιλοχίας Α΄ Τάξης | Επικελευστής Α΄ Τάξης | Επισμηνίας Α΄ Τάξης |
| Επιλοχίας Ανεξάρτητης Υπομονάδας | Επικελευστής Ανεξάρτητης Υπομονάδας | Επισμηνίας Ανεξάρτητης Υπομονάδας |
| Αρχιλοχίας Β΄ Τάξης | Αρχικελευστής Β΄ Τάξης | Αρχισμηνίας Β΄ Τάξης |
| Αρχιλοχίας Α΄ Τάξης | Αρχικελευστής Α΄ Τάξης | Αρχισμηνίας Α΄ Τάξης |
| Αρχιλοχίας Μονάδας | Αρχικελευστής Μονάδας | Αρχισμηνίας Μονάδας |
| Ανθυπασπιστής Β΄ Τάξης | ||
| Ανθυπασπιστής Α΄ Τάξης | ||
| Ανθυπασπιστής Διοίκησης Σχηματισμού | ||
| Ανθυπασπιστής Διοίκησης Μείζονος Διοίκησης – Μείζονος Σχηματισμού | ||
| Ανθυπασπιστής Διοίκησης Γενικού Επιτελείου | ||
| Ανθυπασπιστής ΓΕΕΘΑ | ||
Άρθρο 33
Διακρίσεις και ειδικότητες μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί του ΣΞ διακρίνονται σε:
α) Όπλων:
αα) Μαχίμων,
αβ) Τεχνικής Υποστήριξης (Τεχνίτες Όπλων) και
αγ) Διοικητικής Υποστήριξης (Φροντιστές) και
β) Σωμάτων:
βα) Τεχνικού, με τις γενικές ειδικότητες:
- i) Διοικητικών και
- ii) Τεχνιτών,
ββ) Εφοδιασμού-Μεταφορών, με τις γενικές ειδικότητες:
- i) Διοικητικών και
- ii) Τεχνικών,
βγ) Υλικού Πολέμου, με τις γενικές ειδικότητες:
- i) Διοικητικών,
- ii) Τεχνικών και
iii) Πυροτεχνουργών,
βδ) Υγειονομικού, με τις γενικές ειδικότητες:
- i) Υγειονομικών – Διοικητικής Υποστήριξης και
- ii) Τεχνικής Υποστήριξης,
βε) Μουσικού,
βστ) Ταχυδρομικού,
βζ) Γεωγραφικού,
βη) Οικονομικού και
βθ) Στρατιωτικών Γραμματέων.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πληρωμάτων του ΠΝ διακρίνονται σε:
α) Διοικητικής Υποστήριξης και
β) Τεχνικής Υποστήριξης.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί της ΠΑ διακρίνονται σε:
α) Τεχνολογικής Υποστήριξης με τις ειδικότητες:
αα) Μηχανοσυνθέτη,
αβ) Μηχανικού Μεταφορικών Μέσων και Μηχανημάτων,
αγ) Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών,
αδ) Ηλεκτρολόγου,
αε) Οπλουργού και
αστ) Συντηρητή Εγκαταστάσεων,
β) Επιχειρησιακής Υποστήριξης με τις ειδικότητες:
βα) Ραδιοναυτίλου,
ββ) Ελεγκτή Αναχαίτισης,
βγ) Άμυνας Αεροδρομίων,
βδ) Μετεωρολόγου και
βε) Πληροφοριών και
γ) Διοικητικής και Εφοδιαστικής Υποστήριξης με τις ειδικότητες:
γα) Στρατολόγου,
γβ) Ταμιακού και
γγ) Υλικονόμου.
- Στους Κλάδους των ΕΔ και ΚΣ τηρούνται επετηρίδες μόνιμων υπαξιωματικών.
Άρθρο 34
Οργανικές θέσεις μόνιμων υπαξιωματικών
Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις, οι οποίες καθορίζουν την εξέλιξή τους ανά έτος, κατά κατηγορία και βαθμό.
Άρθρο 35
Αξιολόγηση μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί των ΕΔ αξιολογούνται ως προς την επαγγελματική τους ικανότητα, την απόδοση, την επάρκεια και τη γενική τους εικόνα τακτικά σε ετήσια βάση και έκτακτα.
- Για την αξιολόγησή τους θεσπίζεται σύστημα αξιολόγησης, το οποίο διέπεται από τις αρχές της αξιοκρατίας και της αμεροληψίας.
- Οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 7 εφαρμόζονται και για την αξιολόγηση των μόνιμων υπαξιωματικών.
- Το άρθρο 35 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167), περί ειδικών εκθέσεων αποστρατείας, εφαρμόζεται αναλόγως για τους μόνιμους υπαξιωματικούς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΞΕΛΙΞΗ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ
Άρθρο 36
Εξέλιξη υπηρετούντων υπαξιωματικών, Ανθυπασπιστών και αξιωματικών που προέρχονται από Ανθυπασπιστές
Η εξέλιξη των υπηρετούντων αξιωματικών που προέρχονται από υπαξιωματικούς και των υπηρετούντων Ανθυπασπιστών και υπαξιωματικών αποτυπώνεται στο Παράρτημα Α΄.
Άρθρο 37
Ιεραρχία και αρχαιότητα μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί έχουν μεταξύ τους σχέση ανώτερου ή κατώτερου, ανάλογα με τον βαθμό τους. Ομοιόβαθμοι μόνιμοι υπαξιωματικοί έχουν μεταξύ τους σχέση αρχαιότερου ή νεότερου.
- Η αρχαιότητα μεταξύ των μόνιμων υπαξιωματικών του ίδιου Κλάδου των ΕΔ ή ΚΣ καθορίζεται από:
α) Την ημερομηνία απόκτησης του βαθμού τους. Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί αποκτούν τον βαθμό τους από την ημερομηνία υπογραφής της οικείας διοικητικής πράξης.
β) Εφόσον η ημερομηνία της περ. α) είναι κοινή, από τη σειρά αποφοίτησής τους από την οικεία ΑΣΜΥ.
- Η αρχαιότητα μεταξύ των μόνιμων υπαξιωματικών ανεξαρτήτως Κλάδου των ΕΔ ή ΚΣ, καθορίζεται από το έτος απόκτησης του βαθμού τους. Όταν αυτό είναι κοινό, καθορίζεται από το προβάδισμα των Κλάδων και των ΚΣ των ΕΔ της παρ. 8 του άρθρου 8.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί απόφοιτοι ΑΣΜΥ είναι αρχαιότεροι των λοιπών.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί βαθμού Ανθυπασπιστή Α΄ Τάξης έως και Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ είναι αρχαιότεροι των Δοκίμων Εφέδρων Αξιωματικών (εφεξής: ΔΕΑ).
- Η αρχαιότητα μόνιμων υπαξιωματικών, που προέρχονται από την ενοποίηση Σωμάτων, Γενικών Ειδικοτήτων ή Εξειδικεύσεων καθορίζεται με βάση τη σειρά αποφοίτησης από την οικεία σχολή σε συνδυασμό με τις παρ. 1 έως 3. Σε περίπτωση μη ενιαίας σειράς αποφοίτησης από την οικεία σχολή, τίθενται τελευταίοι μεταξύ των ομοιόβαθμών τους, με βάση την ημερομηνία υπογραφής της διοικητικής πράξης, του ενοποιημένου Όπλου ή Σώματος ή γενικής ειδικότητας.
Άρθρο 38
Επετηρίδες μόνιμων υπαξιωματικών
Σε κάθε Κλάδο των ΕΔ και στο ΓΕΕΘΑ για τα ΚΣ τηρείται επετηρίδα για τους μόνιμους υπαξιωματικούς, σύμφωνα με το άρθρο 33 ως ακολούθως:
α) στον ΣΞ:
αα) για τους μόνιμους υπαξιωματικούς Όπλων, ενιαία κατά γενική σειρά αρχαιότητας ανά υποκατηγορία και
αβ) για τους μόνιμους υπαξιωματικούς Σωμάτων, ξεχωριστά κατά Σώμα και γενική ειδικότητα,
β) Στο ΠΝ:
βα) Διοικητικής Υποστήριξης και
ββ) Τεχνικής Υποστήριξης.
γ) στην ΠΑ:
γα) Τεχνολογικής Υποστήριξης,
γβ) Επιχειρησιακής Υποστήριξης,
γγ) Διοικητικής Υποστήριξης και
γδ) για τους υπαξιωματικούς αποφοίτους ΣΜΥΑ, ενιαία επετηρίδα κατά σειρά αρχαιότητας, και
δ) στα ΚΣ ενιαία επετηρίδα ανά ΚΣ.
Άρθρο 39
Καταληκτικοί βαθμοί μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι καταληκτικοί βαθμοί των μόνιμων υπαξιωματικών είναι οι εξής:
α) Ανθυπασπιστής ΓΕΕΘΑ για τους μόνιμους υπαξιωματικούς των Κλάδων των ΕΔ οι οποίοι προέρχονται από ΑΣΜΥ,
β) Ανθυπασπιστής Διοίκησης Μείζονος Διοίκησης – Μείζονος Σχηματισμού για τους μόνιμους υπαξιωματικούς των ΚΣ,
γ) Ανθυπασπιστής Β΄ Τάξης για:
γα) τους μόνιμους υπαξιωματικούς ειδικών καταστάσεων και
γβ) όσους έχουν καταταγεί με διαγωνισμό και
δ) Αρχιλοχίας Α΄ Τάξης και αντίστοιχοι για όσους έχουν μεταταχθεί από ΕΠΟΠ.
- Στον βαθμό του Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ προάγονται εκ περιτροπής από τον ΣΞ, το ΠΝ και την ΠΑ μόνιμοι υπαξιωματικοί οι οποίοι προέρχονται από ΑΣΜΥ.
- Στον βαθμό του Επιλοχία Ανεξάρτητης Υπομονάδας και αντιστοίχων και Αρχιλοχία Μονάδας και αντιστοίχων προάγονται αποκλειστικά μόνιμοι υπαξιωματικοί ενεργού υπηρεσίας οι οποίοι προέρχονται από ΑΣΜΥ.
Άρθρο 40
Ελάχιστος χρόνος παραμονής στον βαθμό μόνιμου υπαξιωματικού
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί κρίνονται για προαγωγή, εφόσον έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο παραμονής στον βαθμό τους ή τον ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας μόνιμου υπαξιωματικού. Ο χρόνος αυτός έχει ως εξής:
α) δύο (2) έτη στον βαθμό του Επιλοχία Β΄ Τάξης και αντιστοίχων,
β) στον βαθμό του Επιλοχία Α΄ Τάξης και αντιστοίχων:
βα) ένα (1) έτος για την προαγωγή στον βαθμό του Επιλοχία Ανεξάρτητης Υπομονάδας και αντιστοίχων ή
ββ) δύο (2) έτη ή τέσσερα (4) έτη συνολικής υπηρεσίας υπαξιωματικού για την προαγωγή στον βαθμό του Αρχιλοχία Β΄ Τάξης,
γ) ένα (1) έτος στον βαθμό του Επιλοχία Ανεξάρτητης Υπομονάδας και αντιστοίχων,
δ) επτά (7) έτη στον βαθμό του Αρχιλοχία Β΄ Τάξης και αντιστοίχων ή ένδεκα (11) έτη συνολικής υπηρεσίας μόνιμου υπαξιωματικού,
ε) στον βαθμό του Αρχιλοχία Α΄ Τάξης και αντιστοίχων:
εα) πέντε (5) έτη για την προαγωγή στον βαθμό του Αρχιλοχία Μονάδας και αντιστοίχων ή
εβ) επτά (7) έτη ή δεκαοκτώ (18) έτη συνολικής υπηρεσίας μόνιμου υπαξιωματικού για την προαγωγή στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Β΄,
στ) δύο (2) έτη στον βαθμό του Αρχιλοχία Μονάδας και αντιστοίχων,
ζ) επτά (7) έτη στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Β΄ Τάξης ή είκοσι πέντε (25) έτη συνολικής υπηρεσίας μόνιμου υπαξιωματικού,
η) επτά (7) έτη στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Α΄ Τάξης ή τριάντα δύο (32) έτη συνολικής υπηρεσίας μόνιμου υπαξιωματικού,
θ) δύο (2) έτη στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Διοίκησης Σχηματισμού,
ι) δύο (2) έτη στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Διοίκησης Μείζονος Διοίκησης – Μείζονος Σχηματισμού και
ια) δύο (2) έτη στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Διοίκησης Γενικού Επιτελείου.
- Για τον υπολογισμό του χρόνου της παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 11. Τα στοιχεία i) των υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 11 εφαρμόζονται για μόνιμους υπαξιωματικούς μέχρι και του βαθμού του Ανθυπασπιστή Α΄ Τάξης και αντιστοίχως τα στοιχεία ii) των υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 11 εφαρμόζονται για τους λοιπούς βαθμούς μόνιμων υπαξιωματικών.
- Αν συντρέχουν περισσότερες υποπεριπτώσεις της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 11, όπως αυτό εφαρμόζεται αναλόγως σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος, ο συνολικός χρόνος που προσμετράται δεν μπορεί να είναι περισσότερος από το ένα τρίτο (1/3) του ελάχιστου χρόνου παραμονής ανά βαθμό.
Άρθρο 41
Χρόνος διοίκησης και ειδικής υπηρεσίας
- Μόνιμοι υπαξιωματικοί, εξαιρουμένων όσων τελούν σε ειδική κατάσταση, υπηρετούν σε συγκεκριμένες θέσεις και επιχειρησιακές μονάδες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τον βαθμό τους.
- Χρόνος διοίκησης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο μόνιμος υπαξιωματικός υπηρετεί στις θέσεις της παρ. 1 ασκώντας διοίκηση. Χρόνος ειδικής υπηρεσίας είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο μόνιμος υπαξιωματικός υπηρετεί στις θέσεις της παρ. 1 χωρίς να ασκεί διοίκηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΚΡΙΣΕΙΣ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ
Άρθρο 42
Συμβούλια κρίσεων μόνιμων υπαξιωματικών
- Αρμόδια συμβούλια για τις τακτικές και έκτακτες κρίσεις των μόνιμων υπαξιωματικών είναι:
α) το ΣΑΓΕ Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών,
β) τα Συμβούλια Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών (εφεξής: ΣΥΚΜΥ) των Κλάδων των ΕΔ, τα οποία είναι:
βα) το ΣΥΚΜΥ του ΣΞ,
ββ) το ΣΥΚΜΥ του ΠΝ και
βγ) το ΣΥΚΜΥ της ΠΑ και
γ) το ΣΥΚΜΥ των ΚΣ.
- Οι αρμοδιότητες, τα μέλη και η λειτουργία των συμβουλίων κρίσεων καθορίζονται στα άρθρα 43 έως 45 και στο Δεύτερο Κεφάλαιο του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45).
Άρθρο 43
Αρμοδιότητες, σύνθεση και λειτουργία Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων ως συμβουλίου κρίσεων μόνιμων υπαξιωματικών
- Το ΣΑΓΕ Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών είναι αρμόδιο για την κρίση:
α) του Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ για τη διατήρησή του στην ενέργεια ή την αποστρατεία του και
β) των Ανθυπασπιστών Διοίκησης Γενικού Επιτελείου για τη διατήρησή τους στην ενέργεια, την προαγωγή ή την αποστρατεία τους.
- Το ΣΑΓΕ Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών αποτελείται από τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ ως Πρόεδρο και τους αρχηγούς των λοιπών ΓΕ ως μέλη. Εισηγητής με δικαίωμα ψήφου ορίζεται:
α) ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, για την κρίση του Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ ή
β) ο Αρχηγός του οικείου ΓΕ, σε κάθε άλλη περίπτωση.
- Το ΣΑΓΕ Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών συγκαλείται μέχρι τη 10η Απριλίου του έτους των τακτικών κρίσεων με διαταγή του προέδρου του και βρίσκεται σε απαρτία με παρόντα το σύνολο των μελών του. Γραμματέας ορίζεται ο διευθυντής της Γραμματείας ΣΑΓΕ.
- Το ΣΑΓΕ Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών ολοκληρώνει το έργο του στο πλαίσιο των τακτικών κρίσεων εντός του μηνός Απριλίου του έτους των τακτικών κρίσεων.
Άρθρο 44
Αρμοδιότητες, σύνθεση και λειτουργία των Συμβουλίων Κρίσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών
- Τα ΣΥΚΜΥ των Κλάδων των ΕΔ και των ΚΣ είναι αρμόδια για την κρίση:
α) Ανθυπασπιστών Διοίκησης Μείζονος Διοίκησης – Μείζονος Σχηματισμού και Ανθυπασπιστών Διοίκησης Σχηματισμού του οικείου Κλάδου των ΕΔ ή ΚΣ και
β) λοιπών μόνιμων υπαξιωματικών του οικείου Κλάδου των ΕΔ ή ΚΣ, οι οποίοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους των κρίσεων συμπληρώνουν τους ελάχιστους χρόνους παραμονής του άρθρου 40.
- Το ΣΥΚΜΥ του ΣΞ αποτελείται από:
α) τον Διευθυντή Β΄ Κλάδου του ΓΕΣ ως Πρόεδρο,
β) τον Διευθυντή ή τον Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού (Β1) του ΓΕΣ,
γ) δύο (2) Συνταγματάρχες Όπλων,
δ) έναν (1) Συνταγματάρχη Σωμάτων,
ε) τον Διευθυντή του 1ου Επιτελικού Γραφείου της οικείας Διεύθυνσης Προσωπικού Όπλου ή Σώματος, αν δεν υφίσταται Διεύθυνση, εφόσον είναι ανώτερος Αξιωματικός, αλλιώς έναν ανώτερο Αξιωματικό της Διεύθυνσης ή Σώματος του κρινόμενου και
στ) τον αρχαιότερο Ανθυπασπιστή Διοίκησης ΓΕΣ ως εισηγητή με δικαίωμα ψήφου.
- Καθήκοντα γραμματέα στο ΣΥΚΜΥ του ΣΞ ασκεί ανώτερος αξιωματικός της Γραμματείας του ΑΣΣ.
- Το ΣΥΚΜΥ του ΠΝ αποτελείται από:
α) τον Αρχιεπιστολέα του ΓΕΝ ως Πρόεδρο,
β) τον Διευθυντή του Β΄ Κλάδου του ΓΕΝ,
γ) έναν (1) Αρχιπλοίαρχο Μάχιμο,
δ) έναν (1) Πλοίαρχο Μάχιμο,
ε) έναν (1) Πλοίαρχο Μηχανικό και
στ) τον αρχαιότερο Ανθυπασπιστή Διοίκησης ΓΕΝ ως εισηγητή με δικαίωμα ψήφου.
- Καθήκοντα γραμματέα στο ΣΥΚΜΥ του ΠΝ ασκεί ένας (1) ανώτερος αξιωματικός του Β΄ Κλάδου του ΓΕΝ.
- Το ΣΥΚΜΥ της ΠΑ αποτελείται από:
α) τον Διευθυντή Β΄ Κλάδου του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας ως Πρόεδρο,
β) τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Στρατιωτικού Προσωπικού (Β1) του ΓΕΑ,
γ) δύο (2) Σμήναρχους Ιπτάμενους,
δ) τον Τμηματάρχη Προαγωγών της Διεύθυνσης Στρατιωτικού Προσωπικού (Β1) του ΓΕΑ και
ε) τον αρχαιότερο Ανθυπασπιστή Διοίκησης ΓΕΑ ως εισηγητή με δικαίωμα ψήφου.
- Καθήκοντα γραμματέα στο ΣΥΚΜΥ της ΠΑ ασκεί ένας (1) αξιωματικός της Γραμματείας του Ανωτάτου Αεροπορικού Συμβουλίου.
- Το ΣΥΚΜΥ των ΚΣ αποτελείται από:
α) τον Διευθυντή Β΄ Κλάδου του ΓΕΕΘΑ ως Πρόεδρο,
β) τον Διευθυντή της Διεύθυνσης του ΚΣ του κρινόμενου,
γ) τον Διευθυντή Προσωπικού (Β1) του ΓΕΕΘΑ,
δ) δύο (2) Ταξίαρχους ή αντίστοιχους, οι οποίοι υπηρετούν στο ΓΕΕΘΑ και
ε) τον Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ ως εισηγητή με δικαίωμα ψήφου.
- Καθήκοντα γραμματέα στο ΣΥΚΜΥ των ΚΣ ασκεί ο Γραμματέας του ΣΠΑΚΣ.
- Τα ΣΥΚΜΥ συγκροτούνται με διαταγή του αρχηγού του οικείου ΓΕ.
- Τα ΣΥΚΜΥ συνεδριάζουν τακτικά εντός του μηνός Απριλίου και βρίσκονται σε απαρτία με παρόντα τα τρία τέταρτα (3/4) των μελών τους.
Άρθρο 45
Συμβούλιο Μόνιμων Υπαξιωματικών Γενικών Επιτελείων
- Στο ΓΕΕΘΑ συστήνεται Συμβούλιο Μόνιμων Υπαξιωματικών Γενικών Επιτελείων (εφεξής: ΣΜΥΓΕ).
- Το ΣΜΥΓΕ είναι αρμόδιο για:
α) την υποβολή προτάσεων στους Αρχηγούς των ΓΕ για τη ρύθμιση ζητημάτων εκπαίδευσης, κατάρτισης, επιχειρησιακής αξιοποίησης, διοικητικής μέριμνας, βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης και κάθε άλλου θέματος που αφορά σε μόνιμους υπαξιωματικούς και
β) τις διαδικαστικές ενέργειες και την προετοιμασία που απαιτούνται για τις κρίσεις των μόνιμων υπαξιωματικών.
- Το ΣΜΥΓΕ αποτελείται από:
α) τον Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ, ως πρόεδρο, και
β) τον αρχαιότερο Ανθυπασπιστή Διοίκησης ΓΕΣ ,
γ) τον αρχαιότερο Ανθυπασπιστή Διοίκησης ΓΕΝ,
δ) τον αρχαιότερο Ανθυπασπιστή Διοίκησης ΓΕΑ, ως μέλη.
- Καθήκοντα Γραμματέα ΣΜΥΓΕ ανατίθενται σε μόνιμο υπαξιωματικό του ΓΕΕΘΑ.
- Το ΣΜΥΓΕ συγκροτείται με διαταγή του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ. Συγκαλείται με διαταγή του Προέδρου του και συνεδριάζει τακτικά ετησίως έναν (1) μήνα πριν από τις τακτικές κρίσεις μόνιμων υπαξιωματικών και έκτακτα οποτεδήποτε.
Άρθρο 46
Είδη κρίσεων μόνιμων υπαξιωματικών
- Υπό την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων οι μόνιμοι υπαξιωματικοί κρίνονται ως:
α) «προακτέοι επ’ ανδραγαθία»,
β) «προακτέοι κατ’ επιλογή»,
γ) «προακτέοι κατ’ εκλογή»,
δ) «προακτέοι κατ’ αρχαιότητα»,
ε) «διατηρητέοι»,
στ) «διατηρητέοι στον αυτό βαθμό»,
ζ) «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους» και
η) «αποστρατευτέοι».
- Ως «προακτέοι επ’ ανδραγαθία» κρίνονται μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι δεν φέρουν τον καταληκτικό τους βαθμό, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 17.
- Ως «προακτέοι κατ’ επιλογή» κρίνονται μόνιμοι υπαξιωματικοί για προαγωγή στους βαθμούς του Επιλοχία Ανεξάρτητης Υπομονάδας και αντιστοίχων, Αρχιλοχία Μονάδας και αντιστοίχων και Ανθυπασπιστή Διοίκησης Σχηματισμού έως Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ, οι οποίοι όπως προκύπτει από τον ατομικό τους φάκελο:
α) έχουν βαθμολογία «εξαίρετα» σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα,
β) έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο παραμονής στο βαθμό τους,
γ) έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο διοίκησης ή ειδικής υπηρεσίας στον βαθμό,
δ) έχουν αποφοιτήσει επιτυχώς από τα ανά βαθμό υποχρεωτικά σχολεία και
ε) έχουν υγεία και φυσική κατάσταση, η οποία τους επιτρέπει να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους σε καιρό ειρήνης και πολέμου.
- Ως «προακτέοι κατ’ εκλογή» κρίνονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι:
α) έχουν βαθμολογία τουλάχιστον «λίαν καλώς» σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα,
β) έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο παραμονής στον βαθμό τους,
γ) έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο διοίκησης ή ειδικής υπηρεσίας στον βαθμό,
δ) έχουν αποφοιτήσει επιτυχώς από τα ανά βαθμό υποχρεωτικά σχολεία και
ε) έχουν υγεία και φυσική κατάσταση, η οποία τους επιτρέπει να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους σε καιρό ειρήνης και πολέμου.
- Ως «προακτέοι κατ’ αρχαιότητα» κρίνονται:
α) μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι:
αα) έχουν βαθμολογία τουλάχιστον «καλώς» σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα,
αβ) έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο παραμονής στον βαθμό τους,
αγ) έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο διοίκησης ή ειδικής υπηρεσίας στον βαθμό,
αδ) έχουν αποφοιτήσει επιτυχώς από τα ανά βαθμό υποχρεωτικά σχολεία και
αε) έχουν υγεία και φυσική κατάσταση, η οποία τους επιτρέπει να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους σε καιρό ειρήνης και πολέμου και
β) οι μόνιμοι υπαξιωματικοί βαθμού Επιλοχία Β΄ Τάξης και αντιστοίχων, οι οποίοι δεν έχουν ολοκληρώσει το σκέλος της πρακτικής άσκησης στην οικεία ΑΣΜΥ.
- Ως «διατηρητέοι» κρίνονται:
α) ο Ανθυπασπιστής ΓΕΕΘΑ μέχρι δύο (2) φορές στον βαθμό του,
β) οι μόνιμοι υπαξιωματικοί βαθμού Ανθυπασπιστή Διοίκησης Σχηματισμού έως Ανθυπασπιστή Διοίκησης Γενικού Επιτελείου, εφόσον δεν έχουν κριθεί ως «προακτέοι κατ’ επιλογή», μέχρι τρεις (3) φορές στον βαθμό τους.
- Ως «διατηρητέοι στον αυτό βαθμό» κρίνονται μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι έχουν βαθμολογία «μέτρια» στα ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για την προαγωγή σε ανώτερο βαθμό, αλλά είναι κατάλληλοι για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους. Όσοι κρίνονται τρεις (3) συνεχόμενες φορές στον βαθμό τους ή τέσσερις (4) φορές συνολικά στη σταδιοδρομία τους ως «διατηρητέοι στον αυτό βαθμό», αποστρατεύονται άμεσα με τον βαθμό τους.
- Ως «ευδοκίμως τερματίσαντες» κρίνονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί οι οποίοι:
α) συμπληρώνουν τριάντα πέντε (35) έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας εντός του έτους των κρίσεων και δεν έχει καταστεί δυνατή η προαγωγή τους στον επόμενο βαθμό,
β) στον βαθμό του Ανθυπασπιστή Διοίκησης Σχηματισμού έως και τον βαθμό του Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ:
βα) έχουν συμπληρώσει τον μέγιστο αριθμό κρίσεών τους ως «διατηρητέων» ή
ββ) έχουν αποδώσει το μέγιστο των δυνατοτήτων τους και της προσφοράς τους και δεν κρίνεται σκόπιμη η περαιτέρω παραμονή τους στην ενέργεια.
- Ως «αποστρατευτέοι» κρίνονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί οι οποίοι έχουν βαθμολογία «μέτρια» στα ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για την προαγωγή σε ανώτερο βαθμό και κρίνονται ακατάλληλοι για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους, εξαιτίας ουσιώδους έλλειψης των προσόντων αυτών, καθώς και όσοι έχουν βαθμολογία «μη αποδεκτά» σε ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για την προαγωγή σε ανώτερο βαθμό. Επίσης, ως «αποστρατευτέοι» κρίνονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί, εφόσον έχει υποβληθεί έκθεση αποστρατείας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 35 του ν. 3883/2010 (Α’ 167).
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί ειδικών καταστάσεων κρίνονται ως:
α) «προακτέοι κατ’ εκλογή»,
β) «πρακτέοι κατ’ αρχαιότητα»,
γ) «διατηρητέοι στον αυτό βαθμό»,
δ) «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», όταν συμπληρώνουν τριάντα πέντε (35) έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και
ε) «αποστρατευτέοι», εφόσον παρουσιάζουν έλλειψη ουσιαστικών προσόντων σύμφωνα με την ειδική έκθεση αποστρατείας και την παρ. 9.
- Ειδικά για τις κρίσεις «προακτέος κατ’ επιλογή», «προακτέος κατ’ εκλογή», «προακτέος κατ’ αρχαιότητα» και «διατηρητέος στον αυτό βαθμό»:
α) η εκτίμηση των προσόντων γίνεται για την τελευταία δεκαετία και ιδίως στον φερόμενο βαθμό και
β) η έλλειψη ουσιαστικού προσόντος που δεν επηρέασε αρνητικά την κρίση στους νεότερους βαθμούς, μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την κρίση στους ανώτερους βαθμούς.
- Για την εφαρμογή του άρθρου 50, οι κρίσεις «προακτέος κατ’ αρχαιότητα», «διατηρητέος στον αυτό βαθμό» και «αποστρατευτέος» είναι δυσμενείς.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι κρίνονται ως «προακτέοι κατ’ αρχαιότητα», καθίστανται νεότεροι των λοιπών μόνιμων υπαξιωματικών που κρίθηκαν στις ίδιες κρίσεις ως «προακτέοι κατ’ εκλογή», προάγονται την ίδια ημερομηνία με αυτούς και διατηρούν τη μεταξύ τους σειρά αρχαιότητας.
Άρθρο 47
Κρίσεις μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί κρίνονται κάθε έτος στις τακτικές κρίσεις, οι οποίες διενεργούνται τον μήνα Απρίλιο. Στις τακτικές κρίσεις κρίνονται:
α) όσοι φέρουν βαθμό από Ανθυπασπιστή Διοίκησης Σχηματισμού μέχρι και Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ και
β) όσοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους των κρίσεων συμπληρώνουν τους ελάχιστους χρόνους παραμονής των άρθρων 40 και 41 και αποφοιτούν από τα οικεία υποχρεωτικά σχολεία των ΕΔ.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί κρίνονται σε έκτακτες κρίσεις οποτεδήποτε. Σε αυτές κρίνονται μόνιμοι υπαξιωματικοί για προαγωγή, εφόσον πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις της περ. β) της παρ. 1 και τα κριτήρια προαγωγής του άρθρου 51, καθώς και:
α) εκείνοι για τους οποίους παύει ο οποιοσδήποτε νόμιμος λόγος που εμπόδιζε την κρίση ή την προαγωγή τους και
β) εκείνοι για τους οποίους υποβάλλεται ειδική έκθεση αποστρατείας.
Άρθρο 48
Διαδικασία πριν από τις κρίσεις μόνιμων υπαξιωματικών
- Μέχρι τη 15η Φεβρουαρίου κάθε έτους οι αρμόδιες Διευθύνσεις των Κλάδων των ΕΔ και των ΚΣ καταρτίζουν ονομαστικές καταστάσεις μόνιμων υπαξιωματικών που πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις για να κριθούν στις επόμενες τακτικές κρίσεις.
- Οι καταστάσεις της παρ. 1 κοινοποιούνται ηλεκτρονικά στους κρινόμενους μόνιμους υπαξιωματικούς μέσω των υπηρεσιών τους μέχρι την 1η Μαρτίου.
Άρθρο 49
Διαδικασία κατά τις κρίσεις μόνιμων υπαξιωματικών
- Το αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων κρίνει, βάσει των στοιχείων του ατομικού φακέλου του κρινόμενου μόνιμου υπαξιωματικού και σύμφωνα με την τεκμηριωμένη προσωπική αντίληψη των μελών του και αποφασίζει με φανερή ψηφοφορία και με ειδική αιτιολογία.
- Εάν για κάποιον από τους κρινόμενους δεν τέθηκαν υπόψη του αρμόδιου συμβουλίου κρίσεων ουσιώδη στοιχεία, το συμβούλιο αυτό βεβαιώνει στα πρακτικά την έλλειψη και αναβάλλει την κρίση του μέχρι να προσκομιστούν τα ελλείποντα στοιχεία σε επόμενη συνεδρίαση και πάντως όχι για περισσότερο από τρεις (3) μήνες. Στην επόμενη συνεδρίαση το αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων αποφασίζει οριστικά και η κρίση του ανατρέχει στον χρόνο της αρχικής συνεδρίασης.
- Για κάθε συνεδρίαση τηρούνται πρακτικά, στα οποία καταγράφονται αναλυτικά τα στοιχεία των παρ. 1 και 2, η αιτιολόγηση της κρίσης του συμβουλίου και ονομαστικά τα μέλη που μειοψήφησαν και περίληψη της άποψής τους.
Άρθρο 50
Ενδικοφανείς προσφυγές κατά κρίσεων μόνιμων υπαξιωματικών
- Η δυσμενής κρίση του αρμόδιου συμβουλίου κρίσεων κοινοποιείται στον κρινόμενο μόνιμο υπαξιωματικό αμελλητί. Ο κρινόμενος έχει δικαίωμα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της απόφασης του συμβουλίου εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της. Αρμόδιος για την απάντηση της ενδικοφανούς προσφυγής είναι ο Αρχηγός του οικείου ΓΕ, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκησή της και κατόπιν αιτιολογημένης γνώμης του οικείου συμβουλίου. Η άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής δεν αναστέλλει τη διαδικασία των κρίσεων.
- Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των κρίσεων κυρώνονται οι πίνακες των κριθέντων ανά βαθμό, επετηρίδα και ανά είδος κρίσης από:
α) τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας για τους Ανθυπασπιστές Διοίκησης Γενικού Επιτελείου και τον Ανθυπασπιστή ΓΕΕΘΑ και
β) τον Αρχηγό του οικείου ΓΕ για τους λοιπούς μόνιμους υπαξιωματικούς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΜΟΝΙΜΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ
Άρθρο 51
Κριτήρια προαγωγής μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί προάγονται σύμφωνα με κύρια και επικουρικά κριτήρια.
- Τα κύρια κριτήρια προαγωγής είναι:
α) οι βαθμολογίες τους στις εκθέσεις και σημειώματα αξιολόγησης και
β) ο χρόνος υπηρεσίας τους σε θέσεις διοίκησης ή ειδικής υπηρεσίας.
- Τα επικουρικά κριτήρια προαγωγής είναι αυτά των αξιωματικών, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 25.
- Για τους μόνιμους υπαξιωματικούς που συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις, την περίοδο κατά την οποία η Χώρα τελεί σε κατάσταση πολέμου, συντάσσεται Έκθεση Πολεμικής Δράσης.
Άρθρο 52
Προαγωγή μόνιμων υπαξιωματικών
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί μπορούν να προάγονται μέχρι τον καταληκτικό τους βαθμό, σύμφωνα με τα κριτήρια προαγωγής του άρθρου 51.
- Τα κύρια και επικουρικά κριτήρια προαγωγής απαριθμούνται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 51 και στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 25 κατά φθίνουσα σειρά βαρύτητας. Τα κύρια κριτήρια προαγωγής λαμβάνονται υπόψη από τα αρμόδια συμβούλια κρίσεων υποχρεωτικά και τα επικουρικά εκτιμώνται ελεύθερα. Για την εκτίμηση των κριτηρίων εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 25.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί προάγονται για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων μόνιμων υπαξιωματικών ανώτερων βαθμών. Ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων ανά βαθμό προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ όσων προβλέπονται στην απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 54 και του αριθμού των μόνιμων υπαξιωματικών που κατέχουν οργανική θέση στον βαθμό τους. Οι θέσεις των μόνιμων υπαξιωματικών που αποβιώνουν ή κηρύσσονται σε αφάνεια θεωρούνται κενές από την επόμενη ημέρα του θανάτου ή της κήρυξής τους σε αφάνεια και όσων αποστρατεύονται από τις ΕΔ για οποιονδήποτε λόγο από την ημερομηνία υπογραφής της σχετικής διοικητικής πράξης.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί προάγονται σύμφωνα με την κατάταξή τους σε πίνακα προακτέων κατά τη σειρά αρχαιότητάς τους, όπως αυτή προκύπτει από τη θέση τους στην οικεία επετηρίδα. Οι πίνακες αυτοί:
α) για τους Ανθυπασπιστές Α΄ Τάξης έως και τους Ανθυπασπιστές Διοίκησης Γενικού Επιτελείου ισχύουν μέχρι την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων και
β) για τους Επιλοχίες Β΄ Τάξης και αντιστοίχους έως και τους Ανθυπασπιστές Β΄ Τάξης ισχύουν μέχρι την κύρωση των πινάκων των επομένων τακτικών ή εκτάκτων κρίσεων.
- Οι παρ. 5, 6 και 9 του άρθρου 26 εφαρμόζονται αναλόγως για τους μόνιμους υπαξιωματικούς.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι φέρουν μέχρι και τον βαθμό του Ανθυπασπιστή Β΄ Τάξης, προάγονται με διαταγή του Αρχηγού του οικείου ΓΕ και οι λοιποί με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας.
- Σε μόνιμους υπαξιωματικούς οι οποίοι αποβιώνουν κατά την εκτέλεση υπηρεσίας, η οποία συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και προδήλως και αναμφισβήτητα λόγω αυτού, απονέμεται με προεδρικό διάταγμα από την προηγουμένη του θανάτου τους ο βαθμός που φέρει ο ανώτερος στην ενέργεια αξιωματικός ή μόνιμος υπαξιωματικός της ίδιας προέλευσης, κατόπιν απόφασης του αρμόδιου συμβουλίου κρίσεων. Ειδικά για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου νοείται ότι ο θανών έχει τόσα έτη υπηρεσίας όσα έχει ο αρχαιότερος αντίστοιχος στην ενέργεια στρατιωτικός που φέρει τον απονεμόμενο βαθμό. Αν ο θάνατός τους δεν συνέβη κατά την εκτέλεση υπηρεσίας, τους απονέμεται με απόφαση του Αρχηγού του οικείου ΓΕ από την προηγούμενη του θανάτου τους ο αμέσως ανώτερος βαθμός, εφόσον τον φέρει εν ενεργεία αξιωματικός για την κατηγορία τους, κατόπιν απόφασης του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων.
- Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί που αποβιώνουν τίθενται σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία με ημερομηνία διαγραφής αυτή του θανάτου τους.
- Η παρ. 4 του άρθρου 23 εφαρμόζεται αναλόγως για τους μόνιμους υπαξιωματικούς -οι οποίοι προάγονται επ’ ανδραγαθία.
Άρθρο 53
Αποστρατευτικός βαθμός και τιμητικές διακρίσεις μόνιμων υπαξιωματικών
- Μόνιμοι υπαξιωματικοί μέχρι και του βαθμού του Ανθυπασπιστή Διοίκησης Γενικού Επιτελείου, οι οποίοι κρίνονται ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», προάγονται με απόφαση του οικείου συμβουλίου κρίσεων στον ανώτερο σε αποστρατεία βαθμό. Ο αποστρατευτικός βαθμός τους απονέμεται έναν (1) μήνα πριν από την έκδοση της διοικητικής πράξης αποστρατείας τους.
- Ο Ανθυπασπιστής ΓΕΕΘΑ, ο οποίος κρίνεται ως «ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του», προάγεται με απόφαση του ΣΑΓΕ του άρθρου 43 στον αποστρατευτικό βαθμό του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων την ίδια ημέρα με αυτήν της διαγραφής του από τις ΕΔ.
- Ως προς τον χρόνο της αποστρατείας των μόνιμων υπαξιωματικών:
α) όσοι κρίνονται ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους» αποστρατεύονται εντός ενός (1) μηνός από την απονομή αποστρατευτικού βαθμού και
β) όσοι κρίνονται ως «διατηρητέοι στον αυτό βαθμό» ή «αποστρατευτέοι» αποστρατεύονται εντός ενός (1) μηνός από την κύρωση του οικείου πίνακα κρίσης.
- Μόνιμοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι αποστρατεύονται για λόγους υγείας ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», προάγονται στον επόμενο βαθμό, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της κρίσης «διατηρητέου στον αυτό βαθμό», και αποστρατεύονται εντός ενός (1) μηνός.
- Αρμόδιος για την έκδοση της διοικητικής πράξης αποστρατείας των μόνιμων υπαξιωματικών είναι ο Αρχηγός του ΓΕ στο οποίο υπάγονται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
εξουσιοδοτικεσ, μεταβατικεσ και καταργουμενες ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ΄
Άρθρο 54
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Γ΄
- Για την εφαρμογή του άρθρου 33:
α) με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας κατόπιν γνώμης του ΣΑΓΕ μετά από εισήγηση του Αρχηγού του οικείου ΓΕ, δύναται να ιδρύονται, να καταργούνται ή να συγχωνεύονται Σώματα, γενικές ειδικότητες ή εξειδικεύσεις της ίδιας γενικής ειδικότητας μόνιμων υπαξιωματικών και τέχνες του ιδίου Κλάδου των ΕΔ και
β) με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του Αρχηγού του οικείου ΓΕ, δύναται να καταρτίζονται, να καταργούνται και να συγχωνεύονται οι επετηρίδες των μόνιμων υπαξιωματικών.
- Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του ΣΑΓΕ και δεν δημοσιεύεται, καθορίζεται ο αριθμός των οργανικών θέσεων μόνιμων υπαξιωματικών, η κατανομή τους κατά κατηγορία, βαθμό και ανά έτος και ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 34.
- Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, μετά από πρόταση του ΣΑΓΕ, καθορίζονται τα ουσιαστικά προσόντα των μόνιμων υπαξιωματικών, οι προϋποθέσεις, το αντικείμενο, τα κριτήρια, ο χρόνος, η συχνότητα, ο τύπος, η κλίμακα, η διαδικασία και τα όργανα σύνταξης εκθέσεων αξιολόγησης και σημειωμάτων ικανότητας, οι αρμόδιες υπηρεσίες για την τήρησή τους, τα στοιχεία που περιέχονται στον ατομικό φάκελο των μόνιμων υπαξιωματικών, η διαδικασία υποβολής και εξέτασης διοικητικών προσφυγών, η σύνταξη των εκθέσεων πολεμικής δράσης και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 35 και της παρ. 4 του άρθρου 51.
- Με αποφάσεις των Αρχηγών των οικείων ΓΕ, οι οποίες εκδίδονται μετά από γνώμη του Ανώτατου κατά Κλάδο Συμβουλίου ή του ΣΑΓΕ για τα ΚΣ, καθορίζονται ο χρόνος, οι θέσεις διοίκησης και ειδικής υπηρεσίας των μόνιμων υπαξιωματικών, το μεταβατικό στάδιο εφαρμογής της απόφασης αυτής και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 41.
- Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία εκδίδεται μετά από εισήγηση του ΣΑΓΕ, καθορίζονται τα σταδιοδρομικά σχολεία των μόνιμων υπαξιωματικών, ο τόπος, το είδος και η διάρκεια της εκπαίδευσης ή μετεκπαίδευσης, τα ειδικά σχολεία των μόνιμων υπαξιωματικών στα οποία η επιτυχής αποφοίτηση δεν αποτελεί τυπικό προσόν για την προαγωγή τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την παρ. 2 του άρθρου 51.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από πρόταση των οικείων ΓΕ, ορίζεται ο αριθμός των ιδιωτών ή οπλιτών που κατατάσσονται ή ανακατατάσσονται ως μόνιμοι υπαξιωματικοί για κάθε έτος, ανάλογα με τις ανάγκες των ΓΕ για την εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 32. Πριν από την έκδοση της κοινής απόφασης του πρώτου εδαφίου, με γνωμάτευση του ΣΑΓΕ κατανέμεται στα ΓΕ, ανάλογα με τις ανάγκες τους, ο αριθμός των θέσεων των ιδιωτών ή οπλιτών που κατατάσσονται ή ανακατατάσσονται που προκηρύσσεται κάθε έτος.
- Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, μετά από πρόταση των ΓΕ, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, η διαδικασία, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την κατάταξη ή ανακατάταξη των ιδιωτών ή οπλιτών ως μόνιμων υπαξιωματικών, για την εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 32.
Άρθρο 55
Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Γ΄
- Η προαγωγή μόνιμων υπαξιωματικών για το έτος 2026 γίνεται αποκλειστικά για κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων, όπως αυτές εξειδικεύονται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 54, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 52.
- Ειδικά για τις κρίσεις του έτους 2026 οι πίνακες κρινόμενων μόνιμων υπαξιωματικών καταρτίζονται μέχρι τη 15η.2.2026 και κοινοποιούνται στους κρινόμενους μόνιμους υπαξιωματικούς μέσω των υπηρεσιών τους μέχρι την 1η.3.2026.
Άρθρο 56
Καταργούμενες διατάξεις Μέρους Γ΄
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους, καταργείται το ν.δ. 445/1974 (Α΄ 160), περί ιεραρχίας και προαγωγών των Ανθυπασπιστών και Μόνιμων και Εθελοντών Οπλιτών Ενόπλων Δυνάμεων.




Αμετανόητοι στα λάθη σας …συνεχίζετε παράνομα να μην έχετε εκδόσει πίνακες κρίσεων των στελεχών εφαρμόζοντας μη ψηφισμένο νομοσχέδιο !!!
Τα στελέχη που εφαρμόζουν μη ψηφισμένα νομοσχέδια εις βάρος ισχυόντων νόμων και λειτουργώντας συντεχνιακά δεν πρέπει να ελεγχθούν ;;;
Καμία εμπιστοσύνη!!!
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Είμαστε κάθετα αντίθετοι με αυτό το νομοσχέδιο.
Είμαστε αντίθετοι σε κάθε ρύθμιση που μειώνει, αποδυναμώνει ή ταπεινώνει τους ανθρώπους που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Εθνικής Άμυνάς της χώρας. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν χρειάζονται “μεταρρυθμίσεις” που τις απογυμνώνουν από το κύρος τους, αλλά πραγματική στήριξη, ενίσχυση, αξιοκρατία και ουσιαστική αναβάθμιση του έργου και της καθημερινότητάς τους.
Η Πολιτεία οφείλει να ακούει τα στελέχη της, όχι να τα αγνοεί.
Οφείλει να τιμά, όχι να προσβάλλει.
Οφείλει να χτίζει σχέσεις εμπιστοσύνης, όχι να καλλιεργεί την απογοήτευση.
Στις Ένοπλες Δυνάμεις αξίζει σεβασμός, ειλικρίνεια και ευθύνη. Όχι επικοινωνιακά τεχνάσματα και νομοσχέδια που υπονομεύουν τον πυλώνα της εθνικής ασφάλειας.
» Με το παρόν σχόλιο επιθυμώ να θέσω υπόψη σας ορισμένα κρίσιμα νομικά, συνταγματικά και διοικητικά ζητήματα που ανακύπτουν από τις ρυθμίσεις του Τμήματος Γ’ (άρθρα 32–56) του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και το Παράρτημα Β, τα οποία αφορούν τη βαθμολογική εξέλιξη του προσωπικού Εθελοντών Μακράς Θητείας (ΕΜΘ).
Οι ρυθμίσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα τόσο την υπηρεσιακή κατάσταση όσο και τα δικαιώματα ενός σημαντικού αριθμού στελεχών, ιδίως όσων έχουν καταταγεί κατά τα έτη 1996–2000 και παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι, την ώρα που οι ΕΜΘ μέχρι το έτος κατάταξης 1995 προάγονται στον βαθμό του Ανθυπολοχαγού ,και οι παλαιότεροι μέχρι και τον βαθμό του Λγου (τάξη ΕΜΘ 1988).
Το Παράρτημα Β που συνοδεύει το Σχέδιο Νόμου αποτυπώνει με σαφήνεια την ανωτέρω διαφοροποίηση, σύμφωνα με την οποία οι ΕΜΘ 1991–1995 λαμβάνουν βαθμούς αξιωματικού με ότι συνεπάγεται, ενώ οι ΕΜΘ 1996–2000 παραμένουν στον βαθμό του Ανθυπασπιστή ή και χαμηλότερα μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, χωρίς ρεαλιστική προοπτική περαιτέρω εξέλιξης.ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ-Β
Η επιλογή του νομοθέτη να θέσει το έτος κατάταξης 1995 ως όριο για την προαγωγή σε βαθμό αξιωματικού, ένα μεγάλο τμήμα ομοιογενών στελεχών αποκλεισμένο από την ίδια εξέλιξη, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, ισότητας, αξιοκρατίας, αναλογικότητας, επιστοσυνης στο κράτοςδικαίου, προστασίας επαγγελματικών δικαιωμάτων και συμμόρφωσης προς το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Ακολουθεί αναλυτική τεκμηρίωση.
1. Παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 §1 Συντ.)
Η διαφοροποίηση μεταξύ ΕΜΘ πριν και μετά το 1995 στερείται οποιασδήποτε αντικειμενικής, τεχνικής ή υπηρεσιακής αιτιολόγησης.
Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η διαφορετική υπηρεσιακή μεταχείριση επιτρέπεται μόνο όταν στηρίζεται σε πραγματικές, ουσιαστικές και λογικές διαφορές, οι οποίες απουσιάζουν εν προκειμένω.
Η διάκριση που εισάγεται βασίζεται αποκλειστικά στο τυπικό κριτήριο του έτους κατάταξης, το οποίο δεν αποτελεί συνταγματικά ανεκτό λόγο διαφοροποίησης εντός της ίδιας υπηρεσιακής κατηγορίας.
2. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Συντ.)
Η απόλυτη και μόνιμη αποστέρηση των ΕΜΘ 1996–2000 από τον βαθμό του ανθυπολοχαγού:
• δεν είναι κατάλληλη για εξυπηρέτηση κάποιας συγκεκριμένης επιχειρησιακής ανάγκης,
• δεν είναι αναγκαία, αφού υπήρχαν ηπιότερες και πιο ισόρροπες λύσεις,
• δεν είναι ανάλογη, διότι δημιουργεί ακραία δυσμενή μεταχείριση εις βάρος μιας ομοιογενούς ομάδας στελεχών.
Η αναλογικότητα λειτουργεί ως θεσμικό φρένο σε νομοθετικές επιλογές που παράγουν δυσανάλογα αποτελέσματα, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
3. Παραβίαση της αρχής της αξιοκρατίας και της υπηρεσιακής εξέλιξης (άρθρο 103 Συντ.)
Η υπηρεσιακή εξέλιξη των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων οφείλει να στηρίζεται σε:
• αντικειμενικά κριτήρια,
• αξιοκρατικές διαδικασίες,
• διαφανείς κανόνες.
Το έτος κατάταξης δεν αποτελεί κριτήριο ούτε για την επιχειρησιακή ικανότητα, ούτε για την υπηρεσιακή απόδοση, ούτε για την ιεραρχική σειρά εντός βαθμού.
Η αυθαίρετη αυτή διαφοροποίηση στο έτος μετάβασης (1995) των ΕΜΘ σε Αξιωματικούς οδηγεί σε αξιοκρατικά κενά και υποβαθμίζει τον θεσμό των ΕΜΘ.
4. Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας – Απαγόρευση αυθαίρετης διάκρισης
Το ΣτΕ έχει καταστήσει σαφές ότι:
• (ΣτΕ 1917/2014) Δεν επιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση εντός της ίδιας κατηγορίας υπαλλήλων όταν δεν υφίσταται ουσιαστική διαφορά.
• (ΣτΕ 171/2020) Η υπηρεσιακή εξέλιξη πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικούς, αξιοκρατικούς λόγους, όχι σε τυπικά κριτήρια.
• (ΣτΕ 2332/2017) Η διοίκηση οφείλει να σέβεται τη χρηστή διοίκηση και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των στελεχών.
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ΕΜΘ 1996–2000 δεν διαφέρουν σε τίποτα ουσιαστικό από τους ΕΜΘ 1991–1995 ως προς:
• καθήκοντα,
• προσόντα,
• επιχειρησιακό ρόλο,
• υποχρεώσεις,
• δικαιώματα.
Συνεπώς η διακριτική μεταχείριση συνιστά ανεπίτρεπτη άνιση μεταχείριση κατά την κρίση του ΣτΕ.
5. Αντίθεση προς το Ενωσιακό Δίκαιο – Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ (Άρθρα 20 & 21)
Το ενωσιακό δίκαιο απαγορεύει διακρίσεις λόγω:
• ηλικίας,
• έτους πρόσληψης,
• ή άλλων κριτηρίων χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η αυθαίρετη θέσπιση «ορίων–τομών» (cut-off dates), όταν δεν εξυπηρετεί αναγκαίο και θεμιτό σκοπό, συνιστά αδικαιολόγητη διάκριση.
Η διάκριση μεταξύ «ΕΜΘ έως 1995» και «ΕΜΘ μετά το 1995» αποτελεί ακριβώς τέτοια περίπτωση.
6. Παραβίαση άρθρου 14 ΕΣΔΑ – Απαγόρευση διακρίσεων
Το άρθρο 14 ΕΣΔΑ προστατεύει από διακρίσεις εντός επαγγελματικών κατηγοριών.
Η διαφοροποίηση εν προκειμένω:
• δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία,
• δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό,
• παράγει δυσανάλογη βλάβη στους νεότερους ΕΜΘ.
Κατά συνέπεια, η ρύθμιση βρίσκεται σε προφανή αντίθεση με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
7. Παραβίαση της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Οι ΕΜΘ 1996–2000:
• υπηρέτησαν δεκαετίες
• με προσδοκία αντίστοιχης υπηρεσιακής εξέλιξης
• σύμφωνα με το προηγούμενο καθεστώς.
Η ξαφνική θέσπιση ενός ορίου διαχωρισμού χωρίς αιτία και ο ουσιαστικός αποκλεισμός μιας ολόκληρης ομάδας στελεχών από την προαγωγή σε βαθμούς αξιωματικού παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση.
Επίσης το παρακάτω σχόλιο όπου υποβάλει και πρόταση:
» Τα Παραρτήματα του σχεδίου νόμου βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 11, όσον αφορά τη βαθμολογική εξέλιξη των ήδη υπηρετούντων αξιωματικών. Με την εφαρμογή τους δεν τηρείται ο ελάχιστος χρόνος παραμονής στους βαθμούς (Ανθυπολοχαγού, Υπολοχαγού κ.λπ.), όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 11.
Η επιλογή αυτή συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, καθώς δεν προβλέπεται αντίστοιχη μεταχείριση ή μεταβατικό πλαίσιο για την Κατηγορία Α (ΣΣΕ), ενώ ταυτόχρονα διαφοροποιείται αυθαίρετα η υπηρεσιακή εξέλιξη μεταξύ στελεχών ίδιων κατηγοριών και ετών υπηρεσίας.
Προτείνεται, συνεπώς, να εφαρμοστεί το άρθρο 11 και στους ήδη υπηρετούντες αξιωματικούς των Κατηγοριών Β και Γ, ώστε να κρίνονται για προαγωγή με βάση τους χρόνους που αυτό προβλέπει. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται:
ομαλή μετάβαση πενταετίας (5 ετών) για τους ΕΜΘ ωστε να διατηρηθεί η υπηρεσιακή συνέχεια χωρίς αιφνίδια ανατροπή. Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται και η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, καθώς ανατρέπεται βιαιως και αιφνιδίως η ήδη διαμορφωμένη υπηρεσιακή και βαθμολογική προοπτική, την οποία η Διοίκηση είχε δημιουργήσει και διατηρήσει επί σειρά ετών.
Περαιτέρω, η εφαρμογή των Παραρτημάτων θα οδηγήσει σε σοβαρή διατάραξη της στρατιωτικής ιεραρχίας, ενδεικτικά:
Υπολοχαγοί προέλευσης ΣΜΥ, οι οποίοι σήμερα είναι ανώτεροι Ανθυπολοχαγών ΣΣΕ, θα καταστούν νεότεροι αυτών.
Ανθυπολοχαγοί ΕΜΘ, που προηγούνται ιεραρχικά Ανθυπασπιστών ΣΜΥ, θα βρεθούν ξαφνικά νεότεροι λόγω μη προαγωγής τους σε Υπολοχαγούς.
Οι στρεβλώσεις αυτές πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της ιεραρχίας και δημιουργούν υπηρεσιακή αστάθεια.
Τέλος, η μη πρόβλεψη ομαλής μετάβασης θα οδηγήσει με μαθηματική βεβαιότητα σε:
πολλαπλές αγωγές για ηθική βλάβη και προσβολή δικαιωμάτων υπηρεσιακής εξέλιξης, εξώθηση στελεχών σε πρόωρη αποστρατεία, με αποτέλεσμα τη μείωση της ενεργού στρατιωτικής δύναμης κατά τρόπο αδικαιολόγητο και επιζήμιο.’
Οι αλλαγές στο βαθμολόγιο των στελεχών δεν πρέπει και δεν μπορούν να ισχύσουν για όσους ήδη υπηρετούν ως στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ή φοιτούν ήδη στις Στρατιωτικές Σχολές. Η άμεση εφαρμογή του νέου βαθμολογίου στα ήδη υπηρετούντα στελέχη προελεύσης ΕΜΘ παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθόσον ανατρέπει αιφνιδιαστικά το καθεστώς βαθμολογικής εξέλιξης, χωρίς μάλιστα την πρόβλεψη ουσιαστικών μεταβατικών διατάξεων. Παραβιάζει επίσης την αρχή της ισότητας διότι στελέχη με την ίδια προέλευση , την ίδια εκπαίδευση και τα ίδια προσόντα, εξελίσσονται διαφορετικά με μόνο κριτήριο τον διαφορετικό χρόνο κατάταξης στις Ένοπλες Δυνάμεις. Για τους ανωτέρω λόγους, αν δεν αποσυρθεί το νέο προτεινόμενο βαθμολόγιο, να ισχύσει το βαθμολόγιο από όσους θα καταταγούν στις Ένοπλες Δυνάμεις, μετά την θέση σε ισχύ του νέου νόμου» .
Τέλος θα πρέπει να υπάρξει και εκτενείς ενημέρωση σε φορείς του Δημοσίου και της Εκπαίδευσης του κοινού και εν δυνάμει υποψηφίους τόσο στις σχολές ΑΣΕΙ όσο και ΑΣΣΥ, διαγωνισμούς ΕΠ.ΟΠ σε βάθος τουλάχιστον 2 ετιας, έτσι ώστε να προετοιμαστει κατάλληλα ο πολίτης και να αποφασίσει για το μέλλον του. Η εφαρμογή του νομοσχεδίου σε ήδη καταταγεντες με συγκεκριμένες εγκυκλίους λειτουργεί ως τροχοπέδη στον εργασιακό τους βιο και ανατρέπει τις επιλογές τους.
Να δω ποιος υπαξιωματικός θα παραμείνει στο στράτευμα για να διοικούν οι αξιωματικοί που θα έχετε… Με 3,60 και 24ωρες υπηρεσίες και άπειρα χωσιματα οι παραιτήσεις είναι μονόδρομος.. ο χειρότερος ιδιωτικός τομέας, καλύτερος από την απαξίωση σας…
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Να αποσυρθεί άμεσα.
Είναι απαράδεκτο λυπάμαι πραγματικά .
Εάν προχωρήσει θα παραιτηθώ.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Κύριε Υπουργέ,
Με αυτό το πολυνομοσχέδιο που θέλετε να περάσετε καταργείται τρεις ολόκληρες σχολές. Αυτές οι σχολές που από την ίδρυση τους έχουν προσφέρει πολλά ηρωικά στελέχη στους ένδοξους αγώνες της έθνους μας. Είναι άδικο να γίνεται όλο αυτό. Επίσης πρέπει να ξέρετε ότι με την ψήφιση του νομοσχεδίου «πριονίζεται» την εθνική ασφάλεια της χώρας, διότι πρέπει να ξέρετε πως ο κακός γείτονας μας γνωρίζει τη γίνεται και τη έχουμε εντός συνόρων.
Θερμή παράκληση, ξανά σκεφτήται και απορρίψτε το με λογική και με σύνεση, για να μην μείνετε στην ιστορία του ελληνικού έθνους ως ένας ακόμα πολιτικός που δεν φρόντισε για την ασφάλεια της χώρας του.
Με εκτίμηση,
Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού που διαθέτει υψηλό αίσθημα ευθύνης.
Καμια εμπιστοσυνη στους συμβουλους του Υπουργου, λαθος ολο το σκεπτικο, ο στρατος θελει νιατα, τα οποια εχουν γυρισει την πλατη στο στρατο.
ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ σε ένα νομοσχέδιο που υπονομεύει την συνοχή και το μέλλον των Ε.Δ.
Αρχικά πρέπει να σεβαστείτε τους στρατιωτικους και να τηρήσετε τις εγκυκλίους που εισήχθησαν τα στελέχη στις Ένοπλες Δυνάμεις , για να σεβαστουν έπειτα όλοι εσάς και τα νομοσχέδια με τις μεταρρυθμίσεις.
ΟΧΙ στο νομοσχέδιο – έκτρωμα.
ΟΧΙ στο Σώμα Υπαξιωματικών.
Παρατίθενται τεχνική και νομική αξιολόγηση του νομοσχεδίου του ΥΠΕΘΑ, βάσει των αρχών της ισότητας, αναλογικότητας, συνέχειας της διοίκησης, προστασίας θεμελιωδών προσδοκιών και νομολογίας του ΣτΕ:
Α. Υφίσταται έλλειψη ανάλυσης πεδίων κατά τη διαβούλευση.
Το νομοσχέδιο στερείται αιτιολογικής έκθεσης, έκθεσης γενικών συνεπειών, έκθεσης νομιμότητας όπου σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 2 περ. στ του ν. 4622/2019, η έκθεση νομιμότητας εστιάζει στη συνταγματικότητα των διατάξεων και τη συμφωνία τους με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Η απουσία τεκμηρίωσης στη δημόσια διαβούλευση συνιστά, σοβαρό θεσμικό έλλειμμα, προσχηματική διαδικασία συμμετοχής, αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης, παραβίαση των αρχών καλής νομοθέτησης, κατά συνέπεια η διαβούλευση δεν εκπληρώνει τον σκοπό της.
Β. Διαρρηγνύεται η αρχής της ισότητας συμφώνως του άρθρου 4 Συντάγματος,
διότι στελέχη οδηγούνται σε διαφορετικό καταληκτικό βαθμό χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Συγκεκριμένα, η νομολογία του ΣτΕ (1917/1998, 2193/2016, 2287/2015) επιβάλλει ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ όμοιων κατηγοριών προσωπικού απαιτεί ειδική τεκμηρίωση και αντικειμενικό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται στο νομοσχέδιο.
Γ. Δυσμενής μεταβολή υπηρεσιακής κατάστασης με την κατάργηση επί σειρά ετών, θεμελιωμένων προσδοκιών.
Το νομοσχέδιο καταργεί προσδοκίες βαθμολογικής εξέλιξης που έχουν δημιουργηθεί από την Πολιτεία σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012),
«Οι θεμελιωμένες υπηρεσιακές προσδοκίες προστατεύονται και δεν επιτρέπεται η αυθαίρετη νομοθετική ανατροπή τους.» Το νομοσχέδιο ανατρέπει την υφιστάμενη βαθμολογική εξέλιξη, την προοπτική προαγωγών, τους καταληκτικούς βαθμούς και τις διαδρομές καριέρας που το Κράτος είχε θεσπίσει, δίχως ειδική αιτιολόγηση για αυτή την ανατροπή.
Δ. Θίγονται αναδρομικά χιλιάδες στελέχη που έχουν ήδη θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν άμεσα δικαίωμα προαγωγής εφόσον συμπληρώνουν χρόνο υπηρεσίας, διαθέτουν τυπικά και υπηρεσιακά κριτήρια προσόντα και αξιολογήσεις,
τα οποία τα καθιστούν ώριμα για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και το νομοσχέδιο, τους στερεί την προαγωγή αυτή εκ των υστέρων, παρότι όλα τα δεδομένα έχουν ήδη θεμελιωθεί και η Πολιτεία έχει δημιουργήσει νόμιμες προσδοκίες. Η προαγωγή αποτελεί ώριμο δικαίωμα ή άμεσα θεμελιούμενη προσδοκία. Συμφώνως του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012):
«Η διοίκηση οφείλει να μη μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές καταστάσεις που έχουν ήδη ωριμάσει ή τελούν σε άμεση θεμελίωση.»
Η απουσία μεταβατικών διατάξεων συνιστά δυσμενή αναδρομικότητα η οποία παραβιαζει, την ασφάλεια δικαίου, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της αναδρομικότητας, το νομοσχέδιο, μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές προοπτικές χωρίς να προβλέπει εξαιρετική ρητή αναδρομική εφαρμογή. Σύμφωνα με τη νομολογία (ΣτΕ 1501/2014, 1682/2012) ορίζεται ότι οι δυσμενείς μεταβολές χωρίς τέτοια πρόβλεψη είναι ανίσχυρες, άρα οι υφιστάμενοι καταληκτικοί βαθμοί και οι υπηρεσιακές προσδοκίες παραμένουν σε ισχύ.
Ε. Υφίσταται αντίθεση με τη νομολογία για τα αντικειμενικά κριτήρια κρίσεων και προαγωγών. Η απόφαση ΔΕφΑθ 1578/2021 έκρινε ότι η βαθμολογική εξέλιξη απαιτεί αντικειμενικά κριτήρια και ότι δεν επιτρέπονται συστήματα, ούτε ταξικές διαφοροποιήσεις χωρίς αιτιολόγηση. Το νομοσχέδιο δημιουργεί ακριβώς τέτοιες διαφοροποιήσεις.
ΣΤ. Παραβίαση της συνέχειας της διοίκησης
Με την κατάργηση ρυθμίσεων του ν. 5018/2023 χωρίς ειδική τεκμηρίωση, αντιβαίνει στην αρχή της συνέχειας της διοίκησης (ΣτΕ 3226/2004, 460/2013).
Η πρωτοφανής αυτή μεταστροφή πολιτικής μέσα σε μόλις δύο έτη δημιουργεί διοικητική αστάθεια.
Ζ. Παραβίαση αρχών καλής νομοθέτησης διότι δεν παρατίθενται επιχειρησιακά δεδομένα, δημοσιονομική ανάλυση, SWOT Analysis, εκτίμηση επιπτώσεων στη δομή, τη λειτουργία και τη συνοχή των ΕΔ. Αυτό αντίκειται σε νομολογία περί αιτιολογημένης διοικητικής δράσης (ΣτΕ 1150/2018, 1113/2020, 3470/2014).
Συμπερασματικά: Το νομοσχέδιο δεν είναι τεκμηριωμένο, δεν σέβεται θεμελιωμένες προσδοκίες, δεν είναι συμβατό με τη νομολογία, δεν περιέχει μεταβατικές ρυθμίσεις, δεν στηρίζεται σε αρχές καλής νομοθέτησης. Συνιστάται η άμεση απόσυρση του και η επανεξέτασή του με πλήρης αιτιολογική έκθεση, τεκμηρίωση επιχειρησιακών και δημοσιονομικών επιπτώσεων, σαφείς μεταβατικές διατάξεις,
με σεβασμό στη νομολογία και στη θεσμική συνέχεια.
Με εκτίμηση Εν Ενεργεία Αξκος από ΑΣΣΥ
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Είμαστε κάθετα αντίθετοι με αυτό το νομοσχέδιο.
Είμαστε αντίθετοι σε κάθε ρύθμιση που μειώνει, αποδυναμώνει ή ταπεινώνει τους ανθρώπους που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Εθνικής Άμυνάς της χώρας. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν χρειάζονται “μεταρρυθμίσεις” που τις απογυμνώνουν από το κύρος τους, αλλά πραγματική στήριξη, ενίσχυση, αξιοκρατία και ουσιαστική αναβάθμιση του έργου και της καθημερινότητάς τους.
Η Πολιτεία οφείλει να ακούει τα στελέχη της, όχι να τα αγνοεί.
Οφείλει να τιμά, όχι να προσβάλλει.
Οφείλει να χτίζει σχέσεις εμπιστοσύνης, όχι να καλλιεργεί την απογοήτευση.
Στις Ένοπλες Δυνάμεις αξίζει σεβασμός, ειλικρίνεια και ευθύνη. Όχι επικοινωνιακά τεχνάσματα και νομοσχέδια που υπονομεύουν τον πυλώνα της εθνικής ασφάλειας.
» Με το παρόν σχόλιο επιθυμώ να θέσω υπόψη σας ορισμένα κρίσιμα νομικά, συνταγματικά και διοικητικά ζητήματα που ανακύπτουν από τις ρυθμίσεις του Τμήματος Γ’ (άρθρα 32–56) του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και το Παράρτημα Β, τα οποία αφορούν τη βαθμολογική εξέλιξη του προσωπικού Εθελοντών Μακράς Θητείας (ΕΜΘ).
Οι ρυθμίσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα τόσο την υπηρεσιακή κατάσταση όσο και τα δικαιώματα ενός σημαντικού αριθμού στελεχών, ιδίως όσων έχουν καταταγεί κατά τα έτη 1996–2000 και παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι, την ώρα που οι ΕΜΘ μέχρι το έτος κατάταξης 1995 προάγονται στον βαθμό του Ανθυπολοχαγού ,και οι παλαιότεροι μέχρι και τον βαθμό του Λγου (τάξη ΕΜΘ 1988).
Το Παράρτημα Β που συνοδεύει το Σχέδιο Νόμου αποτυπώνει με σαφήνεια την ανωτέρω διαφοροποίηση, σύμφωνα με την οποία οι ΕΜΘ 1991–1995 λαμβάνουν βαθμούς αξιωματικού με ότι συνεπάγεται, ενώ οι ΕΜΘ 1996–2000 παραμένουν στον βαθμό του Ανθυπασπιστή ή και χαμηλότερα μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, χωρίς ρεαλιστική προοπτική περαιτέρω εξέλιξης.ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ-Β
Η επιλογή του νομοθέτη να θέσει το έτος κατάταξης 1995 ως όριο για την προαγωγή σε βαθμό αξιωματικού, ένα μεγάλο τμήμα ομοιογενών στελεχών αποκλεισμένο από την ίδια εξέλιξη, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, ισότητας, αξιοκρατίας, αναλογικότητας, επιστοσυνης στο κράτοςδικαίου, προστασίας επαγγελματικών δικαιωμάτων και συμμόρφωσης προς το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Ακολουθεί αναλυτική τεκμηρίωση.
1. Παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 §1 Συντ.)
Η διαφοροποίηση μεταξύ ΕΜΘ πριν και μετά το 1995 στερείται οποιασδήποτε αντικειμενικής, τεχνικής ή υπηρεσιακής αιτιολόγησης.
Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η διαφορετική υπηρεσιακή μεταχείριση επιτρέπεται μόνο όταν στηρίζεται σε πραγματικές, ουσιαστικές και λογικές διαφορές, οι οποίες απουσιάζουν εν προκειμένω.
Η διάκριση που εισάγεται βασίζεται αποκλειστικά στο τυπικό κριτήριο του έτους κατάταξης, το οποίο δεν αποτελεί συνταγματικά ανεκτό λόγο διαφοροποίησης εντός της ίδιας υπηρεσιακής κατηγορίας.
2. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Συντ.)
Η απόλυτη και μόνιμη αποστέρηση των ΕΜΘ 1996–2000 από τον βαθμό του ανθυπολοχαγού:
• δεν είναι κατάλληλη για εξυπηρέτηση κάποιας συγκεκριμένης επιχειρησιακής ανάγκης,
• δεν είναι αναγκαία, αφού υπήρχαν ηπιότερες και πιο ισόρροπες λύσεις,
• δεν είναι ανάλογη, διότι δημιουργεί ακραία δυσμενή μεταχείριση εις βάρος μιας ομοιογενούς ομάδας στελεχών.
Η αναλογικότητα λειτουργεί ως θεσμικό φρένο σε νομοθετικές επιλογές που παράγουν δυσανάλογα αποτελέσματα, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
3. Παραβίαση της αρχής της αξιοκρατίας και της υπηρεσιακής εξέλιξης (άρθρο 103 Συντ.)
Η υπηρεσιακή εξέλιξη των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων οφείλει να στηρίζεται σε:
• αντικειμενικά κριτήρια,
• αξιοκρατικές διαδικασίες,
• διαφανείς κανόνες.
Το έτος κατάταξης δεν αποτελεί κριτήριο ούτε για την επιχειρησιακή ικανότητα, ούτε για την υπηρεσιακή απόδοση, ούτε για την ιεραρχική σειρά εντός βαθμού.
Η αυθαίρετη αυτή διαφοροποίηση στο έτος μετάβασης (1995) των ΕΜΘ σε Αξιωματικούς οδηγεί σε αξιοκρατικά κενά και υποβαθμίζει τον θεσμό των ΕΜΘ.
4. Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας – Απαγόρευση αυθαίρετης διάκρισης
Το ΣτΕ έχει καταστήσει σαφές ότι:
• (ΣτΕ 1917/2014) Δεν επιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση εντός της ίδιας κατηγορίας υπαλλήλων όταν δεν υφίσταται ουσιαστική διαφορά.
• (ΣτΕ 171/2020) Η υπηρεσιακή εξέλιξη πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικούς, αξιοκρατικούς λόγους, όχι σε τυπικά κριτήρια.
• (ΣτΕ 2332/2017) Η διοίκηση οφείλει να σέβεται τη χρηστή διοίκηση και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των στελεχών.
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ΕΜΘ 1996–2000 δεν διαφέρουν σε τίποτα ουσιαστικό από τους ΕΜΘ 1991–1995 ως προς:
• καθήκοντα,
• προσόντα,
• επιχειρησιακό ρόλο,
• υποχρεώσεις,
• δικαιώματα.
Συνεπώς η διακριτική μεταχείριση συνιστά ανεπίτρεπτη άνιση μεταχείριση κατά την κρίση του ΣτΕ.
5. Αντίθεση προς το Ενωσιακό Δίκαιο – Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ (Άρθρα 20 & 21)
Το ενωσιακό δίκαιο απαγορεύει διακρίσεις λόγω:
• ηλικίας,
• έτους πρόσληψης,
• ή άλλων κριτηρίων χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η αυθαίρετη θέσπιση «ορίων–τομών» (cut-off dates), όταν δεν εξυπηρετεί αναγκαίο και θεμιτό σκοπό, συνιστά αδικαιολόγητη διάκριση.
Η διάκριση μεταξύ «ΕΜΘ έως 1995» και «ΕΜΘ μετά το 1995» αποτελεί ακριβώς τέτοια περίπτωση.
6. Παραβίαση άρθρου 14 ΕΣΔΑ – Απαγόρευση διακρίσεων
Το άρθρο 14 ΕΣΔΑ προστατεύει από διακρίσεις εντός επαγγελματικών κατηγοριών.
Η διαφοροποίηση εν προκειμένω:
• δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία,
• δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό,
• παράγει δυσανάλογη βλάβη στους νεότερους ΕΜΘ.
Κατά συνέπεια, η ρύθμιση βρίσκεται σε προφανή αντίθεση με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
7. Παραβίαση της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Οι ΕΜΘ 1996–2000:
• υπηρέτησαν δεκαετίες
• με προσδοκία αντίστοιχης υπηρεσιακής εξέλιξης
• σύμφωνα με το προηγούμενο καθεστώς.
Η ξαφνική θέσπιση ενός ορίου διαχωρισμού χωρίς αιτία και ο ουσιαστικός αποκλεισμός μιας ολόκληρης ομάδας στελεχών από την προαγωγή σε βαθμούς αξιωματικού παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση.
Επίσης το παρακάτω σχόλιο όπου υποβάλει και πρόταση:
» Τα Παραρτήματα του σχεδίου νόμου βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 11, όσον αφορά τη βαθμολογική εξέλιξη των ήδη υπηρετούντων αξιωματικών. Με την εφαρμογή τους δεν τηρείται ο ελάχιστος χρόνος παραμονής στους βαθμούς (Ανθυπολοχαγού, Υπολοχαγού κ.λπ.), όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 11.
Η επιλογή αυτή συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, καθώς δεν προβλέπεται αντίστοιχη μεταχείριση ή μεταβατικό πλαίσιο για την Κατηγορία Α (ΣΣΕ), ενώ ταυτόχρονα διαφοροποιείται αυθαίρετα η υπηρεσιακή εξέλιξη μεταξύ στελεχών ίδιων κατηγοριών και ετών υπηρεσίας.
Προτείνεται, συνεπώς, να εφαρμοστεί το άρθρο 11 και στους ήδη υπηρετούντες αξιωματικούς των Κατηγοριών Β και Γ, ώστε να κρίνονται για προαγωγή με βάση τους χρόνους που αυτό προβλέπει. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται:
ομαλή μετάβαση πενταετίας (5 ετών) για τους ΕΜΘ ωστε να διατηρηθεί η υπηρεσιακή συνέχεια χωρίς αιφνίδια ανατροπή. Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται και η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, καθώς ανατρέπεται βιαιως και αιφνιδίως η ήδη διαμορφωμένη υπηρεσιακή και βαθμολογική προοπτική, την οποία η Διοίκηση είχε δημιουργήσει και διατηρήσει επί σειρά ετών.
Περαιτέρω, η εφαρμογή των Παραρτημάτων θα οδηγήσει σε σοβαρή διατάραξη της στρατιωτικής ιεραρχίας, ενδεικτικά:
Υπολοχαγοί προέλευσης ΣΜΥ, οι οποίοι σήμερα είναι ανώτεροι Ανθυπολοχαγών ΣΣΕ, θα καταστούν νεότεροι αυτών.
Ανθυπολοχαγοί ΕΜΘ, που προηγούνται ιεραρχικά Ανθυπασπιστών ΣΜΥ, θα βρεθούν ξαφνικά νεότεροι λόγω μη προαγωγής τους σε Υπολοχαγούς.
Οι στρεβλώσεις αυτές πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της ιεραρχίας και δημιουργούν υπηρεσιακή αστάθεια.
Τέλος, η μη πρόβλεψη ομαλής μετάβασης θα οδηγήσει με μαθηματική βεβαιότητα σε:
πολλαπλές αγωγές για ηθική βλάβη και προσβολή δικαιωμάτων υπηρεσιακής εξέλιξης, εξώθηση στελεχών σε πρόωρη αποστρατεία, με αποτέλεσμα τη μείωση της ενεργού στρατιωτικής δύναμης κατά τρόπο αδικαιολόγητο και επιζήμιο.’
Οι αλλαγές στο βαθμολόγιο των στελεχών δεν πρέπει και δεν μπορούν να ισχύσουν για όσους ήδη υπηρετούν ως στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ή φοιτούν ήδη στις Στρατιωτικές Σχολές. Η άμεση εφαρμογή του νέου βαθμολογίου στα ήδη υπηρετούντα στελέχη προελεύσης ΕΜΘ παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθόσον ανατρέπει αιφνιδιαστικά το καθεστώς βαθμολογικής εξέλιξης, χωρίς μάλιστα την πρόβλεψη ουσιαστικών μεταβατικών διατάξεων. Παραβιάζει επίσης την αρχή της ισότητας διότι στελέχη με την ίδια προέλευση , την ίδια εκπαίδευση και τα ίδια προσόντα, εξελίσσονται διαφορετικά με μόνο κριτήριο τον διαφορετικό χρόνο κατάταξης στις Ένοπλες Δυνάμεις. Για τους ανωτέρω λόγους, αν δεν αποσυρθεί το νέο προτεινόμενο βαθμολόγιο, να ισχύσει το βαθμολόγιο από όσους θα καταταγούν στις Ένοπλες Δυνάμεις, μετά την θέση σε ισχύ του νέου νόμου» .
Τέλος θα πρέπει να υπάρξει και εκτενείς ενημέρωση σε φορείς του Δημοσίου και της Εκπαίδευσης του κοινού και εν δυνάμει υποψηφίους τόσο στις σχολές ΑΣΕΙ όσο και ΑΣΣΥ, διαγωνισμούς ΕΠ.ΟΠ σε βάθος τουλάχιστον 2 ετιας, έτσι ώστε να προετοιμαστει κατάλληλα ο πολίτης και να αποφασίσει για το μέλλον του. Η εφαρμογή του νομοσχεδίου σε ήδη καταταγεντες με συγκεκριμένες εγκυκλίους λειτουργεί ως τροχοπέδη στον εργασιακό τους βιο και ανατρέπει τις επιλογές τους.
Κύριε Υπουργέ,
Με αυτό το πολυνομοσχέδιο που θέλετε να περάσετε καταργείται τρεις ολόκληρες σχολές. Αυτές οι σχολές που από την ίδρυση τους έχουν προσφέρει πολλά ηρωικά στελέχη στους ένδοξους αγώνες της έθνους μας. Είναι άδικο να γίνεται όλο αυτό. Επίσης πρέπει να ξέρετε ότι με την ψήφιση του νομοσχεδίου «πριονίζεται» την εθνική ασφάλεια της χώρας, διότι πρέπει να ξέρετε πως ο κακός γείτονας μας γνωρίζει τη γίνεται και τη έχουμε εντός συνόρων.
Θερμή παράκληση, ξανά σκεφτήται και απορρίψτε το με λογική και με σύνεση, για να μην μείνετε στην ιστορία του ελληνικού έθνους ως ένας ακόμα πολιτικός που δεν φρόντισε για την ασφάλεια της χώρας του.
Με εκτίμηση,
Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού που διαθέτει υψηλό αίσθημα ευθύνης.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Εκφράζω την αντίθεσή μου στη σύσταση του νέου Σώματος Υπαξιωματικών, καθώς η προτεινόμενη ρύθμιση δεν τεκμηριώνει σαφή επιχειρησιακή αναγκαιότητα και δημιουργεί πρόσθετες οργανωτικές στρεβλώσεις. Η ίδρυση ενός νέου σώματος κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον ήδη υφιστάμενο ρόλο των υπαξιωματικών, επιφέροντας ασάφεια ως προς την εξέλιξη, τα καθήκοντα και την υπηρεσιακή τους κατάσταση.
Επιπλέον, η πρόταση δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις πραγματικές ανάγκες του προσωπικού όπως η αξιοκρατική εξέλιξη, η αναβάθμιση της εκπαίδευσης και η ενίσχυση των υφιστάμενων δομών αλλά εισάγει μια αναδιάρθρωση που ενδέχεται να επιβαρύνει τη λειτουργικότητα και το ηθικό.
Για τους λόγους αυτούς θεωρώ αναγκαία την απόσυρση ή την πλήρη αναδιαμόρφωση της ρύθμισης, κατόπιν ουσιαστικού διαλόγου με τους άμεσα εμπλεκόμενους.
Χωρίς σεβασμό στην ραχοκοκκαλιά των ενόπλων δυνάμεων.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Αρνουμαστε σθεναρά στην δημιουργία του Σώματος Υπαξιωματικών διότι αποτελεί κατάφωρη παραβίαση και απαξίωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανέλιξης και προαγωγής των στελεχων που έχουν μοχθήσει για να εισαχθούν στις παραγωγικές σχολές Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων με την αξία τους μέσω πανελλαδικών εξετάσεων.
Το νομοσχέδιο αυτό θα αποτελεσει ταφόπλακα στις Ανώτερες Σχολές Υπαξιωματικών αφού θα τις υποβαθμίσει λόγω έλλειψης κινήτρου ανέλιξης σε υψηλότερο βαθμό των εν λόγω στελεχών .
Τα αποτελέσματα θα είναι ολέθρια για την συνοχή του στρατεύματος καθώς οι Υπαξιωματικοί αποτελούν την ραχοκοκαλιά του .
Επομένως ένας ασπόνδυλος οργανισμός δεν θα είναι βιώσιμος αλλά θα σέρνεται και σταδιακά θα εκφυλιστεί.
Εν κατακλείδι , σύμφωνα με τα παραπάνω οι συνέπειες θα είναι ολέθριες οχι μόνο για το σύνολο του στρατεύματος αλλά και της ασφάλειας της χώρας.
Το νομοσχέδιο εξαθλιώνει τα κατώτερα στελέχη και αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε τεράστιο αριθμό παραιτήσεων . Το ερώτημα που τίθεται είναι ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ή κατάρρευση του στρατεύματος .
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Να μην κατατεθεί το νομοσχέδιο αυτό
Ειναι απαράδεκτο
Ακούστε την πρόταση της ΠΟΜΕΝΣ
Πώς θα δημιουργήσετε σώμα υπαξιωματικών χωρίς να δίνεται κίνητρα στο κόσμο να το προτιμάει έναντι οποιασδήποτε άλλης σχολής και έναντι οποιασδήποτε σχολής αξιωματικών ;
Παρατίθενται τεχνική και νομική αξιολόγηση του νομοσχεδίου του ΥΠΕΘΑ, βάσει των αρχών της ισότητας, αναλογικότητας, συνέχειας της διοίκησης, προστασίας θεμελιωδών προσδοκιών και νομολογίας του ΣτΕ:
Α. Υφίσταται έλλειψη ανάλυσης πεδίων κατά τη διαβούλευση.
Το νομοσχέδιο στερείται αιτιολογικής έκθεσης, έκθεσης γενικών συνεπειών, έκθεσης νομιμότητας όπου σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 2 περ. στ του ν. 4622/2019, η έκθεση νομιμότητας εστιάζει στη συνταγματικότητα των διατάξεων και τη συμφωνία τους με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Η απουσία τεκμηρίωσης στη δημόσια διαβούλευση συνιστά, σοβαρό θεσμικό έλλειμμα, προσχηματική διαδικασία συμμετοχής, αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης, παραβίαση των αρχών καλής νομοθέτησης, κατά συνέπεια η διαβούλευση δεν εκπληρώνει τον σκοπό της.
Β. Διαρρηγνύεται η αρχής της ισότητας συμφώνως του άρθρου 4 Συντάγματος,
διότι στελέχη οδηγούνται σε διαφορετικό καταληκτικό βαθμό χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Συγκεκριμένα, η νομολογία του ΣτΕ (1917/1998, 2193/2016, 2287/2015) επιβάλλει ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ όμοιων κατηγοριών προσωπικού απαιτεί ειδική τεκμηρίωση και αντικειμενικό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται στο νομοσχέδιο.
Γ. Δυσμενής μεταβολή υπηρεσιακής κατάστασης με την κατάργηση επί σειρά ετών, θεμελιωμένων προσδοκιών.
Το νομοσχέδιο καταργεί προσδοκίες βαθμολογικής εξέλιξης που έχουν δημιουργηθεί από την Πολιτεία σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012),
«Οι θεμελιωμένες υπηρεσιακές προσδοκίες προστατεύονται και δεν επιτρέπεται η αυθαίρετη νομοθετική ανατροπή τους.» Το νομοσχέδιο ανατρέπει την υφιστάμενη βαθμολογική εξέλιξη, την προοπτική προαγωγών, τους καταληκτικούς βαθμούς και τις διαδρομές καριέρας που το Κράτος είχε θεσπίσει, δίχως ειδική αιτιολόγηση για αυτή την ανατροπή.
Δ. Θίγονται αναδρομικά χιλιάδες στελέχη που έχουν ήδη θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν άμεσα δικαίωμα προαγωγής εφόσον συμπληρώνουν χρόνο υπηρεσίας, διαθέτουν τυπικά και υπηρεσιακά κριτήρια προσόντα και αξιολογήσεις,
τα οποία τα καθιστούν ώριμα για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και το νομοσχέδιο, τους στερεί την προαγωγή αυτή εκ των υστέρων, παρότι όλα τα δεδομένα έχουν ήδη θεμελιωθεί και η Πολιτεία έχει δημιουργήσει νόμιμες προσδοκίες. Η προαγωγή αποτελεί ώριμο δικαίωμα ή άμεσα θεμελιούμενη προσδοκία. Συμφώνως του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012):
«Η διοίκηση οφείλει να μη μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές καταστάσεις που έχουν ήδη ωριμάσει ή τελούν σε άμεση θεμελίωση.»
Η απουσία μεταβατικών διατάξεων συνιστά δυσμενή αναδρομικότητα η οποία παραβιαζει, την ασφάλεια δικαίου, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της αναδρομικότητας, το νομοσχέδιο, μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές προοπτικές χωρίς να προβλέπει εξαιρετική ρητή αναδρομική εφαρμογή. Σύμφωνα με τη νομολογία (ΣτΕ 1501/2014, 1682/2012) ορίζεται ότι οι δυσμενείς μεταβολές χωρίς τέτοια πρόβλεψη είναι ανίσχυρες, άρα οι υφιστάμενοι καταληκτικοί βαθμοί και οι υπηρεσιακές προσδοκίες παραμένουν σε ισχύ.
Ε. Υφίσταται αντίθεση με τη νομολογία για τα αντικειμενικά κριτήρια κρίσεων και προαγωγών. Η απόφαση ΔΕφΑθ 1578/2021 έκρινε ότι η βαθμολογική εξέλιξη απαιτεί αντικειμενικά κριτήρια και ότι δεν επιτρέπονται συστήματα, ούτε ταξικές διαφοροποιήσεις χωρίς αιτιολόγηση. Το νομοσχέδιο δημιουργεί ακριβώς τέτοιες διαφοροποιήσεις.
ΣΤ. Παραβίαση της συνέχειας της διοίκησης
Με την κατάργηση ρυθμίσεων του ν. 5018/2023 χωρίς ειδική τεκμηρίωση, αντιβαίνει στην αρχή της συνέχειας της διοίκησης (ΣτΕ 3226/2004, 460/2013).
Η πρωτοφανής αυτή μεταστροφή πολιτικής μέσα σε μόλις δύο έτη δημιουργεί διοικητική αστάθεια.
Ζ. Παραβίαση αρχών καλής νομοθέτησης διότι δεν παρατίθενται επιχειρησιακά δεδομένα, δημοσιονομική ανάλυση, SWOT Analysis, εκτίμηση επιπτώσεων στη δομή, τη λειτουργία και τη συνοχή των ΕΔ. Αυτό αντίκειται σε νομολογία περί αιτιολογημένης διοικητικής δράσης (ΣτΕ 1150/2018, 1113/2020, 3470/2014).
Συμπερασματικά: Το νομοσχέδιο δεν είναι τεκμηριωμένο, δεν σέβεται θεμελιωμένες προσδοκίες, δεν είναι συμβατό με τη νομολογία, δεν περιέχει μεταβατικές ρυθμίσεις, δεν στηρίζεται σε αρχές καλής νομοθέτησης. Συνιστάται η άμεση απόσυρση του και η επανεξέτασή του με πλήρης αιτιολογική έκθεση, τεκμηρίωση επιχειρησιακών και δημοσιονομικών επιπτώσεων, σαφείς μεταβατικές διατάξεις,
με σεβασμό στη νομολογία και στη θεσμική συνέχεια.
Προτεινόμενο σχόλιο για το Άρθρο 44 παρ 6 – Σύνθεση ΣΥΚΜΥ ΠΑ
Προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα συμμετοχής στο Συμβούλιο Κρίσεων και αξιωματικού της ειδικότητας του κρινόμενου στελέχους, καθώς και, για τις τεχνικές ειδικότητες, αξιωματικού Μηχανικού, κατ’ αντιστοιχία με ό,τι εφαρμόζεται σε άλλους Κλάδους, όπως το Πολεμικό Ναυτικό. Η παρουσία στελέχους με επαγγελματική συνάφεια προς την ειδικότητα του κρινόμενου διασφαλίζει πληρέστερη αξιολόγηση ως προς τα ιδιαίτερα τεχνικά, επιχειρησιακά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά της ειδικότητας. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η ακρίβεια, η αντικειμενικότητα και η λειτουργική τεκμηρίωση των κρίσεων, ιδίως σε ειδικότητες με αυξημένες τεχνικές απαιτήσεις.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Παρατίθενται τεχνική και νομική αξιολόγηση του νομοσχεδίου του ΥΠΕΘΑ, βάσει των αρχών της ισότητας, αναλογικότητας, συνέχειας της διοίκησης, προστασίας θεμελιωδών προσδοκιών και νομολογίας του ΣτΕ:
Α. Υφίσταται έλλειψη ανάλυσης πεδίων κατά τη διαβούλευση.
Το νομοσχέδιο στερείται αιτιολογικής έκθεσης, έκθεσης γενικών συνεπειών, έκθεσης νομιμότητας όπου σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 2 περ. στ του ν. 4622/2019, η έκθεση νομιμότητας εστιάζει στη συνταγματικότητα των διατάξεων και τη συμφωνία τους με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Η απουσία τεκμηρίωσης στη δημόσια διαβούλευση συνιστά, σοβαρό θεσμικό έλλειμμα, προσχηματική διαδικασία συμμετοχής, αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης, παραβίαση των αρχών καλής νομοθέτησης, κατά συνέπεια η διαβούλευση δεν εκπληρώνει τον σκοπό της.
Β. Διαρρηγνύεται η αρχής της ισότητας συμφώνως του άρθρου 4 Συντάγματος,
διότι στελέχη οδηγούνται σε διαφορετικό καταληκτικό βαθμό χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Συγκεκριμένα, η νομολογία του ΣτΕ (1917/1998, 2193/2016, 2287/2015) επιβάλλει ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ όμοιων κατηγοριών προσωπικού απαιτεί ειδική τεκμηρίωση και αντικειμενικό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται στο νομοσχέδιο.
Γ. Δυσμενής μεταβολή υπηρεσιακής κατάστασης με την κατάργηση επί σειρά ετών, θεμελιωμένων προσδοκιών.
Το νομοσχέδιο καταργεί προσδοκίες βαθμολογικής εξέλιξης που έχουν δημιουργηθεί από την Πολιτεία σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012),
«Οι θεμελιωμένες υπηρεσιακές προσδοκίες προστατεύονται και δεν επιτρέπεται η αυθαίρετη νομοθετική ανατροπή τους.» Το νομοσχέδιο ανατρέπει την υφιστάμενη βαθμολογική εξέλιξη, την προοπτική προαγωγών, τους καταληκτικούς βαθμούς και τις διαδρομές καριέρας που το Κράτος είχε θεσπίσει, δίχως ειδική αιτιολόγηση για αυτή την ανατροπή.
Δ. Θίγονται αναδρομικά χιλιάδες στελέχη που έχουν ήδη θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν άμεσα δικαίωμα προαγωγής εφόσον συμπληρώνουν χρόνο υπηρεσίας, διαθέτουν τυπικά και υπηρεσιακά κριτήρια προσόντα και αξιολογήσεις,
τα οποία τα καθιστούν ώριμα για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και το νομοσχέδιο, τους στερεί την προαγωγή αυτή εκ των υστέρων, παρότι όλα τα δεδομένα έχουν ήδη θεμελιωθεί και η Πολιτεία έχει δημιουργήσει νόμιμες προσδοκίες. Η προαγωγή αποτελεί ώριμο δικαίωμα ή άμεσα θεμελιούμενη προσδοκία. Συμφώνως του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012):
«Η διοίκηση οφείλει να μη μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές καταστάσεις που έχουν ήδη ωριμάσει ή τελούν σε άμεση θεμελίωση.»
Η απουσία μεταβατικών διατάξεων συνιστά δυσμενή αναδρομικότητα η οποία παραβιαζει, την ασφάλεια δικαίου, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της αναδρομικότητας, το νομοσχέδιο, μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές προοπτικές χωρίς να προβλέπει εξαιρετική ρητή αναδρομική εφαρμογή. Σύμφωνα με τη νομολογία (ΣτΕ 1501/2014, 1682/2012) ορίζεται ότι οι δυσμενείς μεταβολές χωρίς τέτοια πρόβλεψη είναι ανίσχυρες, άρα οι υφιστάμενοι καταληκτικοί βαθμοί και οι υπηρεσιακές προσδοκίες παραμένουν σε ισχύ.
Ε. Υφίσταται αντίθεση με τη νομολογία για τα αντικειμενικά κριτήρια κρίσεων και προαγωγών. Η απόφαση ΔΕφΑθ 1578/2021 έκρινε ότι η βαθμολογική εξέλιξη απαιτεί αντικειμενικά κριτήρια και ότι δεν επιτρέπονται συστήματα, ούτε ταξικές διαφοροποιήσεις χωρίς αιτιολόγηση. Το νομοσχέδιο δημιουργεί ακριβώς τέτοιες διαφοροποιήσεις.
ΣΤ. Παραβίαση της συνέχειας της διοίκησης
Με την κατάργηση ρυθμίσεων του ν. 5018/2023 χωρίς ειδική τεκμηρίωση, αντιβαίνει στην αρχή της συνέχειας της διοίκησης (ΣτΕ 3226/2004, 460/2013).
Η πρωτοφανής αυτή μεταστροφή πολιτικής μέσα σε μόλις δύο έτη δημιουργεί διοικητική αστάθεια.
Ζ. Παραβίαση αρχών καλής νομοθέτησης διότι δεν παρατίθενται επιχειρησιακά δεδομένα, δημοσιονομική ανάλυση, SWOT Analysis, εκτίμηση επιπτώσεων στη δομή, τη λειτουργία και τη συνοχή των ΕΔ. Αυτό αντίκειται σε νομολογία περί αιτιολογημένης διοικητικής δράσης (ΣτΕ 1150/2018, 1113/2020, 3470/2014).
Συμπερασματικά: Το νομοσχέδιο δεν είναι τεκμηριωμένο, δεν σέβεται θεμελιωμένες προσδοκίες, δεν είναι συμβατό με τη νομολογία, δεν περιέχει μεταβατικές ρυθμίσεις, δεν στηρίζεται σε αρχές καλής νομοθέτησης. Συνιστάται η άμεση απόσυρση του και η επανεξέτασή του με πλήρης αιτιολογική έκθεση, τεκμηρίωση επιχειρησιακών και δημοσιονομικών επιπτώσεων, σαφείς μεταβατικές διατάξεις,
με σεβασμό στη νομολογία και στη θεσμική συνέχεια.
Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σοβαρές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο πλαίσιο υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς την εξέταση των στελεχών που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα, οι προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του συστήματος. Όταν δε συνυπολογιστούν οι υπαξιωματικοί που κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ, η αδικία και η απορρύθμιση καθίστανται εντονότερες.
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται στη βαθμολογική και κατ’ επέκταση στη μισθολογική εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί τη συνεκτίμηση αυτή. Η μη αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων (πτυχίο ΑΕΙ) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, οδηγεί σε απώλεια κινήτρων επιμόρφωσης και περιορίζει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να αξιοποιήσουν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Υπο το πρίσμα των ανωτέρω, το νομοσχέδιο δεν ευθυγραμμίζεται με την εθνική στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και τις οδηγίες της Πολιτείας περί αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, κάτι που έρχεται σε ασυμβατότητα με εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιδρά αρνητικά στη διατήρηση ικανών στελεχών στο σύστημα.
Για την αποφυγή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο των ακόλουθων προβλέψεων:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθετημένη διασύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Το νομοσχέδιο, στην παρούσα μορφή του, παράγει μη αιτιολογημένες ανισότητες, αποδυναμώνει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών – ιδίως όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο, αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Κε Υπουργέ,
Ζητούμε άμεσα ΑΡΣΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Αρνουμαστε σθεναρά στην δημιουργία του Σώματος Υπαξιωματικών διότι αποτελεί κατάφωρη παραβίαση και απαξίωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανέλιξης και προαγωγής των στελεχων που έχουν μοχθήσει για να εισαχθούν στις παραγωγικές σχολές Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων με την αξία τους μέσω πανελλαδικών εξετάσεων.
Το νομοσχέδιο αυτό θα αποτελεσει ταφόπλακα στις Ανώτερες Σχολές Υπαξιωματικών αφού θα τις υποβαθμίσει λόγω έλλειψης κινήτρου ανέλιξης σε υψηλότερο βαθμό των εν λόγω στελεχών .
Τα αποτελέσματα θα είναι ολέθρια για την συνοχή του στρατεύματος καθώς οι Υπαξιωματικοί αποτελούν την ραχοκοκαλιά του .
Επομένως ένας ασπόνδυλος οργανισμός δεν θα είναι βιώσιμος αλλά θα σέρνεται και σταδιακά θα εκφυλιστεί.
Εν κατακλείδι , σύμφωνα με τα παραπάνω οι συνέπειες θα είναι ολέθριες οχι μόνο για το σύνολο του στρατεύματος αλλά και της ασφάλειας της χώρας.
Το υπό εξέταση νομοσχέδιο μεταβάλλει καίριες παραμέτρους του συστήματος υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών, εισάγοντας ρυθμίσεις που προκαλούν ουσιαστικές ανισότητες και λειτουργικές ανακολουθίες. Οι αλλαγές αυτές θίγουν τη συνοχή, τη διαφάνεια και την αξιοκρατική λειτουργία του πλαισίου, ακόμη και πριν ληφθούν υπόψη τα στελέχη που διαθέτουν πανεπιστημιακού επιπέδου προσόντα. Όταν δε συμπεριληφθούν τα πτυχιούχα στελέχη, οι συνέπειες καθίστανται ακόμη πιο έντονες και προβληματικές.
Μέχρι σήμερα, τα προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης συνεκτιμώνται τόσο στη βαθμολογική όσο και στη μισθολογική εξέλιξη των υπαξιωματικών. Η κατάργηση αυτής της πρόβλεψης από το νέο νομοσχέδιο σηματοδοτεί ουσιαστική υποχώρηση σε σχέση με τη μέχρι τώρα νομοθεσία. Η μη αναγνώριση πανεπιστημιακών πτυχίων αποθαρρύνει την επιμόρφωση, μειώνει τα κίνητρα επαγγελματικής ανάπτυξης και στερεί από τις Ένοπλες Δυνάμεις εξειδικευμένα στελέχη που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε θέσεις αυξημένης ευθύνης. Παράλληλα, η αλλαγή αυτή αντίκειται στην ευρύτερη πολιτική αναγνώρισης δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων, καθώς και στη στρατηγική αναβάθμισης των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών.
Οι εξελίξεις αυτές δεν είναι ουδέτερες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η αποδυνάμωση των κινήτρων, η μη αξιοποίηση προσωπικού με υψηλή κατάρτιση και η δημιουργία ανισορροπιών στην εξέλιξη των στελεχών αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά το μελλοντικό αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων. Η συσσώρευση κενών σε ειδικότητες και επιτελικούς ρόλους μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα και χαμηλότερα επίπεδα επιχειρησιακής ικανότητας.
Για να αποφευχθούν περαιτέρω δυσλειτουργίες, είναι αναγκαία η ενσωμάτωση συγκεκριμένων διορθωτικών ρυθμίσεων, όπως:
– η διατήρηση της αναγνώρισης πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη,
– η επαναφορά των βασικών στοιχείων του προηγούμενου καθεστώτος,
– και η σύνδεση ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές τοποθετήσεις.
Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, το νομοσχέδιο οδηγεί σε ανεξήγητες ανισότητες, περιορίζει τη βέλτιστη αξιοποίηση του προσωπικού και υποβαθμίζει ουσιώδη προσόντα των υπαξιωματικών — ιδίως όσων έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Απαιτείται συνεπώς εκ νέου θεσμική και τεχνική επεξεργασία των διατάξεων, ώστε να διαμορφωθεί ένα σταθερό, αξιόπιστο και δίκαιο πλαίσιο εξέλιξης.
Άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου, αν δεν αποσυρθεί τουλάχιστον να ισχύσει για όσους θα μπουν από 1.1.2027 στο στράτευμα. Μπήκα στο στράτευμα για για να υπηρετήσω την πατρίδα και αυτή φαίνεται αφερεγγυα απέναντι μου και μου αλλάζει μονομερώς τη σύμβαση εργασίας μου και μάλιστα με δυαμενεστερους όρους κάτι που απαγορεύεται ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα.
Που είναι οι Αρχηγοί σας! Δε βλέπουν ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις διαλύονται; Ξεπουλάνε την πατρίδα τους για έναν επιπλέον χρόνο της καρέκλα; Ντροπή! Δώσατε όρκο κύριοι.
1. Χανεται η ισορροπία μεταξύ εκσυγχρονισμού και εμπιστοσύνης, καθώς υποβαθμίζονται τα ήδη υφιστάμενα στελέχη των ΕΔ. Στελεχη τα οποια επελεξαν μεσω των πανελληνίων τις σχολές ΑΣΣΥ υποβαθμίζονται χωρις να φτανουν μισθολογικα και βαθμολογικα στα οσα αναφερονταν κατα την εισοσο στη σχολη.
2. Δεν υπαρχει καμια διευκρινηση γαι τις κενες οργανικες θεσεις κ τα κριτηρια προαγωγης των στελεχων. Όλη αυτη η κατασταση μπορει να οδηγησει σε συσσωρευση στελεχων σε κατωτερους βαθμους και εμεσο παγωμα των προαγωγων, οποτε και ο πινακας προαγωγων στην πραγματικοτητα δυναται να εφαρμοστει για περιορισμενο αριθμο στελεχων.
3. Το νομοσχέδιο προβλέπει μόνο τον ελάχιστο χρόνο παραμονής στον βαθμό για την κριτική προαγωγής, χωρίς μέγιστο χρόνο ή σαφή σειρά προτεραιότητας μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού.
Βάσει των αρχών της ισότητας, αναλογικότητας, συνέχειας της διοίκησης, προστασίας θεμελιωδών προσδοκιών και νομολογίας του ΣτΕ:
Α. Υφίσταται έλλειψη ανάλυσης πεδίων κατά τη διαβούλευση.
Το νομοσχέδιο στερείται αιτιολογικής έκθεσης, έκθεσης γενικών συνεπειών, έκθεσης νομιμότητας όπου σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 2 περ. στ του ν. 4622/2019, η έκθεση νομιμότητας εστιάζει στη συνταγματικότητα των διατάξεων και τη συμφωνία τους με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Η απουσία τεκμηρίωσης στη δημόσια διαβούλευση συνιστά, σοβαρό θεσμικό έλλειμμα, προσχηματική διαδικασία συμμετοχής, αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης, παραβίαση των αρχών καλής νομοθέτησης, κατά συνέπεια η διαβούλευση δεν εκπληρώνει τον σκοπό της.
Β. Διαρρηγνύεται η αρχής της ισότητας συμφώνως του άρθρου 4 Συντάγματος,
διότι στελέχη οδηγούνται σε διαφορετικό καταληκτικό βαθμό χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση.
Συγκεκριμένα, η νομολογία του ΣτΕ (1917/1998, 2193/2016, 2287/2015) επιβάλλει ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ όμοιων κατηγοριών προσωπικού απαιτεί ειδική τεκμηρίωση και αντικειμενικό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται στο νομοσχέδιο.
Γ. Δυσμενής μεταβολή υπηρεσιακής κατάστασης με την κατάργηση επί σειρά ετών, θεμελιωμένων προσδοκιών.
Το νομοσχέδιο καταργεί προσδοκίες βαθμολογικής εξέλιξης που έχουν δημιουργηθεί από την Πολιτεία σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012),
«Οι θεμελιωμένες υπηρεσιακές προσδοκίες προστατεύονται και δεν επιτρέπεται η αυθαίρετη νομοθετική ανατροπή τους.» Το νομοσχέδιο ανατρέπει την υφιστάμενη βαθμολογική εξέλιξη, την προοπτική προαγωγών, τους καταληκτικούς βαθμούς και τις διαδρομές καριέρας που το Κράτος είχε θεσπίσει, δίχως ειδική αιτιολόγηση για αυτή την ανατροπή.
Δ. Θίγονται αναδρομικά χιλιάδες στελέχη που έχουν ήδη θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν άμεσα δικαίωμα προαγωγής εφόσον συμπληρώνουν χρόνο υπηρεσίας, διαθέτουν τυπικά και υπηρεσιακά κριτήρια προσόντα και αξιολογήσεις,
τα οποία τα καθιστούν ώριμα για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και το νομοσχέδιο, τους στερεί την προαγωγή αυτή εκ των υστέρων, παρότι όλα τα δεδομένα έχουν ήδη θεμελιωθεί και η Πολιτεία έχει δημιουργήσει νόμιμες προσδοκίες. Η προαγωγή αποτελεί ώριμο δικαίωμα ή άμεσα θεμελιούμενη προσδοκία. Συμφώνως του ΣτΕ (Ολ. 668/2012, 3030/2011, 2770/2012):
«Η διοίκηση οφείλει να μη μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές καταστάσεις που έχουν ήδη ωριμάσει ή τελούν σε άμεση θεμελίωση.»
Η απουσία μεταβατικών διατάξεων συνιστά δυσμενή αναδρομικότητα η οποία παραβιαζει, την ασφάλεια δικαίου, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της αναδρομικότητας, το νομοσχέδιο, μεταβάλλει δυσμενώς υπηρεσιακές προοπτικές χωρίς να προβλέπει εξαιρετική ρητή αναδρομική εφαρμογή. Σύμφωνα με τη νομολογία (ΣτΕ 1501/2014, 1682/2012) ορίζεται ότι οι δυσμενείς μεταβολές χωρίς τέτοια πρόβλεψη είναι ανίσχυρες, άρα οι υφιστάμενοι καταληκτικοί βαθμοί και οι υπηρεσιακές προσδοκίες παραμένουν σε ισχύ.
Ε. Υφίσταται αντίθεση με τη νομολογία για τα αντικειμενικά κριτήρια κρίσεων και προαγωγών. Η απόφαση ΔΕφΑθ 1578/2021 έκρινε ότι η βαθμολογική εξέλιξη απαιτεί αντικειμενικά κριτήρια και ότι δεν επιτρέπονται συστήματα, ούτε ταξικές διαφοροποιήσεις χωρίς αιτιολόγηση. Το νομοσχέδιο δημιουργεί ακριβώς τέτοιες διαφοροποιήσεις.
ΣΤ. Παραβίαση της συνέχειας της διοίκησης
Με την κατάργηση ρυθμίσεων του ν. 5018/2023 χωρίς ειδική τεκμηρίωση, αντιβαίνει στην αρχή της συνέχειας της διοίκησης (ΣτΕ 3226/2004, 460/2013).
Η πρωτοφανής αυτή μεταστροφή πολιτικής μέσα σε μόλις δύο έτη δημιουργεί διοικητική αστάθεια.
Ζ. Παραβίαση αρχών καλής νομοθέτησης διότι δεν παρατίθενται επιχειρησιακά δεδομένα, δημοσιονομική ανάλυση, SWOT Analysis, εκτίμηση επιπτώσεων στη δομή, τη λειτουργία και τη συνοχή των ΕΔ. Αυτό αντίκειται σε νομολογία περί αιτιολογημένης διοικητικής δράσης (ΣτΕ 1150/2018, 1113/2020, 3470/2014).
Συμπερασματικά: Το νομοσχέδιο δεν είναι τεκμηριωμένο, δεν σέβεται θεμελιωμένες προσδοκίες, δεν είναι συμβατό με τη νομολογία, δεν περιέχει μεταβατικές ρυθμίσεις, δεν στηρίζεται σε αρχές καλής νομοθέτησης. Συνιστάται η άμεση απόσυρση του και η επανεξέτασή του με πλήρης αιτιολογική έκθεση, τεκμηρίωση επιχειρησιακών και δημοσιονομικών επιπτώσεων, σαφείς μεταβατικές διατάξεις,
με σεβασμό στη νομολογία και στη θεσμική συνέχεια.
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που δημιουργούν σημαντικές ανισότητες και λειτουργικές στρεβλώσεις στο σύστημα υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ακόμη και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα στελέχη με πανεπιστημιακά προσόντα, οι νέες διατάξεις αποδυναμώνουν την προβλεψιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία του ισχύοντος πλαισίου. Όταν δε συνεκτιμηθούν οι υπαξιωματικοί που διαθέτουν πτυχίο ΑΕΙ, οι αδικίες και οι δυσλειτουργίες καταγράφονται ακόμη εντονότερες.
Σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς, τα ακαδημαϊκά προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης λαμβάνονται υπόψη στη βαθμολογική —και κατ’ επέκταση μισθολογική— εξέλιξη. Το νέο νομοσχέδιο καταργεί αυτή τη συνεκτίμηση, γεγονός που συνιστά οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προϊσχύον πλαίσιο. Η μη αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ μειώνει τα κίνητρα επιμόρφωσης, περιορίζει τη δυνατότητα αξιοποίησης στελεχών υψηλής εξειδίκευσης και δεν ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη στρατηγική της Πολιτείας για την αναβάθμιση των στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών και την αναγνώριση δεξιοτήτων και ακαδημαϊκών τίτλων.
Περαιτέρω, οι παραπάνω στρεβλώσεις αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά και το μελλοντικό επίπεδο του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αποδυνάμωση των κινήτρων επιμόρφωσης, η μείωση της διατηρησιμότητας στελεχών υψηλής κατάρτισης και η μη αξιοποίηση προσωπικού με αυξημένα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα οδηγούν σε συσσώρευση ελλείψεων σε κρίσιμες ειδικότητες και επιτελικές λειτουργίες. Μεσοπρόθεσμα, αυτό δημιουργεί κενά στη διοικητική, επιχειρησιακή και τεχνική υποστήριξη, υπονομεύοντας την ετοιμότητα και την αποτελεσματικότητα των ΕΔ.
Για την αποτροπή περαιτέρω λειτουργικών προβλημάτων, προτείνονται οι ακόλουθες παρεμβάσεις στο νομοσχέδιο:
– Ρητή αναγνώριση πτυχίων ΑΕΙ στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.
– Επαναφορά τουλάχιστον των προβλέψεων του προϊσχύοντος καθεστώτος.
– Θεσμοθέτηση σύνδεσης ακαδημαϊκών προσόντων με καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και επιτελικές θέσεις.
Στην παρούσα του μορφή, το νομοσχέδιο παράγει αναιτιολόγητες ανισότητες, περιορίζει την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και υποβαθμίζει τα προσόντα των υπαξιωματικών — ιδιαίτερα όσων κατέχουν πτυχίο ΑΕΙ. Απαιτείται τεχνική, λειτουργική και θεσμική επανεξέταση των διατάξεων προκειμένου να διασφαλιστεί ένα σταθερό, προβλέψιμο και αξιοκρατικό πλαίσιο εξέλιξης για όλους.
Υπάρχει χρόνος να μαζέψετε την ζημιά που ήδη προκαλέσατε !!!
Απόσυρση του νομοσχεδίου της απόλυτης αποτυχίας !
Αλλά και να το αποσύρετε η ζημιά θα πάρει καιρό να επουλωθεί διότι τα στελέχη έχουν χάσει την εμπιστοσύνη σε εσάς !!!
Λειτουργείτε με κρυφούς στόχους και συντεχνιακά !!!
Τα ταξίδια στο φεγγάρι μετά το 2030 δεν πείθουν ούτε παιδιά του δημοτικού, ιδιαίτερα όταν κανείς βλέπει το ελεεινό μισθολόγιο και το ατιμωτικό βαθμολόγιο που φέρατε για το μεγαλύτερο μέρος των ΕΔ (πλην ιεραρχίας λογικό).
Μετατρέψατε σε ποινικούς τα στελέχη υποβιβάζοντας τους έως και 7 βαθμούς και παράλληλα ρακοσυλλέκτες με αυξήσεις ανάξιες λόγου…
Καταφέρατε το ακατόρθωτο!!!
Καλημέρα σας!
Σίγουρα στις Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να αλλάξουν αρκετά πράγματα, συγκεκριμένα να βελτιωθούν, όχι όμως με αυτόν τον άδικο τρόπο. Γιατί ο τρόπος είναι άδικος, όταν το νομοσχέδιο αναφέρεται για μετάβαση και εξέλιξη, ενώ στην ουσία είναι στασιμότητα και επιβολή ποινής, για τα στελέχη που είναι Αξιωματικοί και προέρχονται από τις σχολές Υπαξιωματικών.
Το νομοσχέδιο αυτό είναι η μεγαλύτερη Νόμιμη ΠΟΙΝΗ (Εάν ψηφιστεί), προς όλους του Αξκους εξ Υπαξιωματικών, γιατί όχι μόνο τους επιβάλει στέρηση ενός βαθμού, αλλά έως 6 βαθμούς, αναλόγως το έτος εισαγωγής στις ΑΣΣΥ.
Στέρηση Βαθμού σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (Ν. 2287/1995) επιβάλλεται στον Στρατιωτικό μετά από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για σοβαρό αδίκημα όπως ΚΛΟΠΗ,ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ κ.α.
Τι από τα ανωτέρω έχουν κάνει οι Αξιωματικοί εξ Υπαξιωματικών; Σε ποιο σοβαρό αδίκημα έχουν υποπέσει;
Αντιθέτως, μετά από 29 χρόνια στην Π.Α και πραγματικά μετά από πλήθος διπλών και τριπλών καθηκόντων όχι μόνο τα στελέχη έχουν βάλει πλάτη, άλλα έχουν δώσει την ψυχή τους και στις δύσκολες καταστάσεις του 2016 και του καλοκαιριού του 2020,ενώ κάθε μέρα δίνουν το καλύτερο του εαυτού τους, για να ανταπεξέλθουν στην μειωμένη επάνδρωση και τις συνεχείς τεχνολογικές αλλαγές σε όλη την επικράτεια, από τον Έβρο έως την Κρήτη.
Ναι εμείς είμαστε οι πρώτοι που θέλουμε την εξέλιξή και την αξιολόγηση. Γιατί όμως δεν θέτετε κριτήρια εξέλιξης π.χ αποφοίτηση από συγκεκριμένες σχολές, κατοχή κάποιου επιπλέον βασικού πτυχίου ή και μεταπτυχιακού, αλλά περνάτε σε μία άκριτη, οριζόντια στέρηση βαθμού, που γνωρίζεται πόσο πολύ μετράει στο ηθικό και την σταδιοδρομία των στελεχών; Είναι δυνατόν ο Ν.3883 του 2010 να είναι πιο προοδευτικός από το νομοσχέδιο που προσπαθείτε να περάσετε; Λέγοντας πως και Διδακτορικό και Μεταπτυχιακό να διαθέτει το στέλεχος, δεν θα έχει καμία σημασία (είναι αδιάφορο για το νομοθέτημα) όταν ο Ν.3883/2010 έδινε το δικαίωμα να εξελιχθεί ο Αξκος από Επισμηναγό σε Αντισμήναρχο; Δηλαδή καταντάμε 15 χρόνια πριν, ο νόμος να είναι προοδευτικότερος από το σημερινό.
Ναι χρειάζονται αλλαγές για να προσαρμοστεί το στράτευμα στις πολλές και νέες εξελίξεις στο παγκόσμιο μεταβαλλόμενο περιβάλλον, αλλά όχι έτσι, όχι με ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ όχι με την ΤΙΜΩΡΙΑ, αλλά με ΚΙΝΗΤΡΑ και ΕΠΙΒΡΑΥΒΕΥΣΗ.
Το πρώτο είναι οι όποιες εξελίξεις να μην έχουν ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΌΤΗΤΑ, γιατί έτσι διατηρείται το κράτους δικαίου. Στις ΕΔ εισήχθησαν το στελέχη με συγκεκριμένη σταδιοδρομία και εξέλιξη και όχι ο εργοδότης, ο θεσμός, που στην περίπτωση μας είναι το Κράτος, να αλλάζει τους κανόνες, (την σύμβαση) και αντί να δίνει το σωστό παράδειγμα διαχείρισης και να εφαρμόζει το κράτος δικαίου, αντιθέτως να προτάσσει στα στελέχη εξ Υπαξιωματικών, μια αύξηση των 100€ μεικτά, για να μην αντιδράσουν, ενώ στα στελέχη εξ Αξιωματικών 400-500€ μικτά!
Μα είναι δυνατόν, στα στελέχη αυτά που πάντα η ηθική επιβράβευση τους ήταν μια «Εύθυμος μνεία» ένα μπράβο, ένα παράσημο, μια διάκριση, τώρα να είναι ένα μικρό χρηματικό ποσό συνοδευόμενο με ΠΟΙΝΗ στέρησης βαθμού;;
Στους άλλους θεσμούς του Κράτους τουλάχιστον υπήρχε «εθελούσια έξοδος» εδώ τίποτα, όλοι είναι εγκλωβισμένοι και όποιος φύγει χαρακτηρίζεται δυσμενώς ως μη Πατριώτης!
Κλείνοντας, σας παροτρύνω το νομοθέτημα που εξετάζουμε να γίνει το ορόσημο της εξέλιξης και της χρηστής διοίκησης από μεριά σας και όχι η ταφόπλακα στις σχολές Υπαξιωματικών. Ενώ η Γαλλία και χώρες των Βαλκανίων ψάχνουν για στελέχη, η χώρα μας διαθέτει αυτό το πολύτιμο έμψυχο δυναμικό, αλλά δυστυχώς το παρόν νομοθέτημα το αδικεί, το τιμωρεί και εν τέλη το απαξιώνει, με τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις για το αξιόμαχο του.
Σας ευχαριστώ
κ.ΥΕΘΑ,
παρακαλούμε να διατηρήσετε την κάτωθι ρύθμιση αποκατάστασης του προκατόχου σας στο ΥΠΕΘΑ, κ.Παναγιωτόπουλου, στην αμέσως προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ.
Με την υπόψη ρύθμιση αποκαταστάθηκε η πολυετής διαμαρτυρία των ΑΣΣΥ ετών κατάταξης 91 92 93, που βρίσκονται πλέον στη δύση της καριέρας τους.
Τι είδους μετάβαση επικαλείστε όταν επηρεάζονται βαθμολογικά στελέχη ΑΣΣΥ με 32 και άνω έτη υπηρεσίας;
Ποιο στέλεχος μπορεί να σηκώσει τέτοια ηθική απαξίωση;
Ξεπερνά κάθε λογική και διαφαίνεται ως τιμωρητική εκ νέου καθήλωση τους,από το ίδιο κυβερνών κόμμα, μόλις 2 έτη μετά τη σοφή πολιτική απόφαση του κ.Παναγιώτοπολου.
Γεγονός παράδοξο, όσο και πρωτοφανές στην κοινοβουλευτική πρακτική του κυβερνώντος κόμματος, που διαρρήγνυει την έννοια της φυσικής συνέχειας της πολιτικής του και κατά συνέπεια την εμπιστοσύνη των στελεχών στους θεσμούς.
Μάλιστα μάταια άπαντες περίμεναν η εν λόγω, ρύθμιση Παναγιωτόπουλου, να αποτελέσει οδηγό στο σχεδιασμό της υπηρεσιακής εξέλιξης των επόμενων σειρών ΑΣΣΥ, σε συνάρτηση με την ακαδημαϊκή τους αναβάθμιση ως ΑΕΙ και την αναγνώριση των πτυχίων μετά από δεκαετίες, στις οποίες υπέστησαν την αλλοίωση του θεσμικού τους ρόλου, ειδικότερα υπηρετώντας ως Αξιωματικοί.
Παρακαλούμε να διατηρήσετε στο ακέραιο την ρύθμιση του άρθρου 52 του ν.5018/23, αφαιρώντας τις σχετικές τελικές διατάξεις περί κατάργησης του άρθρου 37 του ν.4494/2017 από το παρόν πολυνομοσχέδιο και περαιτέρω τροποποιώντας το Παράρτημα ‘Α’ του σχεδίου, ώστε οι ΑΣΣΥ 91 92 93
να συνεχίσουν να λαμβάνουν τον καταληκτικό του Συνταγματάρχη και αντίστοιχων έως την αποστρατεία τους, το έτος 2028.
Γενικότερα θα πρότεινα, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον να επανεξετάσετε τις εισηγήσεις, για τόσο βαριές, απότομες και σημαντικές μεταβολές στον Θεσμό των ΑΣΣΥ, θεσμός ο οποίος υπηρετεί πάνω από έναν αιώνα στις ΕΔ. Μήπως τελικά αντί αναβάθμισής του, εξαφανιστεί από το «χάρτη»;
Παραπομπή:
» Άρθρο 52 του ν.5018/2023
Ρύθμιση θεμάτων κρίσεων και προαγωγών αξιωματικών εξ Ανωτέρων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών και μονιμοποιηθέντων εθελοντών – μονιμοποιηθεισών εθελοντριών – Τροποποίηση άρθρου 37 ν. 4494/2017
Στο άρθρο 37 του ν. 4494/2017 (Α’ 165) επέρχονται οι εξής αλλαγές: α) στο πρώτο εδάφιο μετατίθεται η προθεσμία μέχρι την οποία συμπληρώνεται η εικοσιπενταετία πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας, β) προστίθεται νέο πέμπτο εδάφιο και το άρθρο 37 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 37
Ρύθμιση θεμάτων κρίσεων και προαγωγών αξιωματικών εξ ΑΣΣΥ και μονιμοποιηθέντων εθελοντών – μονιμοποιηθεισών εθελοντριών
Οι διατάξεις των άρθρων 5 έως 10, 11 πλην των παρ. 11 και 12, 12 έως 14 και 16 έως 22 του ν. 2439/1996 (Α’ 219) ισχύουν και για τους εν ενεργεία αξιωματικούς που προέρχονται από Ανώτερες Στρατιωτικές Σχολές Υπαξιωματικών (ΑΣΣΥ), καθώς και τους αντίστοιχους που προέρχονται από την κατηγορία των μονιμοποιηθέντων εθελοντών του ν. 445/1974 (Α’ 160) και των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του ν. 705/1977 (Α’ 279), οι οποίοι συμπλήρωσαν είκοσι πέντε (25) έτη πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας μέχρι τις 31.12.2018. Για τους αξιωματικούς του πρώτου εδαφίου, ο χρόνος των περ. β’ και γ’ της παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 2439/1996 υπολογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας μονίμου αξιωματικού πέρα από τα δεκατρία (13) έτη από την ημερομηνία κατάταξής τους. Για τους αξιωματικούς που δυνάμει του παρόντος άρθρου αποκτούν δικαίωμα αναδρομικής βαθμολογικής προαγωγής, δεν γεννάται δικαίωμα αναδρομικής καταβολής των αντίστοιχων αποδοχών. Για τους αξιωματικούς του πρώτου εδαφίου που προέρχονται από την κατηγορία των μονιμοποιηθέντων εθελοντών του ν. 445/1974 και των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του ν. 705/1977 δεν είναι απαραίτητη η συμπλήρωση του προσόντος του χρόνου διοίκησης ή ειδικής υπηρεσίας του άρθρου 6 του ν. 2439/1996. Για τους αξιωματικούς του πρώτου εδαφίου που προέρχονται από ΑΣΣΥ δεν είναι απαραίτητη η συμπλήρωση του προσόντος του χρόνου διοίκησης ή ειδικής υπηρεσίας του άρθρου 6 του ν. 2439/1996 στον βαθμό του Λοχαγού και αντιστοίχων.Ειδικά για τους αξιωματικούς του πρώτου εδαφίου των ειδικοτήτων Ραδιοναυτίλων, Τεχνικής Υποστήριξης και Υπηρεσιών Υποστήριξης της Πολεμικής Αεροπορίας ισχύουν επιπλέον τα καθοριζόμενα στην περ. δ’ της παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 2439/1996.».
Όχι άλλα παιχνίδια με τις ένοπλες Δυνάμεις και την ψυχή τους, τους υπαξιωματικούς.
Ακούστε Κ εμάς την κοινωνία που δεν είμαστε στρατιωτικοι.
Αποσυρτε το και ενισχύστε τους.
Το υπό διαβούλευση πολυνομοσχέδιο επιφέρει ουσιώδη και δυσμενή αλλοίωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τους Μόνιμους Υπαξιωματικούς, περιορίζοντας δραστικά τη βαθμολογική τους εξέλιξη κατά έναν έως έξι βαθμούς και μεταβάλλοντας πλήρως τη δομή της υπηρεσιακής τους πορείας. Η παρέμβαση αυτή δεν συνιστά απλή οργανωτική αναπροσαρμογή, αλλά πλήττει ευθέως θεμελιώδη υπηρεσιακά δικαιώματα. Οι προτεινόμενες διατάξεις υποβαθμίζουν τον ρόλο και την αποστολή των σχολών Μονίμων Υπαξιωματικών, οδηγώντας σε λειτουργική συρρίκνωση και θεσμική απαξίωση του εκπαιδευτικού τους έργου. Η εξέλιξη αυτή θέτει σε κίνδυνο την επιτελική και επιχειρησιακή συνοχή των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει την ποιότητα των μελλοντικών στελεχών. Υποψήφιοι υψηλών επιδόσεων δεν έχουν πλέον λόγο να επιλέξουν τις σχολές Μονίμων Υπαξιωματικών, όταν με ελάχιστα υψηλότερη επίδοση στις ΑΣΕΙ εξασφαλίζουν σημαντικά ανώτερα αξιώματα και πραγματική προοπτική σταδιοδρομίας. Αυτό αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα, την εμπειρία και τη δέσμευση του ανθρώπινου δυναμικού των ΕΔ σε βάθος χρόνου. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η αναδρομική εφαρμογή των ρυθμίσεων, που πλήττει στελέχη τα οποία εντάχθηκαν στις σχολές με συγκεκριμένο και σαφώς γνωστό κανονιστικό πλαίσιο, ακόμη και δύο δεκαετίες πριν. Η αναδρομικότητα αντιβαίνει στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου και ανατρέπει θεμελιώδεις παραμέτρους βάσει των οποίων τα στελέχη επέλεξαν την επαγγελματική τους πορεία. Ζητείται η άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου και η εκκίνηση ενός νέου, ουσιαστικού διαλόγου από μηδενική βάση. Κανένας πειραματισμός με το ανθρώπινο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων και με ζητήματα Εθνικής Άμυνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεκτός. Η διοίκηση πίσω από ένα γραφείο δεν αντικαθιστά την πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία. Σε περίοδο κρίσης, το βάρος πέφτει αποκλειστικά στα στελέχη που υπηρετούν στο πεδίο, όχι στους πολιτικούς διαμορφωτές των αποφάσεων. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο πολιτικός εγωισμός στα εθνικά θέματα έχει μεγάλο κόστος. Οι εισηγητές του νομοσχεδίου και η Στρατιωτική Ηγεσία οφείλουν να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη των επιλογών τους. Κύριοι Αρχηγοί, ο ρόλος σας επιβάλλει να προστατεύσετε το κύρος της στολής και τα συμφέροντα των στελεχών σας, υπερασπιζόμενοι το θεσμικό καθήκον σας πέρα από οποιεσδήποτε πολιτικές στοχεύσεις. Κύριε Υπουργέ, η περιορισμένη εμπειρία μιας θητείας ως ΔΕΑ δεν επιτρέπει εξομοίωση με τις απαιτήσεις του σύγχρονου στρατιωτικού βίου, κάτι που θα έπρεπε ήδη να έχει επισημανθεί από τα Επιτελεία.
Αυτά το ακατανομαστο νομοσχέδιο έπρεπε να μας το είχαν εξαγγείλει πριν τις εκλογές.Εκτος από το γεγονός ότι μπαζει από παντού και σίγουρα θα οδηγηθούμε στις δικαστικές αίθουσες είναι και το ζήτημα της ηθικής καθώς νιώθουμε προδομένοι από την στρατιωτική καί πολιτική ηγεσία.
Κύριε Υπουργέ, με όλον τον σεβασμό (αν και εμείς δεν εισπράττουμε τον αντίστοιχο από εσάς), καλώ εσάς και οποιονδήποτε άλλον υποστηριχτή του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, ανεξαρτήτως κόμματος και πολιτικής ιδεολογίας, να φορέσετε στολή για μια μονο εβδομάδα, και όχι απλά για το θεαθήναι, αλλά για να συμμετέχετε μαζί με εμάς τους υπαξιωματικούς, που με τη στάση σας υποτιμάτε εντελώς, σε εργασίες και απαιτήσεις που καλουμαστε να αντιμετωπίσουμε καθημερινά σε μια πτέρυγα μάχης ή ένα στρατόπεδο, με παράγοντες πολλές φορές τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, τον απαρχαιωμένο και ελλειπή εξοπλισμό που μας διατίθεται, την έλλειψη προσωπικού σε σχέση με τις απαιτήσεις που συνεχώς αυξάνονται. Τότε ίσως αναθεωρήσετε τις αποφάσεις σας, οι οποίες παρά μόνο δείχνουν προσβολή στους ανθρώπους οι οποίοι εισήχθησαν στο στράτευμα από σχολές υπαξιωματικών με στόχο τη αδιάκοπη προάσπιση της ασφαλείας της πατρίδας μας, και παράλληλα προκαλούν απαξίωση για τις σχολές ΑΣΣΥ στις νεότερες γενιές που επιθυμούν να ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη σταδιοδρομία.
Ζητάμε, λοιπόν, τουλάχιστον:
-Την πλήρη απόσυρση του νομοσχεδίου-ταφόπλακα που παρά μόνο μας υποβαθμίζει βαθμολογικά και δείχνει υποτίμηση προς το πρόσωπο και τη δουλειά μας.
-Την αναγνώριση των πτυχίων των σχολών ΑΣΣΥ ως πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς η εισαγωγή μας στις παραπάνω σχολές έχει γίνει αξιοκρατικά μέσω της διαδικασίας των πανελληνίων εξετάσεων, και με υψηλές μάλιστα βάσεις, και μέσω της τριετούς φοίτησης στις εκάστοτε σχολές, διαθέτουμε πλήρη επαγγελματική κατάρτιση στο αντικείμενο μας.
Αποσύρετε άμεσα το νομοσχέδιο ταφόπλακα των ΑΣΣΥ και των αποφοίτων τους. Καταστρέφετε προσφορά δεκαετιών και ισοπεδώνετε τη σταδιοδρομία των στελεχών αποφοίτων τους. Τεράστια η ζημιά που προκαλείτε στην άμυνα της χώρας. Προκαλείτε πρόβλημα εσωτερικής λειτουργίας και βλάπτετε το αξιόμαχο του στρατεύματος. Η ιστορία θα είναι αμείλικτη τόσο με τους εμπνευστές όσο και με όσους το ψηφίσουν στη Βουλή.